Part 11
ΚΕ. Υπήρχε δε μεταξύ των νέων Πόντιός τις Κομίνιος καλούμενος, εκ των μέσων πολιτών κατά το γένος, αγαπών όμως την τιμήν και την δόξαν. Ούτος ανεδέχθη εκουσίως το δύσκολον έργον. Και γράμματα μεν δεν έλαβε προς τους εν Καπιτωλίω, μήπως συλλαβόντες αυτόν οι εχθροί μάθωσι δι' αυτών τους σκοπούς του Καμίλλου. Φορέσας δε πενιχρά φορέματα, και φέρων φελλούς υπ' αυτά, τον μεν επίλοιπον δρόμον διήλθεν αφόβως εν καιρώ ημέρας. Έφθασε δε πλησίον της πόλεως όταν είχεν ήδη επέλθει το σκότος· και μη δυνάμενος να περάση επί γεφύρας τον ποταμόν, διότι αυτάς οι βάρβαροι παρεφύλαττον, περιετύλιξε περί την κεφαλήν τα φορέματά του, διότι ήσαν ολίγα και όχι βαρέα, και παραδοθείς εις τους φελλούς, οίτινες ανεκούφιζον το σώμα του, επέρασεν ούτω και απέβη εις την πόλιν. Αποφεύγων δε τους αγρυπνούντας στρατιώτας, ούς διέκρινεν εκ των φώτων και εκ του θορύβου, διευθύνθη προς την Καρμεντίδα πύλην, ήτις ήτον η ησυχωτέρα, και όπου ο λόφος του Καπιτωλίου ήτον προ πάντων όρθιος, και πολλή και τραχεία ηγείρετο πέριξ η πέτρα. Δι' αυτής ανέβη κρυφίως, και επλησίασε τους φυλάττοντας το τείχος, δυσκόλως και μόλις κατά τα μάλλον ευεπίβατα μέρη. Χαιρετίσας δε τους άνδρας, είπε το όνομά του, και τότε τον επήραν αυτοί, και επήγε προς τους άρχοντας των Ρωμαίων. Έγινε δ' αμέσως σύγκλητος, και παρουσιασθείς αυτός, ανήγγειλε του Καμίλλου την νίκην, περί ής πρότερον ουδέν είχον ακούσει, και διηγείτο την απόφασιν των στρατιωτών, και τους παρεκάλει να επικυρώσωσι του Καμίλλου την εξουσίαν, διότι εις μόνον εκείνον επείθοντο οι έξω πολίται. Ακούσαντες δε ταύτα εκείνοι και συσκεφθέντες, ανεκήρυξαν τον Κάμιλλον Δικτάτωρα, και τον Πόντιον εξαπέστειλον πάλιν διά της ιδίας οδού, και η επιστροφή του επέτυχεν επίσης ευτυχέστατα, διότι διέφυγε τους εχθρούς, και έφερε της βουλής τας αποφάσεις εις τους έξω Ρωμαίους.
ΚΣΤ. Ως δ' εκείνοι εδέχθησαν ταύτα προθύμως, ελθών ο Κάμιλλος, εύρεν είκοσι χιλιάδας ενόπλους, και έτι περισσοτέρους συνήθροισεν εκ των συμμάχων, και ητοιμάζετο διά την προσβολήν. Ούτως εξελέγη εκ δευτέρου Δικτάτωρ ο Κάμιλλος (394). Εις δε την Ρώμην τινές των βαρβάρων κατά τύχην διαβαίνοντες εμπρός του μέρους δι' ού ο Πόντιος ανέβη διά νυκτός εις το Καπιτώλιον, και παρατηρήσαντες εις πολλά μεν μέρη ίχνη ποδών και χειρών, όπου εκείνος εκρατείτο και εστηρίζετο, και πεπατημένα πολλά των φυτών όσα εβλάστανον επί των κρημνών, και ολισθημάτων σημεία εις τα γαιώδη μέρη, ανέφερον ταύτα εις τον βασιλέα των. Ελθών δ' εκείνος και ιδών ταύτα, τότε μεν έμεινεν ησυχάζων· το δ' εσπέρας, συναθροίσας εκείνους των Κελτών όσοι είχον τα σώματα ελαφρότερα και ήσαν καταλληλότεροι διά να βαδίζωσιν εις τα όρη, «Την μεν οδόν, είπεν, ήτις φέρει προς τους εχθρούς, και ήτις μας ήτον άγνωστος μέχρι τούδε, μας δεικνύουσιν αυτοί οι εχθροί, ότι δεν είναι ούτε απάτητος, ούτε άβατος εις ανθρώπους. Αισχύνη δε πολλή δι' ημάς, όταν έχωμεν την αρχήν, να μείνωμεν ελλειπείς εις το τέλος, και ν' αφήσωμεν τον τόπον ως αν δεν τον είχομεν κυριεύσει, ενώ αυτοί οι εχθροί μας διδάσκουσι πόθεν πορθείται. Διότι όπου είναι εύκολον είς μόνος ν' αναβή, δεν είναι ουδ' εις πολλούς δύσκολον όταν ανά είς αναβαίνωσι, συναλλήλως βοηθούμενοι και ενισχυόμενοι. Θέλουσι δε δοθή εις έκαστον δωρεαί και αμοιβαί ανάλογοι προς την ανδραγαθίαν του.»
