Πλουτάρχου Βίοι Παράλληλοι - Τόμος 2 Σόλων - Ποπλικόλας - Θεμιστοκλής - Καμίλλος - Περικλής - Φάβιος Μάξιμος

Part 14

Chapter 1438 wordsPublic domain

ΙΔ. Οι δε περί τον Θουκυδίδην ρήτορες κατεβόων κατά του Περικλέους ότι κατησώτευε τα χρήματα και κατέστρεφε τας προσόδους. Τότε ηρώτησεν εκείνος απ' εκκλησίας τον δήμον αν νομίζη ότι πολλά εδαπανήθησαν· επειδή δ' απεκρίθησαν ότι πάμπολλα, «Έστω λοιπόν, είπεν, ότι δεν εδαπανήθησαν εκ των εδικών σας, αλλ' εκ των εδικών μου· και εις τα μνημεία θέλω επιγράψει την ιδίαν εμού επιγραφήν». Ως δε είπε ταύτα ο Περικλής, είτε θαυμάσαντες την μεγαλοφροσύνην αυτού, είτε αντιφιλοτιμούμενοι προς την δόξαν των έργων του, ανέκραξαν λέγοντες να δαπανήση και να δώση εκ των δημοσίων, χωρίς ουδενός να φεισθή. Τέλος δε, ανταγωνισθείς προς τον Θουκυδίδην περί εξοστρακισμού, και διακινδυνεύσας, εκείνον μεν εξώρισε, διέλυσε δε την αντίπαλον αυτού φατρίαν.

ΙΕ. Αφ' ού λοιπόν έπαυσεν η έρις παντάπασι, και η πόλις έγινε πάλιν ομαλή και μία ούτως ειπείν, και έφερεν εντελώς υπό την εξουσίαν του τας Αθήνας, και πάντα τα υπό των Αθηναίων εξαρτώμενα, τους φόρους, τα στρατεύματα, τας τριήρεις, τας νήσους, την θάλασσαν, και την πολλήν μεν επί των Ελλήνων, πολλήν δ' επί των βαρβάρου ισχύν και ηγεμονίαν, δι' εθνών υπηκόων, διά φιλίας βασιλέων και διά συμμαχίας δυναστών εξησφαλισμένην, έκτοτε δεν ήτον πλέον ο ίδιος, ουδ' επίσης ήμερος προς τον δήμον, και εύκολος να υπείκη και να ενδίδη εις τας επιθυμίας του πλήθους, ως εις τον άνεμον ενδίδει το κύμα. Αλλ' εκ της χαλαράς εκείνης και υποχωρούσης δημαγωγίας, ως εκ μαλακής τινος και ανθηράς αρμονίας, μεθήρμοσε την πολιτείαν εις αριστοκρατικήν και βασιλικήν, και ορθώς και αμέμπτως ο ίδιος πολιτευόμενος υπέρ του βελτίστου, ωδήγει τον δήμον, ως επί το πλείστον μεν πείθων και διδάσκων εκόντα αυτόν, ενίοτε όμως και καταναγκάζων αυτόν λίαν δυσαρεστούμενον, και διά βίας τω επέβαλλε το συμφέρον· τον ιατρόν εντελώς μιμούμενος, όστις εις μακρόν και ποικίλον νόσημα ενίοτε μεν ηδονάς παραγγέλλει μετρίας, ενίοτε όμως πονούντα επιθέτει και σωτήρια φάρμακα. Τα παντοδαπά δε πάθη, τα φυσικώς αναφυόμενα εις όχλον έχοντα εξουσίαν τοσούτον μεγάλην, μόνος ήτον ικανός να τα διευθύνη καταλλήλως, προπάντων ως δύο πηδάλια την ελπίδα και τον φόβον μεταχειριζόμενος· και την μεν θρασύτητα αυτών εξ αρχής καταστέλλων, την δ' αθυμίαν μετριάζων και παρηγορών, έδειξεν ότι η ρητορική είναι, ως διδάσκει ο Πλάτων (507), η διαμορφωτίς της ψυχής, και ότι το μέγιστον έργον αυτής είναι η περί τα ήθη και τα πάθη μέθοδος, ως αν ήσαν τόνοι της ψυχής και φθόγγοι, ούς πρέπει να θίγη τις και να κρούη μετά μεγίστης επιτηδειότητος. Αιτία δε της επιτυχίας του δεν ήτον απλώς η του λόγου του δύναμις, αλλ' ως λέγει ο Θουκυδίδης (508), και η δόξα του βίου του, και η εμπιστοσύνη ήν ενέπνεεν ο ανήρ, διά της περιφανούς του αφιλοκερδείας, και ανώτερος ων δωροδοκιών. Καταστήσας την πόλιν εκ μεγάλης μεγίστην και πλουσιωτάτην, και γενόμενος κατά την δύναμιν ανώτερος πολλών τυράννων και βασιλέων, ών τινές και διά διαθηκών καταλείπουσιν εις τους υιούς των τας κτήσεις αυτών, εκείνος ουδέ κατά μίαν δραχμήν ηύξησε την περιουσίαν ήν τω κατέλιπεν ο πατήρ του.

