Πλουτάρχου Βίοι Παράλληλοι - Τόμος 2 Σόλων - Ποπλικόλας - Θεμιστοκλής - Καμίλλος - Περικλής - Φάβιος Μάξιμος

Part 13

Chapter 1352 wordsPublic domain

Ε. Τούτον τον άνδρα υπερτάτως θαυμάσας ο Περικλής, και εντραφείς παρ' αυτώ εις την λεγομένην μετεωρολογίαν, και εις βαθείας συζητήσεις, ου μόνον είχεν, ως φαίνεται, το φρόνημα σοβαρόν, και τον λόγον υψηλόν και καθαρόν χυδαίας και επιτετηδευμένης βωμολοχίας, αλλά και του προσώπου αυτού η σοβαρότης, μη φαιδρυνομένου εις γέλωτα, και του βαδίσματος η πραότης, και η σεμνότης της ενδυμασίας, ήν, όταν ωμίλει, το πάθος ουδέποτε συνετάραττε, και της φωνής του ο αθόρυβος τόνος, και όσα τοιαύτα, εκίνουν πάντας εις θαυμασμόν και εις έκπληξιν. Υβριζόμενος δέ ποτε και κακολογούμενος δι' όλης ημέρας υπό τινος των βδελυρών και ακολάστων ανθρώπων, τον υπέφερε σιωπών εις την αγοράν, και ασχολούμενος εις υπόθεσιν κατεπείγουσαν. Το δ' εσπέρας απήλθεν ησύχως εις την οικίαν του, παρακολουθούμενος υπό του ανθρώπου, όστις πάσαν ύβριν εξετόξευε κατ' αυτού. Όταν δ' έμελλε να εισέλθη, επειδή ήτον ήδη σκότος, διέταξεν ένα των υπηρετών του να λάβη φως, και συνοδεύσας τον άνθρωπον να τον φέρη εις την οικίαν του. Ο δε ποιητής Ίων (456) λέγει ότι οι τρόποι του Περικλέους ήσαν αλαζωνικοί και μάλλον τετυφωμένοι, και ότι εις τας μεγαλαυχίας αυτού πολλή ήτον αναμεμιγμένη υπεροψία και περιφρόνησις των άλλων. Επαινεί δε του Κίμωνος την χάριν και την γλυκύτητα και την ευγένειαν κατά την συμπεριφοράν. Αλλ' ας αφήσωμεν τον Ίωνα, όστις απαιτεί, καθώς αι τραγικαί παραστάσεις, ούτω και η αρετή να έχη αφεύκτως και το σατυρικόν αυτής μέρος (457). Τους δ' αποκαλούντας την σοβαρότητα του Περικλέους τύφον και δοξοκομπίαν προέτρεπεν ο Ζήνων να δοξοκομπώσι (458) και αυτοί πως κατά τον ίδιον τρόπον, διότι και η προσποίησις αυτή των καλών διεγείρει κατ' ολίγον ζήλον αυτών και συνήθειαν.

ΣΤ. Δεν απήλαυσε δε μόνον ταύτα εκ της συναναστροφής του Αναξαγόρου ο Περικλής, αλλά φαίνεται ότι και δεισιδαιμονίας εγένετο ανώτερος, ήτις καταπλήττει τους αγνοούντας τας αιτίας των μετεώρων, όσοι δι' απειρίαν αυτών πληρούνται φόβων και ταραχής περί τα θεία. Την απειρίαν ταύτην θεραπεύουσα η φιλοσοφία της φύσεως, αντί της φοβεράς και πυρεσσούσης δεισιδαιμονίας εμπνέει αληθή ευσέβειαν μετ' αγαθών ελπίδων. Λέγεται δ' ότι έφερόν ποτε εκ των αγρών κριού μονοκέρου κεφαλήν εις τον Περικλέα, και ο μεν μάντις Λάμπων, ως είδε το κέρας φυόμενον ισχυρόν και στερεόν εκ της μέσης του μετώπου, είπεν ότι εν ώ τότε ήσαν δύο μερίδες ισχυραί εις την πόλιν, η του Θουκυδίδου (459) και η του Περικλέους, η δύναμις ήθελε περιέλθει εις ένα, εκείνον εις ού τους αγρούς το σημείον εφάνη. Ο δ' Αναξαγόρας, κόψας το κρανίον, έδειξεν ότι ο εγκέφαλος δεν κατείχε πάσαν την βάσιν, αλλ' οξύς ως αυγόν, εξ όλου του αγγείου είχεν ολισθήσει εις εκείνο το μέρος, όθεν άρχεται η ρίζα του κέρατος. Και τότε μεν εθαυμάσθη ο Αναξαγόρας υπό των παρευρεθέντων· ολίγον δ' έπειτα ο Λάμπων, όταν ο μεν Θουκυδίδης εξέπεσε της αρχής, όλα δε του δήμου τα πράγματα περιήλθον εις τον Περικλέα. Τίποτε δε, νομίζω, δεν εμπόδιζε και ο φυσικός να είχε δίκαιον, και ο μάντις, αν ο μεν την αιτίαν, ο δε το τέλος καλώς ενόησε· διότι του μεν έργον ήτον να θεωρήση πόθεν και πώς τι εγένετο· του δε, να προειπή προς τι εγένετο και τι σημαίνει. Οι δε λέγοντες ότι της αιτίας η εύρεσις είναι του σημείου αναίρεσις, δεν εννοούσιν ότι αρνούνται ομού και τα θεία σημεία και τα τεχνητά, τους κρότους των δίσκων (460), και των πυρών τα φώτα, και τας σκιάς των ηλιακών ωρολογίων, ών έκαστον ως έκ τινος αιτίας και ως εκ της κατασκευής του εγένετο τοιούτον, ώστε να είναι πράγματός τινος σημείον. Αλλά ταύτα ίσως εις άλλην ανήκουσι πραγματείαν.