ΚΖ. Ως είπε ταύτα ο βασιλεύς, ανεδέχθησαν οι Γαλάται προθύμως την επιχείρησιν, και περί το μεσονύκτιον πατήσαντες πολλοί ομού εις την πέτραν, ανέβησαν μετά σιωπής, προσέρποντες εις τους κρημνούς, οίτινες ήσαν μεν τραχείς και απότομοι, αλλ' εφάνησαν, όταν εδοκίμασαν να τους αναβώσιν, ευκολώτεροι και ομαλώτεροι αφ' ό,τι ενόμιζον. Ώστε οι πρώτοι ανέβησαν εις την άκραν και παρετάττοντο, και παρ' ολίγον θα κατελάμβανον το προτείχισμα, και θα επέπιπτον κατά των φυλάκων εν ώ εκοιμώντο· διότι ουδείς τους ήκουσεν, ούτε άνθρωπος ούτε κύων. Αλλ' υπήρχον περί τον ναόν της Ήρας ιεραί χήνες, αίτινες ετρέφοντο αφθόνως όλον τον άλλον καιρόν τότε όμως, επειδή ολίγαι ήσαν αι τροφαί και μόλις τοις εξήσκουν, αμελούμεναι, εις κακήν διετέλουν κατάστασιν. Και εκ φύσεως μεν είναι το ζώον τούτο ψοφοδεές, και έχει οξείαν την ακοήν. Εκείναι δε τότε, επειδή επείνων, έτι μάλλον αγρυπνούσαι και θορυβώδεις γενόμενοι, ήκουσαν ταχέως την είσοδον των Γαλατών, και μεθ' ορμής και κλαγκής φερόμεναι προς αυτούς, εξύπνισαν όλους τους φρουρούς, και οι βάρβαροι, βλέποντες ότι απεκαλύφθησαν, επέπιπτον ήδη βιαιότερον, και μη φροντίζοντες να καταστέλλωσι πλέον τον θόρυβον. Αρπάσαντες λοιπόν οι Ρωμαίοι ό,τι όπλον έτυχεν έκαστος, έτρεχον ν' αντισταθώσιν όπως εδύναντο. Πρώτος δε πάντων ο Μάλλιος, υπατικήν έχων εξουσίαν, ρωμαλέος δε το σώμα, και διαπρέπων διά της ψυχής του το φρόνημα, απήντησε δύο συγχρόνως εχθρούς, και εν ώ ο είς ήγειρεν ήδη την κοπίδα να τον θανατώση, επρόφθασε και του απέκοψε την δεξιάν χείρα διά του ξίφους του, τον δ' άλλον εκτύπησε διά της ασπίδος του εις το πρόσωπον, και τον απώθησεν οπίσω εις τον κρημνόν. Σταθείς δ' εις το τείχος μεθ' όλων των άλλων όσοι συνέρρευσαν και τον περιεστοίχισαν, απέκρουσε τους άλλους όσοι είχον αναβή, και οίτινες ούτε πολλοί ήσαν, ούτε άξιόν τι της τόλμης των έπραξαν. Ούτω δε διαφυγόντες τον κίνδυνον, άμα εξημέρωσε, τον μεν αρχηγόν των φυλάκων έρριψαν εις τους πολεμίους κατά των κρημνών, εις δε τον Μάλλιον ψηφίσαντες αριστείον της νίκης, προς τιμήν μάλλον παρά διότι είχεν ανάγκην, συνεισέφερον υπέρ αυτού όσον ελάμβανεν έκαστος εις τροφήν εκάστης ημέρας, σίτου μεν εντοπίου ημίλιτρον (ως αυτοί τ' ονομάζουσιν), οίνου δε κοτύλης Ελληνικής τέταρτον (395).
