Πλουτάρχου Βίοι Παράλληλοι - Τόμος 2 Σόλων - Ποπλικόλας - Θεμιστοκλής - Καμίλλος - Περικλής - Φάβιος Μάξιμος

Part 12

Chapter 1248 wordsPublic domain

ΛΣΤ. Ο δε διά ταύτην την νίκην θρίαμβος αυτού τω περιεποίησε τιμήν και λαμπρότητα ουχί ολιγωτέραν των δύο πρώτων. Διότι και αυτούς τους πολίτας όσοι εφθόνουν αυτόν, και διισχυρίζοντο ότι κατώρθου τα πάντα εξ ευτυχίας τινός μάλλον παρά εξ ικανότητος, ηνάγκασαν τότε αι πράξεις του ν' αποδώσωσι δόξαν εις την δεινότητα και εις την δραστηριότητα του ανδρός. Επισημότατος δε μεταξύ των αντιπάλων των φθονούντων αυτόν ήτον ο Μάρκος Μάλλιος, ο πρώτος απωθήσας τους Κελτούς από της ακροπόλεως, ότε διά νυκτός ανέβησαν εις το Καπιτώλιον, και διά τούτο Καπιτωλίνος επονομασθείς. Ούτος, έχων την αξίωσιν ότι ήτον πρώτος των πολιτών, και μη δυνάμενος να υπερτερήση διά καλών τρόπων του Καμίλλου την δόξαν, επεχείρησε τα κοινά και συνήθη των θελόντων ν' αρπάσωσι τυραννικήν εξουσίαν, εδημαγώγει το πλήθος, μάλιστα μεν υπερασπιζόμενος τους αφειλέτας και συνηγορών υπέρ αυτών κατά των δανειστών, άλλους δε και διά της βίας αφαιρών από των χειρών αυτών, και εμποδίζων να δικασθώσι κατά τον νόμον· ώστε πολλοί των απόρων ταχέως τον περιεστοίχισαν, και πολύν φόβον επροξένουν εις τους επισημοτέρους πολίτας, αυθάδεις γινόμενοι, και την αγοράν ταράττοντες. Εν μέσω τούτων, Δικτάτωρ γενόμενος Κόιντος ο Καπιτωλίνος (408), εφυλάκισε τον Μάλλιον· αλλ' ο λαός, άμα τούτο έγινεν, ήλλαξεν ενδύματα, πράγμα γινόμενον διά μεγάλας και δημοσίας συμφοράς. Τότε φοβηθείσα τον θόρυβον η σύγκλητος διέταξε ν' αφεθή ο Μάλλιος. Αλλά και αφ' ού αφέθη, δεν εβελτιώθη αυτός, αλλά θρασύτερον εδημαγώγει, και ταραχάς διήγειρεν εις την πόλιν. Εξελέγη δε πάλιν χιλίαρχος ο Κάμιλλος, και εις δίκην εισήχθη ο Μάλλιος. Αλλά τους κατηγόρους αυτού έβλαπτε μεγάλως η θέα, διότι ο τόπος εφ' ού ιστάμενος ο Μάλλιος ενυκτομάχησε κατά των Κελτών, εφαίνετο άνωθεν από του Καπιτωλίου εις την αγοράν, και ενέπνεεν οίκτον εις τους βλέποντας αυτόν. Και αυτός δε προς εκεί τας χείρας υψών, και δακρύων, ενεθύμιζε τους αγώνας αυτού, ώστε οι κρίνοντες έμενον εις αμηχανίαν, και πολλάκις ανέβαλλον την δίκην, ούτε το έγκλημα θέλοντες ν' αθωώσωσιν, εν ώ φανερά είχον αυτού τα τεκμήρια, ούτε τον νόμον δυνάμενοι να εφαρμόσωσιν, εν ώ ως εκ της θέσεως του τόπου είχον προ οφθαλμών των την πράξιν αυτού. Τούτο εννοήσας ο Κάμιλλος, μετέφερε το δικαστήριον έξω της πόλεως, εις το Πετηλίνον δάσος (409), όθεν το Καπιτώλιον δεν εφαίνετο. Τότε και ο ενάγων εκατηγόρησε, και οι κρίνοντες απέβαλον την μνήμην των παλαιών γεγονότων, ούτως ώστε παρεδίδοντο εις την οργήν ής τα νέα αυτού εγκλήματα ήσαν άξια· Ο Μάλλιος λοιπόν καταδικασθείς, ανεβιβάσθη εις το Καπιτώλιον, και ριφθείς κατά του κρημνού, τον αυτόν τόπον έλαβεν ως μνημείον και των ευτυχεστάτων έργων, και των μεγίστων ατυχημάτων αυτού. Οι δε Ρωμαίοι, κατασκάψαντες την οικίαν αυτού, ανήγειρον ιερόν Θεάς, ήν ονομάζουσι Μονήταν (410), και εψήφισαν ότι του λοιπού ουδείς των Πατρικίων θέλει κατοικεί πλέον εις την ακρόπολιν.