Ζ. Ο δε Περικλής, όταν ήτον νέος, εφοβείτο πολύ τον λαόν και κατά την μορφήν εφαίνετο ομοιάζων τον τύραννον Πεισίστρατον· η φωνή του ήτον επίσης γλυκεία, και η γλώσσα του εύστροφος και ταχεία εις την ομιλίαν, ώστε οι πολύ γέροντες εξεπλήττοντο διά την ομοιότητα. Επειδή δ' είχε πλούτον και γένος λαμπρόν και ισχυρούς φίλους, φοβούμενος μη εξοστρακισθή, εις τα πολιτικά μεν ουδόλως ανεμίγνυτο, εις τας εκστρατείας όμως εδείκνυντο γενναίος και ριψοκίνδυνος. Αφ' ού δ' ο μεν Αριστείδης απέθανεν, ο δε Θεμιστοκλής έφυγε, τον δε Κίμωνα εις εκστρατείας απησχόλουν ως επί το πλείστον εκτός της Ελλάδος, τότε ο Περικλής προσετέθη εις την δημοτικήν μερίδα, αντί των πλουσίων και ολίγων προτιμήσας τους πολλούς και πένητας, παρά την φύσιν αυτού, ήτις ήτον πολύ ολίγον δημοτική. Αλλ' ως φαίνεται, φοβηθείς μη δώση υπόνοιαν ότι θέλει να γίνη τύραννος, βλέπων δε τον Κίμωνα αριστοκρατικόν, και πολύ υπό των αρίστων αγαπώμενον, ηνώθη μετά του λαού, λαμβάνων ούτως ασφάλειαν δι' εαυτόν και δύναμιν κατ' εκείνου. Ευθύς δ' ήλλαξε και της διαίτης αυτού την τάξιν και εις μεν την πόλιν εφαίνετο μίαν πάντοτε οδόν πορευόμενος, την εις την αγοράν και το βουλευτήριον· αφήκε δε τας προσκλήσεις εις δείπνους, και πάσαν τοιαύτην φιλοφροσύνην· ώστε καθ' όλον τον χρόνον καθ' όν έπραττε τα πολιτικά, και ούτος ήτον μακρός, εις ουδενός φίλου του την οικίαν ποτέ εδείπνησε, εκτός ότι, όταν ενυμφεύετο ο εξάδελφός του Ευρυπτόλεμος, παραμείνας μέχρι των σπονδών, ευθύς ανεχώρησε· διότι αι τοιαύται δεξιώσεις ελαττούσι πολύ τον όγκον, και δυσκόλως εις τας συναναστροφάς δύναται να φυλαχθή η κατ' επίδειξιν σοβαρότης. Η δ' αληθινή αρετή, όσον περισσότερον φαίνεται, τόσον φαίνεται ωραιοτέρα· και των αγαθών ανδρών ουδέν υπάρχει τοσούτον διά τους ξένους θαυμάσιον, όσον ο καθημερινός αυτών βίος διά τους συναστρεφομένους αυτούς. Ο δε Περικλής απέφευγε την συνεχή και κατά κόρον κοινωνίαν του δήμου, και επλησίαζεν εκ διαλειμμάτων μόνον αυτόν, ουδ' ωμίλει επί παντός πράγματος, ουδ' ενεφανίζετο πάντοτε εις το πλήθος, αλλ' ως η Σαλαμινία τριήρης (461) λέγει ο Κριτόλαος (462), εις τα μεγάλα μόνον επιδιδόμενος, τα λοιπά έπραττεν ανατιθέμενος αυτά εις φίλους και σχετικούς αυτού ρήτορας. Τούτων είς λέγουσιν ότι ην και ο Εφιάλτης, όστις έπαυσε την δύναμιν της Βουλής του Αρείου Πάγου, πολλήν, κατά τον Πλάτωνα, και άκρατον εις τους πολίτας την ελευθερίαν οινοχοών (463). Τότε, λέγουσιν οι κωμικοί ποιηταί, ο δήμος, ως ίππος αφηνιάσας, δεν εγνώριζε πλέον χαλινόν πειθαρχίας, αλλ' εδάγκανε την Εύβοιαν, και επήδα εις τας νήσους (464).