ΚΗ. Έκτοτε ήρχισαν να προβαίνωσιν αθυμότερα τα πράγματα των Κελτών, διότι εστερούντο τροφών αφ' ότου διά τον φόβον του Καμίλλου δεν εδύναντο να επιδοθώσιν εις λαφυραγωγίαν και νόσος ενέσκηψε προσέτι εις αυτούς, διότι κατεσκήνουν εις ερείπια, αναμεμιγμένοι μετά των νεκρών οίτινες έκειντο εις αυτά σωρηδόν και προσέτι το βάθος της στάχτης, ήτις ανέπεμπεν αέρα ξηρόν και δριμύν, και διεφθαρμένον υπό του καύσωνος και υπό των ανέμων, έβλαπτε τα σώματα διά της αναπνοής. Προ πάντων δε τους κατέβαλεν η μεταβολή της συνήθους αυτοίς διαίτης, διότι εκ τόπων σκιερών, και εχόντων το θέρος δροσερά καταφύγια, κατέβησαν εις χώραν χαμηλήν, ήτις δεν ήτον ευκραής το φθινόπωρον ουχί ήττον δε και η πολυχρόνιος πολιορκία, κρατούσα προ επτά ήδη μηνών ακινήτους αυτούς εμπρός του Καπιτωλίου. Ένεκα τούτων φθορά μεγάλη επήλθεν εις το στρατόπεδον, και ουδ' εθάπτοντο πλέον διά το πλήθος οι αποθνήσκοντες. Αλλ' ουδέ των πολιορκουμένων δεν ήτον πολύ καλλητέρα η κατάστασις. Η πείνα ηύξανε πάντοτε, και η άγνοια αυτών περί των κινημάτων του Καμίλλου τους ενέβαλλεν εις πολλήν αθυμίαν, και κανείς δεν ήρχετο εκ μέρους αυτού, διότι η πόλις εφρουρείτο ακριβώς υπό των βαρβάρων. Επειδή λοιπόν εις τοιαύτην ήσαν θέσιν αμφότεροι, οι προφύλακες συναπαντώμενοι ήρχισαν να έρχωνται εις λόγους συμβιβασμού, έπειτα δε, κατ' απόφασιν των επισημοτέρων, συνωμίλησε μετά του Βρέννου ο Σουλπίκιος, ο χιλίαρχος των Ρωμαίων, και εσυμφωνήθη, οι μεν Ρωμαίοι να καταβάλωσι χιλίας λίτρας χρυσού (396), οι δ' εχθροί να λάβωσιν αυτάς, και ν' αναχωρήσωσεν αμέσως εκ της πόλεως και εκ της χώρας. Επί τούτων έγιναν όρκοι, και το χρυσίον εκομίσθη· οι δε Κελτοί κατ' αρχάς εδολιεύοντο κρυφίως τα ζύγια, έπειτα δε και φανερώς είλκον κάτω και διέστρεφον την πλάστιγγα, και ηγανάκτουν δι' αυτό οι Ρωμαίοι. O δε Βρέννος, ως εφυβρίζων και καταγελών αυτούς, λύσας την μάχαιραν μετά του ζωστήρος του, προσέθηκεν αυτά εις τα βάρη· και όταν ο Σουλπίκιος τον ηρώτησε τι είναι τούτο, «Τι άλλο, απεκρίθη, παρά δυστυχία εις τους νενικημένους» (397), και τούτο έγινεν έκτοτε λόγος παροιμιώδης. Οι δε Ρωμαίοι, άλλοι μεν ηγανάκτουν, και εφρόνουν ότι πρέπει λαβόντες το χρυσίον ν' αναχωρήσωσι, και να υπομείνωσι την πολιορκίαν· άλλοι δ' έλεγον ότι πρέπει να υποφέρωσι την μετρίαν αυτήν αδικίαν, μη νομίζοντες αισχρόν το να δώσωσι περισσότερα, και να υπομείνωσιν ουχί ως δικαίαν, αλλ' ως εξ ανάγκης γινομένην την δόσιν.