ΙΣΤ. Την δύναμιν αυτού διηγείται σαφώς ο Θουκυδίδης, αλλ' οι κωμικοί διαστρέφουσι κακοήθως τα περί αυτής, και νέους μεν Πεισιστρατίδας καλούσι τους περιστοιχίζοντας αυτόν φίλους, ζητούσι δε να ομώση αυτός ότι δεν θέλει γίνει τύραννος, αινιττόμενοι διά τούτου ότι η υπεροχή αυτού είναι υπερβολική και βαρεία ως προς δημοκρατίαν. Ο δε Τηλεκλείδης (509) λέγει ότι οι Αθηναίοι τω παρέδωκαν

«Τους των πόλεων φόρους, τας πόλεις αυτάς, να δεσμεύη αυτάς ή να λύη, και πετρόκτιστα τείχη, να κτίζη τα μεν, τα δ' εις έδαφος πάλιν να ρίπτη, σπονδάς, δύναμιν, κράτος, ειρήνην, προς δε ευτυχίαν και άφθονον πλούτον.»

Και ταύτα δεν ήσαν πρόσκαιρα, ουδ' ακμή και καρποί πολιτείας στιγμιαίως ανθούσης, αλλ' επί τεσσαράκοντα μεν έτη επρώτευε μεταξύ των Εφιαλτών, και των Λεωκρατών, και των Μυρωνιδών, και των Κιμώνων, και των Τολμιδών και των Θουκυδιδών (510).

Μετά δε την πτώσιν και τον εξοστρακισμόν του Θουκυδίδου, εξηκολούθησεν έτι η υπεροχή αυτού ουχί ολιγώτερον των δεκαπέντε ετών. Απολαύσας δε συνεχή διά των ενιαυσίων στρατηγιών την αρχήν και την δυναστείαν, εφύλαξεν όμως εαυτόν άτρωτον υπό των χρημάτων· ουχί ότι παρημέλει εντελώς τα χρηματικά του συμφέροντα, αλλά τον πατρικόν του και νόμιμον πλούτον διέταξε κατ' οικονομίαν ήν ενόμιζεν αρίστην και ακριβεστάτην, ώστε ούτε αμελούμενος να καταστραφή, ούτε ν' απαιτή διαρκή αυτού ασχολίαν, και να τον εμβάλλη εις φροντίδας, και να του αφαιρή τον καιρόν. Προς τούτο επώλει όλους ομού τους ετησίους καρπούς του, έπειτα αγοράζων εκ της αγοράς όσα τω ήσαν εκάστοτε αναγκαία, ούτω διέθετε τον βίον αυτού και την δίαιταν. Διά τον λόγον τούτον δεν ευχαρίστει τους νέους παίδας, ούτε μεγαλόδωρος ήτον προς τας γυναίκας, αλλ' εμέμφοντο αύται την τοσούτον ακριβώς και προς την χρείαν εκάστης ημέρας περιεσταλμένην δαπάνην αυτού, ήτις δεν υπερεχείλιζεν ως εις τας μεγάλας οικίας και όπου αφθονία επικρατεί αλλά παν ανάλωμα και πάσα είσπραξις εβάδιζε κατά μέτρον και αριθμόν. Ο δε διατηρών πάσαν ταύτην την ακρίβειαν εις την οικίαν αυτού ήτον είς οικέτης, ο Ευάγγελος (511), ως ουδείς άλλος εκ φύσεως πεπλασμένος ή υπό του Περικλέους διαπλασθείς διά την οικονομίαν. Ταύτα, όμως ήσαν όλως εναντία (512) προς την σοφίαν του Αναξαγόρου, αφ' ού εκείνος και την οικίαν του εγκατέλιπε, και τα χωράφια αυτού αφήκεν ακαλλιέργητα εις ζώων βοσκάς, υπ' ενθουσιασμού κινούμενος και μεγαλοφροσύνης. Δεν είναι όμως το ίδιον, νομίζω, ο βίος του θεωρητικού φιλοσσόφου και ο του πολιτικού· αλλ' ο μεν φέρει εις τα καλά την διάνοιάν του, ούτε οργάνων ούτε της εκτός ύλης ανάγκην έχουσαν· ο δε, εφαρμόζων την αρετήν του εις την ωφέλειαν των ανθρώπων, δύναται να μεταχειρισθή τον πλούτον ου μόνον διά τ' αναγκαία, αλλά και διά τα καλά. Ούτω μετεχειρίζετο αυτόν και ο Περικλής, βοηθών πολλούς των πενήτων. Λέγουσι δε περί του Αναξαγόρου, ότι ενώ ο Περικλής ην υπ' ασχολιών περιστοιχισμένος, αυτός κατέκειτο παρημελημένος, γέρων ήδη, και καλύψας την κεφαλήν του, περιέμενε μετά καρτερίας τον εκ πείνης θάνατον. Ακούσας δ' ο Περικλής το πράγμα, εξεπλάγη, και έδραμεν ευθύς προς τον άνδρα, πάσαν παράκλησιν εις αυτόν αποτείνων, και κλαίων ουχί εκείνον, αλλά τον εαυτόν του, αν ήθελεν απολέσει τοιούτον της πολιτείας σύμβουλον. Τότε δε λέγουσιν ότι αποκαλύψας την κεφαλήν του ο Αναξαγόρας, είπε προς αυτόν· «Ω Περίκλεις, όστις έχει χρείαν του λύχνου, χύνει έλαιον εις αυτόν.»