Η. Ρυθμίζων δε τον λόγον του εναρμονίως ως όργανον προς του βίου αυτού το σύστημα και προς του φρονήματός του το μέγεθος, παρενέβαλλε (465) πολλαχού τον Αναξαγόραν, διά των περί φύσεως πραγματειών χρωματίζων ούτως ειπείν την ρητορίαν του. Διότι πλην του ότι ην ευφυής, απέκτησε και εκ της περί την φύσιν θεωρίας το ύψος εκείνο του πνεύματος, δι' ού κατώρθου τα πάντα, ως λέγει ο θείος Πλάτων (466), και εξ αυτού εις την τέχνην των λόγων εφαρμόζων ότι ήν πρόσφορον εις αυτήν, ανεδείχθη πολύ ανώτερος όλων. Εκ τούτου λέγεται ότι τω εδόθη και η επωνυμία, αν καί τινες, φρονούσιν ότι επωνομάσθη Ολύμπιος διά τα μνημεία δι' ών εκόσμησε την πόλιν, άλλοι δε διά την δύναμιν ής απελάμβανεν ως πολιτικός ανήρ και ως στρατηγός. Δεν είναι δε απίθανον ότι πάντα ταύτα τα προσόντα συνέδραμον όπως απαρτίσωσι του ανδρός την δόξαν. Αι δε κωμωδίαι των τότε ποιητών, πολλά ή σπουδαίως ή προς γέλωτα κατ' αυτού φωνασκούντων, δηλούσιν ότι η προσωνυμία τω εδόθη διά τον λόγον του μάλιστα, διότι λέγουσιν ότι εβρόντα και ήστραπτεν όταν εδημηγόρει (467), και ότι έφερε φοβερόν κεραυνόν εις την γλώσσαν του. Αναφέρεται δε και λόγος τις Θουκυδίδου του Μιλησσίου, όν είπε αστειευόμενος περί της Ρητορικής του Περικλέους δεινότητος. Ο Θουκυδίδης ούτος ην εκ των επισημοτάτων πολιτών, και πολύν χρόνον αντιπολιτευόμενος κατά του Περικλέους· ερωτηθείς δ' υπό του Αρχιδάμου, του βασιλέως των Λακεδαιμονίων, αν αυτός ή ο Περικλής παλαίη καλλίτερα, «όταν, είπεν, εγώ τον ρίψω κατά γης παλαίων, εκείνος αντιλέγων, ότι δεν έπεσε, νικά, και μεταπείθει τους θεατάς». Ήτον δε λίαν περιεσκεμμένος ο Περικλής ως προς τον λόγον, ώστε όταν ανέβαινεν εις το βήμα, ηύχετο πάντοτε προς τους Θεούς ουδέ λέξις ανάρμοστος προς το προκείμενον να πέση εκ των χειλέων του χωρίς της θελήσεώς του. Και έγγραφον μεν ουδέν αφήκε, πλην των ψηφισμάτων αυτού· αποφθέγματα δ' ολίγιστα αυτού απομνημονεύονται· ως ότι είπε ν' αφαιρέσωσι την Αίγιναν, ως λήμην (468) του Πειραιώς, και άλλοτε έλεγεν ότι βλέπει τον πόλεμον ταχεί βήματι επερχόμενον εκ Πελοποννήσου. Προς τον Σοφοκλέα δε, επαινέσαντα ωραίον παιδίον όταν ποτέ συνεξέπλεε και συνεξεστράτευε μετ' αυτού (469), «Ο στρατηγός, είπεν, ω Σοφόκλεις, πρέπει να έχη ου μόνον τας χείρας, αλλά και τας όψεις καθαράς». Ο δε Στησίμβροτος (470) λέγει, ότι εγκωμιάζων από του βήματος τους εν Σάμω πεσόντας, είπεν ότι έγινον αθάνατοι ως οι Θεοί· διότι δεν βλέπομεν τους Θεούς, αλλ' εκ των τιμών άς έχουσι και εκ των αγαθών ά παρέχουσι συμπεραίνομεν ότι είναι αθάνατοι. Το αυτό λοιπόν συμβαίνει και ως προς τους υπέρ πατρίδος αποθανόντας.