ΛΖ. Ο δε Κάμιλλος, κληθείς να λάβη και έκτην φοράν την χιλιαρχίαν, παρητείτο, διότι και την ηλικίαν ήτον ήδη προβεβηκώς, και εφοβείτο μέχρι τινός και τον φθόνον, και χαιρεκακίαν τινα της τύχης μετά τοσαύτην δόξαν και τόσα κατορθώματα. Η δε προτεινομένη φανερά αιτία ήτον αρρώστια του σώματος, διότι συνέπεσε ν' ασθενή κατά τας ημέρας εκείνας. Αλλά δεν τον αφήκεν ο δήμος ν' αποποιηθή την αρχήν, και εκραύγαζεν ότι δεν τον θέλει ούτε να ιππεύη ούτε να οπλομαχή εις τους πολέμους, αλλά μόνον να σκέπτηται και να προστάττη· ούτω τον ηνάγκασε να δεχθή την στρατηγίαν, και μεθ' ενός των συνάρχων του, του Λευκίου Φουρίου, να εξαγάγη ευθύς τον στρατόν κατά των εχθρών. Ήσαν δ' ούτοι οι Πραινεστίνοι και οι Ουολούσκοι, οίτινες μετά πολλής δυνάμεως περιέτρεχον λεηλατούντες την συμμαχικήν των Ρωμαίων ώραν. Εξήλθε λοιπόν και εστρατοπέδευσε πλησίον των εχθρών, και ευθύς μεν ήθελε να παρατείνη τον πόλεμον διά χρονοτριβών, και αν ήτον ανάγκη μάχης, ν' αγωνισθώσι μόνον αφ' ού αυτός αναλάβη την υγείαν του. Αλλ' επειδή ο σύναρχος αυτού Λεύκιος, δόξαν επιθυμών, εφέρετο προς τον κίνδυνον ακατασχέτως, και παρεκίνει συγχρόνως και τους ταξιάρχας και λοχαγούς, φοβηθείς μήπως φανή ότι εκ φθόνου θέλει να εμποδίση την φιλοτιμίαν νέων ανδρών και ν' αφαιρέση απ' αυτών την αφορμήν κατορθώματος, συνεχώρησε παρά την θέλησίν του εις εκείνον να παρατάξη την δύναμιν, αυτός δε, εξ αιτίας της ασθενείας έμεινε μετ' ολίγων εις το στρατόπεδον. Αλλ' ο Λεύκιος, ριφθείς μετά νεανικής προπετείας εις την μάχην, απέτυχεν. Ιδών δ' ο Κάμιλλος την τροπήν των Ρωμαίων, δεν εκρατήθη, αλλ' εξορμήσας εκ της κλίνης, ερρίφθη μετά των οπαδών αυτού εις τας πύλας του χαρακώματος, διά των φευγόντων διασχίζων την οδόν του προς τους διώκοντας, ώστε οι μεν ευθύς εστρέφοντο εις τα οπίσω και τον ηκολούθουν, όσοι δ' ήρχοντο έξωθεν, ίσταντο εμπρός αυτού συνασπιζόμενοι, και παρεκίνουν αλλήλους να μη μείνωσιν οπίσω του στρατηγού των. Και τότε μεν ούτως ηναγκάσθησαν να παραιτηθώσι της διώξεως οι εχθροί. Την δ' επαύριον προχωρήσας ο Κάμιλλος μετά της δυνάμεως, και συνάψας μάχην, και αυτούς νικά κατά κράτος, και το χαράκωμα αυτών κυριεύει, εισορμήσας εις αυτό ομού μετά των φευγόντων, και τους περισσοτέρους εφόνευσε. Μετά τούτο δε, ακούσας ότι η πόλις Σατρία (411) εκυριεύθη υπό των Τυρρηνών, και ότι οι κάτοικοι αυτής, εσφάγησαν, όντες όλοι Ρωμαίοι, το μεν πολύ και βαρύ στράτευμα έστειλεν εις την Ρώμην, αυτός δε, παραλαβών τους ακμαιοτέρους και προθυμοτέρους, επέπεσε κατά των κυριευσάντων την πόλιν Τυρρηνών, και νικήσας αυτούς, άλλους μεν απεδίωξεν, άλλους δ' εφόνευσεν.