ΙΖ. Ως δ' ήρχισαν οι Λακεδαιμόνιοι να δυσαρεστώνται διά των Αθηναίων, την αυξήσιν, παροτρύνων ο Περικλής έτι μάλλον τον δήμον εις μεγαλοφροσύνην, και εις το να θεωρή εαυτόν μεγάλων πραγμάτων άξιον, γράφει ψήφισμα, να προσκληθώσι πάντες οι Έλληνες, οι οπουδήποτε κατοικούντες ή της Ευρώπης ή της Ασίας, πάσαι αι πόλεις, μικραί ή μεγάλαι, να πέμψωσιν αντιπροσώπους εις Αθήνας, όπως εν συλλόγω συσκεφθώσι περί των Ελληνικών ιερών όσα έκαυσαν οι βάρβαροι, και περί των θυσιών άς οφείλουσιν υπέρ της Ελλάδος, τάξαντες αυτάς εις τους Θεούς, όταν επολέμουν προς τους βαρβάρους, και περί της θαλάσσης, πώς να πλέωσι πάντες αφόβως, και πώς να διατηρήσωσι, την ειρήνην. Προς τούτο απεστάλησαν άνδρες είκοσι, έχοντες ηλικίαν επέκεινα των πεντήκοντα ετών, πέντε μεν όπως προσκαλέσωσι τους Ίωνας και τους Δωριείς της Ασίας, και τους νησιώτας μέχρι Λέσβου και μέχρι Ρόδου· πέντε δε περιήλθον τους τόπους του Ελλησπόντου και της Θράκης, μέχρι του Βυζαντίου, και πέντε μετά τούτους απεστάλησαν εις Βοιωτίαν και Φωκίδα και Πελοπόννησον, και εκείθεν διά των Λοκρών εις τα πλησίον μέρη της Ηπείρου μέχρις Ακαρνανίας και Αμβρακίας. Οι δε λοιποί επήγον διά της Ευβοίας εις τους Οιταίους (513) και τον Μαλιέα κόλπον (514), και τους Φθιώτας, και τους Αχαιούς, και τους Θεσσαλούς, πείθοντες τους λαούς να έλθωσι και μετάσχωσι της συσκέψεως περί της ειρήνης και της κοινής συνεννοήσεως της Ελλάδος. Αλλά δεν έγινε τίποτε, ουδέ συνήλθον αι πόλεις, διότι οι Λακεδαιμόνιοι εναντιώθησαν, ως λέγεται, και κατά πρώτον η απόπειρα έγεινεν εις την Πελοπόννησον. Ταύτα διηγήθην διά να δείξω το φρόνημα αυτού και την μεγαλοφροσύνην.

ΙΗ. Κατά δε τας στρατηγίας διεκρίνετο προ πάντων ως μεριμνών υπέρ της ασφαλείας· διότι ούτε μάχην συνήπτεν ακουσίως, όταν ήτον λίαν άδηλος και κινδυνώδης, ούτε εζήλου και εμιμείτο τους στρατηγούς όσοι, ριψοκινδυνεύοντες, λαμπράν απέκτησαν τύχην και εθαυμάσθησαν. Έλεγε δε πάντοτε εις τους πολίτας ότι καθ' όσον εξ αυτού εξαρτάται, θα μείνωσι διά παντός αθάνατοι. Βλέπων δ' ότι ο Τολμίδης ο υιός του Τολμαίου (515), θαρρών εις τας προτέρας επιτυχίας του, και εις το ότι μεγάλως ετιμάτο διά τα πολεμικά αυτού κατορθώματα, ητοιμάζετο ακαίρως να εισβάλη εις την Βοιωτίαν, και είχε πείσει τους αρίστους και φιλοτιμοτάτους των εχόντων την στρατεύσιμον ηλικίαν να συνεκστρατεύσωσιν ως εθελονταί, συμποσούμενοι εις χιλίους, εκτός της άλλης δυνάμεως, επροσπάθησε ν' αναχαιτίση αυτόν, και τον παρεκάλει εις την εκκλησίαν του δήμου, ειπών το μνημονευόμενον εκείνο, ότι, αν δεν πείθηται εις τον Περικλήν, δεν θέλει καν σφάλει περιμένων τον σοφώτατον σύμβουλον, τον καιρόν. Και τότε μεν ολίγον επεδοκιμάσθη διά του λόγου τούτου. Μετ' ολίγας δ' ημέρας, όταν ανηγγέλθη ότι εφονεύθη μεν ο Τολμίδης, νικηθείς περί την Κορώνειαν, απέθανον δε πολλοί και αγαθοί πολίται, μεγάλην τούτο έφερε δόξαν εις τον Περικλέα, και μεγάλην εύνοιαν των συμπολιτών του, διότι εθεωρήθη ως ανήρ φρόνιμος και φιλοπολίτης.