Θ. Επειδή δ' ο Θουκυδίδης (471) χαρακτηρίζει ως αριστοκρατικόν το πολίτευμα του Περικλέους, και λεγόμενον μεν μόνον δημοκρατίαν, αληθώς δ' όν ενός και πρώτου ανδρός εξουσίαν, άλλοι δε λέγουσιν ότι υπ' εκείνου κατά πρώτον ο δήμος έλαβε κληρουχίας και θεωρικά και μισθών διανομάς, και εκακοσυνείθισε, και αντί σώφρονος και εργατικού έγινεν εξ αιτίας των πολιτικών διατάξεων τούτων, πολυτελής και ακόλαστος, ας εξετασθή διά των πραγμάτων αυτών η αιτία της μεταβολής. Και κατ' αρχάς μεν, ως ανωτέρω είπομεν, εις την δόξαν του Κίμωνος αντιταττόμενος, επεριποιείτο τον δήμον. Αλλά δεν είχεν όσον εκείνος πλούτον και χρήματα, δι' ών ο Κίμων εκέρδιζε τους πτωχούς, δίδων καθ' ημέραν δείπνον εις τους Αθηναίους όσοι είχον ανάγκην, και τους γέροντας ενδύων, και αφαιρών τους φραγμούς των κήπων του, όπως λαμβάνωσιν επί αυτών οπωρικά όσοι ήθελον. Διά ταύτα, βλέπων ο Περικλής υπερτερούσαν του αντιπάλου του την δημοτικότητα, ετράπη εις των δημοσίων πόρων την διανομήν, κατά συμβουλήν Δημωνίδου του εξ Οίης (472), ως ιστορεί ο Αριστοτέλης. Και ταχέως διά θεωρικών (473) και δικαστικών χρημάτων, και δι' άλλων μισθοδοσιών και χορηγιών δελεάσας το πλήθος, μετεχειρίζετο αυτό κατά της Βουλής του Αρείου Πάγου, ής μέλος δεν ήτον ο ίδιος, διότι δεν είχε κληρωθή ποτέ ούτε άρχων, ούτε θεσμοθέτης, ούτε βασιλεύς, ούτε πολέμαρχος (474). Διότι αι αρχαί αύται ήσαν ανέκαθεν κληρωταί (475) και δι' αυτών, όσοι επεδοκιμάζοντο ως καλώς άρξαντες, ανέβαινον εις Άρειον Πάγον. Διά τούτο, όταν ο Περικλής έλαβε μείζονα ισχύν εν τω δήμω, στάσεις αντεξήγειρε κατά της Βουλής ταύτης, ώστε εφηρέθησαν μεν απ' αυτής αι πλείσται κρίσεις (476) διά του Εφιάλτου, εξωστρακίσθη δ' ο Κίμων ως φιλολάκων και ως μισόδημος, αυτός όστις ουδενός ην κατώτερος κατά γένος και πλούτον, καλλίστας δε νίκας ενίκησε κατά των βαρβάρων, και πολλών χρημάτων και λαφύρων ενέπλησε την πόλιν, ως εγράψαμεν εις τον βίον εκείνου. Τοσαύτην επιρροήν εξήσκει επί του δήμου ο Περικλής.