ΚΘ. Εν ώ δ' ούτως εφιλονείκουν οι Κελτοί και αυτοί, έφθασεν ο Κάμιλλος εις τας πύλας, φέρων τον στρατόν, και μαθών τα γινόμενα, διέταξε τους λοιπούς να τον ακολουθώσιν εν τάξει και βραδέως, αυτός δε, σπεύδων μετά των επισημοτέρων, διευθύνθη αμέσως προς τους Ρωμαίους. Τότε εκείνοι υποχωρήσαντες εμπρός του, εδέχθησαν αυτόν ως αυτοκράτορα μετ' ευκοσμίας και σιωπής· αυτός δ' επήρε τον χρυσόν από της ζυγαριάς και τον έδωκεν εις τους υπηρέτας· την δε ζυγαριάν και τα βαρύδια διέταξε τους Καλετούς να τα λάβωσι και ν' αναχωρήσωσιν, ειπών ότι πάτριον έθος είναι εις τους Ρωμαίους να σώζωσι την πατρίδα διά σιδήρου, ουχί διά χρυσού. Προς ταύτα ηγανάκτει ο Βρέννος, και έλεγεν ότι αδίκως ηθετείτο η συμφωνία· αλλ' ο Κάμιλλος αντέκρουε ταύτα, λέγων ότι αι συνθήκαι δεν έγινον νομίμως, ουδ' έχουσι κύρος, ως συνομολογηθείσα μετ' ανθρώπων οίτινες εξουσίαν δεν είχον όταν αυτός ήτον ήδη Δικτάτωρ εκλελεγμένος, και ουδείς άλλος εξήσκει αρχήν κατά νόμον. Ήδη δ' ότι πρέπει να ειπώσιν εάν τι θέλωσι, διότι ήλθεν έχων νόμιμον εξουσίαν και να τους συγχωρήση αν παρακαλέσωσι, και να τιμωρήση τους ενόχους, αν δεν μετανοώσι. Προς τους λόγους τούτους θορυβηθείς ο Βρέννος, επεχείρησε να έλθη αμέσως εις χείρας, και έσυραν εκατέρωθεν τα ξίφη, και ήρχισαν να σπρώχνωνται, αναμεμιγμένοι προς αλλήλους, ως ήτον επόμενον, διότι εκινούντο μεταξύ οικιών και στενωπών, και εις τόπους μη επιδεχομένους στρατιωτικήν παράταξιν. Αλλά ταχέως συνελθών ο Βρέννος, απήγαγε τους Κελτούς εις το στρατόπεδον, χωρίς να φονευθώσι πολλοί, και εγείρας όλους την νύκτα, εγκατέλιπε την πόλιν. Προχωρήσας δ' εξήκοντα στάδια (398) εστρατοπέδευσε παρά την Γαβινίαν (399) οδόν. Άμα δ' εξημέρωσεν, ήλθεν ο Κάμιλλος κατ' αυτού ωπλισμένος λαμπρώς, μετά των Ρωμαίων οίτινες είχον αναλάβει τότε το θάρρος των. Μετ' ισχυράν δε και μακράν μάχην, έτρεψεν αυτούς εις φυγήν, αφ' ού πολλούς εφόνευσε, και εκυρίευσε το στρατόπεδον. Εκ δε των φυγάδων άλλοι μεν ευθύς εθανατώθησαν καταδιωχθέντες, τους δε περισσοτέρους, διασπαρέντας, απέκτεινον ορμώντες κατ' αυτών εκ των πέριξ πόλεων και χωρίων.
