Part 15
ΚΗ. Τον έννατον δε μήνα παρεδόθησαν οι Σάμιοι, και ο Περικλής εκρήμνησε τα τείχη, και παρέλαβε τα πλοία, και τοις επέβαλε πολλών χρημάτων πρόστιμον, ών τα μεν αμέσως έφερον, τα δ' υποσχεθέντες να καταβάλωσιν εις ρητόν χρόνον, έδωκαν ομήρους. Δούρις (544) δ' ο Σάμιος ταύτα τραγικώτερον παριστών, προσάπτει πολλήν ωμότητα εις τους Αθηναίους και εις τον Περικλέα, ήν ούτε ο Θουκυδίδης, ούτε ο Έφορος, ούτε ο Αριστοτέλης εξιστορεί, αλλ' ουδ' αληθές φαίνεται, ότι τους τριηράρχους και τους επιβάτας των Σαμίων έφερεν εις των Μιλησίων την αγοράν, και δέσας αυτούς εις σανίδας επί δέκα ημέρας εν ώ ήδη κακώς δειέκειντο, διέταξε να τους φονεύσωσι, θραύοντες τας κεφαλάς αυτών διά ξύλων, και έπειτα να ρίψωσι τα σώματα αυτών άταφα. Αλλ' ο Δούρις όστις, ουδ' όταν υπ' ουδενός ιδίου πάθους κινήται συνηθίζει να συνέχη τας διηγήσεις του εντός της αληθείας, φαίνεται ότι ηύξησεν ενταύθα έτι μάλλον τας συμφοράς της πατρίδος του, ίνα διαβάλη τους Αθηναίους. Ο δε Περικλής, αφ' ού κατέστρεψε την Σάμον, ως επανήλθεν εις τας Αθήνας, έθαψε λαμπρώς τους εις τον πόλεμον αποθανόντας, και εθαυμάσθη διά τον λόγον, όν κατά την συνήθειαν επρόφερεν επί των τάφων αυτών. Ότε δε κατέβαινεν από του βήματος, αι μεν άλλαι γυναίκες τον ησπάζοντο και τον έστεφον διά στεφάνων και ταινιών, ως αθλητήν νικηφόρον· η δ' Ελπινίκη, ελθούσα πλησίον· «Ταύτα, είπεν, εισί θαυμαστά, και στεφάνων άξια, ω Περίκλεις, όστις μας εφόνευσας πολλούς και ανδρείους πολίτας, ουχί πολεμών τους Φοίνικας ουδέ τους Μήδους, καθώς ο Κίμων ο αδελφός μου, αλλά καταστρέφων σύμμαχον πάλιν και συγγενή.» Εν ώ δ' έλεγε ταύτα η Ελπινίκη, λέγεται ότι ο Περικλής, μειδιάσας ησύχως, τη είπε το του Αρχιλόχου (545)·
«Γραυς είσαι. Μύρ' αλείφου ολιγώτερα.»
Λέγει δ' ο Ίων (546) ότι εξαισίως υπερηφανεύθη ότι ενίκησε τους Σαμίους, διότι ο μεν Αγαμέμνων κατετρόπωσε βάρβαρον πόλιν εις δέκα έτη, αυτός δ' εις εννέα μήνας τους πρώτους και δυνατωτάτους των Ιόνων. Και η αξίωσίς του δεν ήτον άδικος· διότι τω όντι πολλήν είχεν αδηλότητα και πολύν κίνδυνον ο πόλεμος ούτος, αν, ως λέγει ο Θουκυδίδης (547), παρ' ολίγον ήλθεν η πόλις των Σαμίων ν' αφαιρέση την θαλασσοκρατίαν από των Αθηνών.