I. Η διάρκεια της δι' εξοστρακισμού εξορίας ήτον ωρισμένη εις δέκα έτη. Εν δε τω μεταξύ χρόνω εισήλασαν οι Λακεδαιμόνιοι μετά μεγάλου στρατού εις την χώραν των Ταναγραίων (477), και ευθύς οι Αθηναίοι ώρμησαν επί αυτούς. Τότε δ' επανελθών ο Κίμων εκ της φυγής, κατετάχθη ένοπλος εις τον λόχον των φυλετών του (478), και ήθελε δι' έργων ν' αποπλυθή από της κατηγορίας του λακωνισμού, συγκινδυνεύσας μετά των πολιτών. Αλλ' οι φίλοι του Περικλέους συνενωθέντες, τον απεδίωξαν ως φυγάδα. Διά τούτο μάλιστα φαίνεται ότι ο Περικλής κατ' εκείνην την μάχην μετά πολλής ανδρείας επολέμησε, και διεκρίθη υπέρ πάντας, αδιαφορών διά την σωτηρίαν του. Έπεσαν δ' εις αυτήν και πάντες ομού οι φίλοι του Κίμωνος, όσους ο Περικλής ομού μετ' αυτού κατηγόρει ως λακωνίζοντας. Και ισχυρά μεταμέλεια κατέλαβε τους Αθηναίους, και πόθος του Κίμωνος, διότι ενικήθησαν εις τα μεθόρια της Αττικής, περιέμενον δε βαρύν τον πόλεμον κατά το επόμενον έαρ. Εννοήσας δε τας διαθέσεις ταύτας ο Περικλής, δεν παρέλειψε να ευχαριστήση το πλήθος, αλλά γράψας ψήφισμα, εκάλεσεν ο ίδιος οπίσω τον άνδρα, και εκείνος επανελθών, έκλεισε την ειρήνην μεταξύ των δύο πόλεων· διότι οι Λακεδαιμόνιοι είχον σχέσιν προς αυτόν, εν ώ απεστρέφοντο τον Περικλήν και τους άλλους δημαγωγούς. Τινές δε λέγουσιν ότι το ψήφισμα της επανόδου του Κίμωνος δεν εγράφη υπό του Περικλέους πριν γίνωσι μεταξύ αυτών μυστικαί συνθήκαι δι' Ελπινίκης της αδελφής του Κίμωνος, καθ' άς ο μεν Κίμων ν' αναχωρήση μετά διακοσίων πλοίων, στρατηγών εκτός της Αττικής, και καταστρέφων του βασιλέως την χώραν ο δε Περικλής να έχη την δύναμιν εις την πόλιν. Και πρότερον δε φαίνεται ότι η Ελπινίκη είχε καταστήσει τον Περικλέα πραότερον προς τον Κίμωνα, όταν εδικάζετο την θανατικήν δίκην. Τότε ήτον και ο Περικλής είς των υπό του δήμου εκλεχθέντων κατηγόρων. Ήλθε δε προς αυτόν η Ελπινίκη και τον παρεκάλει. Μειδιάσας δ' εκείνος, «Ω Ελπινίκη, τη είπεν, είσαι γραία, ώστε τοιαύτα πράγματα να διαπραγματεύησαι.» Ουχ ήττον όμως άπαξ μόνον έλαβε τον λόγον εις το δικαστήριον, καθ' ό ηναγκασμένος εκ της εκλογής, και ανεχώρησε κατηγορήσας αυτόν ολιγώτερον όλων των άλλων. Πώς λοιπόν να πιστεύση τις τον Ιδομενέα (479), όταν κατηγορή τον Περικλέα ότι τον δημαγωγόν Εφιάλτην, όστις ήτον φίλος του και κοινωνός των πολιτικών του ενεργειών, εδολοφόνησεν εκ ζηλοτυπίας, και φθονών την δόξαν του; Δεν ηξεύρω δε πόθεν συνέλεξε ταύτα, και τα επέχυσεν ως χολήν εις άνδρα ουχί μεν ίσως εντελώς ανεπίληπτον, αλλ' έχοντα το φρόνημα ευγενές και την ψυχήν φιλότιμον, εξ ής ουδέν βλαστάνει πάθος σκληρόν τοσούτον και θηριώδες. Αλλά τον μεν Εφιάλτην, όστις ήτον φοβερός κατά των ολιγαρχικών, και άκαμπτος εις την καταδίωξιν και την απαίτησιν ευθύνης παρά των αδικούντων τον δήμον, επιβουλευθέντες οι εχθροί αυτού δι' Αριστοδίκου του Ταναγρικού, τον εθανάτωσαν κρυφίως, ως λέγει ο Αριστοτέλης. Ο δε Κίμων απέθανεν εις την Κύπρον στρατηγών (480).

ΙΑ. Οι δ' αριστοκράται, βλέποντες τον Περικλέα και πρότερον ήδη μέγιστον όντα των πολιτών, και θέλοντες να υπάρχη τις εις την πόλιν όστις ν' αντιταχθή εις αυτόν, και να μετριάζη την δύναμίν του, ώστε να μη καταντήση εντελώς μοναρχία, αντέταξαν εις αυτόν διά να τον εναντιώται τον Θουκυδίδην εξ Αλωπεκής (481), άνδρα σώφρονα και συγγενή του Κίμωνος. Ούτος ολιγώτερον μεν πολεμικός του Κίμωνος, αλλ' εμπειρότερος της αγοράς και των πολιτικών, κατοικών πάντοτε εις την πόλιν, και εις το βήμα αγωνιζόμενος κατά του Περικλέους, ταχέως αποκατέστησε την ισορροπίαν εις το πολίτευμα· διότι δεν αφήκε τους καλούς καγαθούς άνδρας, ως ελέγοντο τότε οι άριστοι, να διασπαρώσιν εις τον δήμον και να συναναμιγώσι μετ' αυτού, ως πρότερον, ότε η αξία αυτών επεσκοτίζετο υπό του πλήθους. Αλλά χωρίσας αυτούς, και εις έν συνάψας όλην αυτών την δύναμιν, έδωκε μείζονα βαρύτητα εις αυτούς, και ούτω κατώρθωσεν υπέρ αυτών να κλίνη η πλάστιγξ. Διότι υπήρχε πριν δυσδιάκριτός τις περιπλοκή (482) αυτών, ως παρατηρείται εις του σιδήρου τα μόρια, υποφαίνουσα όμως την υφισταμένην διαφοράν μεταξύ των δημοτικών και των αριστοκρατικών διαθέσεων. Εκείνων όμως των ανδρών η άμιλλα και η φιλοδοξία, βαθυτάτην χαράξασα εντομήν, έκαμεν ώστε μέρος μεν των πολιτών να καλήται δήμος, μέρος δε ολιγάρχαι. Όθεν και τότε, εις τον δήμον μάλιστα αφείς τας ηνίας ο Περικλής, επολιτεύετο ούτως, ώστε αυτόν να ευχαριστή, επιτηδευόμενος να υπάρχη εις τας Αθήνας πάντοτε ή θέαμά τι πανηγυρικόν, ή συμπόσιον, ή πομπή, διασκεδάζων την πόλιν δι' ευγενών ηδονών, και πέμπων ενταυτώ και εξήκοντα κατ' έτος τριήρεις, εφ' ών πολλοί των πολιτών έπλεον οκτώ μήνας έμμισθοι, μελετώντες και μανθάνοντες συγχρόνως τα ναυτικά. Προς δε τούτοις έστειλε χιλίους κληρούχους (483) εις την Χερρόνησον (484), πεντακοσίους εις την Νάξον, τους ημίσεις αυτών εις την Άνδρον, και εις την Θράκην χιλίους, όπως κατοικήσωσι μετά των Βισαλτών (485). Άλλους δ' έστειλεν εις Ιταλίαν, όταν ωκίζετο η Σύβαρις, ήν ωνόμασαν Θουρίους (486). Έπραττε δε ταύτα ελαφρών την πόλιν από όχλου αργού και φιλοταράχου, θεραπεύων δε του λαού την ένδειαν, φρουράν δ' οικίζων επίφοβον πλησίον των συμμάχων, όπως μη επαναστατώσιν.