ΙΘ. Εκ δε των στρατηγιών αυτού επηνέθη προ πάντων η κατά την Χερρόνησον, γενομένη σωτήριος εις τους εκεί κατοικούντας Έλληνας· διότι όχι μόνον έφερε χιλίους Αθηναίους εποίκους, και ενεδυνάμωσε διά των ανδρείων τούτων τας πόλεις, αλλά και το στενώτερον του ισθμού, διαζώσας δι' οχυρώματος και πύργων από θαλάσσης εις θάλασσαν, εμπόδισε διά του τείχους τας καταδρομάς των Θρακών όσοι ήσαν πέριξ της Χερρονήσου· και απέκλεισε τον βαρύν και συνεχή πόλεμον εις όν ην δι' όλου του χρόνου εκτεθειμένη η χώρα, επιμιξίαν έχουσα μετά βαρβαρικών γειτνιάσεων, και γέμουσα ληστών ομόρων και εγχωρίων. Εθαυμάσθη δε και εφημίσθη προς τους ξένους, όταν περιέπλευσε την Πελοπόννησον, κινήσας μεθ' εκατόν τριήρεων, εκ των Πηγών της Μεγαρικής (516)· διότι όχι μόνον επόρθησε πόλεις της παραλίας, καθώς ο Τολμίδης πρότερον, αλλά και μακράν της θαλάσσης προχωρήσας μετά των οπλιτών οίτινες ήσαν εκτός των πλοίων, τους μεν άλλους περιώρισεν εις τα τείχη των, φοβηθέντας αυτού την έφοδον, εις δε την Νεμέαν (517) τους Σικυωνίους αντιστάντας και συνάψαντας μάχην, ενίκησε κατά κράτος, και έστησε τρόπαιον. Λαβών δε στρατιώτας διά τα πλοία του εκ της Αχαΐας, ήτις διέκειτο φιλικώς, έπλευσε μετά του στόλου του εις την απέναντι Ήπειρον, και παραπλεύσας τον Αχελώον (518), επέδραμε την Ακαρνανίαν, και κατέκλεισε τους Οινεάδας εις το τείχος των, και λεηλατήσας την γην, και βλάψας αυτήν, επέστρεψεν εις τας Αθήνας, φοβερός μεν φανείς εις τους εχθρούς, άπταιστος δε και δραστήριος εις τους πολίτας· διότι ουδέν ουδ' εκ τύχης καν δυστύχημα συνέβη εις τους εκστρατεύσαντας.

Κ. Εις δε τον πόντον εισπλεύσας μετά στόλου μεγάλου και κεκοσμημένου λαμπρώς, υπέρ μεν των ελληνικών πόλεων κατώρθωσεν όλα όσων είχον ανάγκην, και προσηνέχθη προς αυτάς φιλανθρώπως· εις δε τα πέριξ κατοικούντα βάρβαρα έθνη, και τους βασιλείς αυτών και δυνάστας επέδειξε της δυνάμεώς του το μέγεθος, και την αφοβίαν, και το θάρρος μεθ' ού έπλεεν όπου ήθελε, και είχεν υποτάξει πάσαν την θάλασσαν. Εις δε τους Σινωπείς αφήκε δεκατρία πλοία μετά του Λαμάχου (519), και στρατιώτας κατά του τυράννου αυτών Τιμησιλάου. Αφ' ού δ' εξεδιώχθη ούτος και οι οπαδοί αυτού, εψήφισε να πλεύσωσιν εις την Σινώπην Αθηναίοι εθελονταί εξακόσιοι, και να συγκατοικήσωσι μετά των Σινωπέων, διανεμηθέντες τας οικίας και την χώραν ήν κατείχον οι τύραννοι πριν. Ως προς τ' άλλα δε δεν ενέδιδεν εις των πολιτών τας ορμάς, ουδέ παρεσύρετο μετ' αυτών, όταν επαιρόμενοι διά την τόσην των δύναμιν και την τόσην των ευτυχίαν, ήθελον ν' αρχίσωσι πάλιν τας κατά της Αιγύπτου επιχειρήσεις των, και ν' αναστατώσωσι τα παραθαλάσσια μέρη της επικρατείας του βασιλέως. Πολλούς δ' είχε καταλάβει και ο δυστυχής εκείνος και ολέθριος έρως της Σικελίας, όν ύστερον εκορύφωσαν οι περί τον Αλκιβιάδην ρήτορες. Τινές δε ωνειρεύοντο και την Τυρρηνίαν και την Καρχηδόνα, και δεν ήσαν εστερημένοι ελπίδος, διά το μέγεθος της ηγεμονίας ήν εξήσκουν οι Αθηναίοι, και διά την διηνεκή των πραγμάτων επιτυχίαν.