ΚΘ. Μετά δε ταύτα, εν ώ προεμηνύετο ήδη ο Πελοποννησιακός πόλεμος, έπεισε τον δήμον να στείλωσι βοήθειαν εις τους Κερκυραίους, πολεμουμένους υπό των Κορινθίων, και να οικειωθώσι νήσον έχουσαν ισχυράν ναυτικήν δύναμιν· διότι οι Πελοποννήσιοι διέκειντο υπέρποτε εις πολεμικάς προς αυτούς διαθέσεις. Ως δ' εψήφισεν ο δήμος την βοήθειαν, έστειλε τον Λακεδαιμόνιον (548), υιόν του Κίμωνος, έχοντα δέκα πλοία μόνον, ως εξυβρίζων αυτόν διότι ο οίκος του Κίμωνος πολλήν έτρεφεν εύνοιαν και φιλίαν προς τους Λακεδαιμονίους. Διά να συκοφαντηθή λοιπόν έτι μάλλον ως λακωνίζων ο Λακεδαιμόνιος, αν επί της στρατηγίας του ουδέν εγίνετο μέγα και ένδοξον, διά τούτο τω έδωκεν ολίγα πλοία, και τον έστειλε χωρίς να θέλη. Και κατά πάντα τρόπον ανθίστατο εις την πρόοδον των υιών του Κίμωνος, λέγων ότι και εκ των ονομάτων αυτών εφαίνετο ότι δεν ήσαν γνήσιοι, αλλά νόθοι (549) και ξένοι, διότι ο μεν ωνομάζετο Λακεδαιμόνιος, ο δε Θεσσαλός, και ο άλλος Ηλείος. Φαίνεται δ' ότι όλοι εγεννήθησαν εκ μητρός Αρκαδίας. Κατηγορούμενος δ' ο Περικλής διά τας δέκα ταύτας τριήρεις, ότι εχορήγησε μικράν μεν βοήθειαν εις τους έχοντας ανάγκην αυτής, μεγάλην δε πρόφασιν εις τους εγκαλούντας τους Αθηναίους, έστειλε πάλιν και άλλας περισσοτέρας εις την Κέρκυραν (550), αίτινες έφθασαν μετά την μάχην. Εν ώ δ' ωργίζοντο οι Κορίνθιοι, και κατηγόρουν τους Αθηναίους εις την Λακεδαίμονα, ήλθον οι Μεραγείς, παραπονούμενοι ότι αφ' όλων των αγορών και των λιμένων όπου κρατούσιν οι Αθηναίοι, εμποδίζουσι και διώκουσιν αυτούς παρά το κοινόν δίκαιον και παρά τους όρκους των Ελλήνων. Οι δ' Αιγινήται, αδικούμενοι και αυτοί, ως φαίνεται, και πιεζόμενοι, παρεπονούντο κρυφίως προς τους Λακεδαιμονίους, μη έχοντες θάρρος να κατηγορήσωσι φανερώς τους Αθηναίους. Εν τούτοις δε και η Ποτίδαια (551) πόλις υπήκοος των Αθηναίων, άποικος δε των Κορινθίων, αποστατήσασα και πολιορκουμένη, επετάχυνεν έτι μάλλον τον πόλεμον. Επειδή όμως πρεσβείαι εστάλησαν εις Αθήνας, και ο βασιλεύς των Λακεδαιμονίων Αρχίδαμος διήλλαξε τας πλείστας των διαφορών, και επράυνε τους συμμάχους, ο πόλεμος εφαίνετο, ως εκ των άλλων αιτιών, ότι δεν ήθελεν εκραγή κατά των Αθηναίων, αν είχον πεισθή να καταργήσωσι το Μεγαρικόν ψήφισμα, και να φιλιωθώσι μετά των Μεγαρέων. Δι' ό προ πάντων ο Περικλής, εναντιωθείς εις τούτο, και παροξύνας τον δήμον να επιμείνη εις την προς τους Μεγαρείς φιλονεικίαν του, μόνος εκατηγορήθη ως αιτία του πολέμου γενόμενος.
Λ. Λέγουσι δ' ότι όταν ήλθε περί τούτου πρεσβεία εις Αθήνας εκ Λακεδαίμονος, και ο Περικλής επρότεινε νόμον απαγορεύοντα ν' αφαιρεθή το πινάκιον, εφ' ού ήτον γεγραμμένον το ψήφισμα, ο Πολυάρκης, είς των πρέσβεων, είπε· «Μη το αφαιρής λοιπόν, αλλά στρέψον αυτό εντός. Δεν υπάρχει νόμος όστις ν' απαγορεύη και τούτο.» Και ο μεν λόγος εφάνη ευφυής, αλλ' ο Περικλής δεν ενέδωκε. Φαίνεται δ' ότι είχε και ιδιαιτέραν τινά κατά των Μεγαρέων απέχθειαν. Κοινόν δε προσάπτων, και φανερόν έγκλημα εις αυτούς, ότι κατατέμνουσι τα ιερά λειβάδια (552), γράφει ψήφισμα, να σταλή κήρυξ, ο ίδιος προς αυτούς και προς τους Λακεδαιμονίους, και να κατηγορήση τους Μεγαρείς. Και τούτο μεν το ψήφισμα του Περικλέους περιείχεν εύλογον δικαιολογίαν και ήμερον. Επειδή όμως ο σταλείς κήρυξ Ανθεμόκριτος εθανατώθη, και ο θάνατός του προσήφθη εις τους Μεγαρείς, γράφει ψήφισμα κατ' αυτών ο Χαρίνος, να υπάρχη κατ' αυτών άσπονδος και ακήρυττος έχθρα, όστις δε Μεγαρεύς εισέλθη εις την Αττικήν, να τιμωρήται διά θανάτου, οι δε στρατηγοί, όταν ομνύωσι τον πατρικόν όρκον, να ορκίζωνται ότι δις κατ' έτος θα εισβάλλωσιν εις την Μεγαρικήν· ο δ' Ανθεμόκριτος να ταφή παρά τας Θριασίας πύλας, αίτινες τώρα ονομάζονται Δίπυλον (553). Οι δε Μεγαρείς, αρνούμενοι τον φόνον του Ανθεμοκρίτου, επιρρίπτουσι την ευθύνην εις την Ασπασίαν και τον Περικλήν, αναφέροντες τα περιβόητα και δημώδη ταύτα στιχάρια των Αχαρνέων (554).