ΙΒ. Αλλ' ό,τι προ πάντων έτερψε και εκόσμησε τας Αθήνας, και μεγάλως εξέπληξε τους άλλους ανθρώπους, και μόνον μαρτυρεί ως μη ψευδή την φημιζομένην εκείνην δύναμιν και τον παλαιόν της Ελλάδος όλβον, είναι η των μνημείων κατασκευή, ά ανήγειρεν εν Αθήναις. Διά τούτο το πολιτικόν αυτού έργον εφθόνουν κυρίως τον Περικλέα οι εχθροί του, και τον κατηγόρουν εις τας εκκλησίας βοώντες, ότι «ο μεν δήμος ατιμάζεται και υβρίζεται διότι έλαβεν εκ Δήλου τα κοινά των Ελλήνων χρήματα (487)· την δε πρόφασιν ήν εδύνατο ευλογοφανώς να προτείνη εις τους κατηγόρους, ότι φοβηθείς τους βαρβάρους επήρεν εκείθεν τα κοινά χρήματα και τα φυλάττει εις οχυρόν τόπον, και αυτήν ο Περικλής την ανήρεσε· και η Ελλάς φαίνεται δεινώς υβριζομένη, και τυραννείται προδήλως, βλέπουσα ότι διά των όσων αυτή κατ' ανάγκην συνεισφέρει διά τον πόλεμον, ημείς καταχρυσούμεν και καλλωπίζομεν την πόλιν ημών, ως γυναίκα φιλάρεσκον, κοσμουμένην διά πολυτελών λίθων, δι' αγαλμάτων και διά ναών χιλιοταλάντων (488)» Αλλ' ο Περικλής, απαντών εις ταύτα, έλεγε προς τον δήμον, ότι των χρημάτων ουδένα οφείλουσι λόγον εις τους συμμάχους, διότι οι Αθηναίοι πολεμούσιν υπέρ εκείνων, και βιάζουσι μακράν να μένωσι τους βαρβάρους, εν ώ εκείνοι ούτε ίππον, ούτε πλοίον, ούτε οπλίτην, αλλά χρήματα συνεισφέρουσι μόνον· ταύτα δ' ότι ανήκουσιν ουχί εις τους δίδοντας, αλλ' εις τους λαμβάνοντας, αν τοις χορηγώσιν εκείνα δι' ά τα έλαβον. Πρέπει δε, αφ' ού η πόλις είναι ικανώς εφωδιασμένη διά των προς τον πόλεμον, να καταναλίσκηται η ευπορία αυτής εις τα πράγματα εξ ών, αφ' ού γίνωσι, θέλει αρυσθή δόξαν αθάνατον, έν ώ δε γίνονται μετέχει ευπορίας ετοίμης, διότι δι' αυτών αναφαίνεται παντοδαπή εργασία και ποικίλαι ανάγκαι, πάσαν μεν διεγείρουσαι τέχνην, πάσαν δε χείρα κινούσαι, και έμμισθον καθιστώσαι σχεδόν όλην την πόλιν, ήτις αφ' εαυτής και κοσμείται και τρέφεται. Διότι εις μεν τους έχοντας ηλικίαν και ρώμην, αι εκστρατείαι παρείχον αφορμήν να μετέχωσι της κοινής ευπορίας· θέλων δ' ώστε και ο βάναυσος όχλος, ο μη κατατεταγμένος εις τον στρατόν, ούτε χρηματικών να στερήται ωφελημάτων, ούτε να λαμβάνη αυτά εν αργία και οκνηρία, εισήγαγεν εις τον δήμον μεγάλας επιχειρήσεις οικοδομών, και σχέδια έργων μακροχρονίων και πολυτέχνων, όπως έχωσιν αφορμήν, ως οι πλέοντες, οι φρουρούντες και οι εκστρατεύοντες, ούτω και οι οίκαδε μένοντες, να ωφελώνται και να μετέχωσι των δημοσίων χρημάτων. Διότι όπου ύλη μεν κατηργάζετο ο λίθος, ο χαλκός, ο ελέφας, ο χρυσός, ο έβενος, η κυπάρισσος (489), οι δ' αυτήν μεταχειριζόμενοι και κατεργαζόμενοι τεχνίται ήσαν οι τέκτονες, πλάσται, χαλκείς, λιθουργοί, βαφείς, χρυσού μαλακτήρες (490), ελέφαντος ζωγράφοι, ποικιλταί, τορευταί· οι δε προμηθευταί και συνεργοί αυτών, κατά θάλασσαν μεν έμποροι, ναύται, κυβερνήται, κατά ξηράν δε αμαξουργοί, ζευγηλάται και ηνίοχοι, και σχοινοπλόκοι, και λινουργοί, και σκυτοτόμοι, και οδοποιοί, και μεταλλείς· όπου τέχνη, ως στρατηγός, είχε τον εργατικόν και ιδιωτεύοντα όχλον συντεταγμένον εις ίδιον στράτευμα, όργανον και σώμα της υπηρεσίας αυτής γινόμενον, εκεί αι διάφοροι ανάγκαι διένειμον και διέσπειρον την ευπορίαν εις πάσαν, ούτως ειπείν, ηλικίαν και φύσιν.