ΛΗ. Επανελθών δε μετά πολλών λαφύρων εις την Ρώμην, έδειξεν ότι φρονιμώτατοι πάντων ήσαν όσοι δεν εφοβήθησαν την ασθένειαν και το γήρας αρχηγού έχοντος εμπειρίαν και τόλμην, αλλ' εξελέξαντο εκείνον, μη θέλοντα και νοσούντα, μάλλον παρά τους νέους όσοι παρεκάλουν και εζήτουν να στρατηγήσωσι. Διά τούτο και όταν ερρέθη ότι απεστάτησαν οι Τουσκλάνοι (412), έλεγον τον Κάμιλλον να εξέλθη κατ' αυτών, εκλέξας και ένα των πέντε συστρατηγών του. Εκείνος δε, αν και όλοι παρεκάλουν και ήθελον, αφήσας τους άλλους, εξελέξατο τον Λεύκιον Φούριον, εν ώ ουδείς περιέμενε τούτο, διότι εκείνος ήτον όστις προ ολίγου είχε προθυμηθή να πολεμήση παρά του Καμίλλου την γνώμην, και είχε νικηθή εις την μάχην. Θέλων όμως, ως φαίνεται, να κρύψη την συμφοράν αυτού, και ν' απαλλάξη από της καταισχύνης τον άνθρωπον, αυτόν αντί όλων των άλλων προήγαγεν. Οι δε Τουσκλάνοι, το σφάλμα των διορθούντες διά πανουργίας, εν ώ ο Κάμιλλος εβάδιζεν εναντίον των, τας μεν πεδιάδας επλήρωσαν ανθρώπων οίτινες εγεώργουν, και έβοσκον ποίμνια, ως εν καιρώ ειρήνης, τας δε πύλας είχον ανεωγμένας, και τα παιδία σπουδάζοντα εις τα σχολεία. Του δε λαού οι μεν βαναυσουργοί ήσαν εις τα εργαστήρια, καταγινόμενοι εις τας τέχνας, οι δ' αστοί εις την αγοράν, ιμάτια άνευ όπλων φορούντες (413). Οι δ' άρχοντες περιήρχοντο μετά σπουδής προσδιορίζοντες καταλύματα διά τους Ρωμαίους, ως ουδέν κακόν περιμένοντες ή έχοντες επί της συνειδήσεώς των. Πράττοντες δε ταύτα, δεν έπεισαν μεν τον Κάμιλλον ότι δεν υπήρξε προδοσία· αλλ' εκείνος οικτείρας την μετάνοιαν αυτών διά την προδοσίαν των, τοις παρήγγειλε ν' απέλθωσιν εις την σύγκλητον να την παρακαλέσωσι να πραΰνη την οργήν αυτής· συνέπραξε δε και αυτός εις τας παρακλήσεις των, όπως αθωωθή η πόλις από πάσης κατηγορίας, και δοδή εις αυτήν ισοπολιτεία (414). Αύται ήσαν της έκτης αυτού χιλιαρχίας αι επιφανέσταται πράξεις.

ΛΘ. Μετά δε ταύτα, όταν ο Λικίννιος Στόλων (415) ήγειρε μεγάλην στάσιν εις την πόλιν, και ο δήμος επανίστατο κατά της συγκλήτου, απαιτών εκ των δύο διοριζομένων υπάτων ο είς να είναι απλώς δημότης, και όχι και οι δύο πατρίκιοι, τότε εξελέγησαν μεν, δήμαρχοι, εμπόδισε δε το πλήθος να εκτελεσθώσι και αι υπατικαί αρχαιρεσίαι· επροχώρουν δε δι' αναρχίας τα πράγματα εις μείζονας ταραχάς, όταν ο Κάμιλλος ανεδείχθη και εκ τετάρτου Δικτάτωρ υπό της Βουλής παρά του δήμου την θέλησιν, ουδ' αυτός έχων προθυμίαν να δεχθή, ουδέ θέλων να εναντιωθή προς ανθρώπους έχοντας θάρρος απέναντι αυτού διά τους πολλούς και μεγάλους αγώνας των, διότι περισσότερα έπραξε μετ' αυτών στρατηγών, παρά μετά των Πατρικίων εις τα πολιτικά, εννοών δ' ότι και τώρα εξελέγη υπ' αυτών φθονούμενος δι' εκείνα, όπως ή παύση την δημοκρατίαν, αν υπερίσχυε, ή παυθή αυτός, εάν ενικάτο. Ουχ ήττον όμως επροσπάθησε να οικονομήση την περίστασιν, και μαθών την ημέραν καθ' ήν οι δήμαρχοι εμελέτων να προτείνωσι τον νόμον, διεκήρυξεν απογραφήν στρατολογικήν, και μετεκάλεσε τον λαόν από της αγοράς εις το πεδίον, διά μεγάλων προστίμων απειλών τους μη υπακούοντας. Αλλ' επειδή οι δήμαρχοι, εις τας απειλάς ανθιστάμενοι, τον ανεκάλουν πάλιν εκείθεν, και ώμνυον ότι θέλουσι τον ζημιώσει διά πεντήκοντα χιλιάδων αργυρίου (416) αν δεν παύση να στερή τον δήμον του νόμου και να εμποδίζη την ψηφοφορίαν, είτε φοβηθείς άλλην εξορίαν και κατάδίκην, μη πρέπουσαν πλέον εις αυτόν, γέροντα όντα και απηυδημένον, είτε διότι δεν ηδυνάτο να καταβάλη την δυσνίκητον και ακαταμάχητον βίαν του πλήθους, τότε μεν απεσύρθη εις την οικίαν του· τας δε λοιπάς ημέρας, προσποιούμενος τον άρρωστον, παρητήθη της εξουσίας, η δε σύγκλητος εγκατέστησεν άλλον Δικτάτωρα, όστις ανέδειξεν ίππαρχον αυτόν τον αρχηγόν της στάσεως Στόλωνα, και τον αφήκε να κυρώση τον νόμον όστις προ πάντων δυσηρέστει τους Πατρικίους. Ώρισε δ' ούτος, ουδείς να έχη γην περισσοτέραν των πεντακοσίων πλέθρων. Και τότε μεν ο Στόλων ανεδείχθη λαμπρός, νικήσας εις την ψηφοφορίαν. Ολίγον ύστερον όμως εφωράθη ο ίδιος έχων όσην εμπόδιζεν άλλους να έχωσι, και κατά τον ίδιον νόμον ετιμωρήθη.