ΚΑ. Αλλ' ο Περικλής εκώλυε την εκστρατείαν ταύτην, και ανεχαίτιζε την πολυπραγμοσύνην, και το πλείστον της δυνάμεως έτρεπεν εις φύλαξιν και ασφάλειαν των όσων είχον χωρών, μέγα πράγμα φρονών το να συνέχη τους Λακεδαιμονίους, εις ούς ηναντιούτο πάντοτε, ως και δι' άλλων πολλών το έδειξε, και δι' όσων έγιναν κατά τον ιερόν πόλεμον. Εν ώ είχον το ιερόν οι Φωκείς, εκστρατεύσαντες εκεί οι Λακεδαιμόνιοι, το έδωκαν εις τους Δελφούς· αλλ' άμα αυτοί ανεχώρησαν, επελθών ο Περικλής, μετά στρατευμάτων, πάλιν εισήγαγε τους Φωκείς, και ως οι Λακεδαιμόνιοι ενέγραψαν εις το μέτωπον του χαλκού λύκου (520) το δικαίωμα του να μαντεύωνται προ των άλλων, ό έδωκαν εις αυτούς οι Δελφοί, ούτω και αυτός, λαβών υπέρ των Αθηναίων το αυτό της προμαντείας δικαίωμα, το εχάραξεν εις του ιδίου λύκου την δεξιάν πλευράν.

ΚΒ. Ότι δ' ορθώς έπραξε συνέχων εντός της Ελλάδος την δύναμιν των Αθηναίων, αυτά τα γεγονότα το εμαρτύρησαν. Διότι πρώτον μεν απεστάτησαν οι Ευβοείς, και διέβη μετά δυνάμεως κατ' αυτών. Ευθύς δ' έπειτα ανηγγέλθη ότι Μεγαρείς εκήρυξαν τον πόλεμον, και ότι εχθρών στράτευμα ήτον εις τα όρια της Αττικής, υπό την στρατηγίαν του Πλειστάνακτος, του Βασιλέως των Λακεδαιμονίων. Πάλιν λοιπόν ο Περικλής ταχέως επέστρεψεν εξ Ευβοίας διά τον πόλεμον όστις ήτον εν Αττική. Και να έλθη μεν εις χείρας δεν ετόλμησε, διότι ήσαν πολλοί και ανδρείοι οπλίται οι προκαλούντες αυτόν εχθροί. Βλέπων δ' ότι ο Πλειστάναξ ήτον όλως νέος, και ότι πρώτιστον σύμβουλον είχε τον Κλεανδρίδην, όν οι έφοροι έπεμψαν μετ' αυτού ως πάρεδρον και ως φύλακα, ένεκα της ηλικίας του, ήρχισε να δοκιμάζη αυτόν κρυφίως· και διαφθείρας αυτόν ταχέως διά χρημάτων, τον κατέπεισε ν' αποσύρη της Αττικής τους Πελοποννησίους. Ως δ' ανεχώρησε το στράτευμα και διελύθη εις τας πόλεις, οι Λακεδαιμόνιοι αγανακτούντες διά τούτο· εις μεν τον βασιλέα επέβαλον χρημάτων πρόστιμον, ό μη έχων ν' αποτίση, ανεχώρησεν εκ της Λακεδαίμονος· τον δε Κλεανδρίδην φεύγοντα κατεδίκασαν εις θάνατον. Ήτον δ' ούτος πατήρ του Γυλίππου, όστις κατεπολέμησε (521) τους Αθηναίους εις την Σικελίαν. Φαίνεται δ' ότι η φύσις μετέδωκε και εις τούτον ως συγγενικόν νόσημα την φιλοχρηματίαν διότι, και αυτός διά κακά έργα αισχρώς καταδικασθείς, έφυγεν εκ της Σπάρτης. Αλλά ταύτα εξεθέσαμεν εν τω βίω του Λυσάνδρου (522).