Λ. Ούτως η Ρώμη παραδόξως κυριευθείσα, παραδοξότερον έτι εσώθη, αφ' ού έμεινεν επτά ολοκλήρους μήνας υπό τους βαρβάρους· διότι εισελθόντες εις αυτήν ολίγας ημέρας μετά τας Κυιντιλίας είδους (400), απεδιώχθησαν κατά τας ειδούς Φεβρουαρίου. Ο δε Κάμιλλος ετέλεσε θρίαμβον, ως ήτον εύλογον, διότι έγινε σωτήρ της πατρίδος απολεσθείσης, και επανέφερε την πόλιν αυτήν εις εαυτήν. Τότε, εν ώ αυτός εισήρχετο επί της θριαμβευτικής αμάξης αυτού, επέστρεφον μεν οι έξωθεν μετά των γυναικών και των παίδων των, απήντων δ' αυτούς οι εις το Καπιτώλιον πολιορκηθέντες, οίτινες εκινδύνευσαν ν' αποθάνωσιν όλοι της πείνης, και ενηγκαλίζοντο αλλήλους και εδάκρυον, μη πιστεύοντες εις την παρούσαν των ευτυχίαν· και οι ιερείς και διάκονοι των Θεών, όσα ιερά φεύγοντες έκρυψαν εις την πόλιν, ή εκκλέψαντες παρέλαβον μεθ' εαυτών, ταύτα διασωθέντα, τα έφερον ήδη, και τα εδείκνυον, θεάματα ποθητά εις τους πολίτας, οίτινες τα εδέχοντο μετά χαράς, ως αν κατήρχοντο αυτοί πάλιν οι Θεοί μετ' αυτών εις την Ρώμην. Θυσιάσας δ' εις τους Θεούς, και καθαρίσας την πόλιν υπό την οδηγίαν των περί ταύτα εμπείρων, τους μεν υπάρχοντας ήδη ναούς αποκατέστησεν αύθις, ίδρυσε δε και αυτός ναόν της Φήμης και της Κληδόνος, ανευρών τον τόπον εκείνον, εις όν διά νυκτός προσέβαλεν εκ Θεού τον Κεδίκιον Μάρκον η φωνή η αναγγέλλουσα των βαρβάρων την εκστρατείαν. Μετά πολλής δε δυσκολίας και μόλις ανεκαλύπτοντο αι θέσεις των ιερών διά της φιλοτιμίας του Καμίλλου, και διά πολλού κόπου των ιεροφαντών.
ΛΑ. Επειδή δε και η πόλις ήτον εντελώς κατεστραμμένη, όταν έπρεπε ν' ανοικοδομηθή, οκνηρία κατέλαβε τον λαόν προς τα έργα, και ανέβαλλον αυτά, διότι εστερούντο όλων των αναγκαίων, και εχρειάζοντο μάλλον αναψυχήν τινα και ανάπαυσιν από των κακών, παρά να κοπιάσωσι και να κακοπαθήσωσιν, εν ώ και χρήματα τοις έλειπον, και τα σώματά των ήσαν εξησθενημένα. Ούτω κατ' ολίγον έστρεψαν πάλιν τον νουν των προς τους Βηίους, πόλιν ήτις διετηρείτο, και είχεν όλα τ' απαιτούμενα, και εχορήγησαν νέαν αφορμήν δημαγωγιών εις τους συνεχομένους να κολακεύωσι τον λαόν, και έδιδον ακρόασιν εις λόγους στασιαστικούς κατά του Καμίλλου, ότι εκείνος εκ φιλαυτίας και φιλοδοξίας στερεί αυτούς πόλεως ετοίμης, και τους βιάζει να κατοικώσιν εις ερείπια, και ν' ανασκάπτωσι τόσην τέφραν πυρκαϊάς, διά να λέγηται αυτός ουχί μόνον ηγεμών των Ρωμαίων και στρατηγός, αλλά και κτίστης έτι, τον Ρωμύλον παραγκωνίσας. Τότε φοβηθείσα τον θόρυβον η βουλή, τον μεν Κάμιλλον δεν αφήκε ν' αποθέση, ως ήθελε, την εξουσίαν εντός ενιαυτού, αν και ουδέποτε άλλος Δικτάτωρ υπερέβη τους έξ μήνας. Αυτή δε παρηγόρει και κατεπράυνε τον δήμον, πείθουσα και περιποιουμένη αυτόν, και δεικνύουσα μεν τα μνημεία και τους τάφους των πατέρων, ενθυμίζουσα δε τα ιερά χωρία και τους αγίους τόπους, όσους ο Ρωμύλος ή ο Νουμάς ή άλλος τις των βασιλέων καθιερώσας παρέδωκεν εις αυτούς. Μεταξύ δε των θείων αντικειμένων εν πρώτοις ανέφερον την νεοσφαγή κεφαλήν, ήτις εφάνη κατά την θεμελίωσιν του Καπιτωλίου (401), ως δηλούσα ότι ο τόπος εκείνος ήτον πεπρωμένον να γίνη κεφαλή της Ιταλίας, και της εστίας το πυρ, όπερ, αναπτόμενον μετά τον πόλεμον υπό των παρθένων, ήθελον σβύσει και εξαφανίσει οι εγκαταλείποντες την πόλιν, και θα είναι όνειδος αυτών αν την βλέπωσι κατοικουμένην ή υπ' αλλοεθνών και ξένων, ή έρημον και προβάτων βοσκήν. Τοιαύτας προς έκαστον ιδιαιτέρως και κοινώς πολλάκις εις τον δήμον επαναλαμβάνοντες ελεεινολογίας, εκάμπτοντο πάλιν υπό των του λαού, οίτινες έκλαιον την αμηχανίαν των, και τους παρεκάλουν, αφ' ού εσώθησαν ως εκ ναυαγίου γυμνοί και άποροι, να μη τους βιάσωσι να συνοικοδομήσωσι πάλιν τα λείψανα της κατεστραμμένης πόλεως, εν ώ υπήρχεν άλλη ετοίμη.