Μ. Αλλ' ενώ έμενεν εισέτι η περί των υπατικών αρχαιρεσιών φιλονεικία, ήτις και ήτον το δυσκολώτερον της στάσεως αντικείμενον, και πρώτη αφορμή αυτής εγένετο, και περισσοτέρους περισπασμούς έδωκεν εις την Βουλήν, διαιρέσασα αυτήν προς τον δήμον, ήλθον ειδήσεις σαφείς, ότι οι Κελτοί, ορμώμενοι πάλιν από της Αδριατικής θαλάσσης, ήρχοντο μετά πολλών μυριάδων κατά της Ρώμης. Μετά του λόγου δ' αυτού ήρχισαν και του πολέμου τα έργα, διότι η χώρα ελεηλατείτο, και οι άνθρωποι, όσο δεν εδύναντο να καταφύγωσιν εις την Ρώμην, διεσκορπίζοντο εις τα όρη. Ο φόβος λοιπόν ούτος έπαυσε την στάσιν, και συνελθόντες εις έν οι άριστοι μετά του πλήθους, και η βουλή μετά του δήμου, εξελέξαντο όλοι ομοφώνως Δικτάτωρα εκ πέμπτου τον Κάμιλλον (417). Ήτον δ' αυτός τότε πολύ γέρων, και σχεδόν ογδοηκοντούτης. Βλέπων όμως την ανάγκην και τον κίνδυνον, ούτε απολογίαν είπεν ως πρότερον, ούτε προφάσεις μετεχειρίσθη, αλλ' αμέσως δεχθείς την στρατηγίαν, εστρατολόγει τους αξιοπολέμους. Γνωρίζων δ' ότι το κυριώτερον μέρος της δυνάμεως των βαρβάρων συνίστατο εις τας μαχαίρας αυτών, άς βαρβαρικώς και όλως ατέχνως καταφέροντες, έκοπτον ομού ώμους και κεφαλάς, διέταξε να χαλκευθώσι διά τους περισσοτέρους περικεφαλαίαι ολοσίδηροι και έξωθεν λείαι, ώστε αι μάχαιραι να ολισθαίνωσιν ή να θραύωνται εις αυτάς· πέριξ δε των ασπίδων ήρμοσε λεπίδα χαλκήν, διότι το ξύλον μόνον δεν αντείχεν εις τα κτυπήματα. Εδίδαξε δ' ο ίδιος τους στρατιώτας να μεταχειρίζωνται μακρά ακόντια, και διευθύνοντες αυτά υπό τας μαχαίρας των εχθρών, να δέχωνται αυτάς καταφερομένας.