ΚΓ. Εις τον απολογισμόν δε της στρατηγίας του έγραψεν ο Περικλής δέκα τάλαντα (523), δαπανηθέντα εις τας ανάγκας (524), και ο δήμος εδέχθη αυτά, χωρίς να πολυερευνήση, ουδέ να εξελέγξη της δαπάνης το μυστηριώδες. Τινές δε διηγούνται, και μεταξύ αυτών Θεόφραστος ο φιλόσοφος (5255), ότι κατ' έτος εστέλλοντο παρά του Περικλέους δέκα τάλαντα εις την Σπάρτην, δι' ών περιποιούμενος τους έχοντας τας αρχάς, απεμάκρυνε τον πόλεμον, και εξηγόραζεν ουχί την ειρήνην, αλλά τον καιρόν καθ' όν, ησύχως ετοιμασθείς, έμελλε να πολεμήση καλλήτερα. Ευθύς λοιπόν στραφείς κατά των επαναστάντων, και διαβάς εις Εύβοιαν μετά πεντήκοντα πλοίων και πεντακισχιλίων οπλιτών, κατέστρεψε τας πόλεις. Και των μεν Χαλκιδέων απεδίωξε τους Ιπποβότας λεγομένους, οίτινες ήσαν οι κατά πλούτον και δόξαν διακρινόμενοι μεταξύ αυτών. Τους δ' Εστιαιείς (526) όλους εκτοπίσας εκ της χώρας αυτών, κατώκισεν εις αυτήν Αθηναίους, κατ' εκείνων μόνων άκαμπτος δειχθείς, διότι συλλαβόντες πλοίον αττικόν, εφόνευσαν τους άνδρας.

ΚΔ. Μετά τούτο (527) έγινε συνθήκη ειρήνης επί τριάκοντα έτη μεταξύ Αθηναίων και Λακεδαιμονίων, και τότε εψήφισεν εκστρατείαν κατά της Σάμου, κατηγορών τους Σαμίους ότι διαταττόμενοι να παύσωσι τον προς τους Μιλησίους πόλεμον αυτών, δεν υπήκουσαν. Επειδή όμως φαίνεται ότι έπραξε τα περί της Σάμου προς χάριν της Ασπασίας, εδώ καιρός είναι να εκφράσωμεν την απορίαν ημών περί ταύτης της γυναικός, ποίαν τέχνην ή ποίαν δύναμιν είχεν ώστε και τους πρωτίστους των πολιτικών να καθυποτάξη, και εις τους φιλοσόφους σπουδαίου και πολλού λόγου να δώση αιτίαν. Κοινώς γνωστόν είναι ότι ήτον Μιλησία το γένος, θυγάτηρ του Αξιόχου. Λέγουσι δ' ότι κατά παράδειγμα παλαιάς τινός Ιωνίας, Θαργηλίας, επετέθη κατά των ισχυροτάτων ανδρών. Διότι η Θαργηλία, ωραία ούσα, και χάριν έχουσα και ευφυίαν, μετά πολλών μεν εσχετίσθη Ελλήνων, είλκυσε δ' όλους όσοι την επλησίαζον υπέρ του Βασιλέως, και επειδή ήσαν ούτοι εκ των μεγίστων και δυνατωτάτων, διέσπειρε δι' αυτών λεληθότως εις πάσας τας πόλεις αρχάς μηδισμού. Περί δε της Ασπασίας τινές μεν λέγουσιν ότι ο Περικλής προσηλώθη εις αυτήν ως εις γυναίκα σοφήν και πολιτικήν διότι και ο Σωκράτης επεσκέπτετο αυτήν ενίοτε μετά των γνωρίμων του, και οι φίλοι αυτής τη έφερον τας γυναίκας των να την ακούωσιν, αν και δεν είχε κοσμίαν ουδέ σεμνήν ενασχόλησιν, αλλ' έτρεφε παρ' εαυτή κόρας κακής διαγωγής. Ο δ' Αισχίνης (528) λέγει, ότι Λυσικλής ο προβατοκάπηλος, αγενής και ταπεινός ων εκ γενετής, έγινε πρώτος των Αθηναίων, διότι συνώκησε μετά της Ασπασίας αφ' ού ο Περικλής απέθανεν. Εις δε του Πλάτωνος τον Μενέξενον, αν και η αρχή του διαλόγου εκείνου είναι γεγραμμένη αστείως, ιστορικώς όμως αναφέρεται η υπόληψις ην είχεν η γυνή, και ότι εδέχετο πολλούς Αθηναίους όπως τοις διδάσκη την ρητορικήν. Ο δε Περικλής φαίνεται ότι μάλλον ερωτικώς ηγάπα την Ασπασίαν, ότι είχε μεν αυτός γυναίκα, ήτις και συγγενής του ήτον, και είχε νυμφευθή πριν τον Ιππόνικον, εξ ού εγέννησε Καλλίαν τον πλούσιoν (529), μετά δε του Περικλέους εγέννησε τον Ξάνθιππον και τον Πάραλον. Επειδή δε μετά ταύτα δεν τοις ήρεσκεν η συμβίωσις, ο Περικλής έδωκεν αυτήν εις άλλον άνδρα, όν αυτή ήθελε, και έλαβε την Ασπασίαν, ήν μεγάλως ηγάπησε. Λέγουσιν ότι καθ' ημέραν οσάκις εξήρχετο εις την αγοράν και οσάκις επανήρχετο, την ησπάζετο πάντοτε φιλών αυτήν. Δια τούτο εις τας Κωμωδίας ονομάζεται Ομφάλη, Δηιάνειρα, ως και Ήρα (530). Ο δε Κρατίνος την λέγει εταίραν διά τούτων.