ΙΓ. Ανέβαινον δε τα έργα, υπερήφανα κατά το μέγεθος, αμίμητα δε την μορφήν και την χάριν, και μεγάλη ην των τεχνιτών η φιλοτιμία να υπερβώσι την δημιουργικήν επίνοιαν διά της καλλιτεχνικής εντελείας, και θαυμάσιον ην το τάχος της προόδου αυτών. Διότι εν ώ έκαστον ενομίζετο ότι μόλις μετά πολλάς αρχόντων διαδοχάς και μετά πολλάς ηλικίας εδύνατο να φθάση εις τέλος, όλα ομού συνετελέσθησαν επί της ακμής της διοικήσεως ενός μόνου ανθρώπου. Λέγουσιν ότι ακούσας ποτέ ο Ζεύξις τον ζωγράφον Αγάθαρχον (491) κομπάζοντα ότι ταχέως και ευκόλως εζωγράφει, είπεν «Εγώ δε ζωγραφώ βραδέως». Διότι η ευχέρεια και η ταχύτης της κατασκευήν δεν δίδει εις το έργον βαρύτητα μόνιμον, ουδέ καλλονής ακρίβειαν· ο δε καιρός όν ο τεχνίτης δανείζει εις την επιμέλειαν της παραγωγής, τω αποδίδεται εις δύναμιν και εις σωτηρίαν του παραχθέντος. Διά τούτο έτι μάλλον θαυμάζονται τα έργα του Περικλέους, ότι εντός ολίγου χρόνου έγιναν τοιαύτα, ώστε να ζήσωσι χρόνον πολύν. Διότι κατά μεν το κάλλος του έκαστον αυτών ην ευθύς τότε αρχαίον, κατά δε την ακμήν αυτού είναι μέχρι τούδε πρόσφατον έτι και καινουργές. Ούτως επιπνέει εις αυτά νεότης διατηρούσα ανέπαφον πάντοτε υπό του χρόνου την όψιν αυτών, ως αν είχον τα έργα πνεύμα αειθαλές εγκαταμεμιγμένον και ψυχήν μη γηράσκουσαν. Πάντων δε τούτων διευθυντήν και επιτηρητήν είχε τον Φειδίαν, ει και εκάστου έργου προΐσταντο μεγάλοι αρχιτέκτονες και τεχνίται· διότι τον μεν Εκατόμπεδον Παρθενώνα (492) ηργάζετο ο Καλλικράτης και ο Ικτίνος, το δε τελεστήριον της Ελευσίνος (493) ήρχισε μεν να οικοδομή ο Κόροιβος, και έστησε τους στήλους οίτινες υψούνται από του εδάφους, και τους ήνωσεν άνωθεν διά των επιστηλίων· αφ' ού δ' απέθανεν ούτος, ο Ξυπέτιος (494) Μεταγένης έστησεν επί αυτών το διάζωμα και τους άνω κίονας (495). Τον δε φεγγίτην εις την κορυφήν του Ανακτόρου (496) προσέθηκε Ξενοκλής ο Χολαργεύς (497). Το μακρόν δε τείχος περί ού ο Σωκράτης λέγει ότι ήκουσεν ο ίδιος γνωμοδοτούντα τον Περικλήν, έλαβεν εις εργολαβίαν ο Καλλικράτης (498). Κωμωδεί δε το έργον ο Κρατίνος, ως Βραδέως προχωρούν·

«Διά των λόγων,

Λέγει

προ πολλού ο Περικλής το κτίζει· πλην δι' έργων ουδέ το κινεί».