Σιμαίθαν την εταίραν εις τα Μέγαρα κρασοπατέρες νέοι ήλθαν κ' έκλεψαν, κ' οι Μεγαρείς πονέσαντες, αντέκλεψαν της Ασπασίας δύο εταιρίδια.
ΛΑ. Και η μεν αρχή ποία τις ήτον δεν είν' εύκολον να το ηξεύρωμεν. Της δε μη ακυρώσεως του ψηφίσματος την αιτίαν όλοι ομοφώνως αποδίδουσιν εις τον Περικλέα. Πλην, οι μεν λέγουσιν ότι επέμεινεν αυτός εκ μεγαλοφροσύνης και εκ φρονήσεως, προς το δημόσιον καλόν, φρονών ότι η απαίτησις των Λακεδαιμονίων ήτον δοκιμή αν η πόλις ενδίδη, και ότι η παραδοχή αυτής θα ήτον ασθενείας εξομολόγησις· οι δε, ότι μετ' αυθαδείας μάλλον τινός, και τον πόλεμον επιθυμών όπως λάβη ισχύν και δόξαν, περιεφρόνησε τους Λακεδαιμονίους. Η δε χειροτέρα όλων των αιτιών, ήτις όμως έχει τους πλείστους μάρτυρας, ούτω πώς λέγεται. Ο γλύπτης Φειδίας, ήτον, ως είπομεν, εργολάβος του αγάλματος (555). Ήτον δε φίλος του Περικλέους, και μεγίστην είχεν επιρροήν παρ' αυτώ· δι' ό, φθονούμενος, είχεν εχθρούς, τινάς μεν δι' εαυτόν, άλλοι δε θέλοντες δι' αυτού να δοκιμάσουν οποίος κριτής θα εδείκνυτο ο δήμος ως προς τον Περικλέα, κατέπεισαν Μένωνά τινα, ένα των εργατών του Φειδίου, και τον εκάθισαν οικέτην εις την αγοράν, ζητούντα άδειαν να καταμηνύση και κατηγορήση τον Φειδίαν. Ο δήμος λοιπόν εδέχθη τον άνθρωπον, και εγένετο καταγγελία εις την εκκλησίαν. Και περί κλοπών μεν ουδέν ελέγετο, διότι ο Φειδίας ούτως ειργάσθη εξ αρχής αμέσως και προσέθηκεν εις το άγαλμα τον χρυσόν, κατά συμβουλήν του Περικλέους, ώστε δυνατώτατον ήτον να τον αφαιρέσωσι, και ν' αποδείξωσι το βάρος αυτού· και τούτο είπε τότε ο Περικλής εις τους κατηγόρους να πράξωσιν. Αλλά τον Φειδίαν επίεζεν υπό φθόνου η δόξα των έργων του, και μάλιστα διότι παραστήσας επί της ασπίδος την μάχην των Αμαζόνων, ενετύπωσε την ιδίαν αυτού μορφήν, ως γέροντος φαλακρού, αίροντος πέτραν διά των δύο χειρών του (556), και προσέθηκεν ωραιοτάτην εικόνα του Περικλέους, μαχομένου προς Αμαζόνα. Το δε σχήμα της χειρός, υψούσης το δόρυ εμπρός του προσώπου του Περικλέους, ήτον τοσούτον επιτηδείως διατεθειμένον, ώστε θέλει τρόπον τινά να κρύπτη την ομοιότητα, υποφαινομένην όμως εκατέρωθεν. Και ο μεν Φειδίας εις το δεσμωτήριον ριφθείς, απέθανε νοσήσας, ως δέ τινες λέγουσι, φαρμακευθείς υπό των εχθρών του Περικλέους, νέαν ζητούντων διαβολής αφορμήν. Εις δε τον κατήγορον Μένωνα, διά ψηφίσματος ό έγραψεν ο Γλύκων, έδωκεν ο δήμος ατέλειαν (557), και προσέταξε τους στρατηγούς να επιμελώνται περί της ασφαλείας του ανθρώπου.