«Την Ήραν Ασπασίαν τω εγέννησε, την αναιδή εταίραν, την αναίσχυντον».

Φαίνεται ότι και νόθον υιόν απέκτησεν εξ αυτής, περί ού παρεισάγει ο Εύπολις εν τη κωμωδία τη επιγραφομένη «Δήμος» τον Περικλήν ούτως ερωτώντα·

«Μοι ζη ο νόθος ;»

Τον δε Μυρωνίδην αποκρινόμενον·

«Και θα ήτον έγγαμος, εάν δεν εφοβείτο τον εταιρισμόν». (531)

Λέγουσι δ' ότι η Ασπασία εγένετο τοσούτον ένδοξος και ονομαστή, ώστε και ο Κύρος, ο πολεμήσας τον Βασιλέα όπως τω αφαιρέση των Περσών την ηγεμονίαν (532), την γυναίκα ήν υπέρ πάσας ηγάπα ωνόμασεν Ασπασίαν, εν ώ πριν εκαλείτο Μιλτώ. Ήτον δ' αυτή εκ της Φωκαίας (533), θυγάτηρ Ερμοτίμου· και όταν εις την μάχην έπεσεν ο Κύρος, κομισθείσα αύτη προς τον Βασιλέα, έλαβε μεγάλην ισχύν παρ' αυτώ. Ταύτα επελθόντα μοι εις την μνήμην εν ώ έγραφον, ενόμισα υπέρ το δέον ίσως αυστηρόν ν' αποκρούσω, και να παρέλθω υπό σιωπήν.

ΚΕ. Τον κατά των Σαμίων πόλεμον λοιπόν κατηγορούσι κυρίως τον Περικλέα ότι εψήφισεν εξ αιτίας των Μιλησίων, και κατά παράκλησιν της Ασπασίας. Αι δύο πόλεις αύται επολέμουν τότε περί της Πριήνης (534) και ενίκων οι Σάμιοι. Προσκληθέντες δ' υπό των Αθηναίων να παύσωσι τον πόλεμον, και να δικασθώσιν εν Αθήναις (5355), δεν επείσθησαν· δι' ό πλεύσας εις Σάμον ο Περικλής, κατέλυσε την ολιγαρχικήν αυτής κυβέρνησιν, λαβών δ' εκ των πρώτων πολιτών πεντήκοντα ομήρους, και άλλους τόσους παίδας, έστειλεν αυτούς εις την Λήμνον, ει και λέγεται ότι έκαστος μεν των ομήρων τούτων τω έδιδεν ανά έν τάλαντον υπέρ εαυτού, πολλά δε και αλλά έδιδον οι μη θέλοντες να γίνη εις την πόλιν δημοκρατία. Προσέτι δε Πισσούθνης ο Πέρσης, προς τους Σαμίους ευνοϊκώς διακείμενος, τω έπεμψε δεκακισχιλίους χρυσούς (536), παρακαλών αυτόν να φεισθή της πόλεως. Αλλ' ο Περικλής ουδέν τούτων έλαβε, και μεταχειρισθείς τους Σαμίους ως αυτός ενέκρινε, και εγκαταστήσας την δημοκρατίαν, απέπλευσεν εις τας Αθήνας. Εκείνοι όμως αμέσως επανεστάτησαν, διότι ο Πισσούνθης έκλεψε και τοις απέδωκε τους ομήρους, και κατά τ' άλλα ητοιμάσθησαν προς τον πόλεμον. Εκ νέου λοιπόν ο Περικλής εξέπλευσε κατ' αυτών, και εύρεν αυτούς ούτε ησυχάζοντας ούτε πεφοβισμένους, αλλά πάσαν έχοντας προθυμίαν να επιζητήσωσι την θαλασσοκρατίαν. Έγινεν επομένως ισχυρά ναυμαχία περί την νήσον ήν καλούσι Τραγίας (537), και λαμπράν ενίκησε νίκην ο Περικλής, διά τεσσαράκοντα τεσσάρων πλοίων κατατροπώσας εβδομήκοντα, ών τα είκοσιν έφερον στρατιώτας.