ΜΑ. Όταν δ' επλησίασαν οι Κελτοί, και ήσαν περί τον Ανίωνα ποταμόν (418), βαρύ στρατόπεδον έχοντες και πλήρες λαφύρων αφθόνων, έφερεν έξω το στράτευμα, και το έστησεν εις κοιλάδα σύδενδρον και μαλακήν, πολλάς κοιλότητας έχουσαν, ώστε το μεν περισσότερον μέρος αυτής εκρύπτετο, όσον δ' εφαίνετο, ο φόβος το εξελάμβανεν ως συστελλόμενον όλον εις τραχείς ανηφόρους. Θέλων δ' ο Καμίλλος ν' αυξήση έτι μάλλον την περί τούτου απάτην αυτών, δεν εβοήθησε τα υπό τους πόδας του μέρη, λεηλατούμενα, αλλά φράξας το χαράκωμα, έμεινεν εν ησυχία, έως ότου είδον άλλους μεν σκορπισθέντας όπως τροφάς συγκομίσωσιν, άλλους δ' εις το στρατόπεδον κατά πάσαν ώραν κατά κόρον τρώγοντας και μεθύοντας. Τότε δ' εν ώ νυξ ήτον έτι, πέμψας εμπρός τους ψιλούς διά να εμποδίζωσι τους βαρβάρους να παραταχθώσι, και να τους ταράττωσιν άμα εξήρχοντο του στρατοπέδου, κατεβίβασεν, άμα εχάραξε, τους οπλίτας, και παρέταττεν αυτούς εις την πεδιάδα, πολλούς και προθύμους, ουχί δε, ως οι βάρβαροι ήλπιζον ότι θέλουσι τους ιδή, ολίγους και ατόλμους. Και πρώτον μεν τούτο εταπείνωσε το φρόνημα των Κελτών, διότι δεν κατεδέχοντο να είναι αυτοί οι προσβεβλημένοι. Έπειτα δε, επιπίπτοντες οι ψιλοί, και πριν ή λάβωσι την συνήθη τάξιν και διαιρεθώσι κατά λόχους, ταράττοντες και βιάζοντες αυτούς, τους ηνάγκασαν να πολεμήσωσιν ατάκτως, και όπως έτυχε. Τέλος δ' ήλθε και ο Κάμιλλος, φέρων τους οπλίτας· και εκείνοι μεν, υψώσαντες τας μαχαίρας, ώρμησαν επί το αυτό· οι δε Ρωμαίοι, αποκρούοντες τας πληγάς διά των ακοντίων, και εις τα κτυπήματα αντιτάττοντες μέρη σεσιδηρωμένα, εγύριζον τον σίδηρον εκείνων, διότι ήτον μαλακός και εις λεπτάς λεπίδας εσφυρηλατημένος, ώστε αι μάχαιραι αυτών ταχέως ελυγίζοντο και εδιπλώνοντο, τας δε ασπίδας των διεπέρων τα ακόντια, και έλκοντα αυτάς, τας καθίστων βαρείας. Δια τούτο, ρίπτοντες τα ίδια αυτών όπλα, επροσπάθουν να μεταχειρισθώσι τα όπλα εκείνων, και λαμβάνοντες τα ακόντια διά των χειρών των, αλλού να τα στρέφωσιν. Οι δε Ρωμαίοι, βλέποντες αυτούς ούτω γυμνούς, ήρχισαν να μεταχειρίζωνται τα ξίφη αυτών, και πολλοί μεν εφονεύοντο εκ των ισταμένων εις τας πρώτας τάξεις, οι δε λοιποί έφευγον πανταχού εις όλην την πεδιάδα, διότι τους λόφους και τα υψηλά τα είχε προκαταλάβει ο Κάμιλλος, το δε στρατόπεδον έχοντες άφρακτον εξ αφοβίας, ήξευρον ότι ευκόλως θα εκυριεύετο. Η μάχη αύτη λέγουσιν ότι έγινε δεκατρία έτη μετά της Ρώμης την άλωσιν (419), και θάρρος ακλόνητον έλαβον εξ αυτής οι Ρωμαίοι, οίτινες πολύ εφοβούντο τους βαρβάρους, πιστεύοντες ότι την πρώτην φοράν ενικήθησαν ουχί υπό της δυνάμεως αυτών, αλλ' υπό νόσων και υπ' απροσδοκήτων συμβάντων. Τόσον δε μέγας ήτον ο φόβος αυτών, ώστε είχον ψηφίσει νόμον, να είναι οι ιερείς ελεύθεροι της στρατολογίας, εκτός αν επέκειτο Γαλατικός πόλεμος.