ΛΒ. Κατά τον αυτόν δε περίπου χρόνον εδικάζετο και η Ασπασία δι' ασέβειαν, εγκαλουμένη υπό Ερμίππου του κωμωδοποιού, και κατηγορουμένη προσέτι ότι εδέχετο ελευθέρας γυναίκας προς χάριν του Περικλέους. Και ψήφισμα έγραψεν ο Διοπείθης (558), να καταγελθώσιν εις τον δήμον (559) οι μη τα θεία πιστεύοντες, ή διδάσκοντες λόγους περί των μετεωρολογικών, αντανακλών ούτω την υπόνοιαν διά του Αναξαγόρου εις τον Περικλέα. Ως δ' εδέχθη και ενέκρινε την καταμήνυσιν ο δήμος, εκυρώθη ψήφισμα προταθέν υπό του Δρακοντίδου (560), ο Περικλής να καταθέση εις τους Πρυτάνεις (561) τους απολογισμούς των χρημάτων, οι δε δικασταί, την ψήφον φέροντες από του βωμού, να κρίνωσιν εντός της Ακροπόλεως (5625). Ο δε Άγνων τούτο μεν αφήρεσεν από του ψηφίσματος, έγραψε δε να κριθή η δίκη υπό χιλίων πεντακοσίων δικαστών (563), είτε κλοπής και δωροδοκίας, είτε αδικίας ήθελέ τις να ονομάση την καταμήνυσιν. Και της μεν Ασπασίας κατώρθωσε την απόλυσιν, πολλά, ως ο Αισχίνης λέγει, χύσας υπέρ αυτής δάκρυα επί της δίκης, και πολλάς παρακλήσεις απευθύνας εις τους δικαστάς. Τον δ' Αναξαγόραν, φοβηθείς, εξαπέστειλε, και συνώδευσεν ο ίδιος εκτός της πόλεως. Όταν δε διά του Φειδίου δυσηρέστησε τον δήμον, φοβηθείς το δικαστήριον, ανήψε τον πόλεμον, απειλούντα ήδη και υπεκκαιόμενον, διότι ήλπιζε να διασκεδάση τας κατηγορίας και να ταπεινώση τον φθόνον, όταν, εν μέσω μεγάλων πραγμάτων και κινδύνων, η πόλις ήθελεν εις εκείνον μόνον εμπιστευθή εαυτήν διά την επισημότητα αυτού και την δύναμιν. Αύται λοιπόν λέγονται αι αιτίαι δι' άς δεν αφήκε τον δήμον να ενδώση εις τους Λακεδαιμονίους. Το δ' αληθές είναι άδηλον.
ΛΓ. Οι δε Λακεδαιμόνιοι ηξεύροντες ότι αν εκείνου την δύναμιν καταβάλωσι, θέλουσιν έχει τους Αθηναίους κατά πάντα μαλακωτέρους, τους προέτρεπον ν' αποδιώξωσι το μίασμα το κηλιδούν, το εκ μητρός γένος αυτού (564)· ως λέγει ο Θουκυδίδης. Αλλ' η απόπειρα απέβη όλως εναντία εις τους προτείναντας. Διότι αντί υποψίας και διαβολής, ο Περικλής έτι περισσοτέραν απήλαυσε τιμήν και εμπιστοσύνην παρά τοις πολίταις, όταν είδον ότι τον εμίσουν και τον εφοβούντο μάλιστα οι εχθροί. Διό και πριν εισβάλη εις την Αττικήν ο Αρχίδαμος μετά των Πελοποννησίων, είπεν ο Περικλής εις τους Αθηναίους, αν, λεηλατών τ' άλλα μέρη ο Αρχίδαμος, εφείδετο των εδικών του κτημάτων εξ αιτίας της παλαιάς σχέσεως ήτις υπήρχε μεταξύ των, ή όπως δώση εις τους εχθρούς του διαβολής αφορμάς, ότι αυτός εχάριζε και τα κτήματα και τας επαύλεις του εις την πόλιν. Εισέβαλον λοιπόν εις την Αττικήν μετά στρατού μεγάλου οι Λακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοι, υπό την αρχηγίαν του Βασιλέως Αρχιδάμου· και λεηλατούντες την χώραν, προυχώρησαν εις τας Αχαρνάς (565), και εστρατοπέδευσαν εκεί, πιστεύοντες ότι οι Αθηναίοι