ΛΒ. Επρότεινε λοιπόν ο Κάμιλλος να συνέλθη η βουλή, και πολλά και αυτός ωμίλησε παρακαλών υπέρ της πατρίδος, πολλά δε και όστις εκ των άλλων ήθελε. Τέλος δε πείσας να εγερθή τον Λεύκων Λουκρήτιον, όστις συνείθιζε να γνωμοδοτή πρώτος πάντων, τον προσεκάλεσε ν' αποφανθή, και μετά ταύτα όλους τους άλλους κατά σειράν. Ως δ' εγένετο σιωπή, και ο Λουκρήτιος έμελλε ν' αρχίση, κατά τύχην διαβαίνων έξωθεν εκατόνταρχος φέρων τάγμα ημερησίας φυλακής, και φωνάξας μεγαλοφώνως τον πρώτον όστις έφερε την σημαίαν, τον διέταξε να σταθή εκεί και να στήση την σημαίαν, διότι ήτον αυτός κάλλιστος τόπος διά να καθήσωσι και να μείνωσιν. Ως δ' ηκούσθη η φωνή αύτη εγκαίρως, εν ώ εσκέπτοντο περί αδήλου του μέλλοντος, ο Λουκρήτιος, προσκυνήσας, είπεν ότι εις την θείαν εντολήν προσθέτει την γνώμην του και αυτός, και έκαστος των άλλων την ηκολούθησε. Θαυμαστή δ' έγινε μεταβολή και της του πλήθους ορμής, και πάντες παρεκίνουν αλλήλους, και ήρχιζον το έργον, ουχί διαιρέσαντες αυτό και κατά τάξιν, αλλά κατελάμβανεν έκαστος κατά λόγον της προθυμίας του οποίον τόπον ήθελε. Διά τούτο μετά σπουδής και τάχους ανεγείροντες την πόλιν, την ωκοδόμουν έχουσαν ανωμάλους τας οδούς μεταξύ των συσσωρευομένων κατοικιών και εντός ενός έτους λέγεται ότι ανεστήθη η πόλις νέα πάλιν και κατά τα τείχη, και κατά τας ιδιωτικάς οικοδομάς. Οι δε ταχθέντες υπό του Καμίλλου όπως ανεύρωσι και προσδιορίσωσι τους ιερούς τόπους, συγκεχυμένους και αυτούς, ως πάντα τα άλλα, όταν ήλθον εις τον ναΐσκον του Άρεως, περιοδεύοντες το Παλάτιον, αυτόν μεν εύρον, ως όλα τ' άλλα κατεστραμμένον και κεκαυμένον υπό των βαρβάρων ανερευνώντες δε και καθαίροντες τον τόπον, απήντησαν το μαντικόν ξύλον του Ρωμύλου (402), κεχωσμένον υπό πολλήν και βαθείαν στάκτην. Είναι δε τούτο κυρτόν κατά τα δύο πέρατα, και καλείται Λίτυον. Μεταχείζονται δ' αυτά διά να διαγράφωσι τα πλινθία, όταν κάθηνται μαντευόμενοι διά των ορνέων. Τούτο μετεχειρίζετο και εκείνος, διότι ήτον μαντικώτατος. Όταν δ' έγινεν άφαντος εκ του μέσου των ανθρώπων, παραλαβόντες οι ιερείς το ξύλον, το εφύλαττον άθικτον, ως παν άλλο ιερόν. Όταν λοιπόν, εν ώ όλα τα άλλα είχον απολεσθή, ανεύρον τούτο τότε διαφυγόν την φθοράν, επλήσθησαν γλυκυτάτων ελπίδων υπέρ της Ρώμης, πιστεύοντες ότι το σημείον τούτο τοις εξησφάλιζε την σωτηρίαν αΐδιον.