ΜΒ. Και των μεν στρατιωτικών του Καμίλλου αγώνων ούτος ήτον ο τελευταίος, διότι την πόλιν των Ουελιτράνων εκυρίευσεν ως πάρεργον της εκστρατείας ταύτης, αμαχητί υποταγείσαν. Των δε πολιτικών τω επεφυλάττετο ο μέγιστος και ο δυσκολώτατος, ο προς τον δήμον, όστις επέστρεφεν ισχυρός διά των νικών του, και επέμενε ν' αναδείξη ύπατον εκ των απλών δημοτών παρά τον υφιστάμενον νόμον, εν ώ η βουλή ανθίστατο, και δεν επέτρεπεν εις τον Κάμιλλον να καταθέση την αρχήν, διότι ήλπιζεν ότι έχουσα μεθ' εαυτής την ισχυράν και μεγάλην εξουσίαν εκείνου, θα ηγωνίζετο καλλήτερον υπέρ της αριστοκρατίας. Εις την αγοράν εκάθητο ο Κάμιλλος θεωρών υποθέσεις, όταν υπηρέτης πεμφθείς παρά των δημάρχων, τω διέταξε να τον ακολουθήση, και έθηκεν επί αυτού την χείρα του ως διά να τον σύρη. Τότε επλήσθη η αγορά κραυγής και θορύβου, ως ποτέ άλλοτε, και οι μεν περί τον Κάμιλλον απώθουν από του βήματος τον δημόσιον υπηρέτην, το δε πλήθος κάτωθεν τω έλεγε να τον σύρη. Απορών δε τι να πράξη, της μεν αρχής δεν παρητήθη, συμπεριλαβών δε τους βουλευτάς, επορεύθη προς την σύγκλητον, και πριν ή εισέλθη, στραφείς προς το Καπιτώλιον, ηυχήθη προς τους Θεούς να κατευθύνωσι τα πράγματα εις κάλλιστον τέλος, υποσχόμενος ν' ανεγείρη ναόν Ομονοίας, αν η ταραχή καταπαύση. Μέγας δ' αγών ηγέρθη εις την σύγλητον μεταξύ των εναντίων γνωμών ενίκησε δ' η μαλακωτέρα, ενδούσα εις τον δήμον, και επιτρέπουσα ο είς εκ των υπάτων να εκλέγηται υπό του πλήθους. Ταύτα ανεκήρυξεν ο Δικτάτωρ εις τον δήμον ότι απεφασίσθησαν υπό της βουλής και αμέσως, ως ήτον επόμενον, πλήρεις χαράς συνεφιλιούντο μετά της βουλής, και προέπεμπον μετά κρότου και βοής τον Κάμιλλον εις την οικίαν αυτού. Την δ' επαύριον συνελθόντες, εψήφισαν, ιερόν μεν της Ομονοίας, ως ευχηθείς υπεσχέθη ο Κάμιλλος, να οικοδομήσωσι, διά τα γεγονότα, εις θέσιν φαινομένην εκ της αγοράς και εκ της εκκλησίας· εις δε τας καλουμένας Λατίνας ημέρας να προσθέσωσι μίαν, και να εορτάζωσι τέσσαρας· αμέσως δε τότε να τελέσωσι θυσίαν και να στεφανωθώσιν όλοι οι Ρωμαίοι. Μετά ταύτα δ' έγειναν αρχαιρεσίαι υπό του Καμίλλου την προεδρείαν, και εξελέγησαν ύπατοι, ο μεν Μάρκος Αιμίλιος εκ των πατρικίων, ο δε Λεύκιος Σέξτιος, εκ των δημοτών, πρώτος (420). Τούτο είναι το τέλος των πράξεων του Καμίλλου.

ΜΓ. Τον μετά ταύτα δε χρόνον (421) λοιμική νόσος επέπεσεν εις την Ρώμην, και του μεν άλλου όχλου αναρίθμητον πλήθος έφθειρε, των δ' αρχόντων τους περισσοτέρους. Απέθανε δε και ο Κάμιλλος, ώριμος μεν, υπέρ τινα και άλλον άνθρωπον, διά την ηλικίαν και του βίου την τελειότητα, λυπήσας όμως τους Ρωμαίους όσον δεν τους ελύπησαν όλοι οι κατά τον χρόνον εκείνον εκ της νόσου αποθανόντες.

ΠΕΡΙΚΛΗΣ

Α. ΙΔΩΝ, ως φαίνεταί ποτε ο Καίσαρ εν Ρώμη πλουσίους περιφέροντας εις τους κόλπους των μικρούς πήθικας και κυνάρια, ηρώτησεν αν αι γυναίκες αυτών δεν γεννώσι παιδία, νουθεσίαν δους, εις ηγεμόνα πρέπουσαν, εις τους καταναλίσκοντας εις ζώα την ενυπάρχουσαν εις ημάς αγάπης και φιλοστοργίας δύναμιν, ήτις οφείλεται εις τους ανθρώπους. Επειδή λοιπόν η ψυχή ημών έχει εκ φύσεως και φιλομαθή τινα διάθεσιν και φιλοθεάμονα, δικαίως δύναται να καθάπτηται των κατάχρησιν αυτής ποιουμένων εις σπουδής ανάξια ακούσματα και θεάματα, παραμελούντων δε τα καλά και ωφέλιμα. Διότι η μεν αίσθησις, ήτις αντιλαμβάνεται των αντικειμένων όταν προσβάλληται υπ' αυτών, ίσως είναι ηναγκασμένη να θεωρή παν το φαινόμενον, είτε χρήσιμον είτε άχρηστον. Τον νουν όμως αν θέλη τις να μεταχειρισθή, ο νους επλάσθη ευκολώτατα να τρέπηται και να μεταβάλληται κατά το δοκούν. Πρέπει επομένως να επιδιώκη το βέλτιστον, έπειτα ου μόνον να θεωρή, αλλά και να τρέφηται θεωρών. Διότι, ως εις τον οφθαλμόν πρόσφορον είναι το ανθηρόν και το τερπνόν χρώμα, το αναζωπυρούν και τέρπον την όψιν, ούτω πρέπει να στρέφωμεν την διάνοιαν προς θεάματα, άτινα ευχαριστούντα αυτήν, την έλκουσι προς το αγαθόν, το ανήκον εις την φύσιν αυτής. Τοιαύτα δ' εισί τα ενάρετα έργα, άτινα, εξιστορούμενα, εξάπτουσι ζήλον και προθυμίαν εις μίμησιν διότι ως προς άλλα πολλά, καί τοι θαυμάζοντες το πραχθέν, δεν ορμώμεθα όμως αμέσως και εις το να πράξωμεν αυτό οι ίδιοι· εξ εναντίας μάλιστα, ευχαριστούμενοι εκ του έργου, πολλάκις περιφρονούμεν τον εργάτην αυτού. Ούτω μας τέρπουσι τα μύρα και της αλουργίδος το χρώμα, αλλά τους βαφείς και τους μυρεψούς θεωρούμεν ως αγενείς τινας και βαναύσους τεχνίτας. Διά τούτο δίκαιον είχεν ο Αντισθένης (422) όταν ήκουσεν ότι ο Ισμηνίας (423) ήτον σπουδαίος αυλητής, ν' αποκριθή· «Αλλ' είναι άνθρωπος μοχθηρός· άλλως δεν θα ήτον αυλητής τοσούτον σπουδαίος». Ο δε Φίλιππος είπε προς τον υιόν του (424), όστις εις συμπόσιον είχε ψάλει μετά πολλής τέχνης και χάριτος· «Δεν εντρέπεσαι να ψάλλης τόσον καλώς;» Διότι αρκεί αν Βασιλεύς καιρόν έχη ν' ακούη άλλους ψάλλοντας, και πολύ θυσιάζει εις τας Μούσας όταν γίνηται θεατής άλλων εις τοιούτους αγώνας ασχολουμένων.