δεν θα το ανείχοντο, αλλά θ' αντιπαρετάττοντο μετ' οργής και υπερηφανείας. Εις τον Περικλέα όμως δύσκολον εφαίνετο να συνάψη μάχην υπέρ αυτής της πόλεως προς εξήκοντα χιλιάδας Πελοποννησίων και Βοιωτών· διότι τοσούτοι ήσαν οι κατ' αρχάς εισβαλόντες. Τους δε θέλοντας να πολεμήσωσι και δυσαρεστούμενους διά τα γινόμενα κατεπράυνε λέγων, ότι δένδρα μεν καταρριφθέντα και κοπέντα αναφύονται ταχέως, άνδρες δε φονευθέντες, ευκόλως δεν αναζώσι. Δεν συνεκάλει δε τον δήμον εις εκκλησίαν, φοβηθείς μη παρά την θέλησίν του βιασθή· αλλ' ως κυβερνήτης πλοίου, όταν άνεμος επέρχηται εις το πέλαγος, διαθέσας τα πάντα, και καλώς εξαρτήσας τα άρμενα, μεταχειρίζεται την τέχνην αυτού αφήνων τα δάκρυα και τας παρακλήσεις των επιβατών όσοι πάσχουσιν υπό ναυτίας ή φόβου, ούτω και αυτός, κλείσας την πόλιν, και φύλακας πανταχού τάξας προς ασφάλειαν, ηκολούθει τας ιδίας αυτού εμπνεύσεις, ολίγον φροντίζων περί των καταβοώντων και των αγανακτούντων, ει και πολλοί μεν των φίλων του επέμενον παρακαλούντες αυτόν, πολλοί δε των εχθρών του τον ηπείλουν και κατηγόρουν, πολλοί δ' έψαλλον άσματα και χλευασμούς προς καταισχύνην, υβρίζοντες την στρατηγίαν αυτού ως άνανδρον, και τα πράγματα εις τους εχθρούς αφήνουσαν. Επέπιπτε δε κατ' αυτού και ο Κλέων, ωφελούμενος εκ της εναντίον του οργής των πολιτών όπως δημαγωγήση, ως δηλούσι και τ' ανάπαιστα (566) ταυτά του ποιητού Ερμίππου (567).
«Βασιλεύ των σατύρων, ειπέ, διατί να βαστάξης το δόρυ δεν θέλεις λοιπόν, αλλά λόγους πολέμου κηρύττεις δεινούς, την ψυχήν δε του Τέλητος έχεις; (568) Κ' οι οδόντες σου τρύζουν, ως όταν κοπίς εις ακόνην ακούσης να τρύζη σκληράν, και σε δάκνει αστράτττων ο Κλέων; (569)»
ΛΔ. Πλην υπ' ουδενός των τοιούτων εκινήθη ο Περικλής, αλλά πράως και εν σιωπή την αδοξίαν και την απέχθειαν υπομένων, και πέμψας στόλον εκατόν πλοίων περί την Πελοπόννησον, αυτός δεν συνεξέπλευσεν, αλλ' έμεινεν οικουρών και εις την εξουσίαν του έχων την πόλιν, έως ότου ανεχώρησαν οι Πελοποννήσιοι. Περιποιούμενος όμως το πλήθος, αγανακτούν ουχ ήττον ένεκα του πολέμου, το εκολάκευε διά διανομών χρημάτων, και έγραφε ψηφίσματα περί κληρουχιών, και αποδιώξας όλους τους Αιγινήτας, διένειμε διά λαχνών την νήσον εις τους Αθηναίους. Παρηγορούντο δ' ούτοι οπωσούν και εξ όσων έπασχον οι εχθροί· διότι περιπλέοντες την Πελοπόννησον, ελεηλάτουν πολλήν χώραν και τας μικράς πόλεις αυτής· και ο ίδιος, εισβαλών εις την Μεγαρικήν, την κατέφθειρε πάσαν. Εκ τούτου, δ' εγίνετο προφανές ότι πολλά μεν κακοποιούντες οι εχθροί τους Αθηναίους, πολλά δε πάσχοντες υπ' εκείνων διά θαλάσσης, δεν θα παρέτεινον τοσούτον τον πόλεμον, αλλά ταχέως θ' απέκαμνον, καθώς εξ αρχής προείπεν ο Περικλής, αν θεία τις βούλησις δεν είχεν εναντιωθή εις των ανθρώπων τους διαλογισμούς. Τώρα