ΚΣΤ. Ως δε τους εδίωξε και τους έτρεψεν εις φυγήν, επολιόρκησε τους Σαμίους, οίτινες όμως ετόλμησαν να εκδράμωσιν έτι, και να πολεμώσιν εμπρός του τείχους. Ως δ' ήλθε και έτερος στόλος εξ Αθηνών, και οι Σάμιοι απεκλείσθησαν εντελώς, λαβών ο Περικλής εξήκοντα τριήρεις, έπλευσεν εις το έξω πέλαγος (538), ως μεν οι περισσότεροι λέγουσι, διότι φοινικικαί τριήρεις ήρχοντο εις βοήθειαν των Σαμίων, και ήθελε να τας απαντήση και να ναυμαχήση προς αυτάς μακράν της νήσου· ως δε λέγει ο Στησίμβροτος (539), πλέων προς την Κύπρον, όπερ δεν φαίνεται πιθανόν. Αλλ' είτε τον ένα είτε τον άλλον είχε σκοπόν, φαίνεται ότι επίσης απέτυχε· διότι, αφ' ού απέπλευσεν αυτός, Μέλισσος ο Ιθαγένους, φιλόσοφος και στρατηγός ων τότε της Σάμου, περιφρονήσας την ολιγότητα των πλοίων ή την απειρίαν των στρατηγών, κατέπεισε τους πολίτας να επιτεθώσι κατά των Αθηναίων. Έγινε λοιπόν μάχη, και νικήσαντες οι Σάμιοι, και πολλούς μεν άνδρας αιχμαλωτίσαντες, πολλά δε πλοία καταστρέψαντες, είχον ελεύθερον τον πλουν της θαλάσσης, και επρομηθεύοντο τα προς πόλεμον αναγκαία, όσων πρότερον εστερούντο. Ο δ' Αριστοτέλης λέγει ότι υπό του Μελίσσου και αυτός ο Περικλής ενικήθη πρότερον εις ναυμαχίαν. Οι δε Σάμιοι, ανθυβρίζοντες τους αιχμαλώτους των Αθηναίων, τους εσφράγιζον εις το μέτωπον διά σημείου γλαυκός· διότι και εκείνους οι Αθηναίοι είχον σφραγίσει διά Σαμαίνης. Είναι δ' η Σάμαινα πλοίον έχον κάπρου μεν κεφαλήν (540) εις το πλατύ της πρώρας, κοίλον δε μάλλον και γαστροειδές, ώστε ικανόν είναι και ν' αντέχη εις την θάλασσαν, και να πλέη ταχέως. Ωνομάσθη δ' ούτω, διότι κατά πρώτον εφάνη εις την Σάμον, κατασκευασθέν υπό Πολυκράτους του τυράννου (541). Τα στίγματα δε ταύτα λέγουσιν ότι αινίττεται και ο στίχος ούτος του Αριστοφάνους·

«Οι Σάμιοι, τι δήμος πολυγράμματος!»

ΚΖ. Ακούσας δ' ο Περικλής την κατά το στρατόπεδον συμφοράν, έσπευσε ταχέως εις βοήθειαν, και νικήσας τον Μέλισσον, όστις αντιπαρετάχθη, και εις φυγήν τρέψας τους εχθρούς, ευθύς τους περιετείχιζε, θέλων να υπερισχύση και να κυριεύση την πόλιν διά της δαπάνης μάλλον και διά του καιρού, παρά διά πληγών και κινδύνων των πολιτών. Επειδή δε δυσκόλως εδύνατο ν' αναχαιτίση τους Αθηναίους, δυσαρεστουμένους διά την χρονοτριβήν, και προθυμίαν έχοντας να πολεμήσωσι, διαιρέσας εις οκτώ μέρη το πλήθος αυτών, έρριψε κλήρον, και εις τον λαβόντα τον λευκόν κύαμον επέτρεψε να διασκεδάζη και να μένη αργός, εν ώ οι άλλοι εμάχοντο. Διά τούτο λέγουσιν ότι οι ευχαρίστους τινάς ημέρας έχοντες, τας ωνόμαζον λευκάς ημέρας, από των λευκών κυάμων. Ο Έφορος (542) δε λέγει ό,τι ο Περικλής μετεχειρίσθη και τας καινοφανείς μηχανάς, άς εθαύμασε, του συνοδεύοντος αυτόν Αρτέμωνος του μηχανικού, όστις ήτον χωλός, και, επί φορείου διότι περιεφέρετο εις τα κατεπείγοντα των έργων, ωνομάσθη Περιφόρητος. Αλλ' Ηρακλείδης ο Ποντικός (543) αναιρεί τούτο διά των ποιημάτων του Ανακρέοντος, εν οίς αναφέρεται ο Περιφόρητος Αρτέμων, κατά πολλάς γενεάς αρχαιότερος του εν Σάμω πολέμου και των πραγμάτων εκείνων. Λέγει δ' ούτος ότι ο Αρτέμων ήτον τρυφερός τις κατά την δίαιταν, και ψοφοδεής και δειλός, και ως επί το πλείστον μεν εις την οικίαν του καθήμενος, εν ώ δύο υπηρέται εβάσταζον χαλκήν ασπίδα υπέρ την κεφαλήν του, μη πέση τι άνωθεν επί αυτήν· αν δ' εβιάζετο να εξέλθη, εκομίζετο περιφερόμενος εις μικράν κλίνην και χαμηλήν παρά το έδαφος, και διά τούτο ωνομάσθη Περιφόρητος.