Β. Η δ' ενασχόλησις προς τα ταπεινά εξελέγχεται εκ του ότι υπέρ των αχρήστων τις κοπιών, παραμελεί τα καλά, και ουδείς ευγενής νέος υπάρχει όστις, διότι είδε τον Δία εν Πίση (425) επεθύμησε να γίνη Φειδίας (426), ή την Ήραν εις το Άργος, Πολύκλειτος (427), ουδ' Ανακρέων ή Φιλήμων ή Αρχίλοχος (428), διότι τω ήρεσαν αυτών τα ποιήματα. Δεν είναι αναγκαίον, αν έργον τι τέρπη διά την χάριν του, να είναι περισπούδαστος και ο εργάτης αυτού. Όθεν ουδ' ωφελούσι τα τοιαύτα Θεάματα, τα μη εξάπτοντα ζήλον μιμήσεως, ουδ' εμποιούντα προθυμίαν και ορμήν προς άμιλλαν. Αλλ' αι πράξεις της αρετής διαθέτουσιν ούτως, ώστε συγχρόνως και τα έργα να θαυμάζωνται, και οι εργασθέντες αυτά να είναι επίζηλοι· ώστε των μεν αγαθών της τύχης αγαπώμεν την κτήσιν και την απόλαυσιν, των δε της αρετής αγαπώμεν τας πράξεις, και εκείνα μεν θέλομεν να προέρχωνται εις ημάς παρ' άλλων, ταύτα δε παρ' ημών μάλλον προς άλλους να γίνωνται. Διότι το καλόν έλκει προς εαυτό την ενέργειαν ημών, και εξορμά ημάς αμέσως εις πράξεις, και διαρρυθμίζει τα ήθη ημών, την προαίρεσιν ημών κινούν ουχί διά θεαμάτων μιμήσεως, αλλά δι' αυτής της του έργου εκθέσεως. Διά ταύτα ενεκρίναμεν και ημείς να εμμείνωμεν εις την των βίων περιγραφήν, και συνετάξαμεν δέκατον το βιβλίον τούτο (429), περιέχον τον βίον του Περικλέους και τον του Φαβίου Μαξίμου, του πολεμήσαντος προς τον Αννίβαν, ανδρών ομοίων μεν και κατά τας λοιπάς αρετάς, μάλιστα δε κατά την πραότητα και την δικαιοσύνην, και διότι εγένοντο ωφελιμώτατοι εις τας πατρίδας των, έχοντες την υπομονήν να υποφέρωσι την αγνωμοσύνην των δήμων και των συναρχόντων αυτών. Αν δε ορθώς εσκέφθημεν, θέλει κρίνει έκαστος εκ των ανωτέρω γραφομένων.