Το δε Ωδείον (499), κατά μεν την εντός διάταξιν πολύεδρον, έχον δε κεκλιμένην και κατωφερή την οροφήν, εις έν σημείον κορυφουμένην, λέγουσιν ότι έγινε κατ' εικόνα και μίμησιν της σκηνής του Βασιλέως, υπό την επιστασίαν του Περικλέους και τούτο. Διά τούτο και πάλιν ο Κρατίνος εις τας Θράττας (500) κωμωδεί αυτόν ούτως·

«Προσέρχεται ο Ζευς ο σχινοκέφαλος, ο Περικλής, και επί του κρανίου του τ' Ωδείον έχει, τ' όστρακον (501) αποφυγών.

Φιλοτιμούμενος δ' ο Περικλής, τότε πρώτον εψήφισε να τελήται αγών μουσικός εις τα Παναθήναια, και εκλεχθείς αθλοθέτης, διέταξεν ο ίδιος πώς οι αγωνιζόμενοι να αυλώσι, να ψάλλωσιν ή να κιθαρίζωσι. Και τότε δε, και καθ' όλον τον άλλον καιρόν εκεί ήτον των μουσικών αγώνων το θέατρον. Το δε Προπύλαια της Ακροπόλεως ωκοδομήθησαν εν πενταετία, διά του αρχιτέκτονος Μνησικλέους. Τύχη δε θαυμαστή συμβάσα επί της οικοδομής, απέδειξεν ότι η Θεά ου μόνον δεν δυσηρεστείτο προς το έργον, αλλά και συνετέλει εις αυτό και συνεβοήθει. Ολισθήσας έπεσεν εκ του ύψους ο εργατικώτατος και προθυμότατος των τεχνιτών, και ήτον εις κακίστην κατάστασιν, ώστε οι ιατροί τον απήλπισαν. Τούτο έθλιβε τον Περικλέα· η δε Θεά, φανείσα κατ' όναρ, τω παρήγγειλε θεραπείαν, ήν ακολουθήσας ο Περικλής, ταχέως και ευκόλως ιάτρευσε τον άνθρωπον. Επί τούτω έστησεν εις την Ακρόπολιν το χαλκούν άγαλμα της Υγείας Αθηνάς πλησίον του βωμού αυτής, όστις και πρότερον υπήρχεν, ως λέγουσιν (502) Ο δε Φειδίας ηργάζετο της Θεάς το χρυσούν άγαλμα (503), και επί της στήλης (504) είναι γεγραμμένον ότι αυτός είναι ο τεχνίτης αυτού. Όλα δε σχεδόν ήσαν εις αυτόν ανατεθειμένα, και δι' όλα, ως είπομεν, επεστάτει επί των τεχνιτών εκ φιλίας προς τον Περικλέα. Τούτο δ' έδωκεν αφορμήν εις φθόνον και εις υβριστικάς συκοφαντίας, ότι ο Φειδίας προς χάριν του Περικλέους υπεδέχετο ελευθέρας γυναίκας, ερχομένας να ιδώσι τα έργα. Του λόγου δε τούτου δραττόμενοι οι κωμικοί, αφθόνως τω προσήψαν ακολασίαν, διαβάλλοντες αυτόν διά την γυναίκα του Μενίππου, ανδρός φίλου και υπ' αυτόν στρατηγούντος, και διά τας ορνιθοτροφίας του Πυριλάμπους, όστις, φίλος ων του Περικλέους, κατηγορείτο ότι έστειλε κρυφίως παγώνια εις τας γυναίκας μεθ' ών ο Περικλής είχε σχέσιν (505). Και πώς να θαυμάση τις δι' ανθρώπους επάγγελμα έχοντας τον σατυρισμόν, και οίτινες προσφέρουσιν εκάστοτε θυσίαν ευάρεστον εις του πλήθους τον φθόνον, ως εις κακόν δαίμονα, τας κατά των αρίστων βλασφημίας, όταν και αυτός ο Στησίμβροτος ο Θάσιος (506) φοβεράν ασέβειαν ετόλμησε να προσάψη εις τον Περικλέα κατά της γυναικός του υιού του; Τόσον δύσκολος και δυσέφικτος φαίνεται η αλήθεια εις την ιστορίαν, όταν οι μεν μεταγενέστεροι έχωσι τον καιρόν επιπροσθούντα, και εμποδίζοντα των πραγμάτων την γνώσιν, η δε σύγχρονος ιστορία των πράξεων και των βίων, μέρος μεν ένεκα φθόνων και δυσμενείας, μέρος δε χαριζομένη και κολακεύουσα, παραμορφοί και διαστρέφη την αλήθειαν.