δε, πρώτον μεν επέπεσεν η λοιμική φθορά, και εξηφάνισε πάσαν την ακμάζουσαν ηλικίαν και πάσαν την δύναμιν. Υπ' αυτής προσβαλλόμενοι και κατά τα σώματα και κατά τας ψυχάς, εξηγριώθησαν εντελώς κατά του Περικλέους, και ως αν υπό της νόσου παραφρονήσαντες εξανίσταντο κατ' ιατρού ή κατά πατρός, προσηνέχθησαν αδικώτατα κατ' αυτού, πεισθέντες υπό των εχθρών ότι την μεν νόσον επέφερεν η συσσώρευσις του πλήθους των χωρικών εις την πόλιν, διότι εν καιρώ θέρους ηναγκάζοντο πολλοί ομού να διάγωσιν εις μικρά οικήματα και εις πνιγηράς σκηνάς ζωήν οικουρόν και αργήν, αντί της καθαράς διαίτης ήν είχον εις τον ανοικτόν αέρα το πρότερον· τούτου δ' αίτιος ότι ήτον εκείνος, όστις ένεκα του πολέμου έχυσε τον όχλον των αγρών εις τα τείχη, χωρίς εις ουδέν να μεταχειρίζηται τους τόσους ανθρώπους, και εμάνδρωσεν αυτούς ως βοσκήματα, αφήνων να μεταδίδηται το μίασμα αμοιβαίως, και μη χορηγών εις αυτούς ουδεμίαν της τύχης των μεταβολήν ή ανακούφισιν.
ΛΕ. Ταύτα θέλων να θεραπεύση, και να βλάψη ολίγον τους εχθρούς, εισεβίβασεν εις εκατόν πεντήκοντα πλοία πολλούς και ανδρείους οπλίτας και ιππείς, και έμελλε ν' αποπλεύση, χορηγών διά της τοιαύτης δυνάμεως μεγάλην ελπίδα εις τους πολίτας, και όχι ολιγώτερον φόβον εις τους εχθρούς. Εν ώ δ' ήσαν πλήρη τα πλοία, και ο Περικλής είχεν ήδη αναβή εις την ιδίαν αυτού τριήρη, συνέβη ηλίου έκλειψις, και έγινε σκότος, και όλοι είδον μετά καταπλήξεως τούτο, ως μέγα σημείον. Βλέπων δ' ο Περικλής τον κυβερνήτην περίφοβον και απορούντα τι να πράξη, ύψωσε την χλαμύδα εμπρός των οφθαλμών του, και καλύψας αυτούς, τον ηρώτησεν αν θεωρή τούτο ως μέγα δεινόν ή ως σημείον δεινού τινος. Ως δ' απεκρίθη «όχι» ο κυβερνήτης· «Τι λοιπόν, είπε, διαφέρει τούτου εκείνο, εκτός ότι το σώμα εξ ού προήλθεν η επισκότισις είναι μεγαλήτερον της χλαμύδος;» Αλλά ταύτα συζητούνται εις τα σχολεία των φιλοσόφων. Εκπλεύσας δ' ο Περικλής, ουδέν φαίνεται πράξας άξιον της προπαρασκευής. Πολιορκήσας δε την ιεράν Επίδαυρον (570), ήτις παρείχεν ελπίδας ότι θέλει κυριευθή, απέτυχεν εξ αιτίας της νόσου· διότι επελθούσα εξολόθρευσεν όχι μόνον αυτούς, αλλά και όλους όσοι έλαβον οπωσούν επιμιξίαν μετά του στρατού. Ως εκ τούτου ωργίζοντο οι Αθηναίοι κατ' αυτού, και επροσπάθει να τους παρηγορή και να τους ενθαρρύνη. Αλλά δεν έπαυσε την οργήν των, ουδέ τους μετέπεισεν, έως ου λαβόντες κατ' αυτού εις τας χείρας τας ψήφους, και της τύχης του γινόμενοι κύριοι, τω αφόρεσαν την στρατηγίαν, και τω επέβαλον ζημίαν χρηματικήν, ήν οι μεν λέγουσι δεκαπέντε ταλάντων εις ελάχιστον όρον, οι δε εις ανώτατον πεντήκοντα. Κατήγορος δ' εις την δίκην, επεγράφη, ως μεν λέγει ο Ιδομενεύς (571), ο Κλέων, ως δ' ο Θεόφραστος (572), ο Σιμμίας, ο δ' Ηρακλείδης ο Ποντικός (573), λέγει τον Λακρατίδαν.