Γ. Ο Περικλής ήτον την φυλήν Ακαμαντίδης, Χολαργεύς δε τον δήμον (430), γένους και οίκου πατρόθεν και μητρόθεν του πρώτου· διότι Ξάνθιππος, ο νικήσας εις την Μυκάλην (431) τους στρατηγούς του βασιλέως, ενυμφεύθη την Αγαρίστην, έγγονον του Κλεισθένους (432), εκείνου όστις εδίωξε τους Πεισιστρατίδας, και κατέλυσε γενναίως την τυραννίαν, και έδωκε νόμους, και κατέστησε την πολιτείαν άριστα συγκεκερασμένην προς ομόνοιαν και προς σωτηρίαν. Αύτη είδεν εις τον ύπνον της ότι εγέννησε λέοντα, και μετ' ολίγας ημέρας εγέννησε τον Περικλέα, κατά τα λοιπά μεν άμεμπτον ως προς την του σώματος μόρφωσιν, την κεφαλήν όμως έχοντα επιμήκη και ασύμμετρον. Όθεν αι μεν εικόνες αυτού σχεδόν όλαι φέρουσι περικεφαλαίαν, διότι, ως φαίνεται, οι τεχνίται δεν ήθελον να τον εκθέσωσιν εις την χλεύην. Οι δ' Αττικοί ποιηταί τον ωνόμαζον σ χ ι ν ο κ έ φ α λ ο ν, διότι ενίοτε ονομάζουσι Σχίνον και το σ κ υ λ λ ο κ ρ ό μ μ υ ο ν (433). Εκ δε των κωμικών ο Κρατίνος (434) λέγει εις τους «Χ ε ί ρ ο ν α ς» αυτού (435),

Ο Κρόνος ο πρεσβυγενής και η στάσις, αλλήλοις μιγέντες, τύραννον μέγαν έτεκον, όν κεφαληγερέτην (436) επικαλούσιν οι θεοί. »

Και πάλιν εις την «Νέμεσιν» αυτού (437)

«Ελθέ, Ζευ ξένιε και μακροκέφαλε (438)»

Ο δε Τηλεκλείδης (439) ποτέ μεν λέγει περί αυτού ότι αμηχανών διά τα δημόσια πράγματα, εκάθητο εις την πόλιν καρηβαρών (440), ποτέ δε μόνον ότι εκ κεφαλής ε ν δ ε κ α κ λ ί ν ο υ (441) μέγαν εξέπεμπε θόρυβον. Ο δ' Εύπολις εν τοις Δήμοις (442) εξετάζων περί εκάστου των δημαγωγών ανερχομένων εκ του άδου, όταν ο Περικλής ωνομάσθη τελευταίος, ερωτά·

«Τι εκ των κάτω έφερες κεφάλαιον; (443)»

Δ. Διδάσκαλον δ' αναφέρουσιν οι πλείστοι ότι είχεν εις την μουσικήν τον Δάμωνα, ού το όνομα λέγουσιν ότι πρέπει να προφέρηται βραχυνομένης της πρώτης αυτού συλλαβής (444). Ο δ' Αριστοτέλης λέγει ότι ειργάσθη εις την εκμάθησιν της μουσικής και παρά τω Πυθοκλείδη (445). Φαίνεται δ' ότι ήτον ο Δάμων έξοχος σοφιστής (446), και συνεκαλύπτετο διά του ονόματος της μουσικής, θέλων να κρύψη την πολλήν του δεινότητα· μετά του Περικλέους δε συνανεστρέφετο, ως αλείπτης (447) και διδάσκαλος μετ' αθλητού των πολιτικών. Δεν κατώρθωσεν όμως ο Δάμων να μη γνωρισθή ότι μεταχειρίζετο την λύραν ως πρόσχημα, αλλ' ως μεγαλοπράγμων και φιλοτύραννος την διάθεσιν, εξωστρακίσθη, και έδωκεν ύλην εις των κωμικών τα σκώμματα. Ο Πλάτων (448), φερ' ειπείν, παρεισάγει τινά ερωτώντα αυτόν ούτω·

«Ειπέ μοι πρώτον, σε καθικετεύω. Συ, ως λέγουν, Χείρων (449), έθρεψας τον Περικλήν.»

Ήκουσε δ' ο Περικλής και τον Ελεάτην Ζήνωνα (450). όστις επραγματεύετο περί της φύσεως ως ο Παρμενίδης (451), και είχεν αποκτήσει την συνήθειαν του να συζητή και δι' αντιλογιών να φέρη εις απορίαν ως και Τίμων ο Φλιάσιος (452) λέγει διά των εξής·

«Ζήνωνος του διπλογλώσσου (453) το μέγα, δυσδάμαστον σθένος, επισταμένου τα πάντα (454).

Ο δε περισσότερον μετά του Περικλέους συναναστραφείς και προ πάντων βαρύτητα δους εις αυτόν και δημαγωγίας εμβριθέστερον φρόνημα, και την αξιοπρέπειαν εξυψώσας του ήθους του, ήτον Αναξαγόρας ο Κλαζομένιος (455), όν οι τότε άνθρωποι «Νουν» επωνόμαζον, είτε την σύνεσιν αυτού θαυμάσαντες, ήτις εις την έρευναν της φύσεως εφάνη μεγάλη και έξοχος, είτε διότι πρώτος ως αρχήν της των όλων διακοσμήσεως έστησεν ουχί την τύχην ή την ανάγκην, αλλά τον νουν καθαρόν και άκρατον, διαχωρίζοντα τα όμοια μέρη εις την κοινήν όλων των άλλων ανάμιξιν.