ΛΣΤ. Το δημόσια όμως ατυχήματά του έμελλον ταχέως να παύσωσι, διότι το πλήθος μετά της πληγής είχεν αφήσει εις αυτόν και το κέντρον του (574). Αλλά τα του οίκου του ήσαν εις δυστυχεστάτην κατάστασιν, διότι επί του λοιμού απέθανον ουκ ολίγοι των οικείων του, και προ πολλού ετάραττον διαιρέσεις αυτούς. Ούτως ο πρεσβύτερος των γνησίων υιών του Ξάνθιππος, πολυδάπανος ων και αυτός εκ φύσεως, και γυναίκα νέαν και πολυτελή νυμφευθείς, την θυγατέρα Ισάνδρου του Επιλύκου, ηγανάκτει διά την ακρίβειαν (575) του πατρός του, όστις ολίγα και κατ' ολίγον τω έδιδεν. Ούτος έστειλε και έλαβε παρ' ενός φίλου του αργύριον, ως εκ μέρους του Περικλέους. Επειδή δ' έπειτα εκείνος απήτει αυτό, ο μεν Περικλής και δίκην εκίνησε κατ' αυτού· ο δε νεανίσκος Ξάνθιππος επί τούτω δυσαρεστηθείς, εκακολόγει τον πατέρα του, και πρώτον μεν διηγείτο χλευαστικώς τας κατ' οίκον συναναστροφάς αυτού, και τας συνομιλίας άς είχε μετά των σοφιστών. Όταν πένταθλός τις (576) φερ' ειπείν, εκτύπησε διά του ακοντίου του ακουσίως τον Φαρσάλιον (5775) Επιτίμιον, και τον εφόνευσεν, έλεγεν ότι εδαπάνησεν ολόκληρον ημέραν ο Περικλής μετά του Πρωταγόρου, συζητών αν το ακόντιον ή ο ρίψας αυτό, ή οι αγωνοθέται έπρεπε κατ' ορθότατον λόγον να θεωρηθώσιν ως αίτιοι του κακού (578). Προσότι δε και την περί της ιδίας αυτού γυναικός κατηγορίαν λέγει ο Στησίμβροτος ότι αυτός ο Ξάνθιππος διέδωκεν εις το πλήθος (579), και ότι μέχρι του θανάτου του διετήρησεν ο νέος άσπονδον την κατά του πατρός αυτού αντιπάθειαν. Απέθανε δ' ο Ξάνθιππος ασθενήσας επί του λοιμού. Απώλεσε δε τότε ο Περικλής και την αδελφήν του και των συγγενών και φίλων του τους πλείστους και τους χρησιμωτάτους εις τα της πολιτείας. Αλλά δεν απηλπίσθη, ουδ' εταπεινώθη το φρόνημα και το μέγεθος της ψυχής αυτού υπό των συμφορών και ουδέ κλαίων, ουδέ νεκρόν συνοδεύων, ουδέ παρά τον τάφον εφάνη τινός των οικείων του, μέχρις ού απώλεσε και τον έσχατον των γνησίων υιών του, τον Πάραλον. Ο θάνατος όμως αυτού τον εκλόνισε· και επροσπάθει μεν να εμμείνη καρτερικώς εις το ήθος του, και να διαφυλάξη την μεγαλοψυχίαν. Φέρων όμως στεφάνον εις τον νεκρόν, κατεβλήθη υπό του πάθους άμα τον είδε, και εις κλαυθμόν παρεδόθη, και έχυσε πλήθος δακρύων, εν ώ ποτέ καθ' όλον τον βίον του τοιούτον τι δεν έπραξεν άλλοτε.
ΛΖ. Η δε πόλις, αφ' ού εδοκίμασε τους άλλους στρατηγούς και ρήτορας διά τον πόλεμον τούτον, επειδή ουδείς εφαίνετο έχων την ανάλογον προς τας περιστάσεις βαρύτητα, ουδ' αξίαν παρέχουσαν τας δεούσας εγγυήσεις προς τοιαύτην αρχήν, ήρχισε να ποθή πάλιν εκείνον, και να τον καλή εις το βήμα και εις την στρατηγίαν. Εκείνος δε κατέκειτο εις την οικίαν του αθυμών διά το πένθος αυτού, μέχρις ού τέλος ο Αλκιβιάδης και οι άλλοι του φίλοι τον έπεισαν να εξέλθη· και αφ' ού ο δήμος εζήτησε συγχώρησιν διά την προς αυτόν αγνωμοσύνην του, ανεδέχθη πάλιν την διεύθυνσιν των πραγμάτων, και εκλεχθείς στρατηγός, επρότεινε την κατάργησιν του περί νόθων νόμου, όν ο ίδιος είχεν άλλοτε εισαγάγει, ίνα μη εκλείψη παντάπασιν από του οίκου αυτού το όνομα και το γένος δι' έλλειψιν διαδοχής. Ήσαν δε τα κατά τον νόμον τοιαύτα. Όταν ήκμαζεν ο Περικλής εις την πολιτείαν, προ πάρα πολλών χρόνων, και έχων, ως είπομεν, υιούς γνησίους, έγραψε νόμον, Αθηναίοι να είναι μόνοι οι εκ δύο Αθηναίων γεννηθέντες. Όταν δ' ο βασιλεύς των Αιγυπτίων έστειλε δωρεάν εις τον δήμον τεσσαράκοντα χιλιάδας μεδίμνων σίτου, και επρόκειτο να διανεμηθώσιν αυτόν οι πολίται, πολλαί ως εκ του ψηφίσματος εκείνου ανεφύοντο δίκαι κατά των νόθων, οίτινες πρότερον δεν εγνωρίζοντο και παρεβλέποντο, πολλοί δε και συκοφαντιών εγίνοντο θύματα. Και διά τούτο καταδικασθέντες επωλήθησαν περί τους πεντακισχιλίους σχεδόν (580) οι δε μείναντες εις την πολιτείαν και κριθέντες Αθηναίοι, ευρέθησαν δεκατέσσαρες χιλιάδες και τεσσαράκοντα. Ήτον λοιπόν δεινόν, νόμος όστις εφηρμόσθη κατά τοσούτων, ν' ακυρωθή πάλιν υπ' αυτού εκείνου όστις τον επρότεινεν· αλλ' η οικιακή δυστυχία του Περικλέους, δι' ής εφαίνετο τιμωρηθείς διά την υπεροψίαν και την μεγαλαυχίαν του, εκίνησε τους Αθηναίους εις οίκτον· και φρονούντες ότι αφ' ού υπέστη την θείαν δίκην, είχεν ανάγκην φιλανθρώπου επιεικείας, τω επέτρεψαν να εγγράψη τον νόθον εις τους φράτορας (581) δίδων εις αυτόν το ίδιον αυτού όνομα. Και τούτον μεν μετέπειτα, νικήσαντα τους Λακεδαιμονίους εις την εν Αργινούσαις ναυμαχίαν, εφόνευσεν ο δήμος μετά των συστρατήγων του.
ΛH. Τότε φαίνεται ότι τον Περικλέα κατέλαβεν ο λοιμός, ουχί μετ' οξύτητος και ορμής καθώς άλλους, αλλ' ως ηπία τις αρρωστία, ήτις παρατεινομένη και ποικίλως μεταβαλλομένη, βραδέως κατέστρεφε το σώμα, και κατέβαλλε της ψυχής την μεγαλοφροσύνην. Ο δε Θεόφραστος, εις τα ηθικά αυτού, συζητών αν τα ήθη συμμεταβάλλωνται μετά της τύχης, και υπό των παθών του σώματος συνταραττόμενα, αποβάλλωσι την αρετήν, διηγείται ότι ο Περικλής εις φίλον τινά όστις τον επεσκέπτετο έδειξεν ότι αι γυναίκες τω είχον δέσει φυλακτόν περί τον τράχηλον, απόδειξιν λέγων τούτο ότι πολύ κακώς διέκειτο, αφ' ού και ταύτην υπέμεινε την αβελτηρίαν. Εν ώ δ' αυτός επλησίαζεν εις τον θάνατον, καθήμενοι πέριξ αυτού οι επισημότεροι των πολιτών, ωμίλουν περί της αρετής αυτού, και έλεγον πόση υπήρξεν αυτού η δύναμις, και απηρίθμουν τας πράξεις και των τροπαίων αυτού το πλήθος· διότι στρατηγών και νικών, εννέα έστησε τρόπαια. Ωμίλουν δε ταύτα προς αλλήλους, νομίζοντες ότι δεν τους ακούει, και ότι είχεν ήδη απολέσει την αίσθησιν. Αλλ' εκείνος προσείχεν εις όλα όσα ελέγοντο, και διακόψας αυτούς, είπεν ότι απορεί ακούων αυτούς να επαινώσι και ν' απομνημονεύωσιν έργα αυτού εις ά συνετέλεσε και η τύχη, και κατωρθώθησαν πολλάκις και, υπό πολλών στρατηγών, ότι δε δεν λέγουσι το κάλλιστον και το μέγιστον, «ότι εξ αιτίας εμού ουδείς Αθηναίος εμελανοφόρησεν.»