ΛΓ. Δεν είχον δ' έτι παύσει ασχολούμενοι περί ταύτα, όταν τους κατέλαβε πόλεμος, και οι μεν Αικανοί (403) μετά των Ουολούσκων και Λατίνων εισέβαλον εις την χώραν, οι δε Τυρρηνοί επολιόρκουν το Σούρτιον (404), πόλιν σύμμαχον των Ρωμαίων. Στρατοπεδεύσαντες δ' οι χιλίαρχοι, οίτινες είχον την αρχηγίαν των Ρωμαίων, παρά το Μάρκιον όρος (405), επολιορκούντο υπό των Λατίνων, και κινδυνεύοντες ν' απολέσωσι το στρατόπεδόν των, εμήνυσαν εις την Ρώμην, και τότε εξελέγη ο Κάμιλλος εκ τρίτου Δικτάτωρ. Λέγονται δε περί του πολέμου τούτου λόγοι διττοί, εξ ών διηγούμαι πρώτον τον μυθώδη. Λέγουσιν ότι οι Λατίνοι, είτε προφασιζόμενοι, είτε θέλοντες αληθώς ν' αναμίξωσι τα γένη πάλιν εξ αρχής, έστειλαν και εζήτουν παρά των Ρωμαίων παρθένους ελευθέρας εις γυναίκας· οι δε Ρωμαίοι ηπόρουν τι να πράξωσι, διότι, μη αποκαταστηθέντες εισέτι, ουδ' αναλαβόντες τας δυνάμεις των, εφοβούντο τον πόλεμον, και υποπτεύον ότι η ζήτησις των γυναικών ήτον πρόφασις διά να λάβωσιν ομήρους, και ευπρεπείας χάριν ότι την ωνόμαζον επιγαμίαν. Τότε θεραπαινίς τις, ονομαζομένη Τ ο υ τ ο ύ λ α, ως δέ τινες λέγουσι, Φιλωτίς (406), εσυμβούλευσε τους άρχοντας να στείλωσι μετ' αυτής εκ των υπηρετριών τας ωραιοτέρας και τας μάλλον κατά την μορφήν διακεκριμένας, και να τας στολίσωσιν ως νύμφας ευγενείς, τα δε λοιπά ότι θέλουσιν είσθαι εδική της φροντίς. Κατεπείσθησαν λοιπόν οι άρχοντες, και εκλέξαντες εκ των θεραπαινίδων όσας εκείνη εθεώρησε καταλλήλους διά την περίστασιν, τας εστόλισαν διά λαμπρών φορεμάτων και διά χρυσού, και τας παρέδωκαν εις τους Λατίνους, οίτινες εστρατοπέδευον ουχί πολύ μακράν της πόλεως. Την νύκτα δε, αι μεν άλλαι υπέκλεψαν τας μαχαίρας των εχθρών, η δε Τουτούλα ή Φιλωτίς, αναβάσα εις μεγάλην αγριοσυκήν, και εκτείνασα το ιμάτιόν της προς τα οπίσω, ύψωσε λαμπάδα προς την Ρώμην, καθώς είχε προσυμφωνήσει μετά των αρχόντων, χωρίς να το γνωρίζη ουδείς άλλος εκ των πολιτών. Δια τούτο και οι στρατιώται, βιαζόμενοι υπό των αρχόντων, εξήρχοντο θορυβωδώς, και έκραζον ο είς τον άλλον, και μόλις έμβαινον εις τάξιν. Ελθόντες δ' εις το χαράκωμα, εν ώ οι εχθροί δεν τους περιέμενον αλλ' εκοιμώντο, εκυρίευσαν το στρατόπεδον, και εφόνευον τους περισσοτέρους. Λέγεται δ' ότι τούτο έγινε κατά τας Ιουλίας, ως τώρα λέγονται, ως δ' ωνομάζοντο τότε Κυιντιλίας νόννας (407), και ότι η ήδη τελουμένη εορτή είναι της πράξεως εκείνης ενθύμησις· διότι, πρώτον μεν, εξερχόμενοι της πύλης, πολλά των εγχωρίων και κοινών ονομάτων καλούσι μεγαλοφώνως, Γάιον, Μάρκον, Λούκιον, και αλλά όμοια, μιμούμενοι τας κραυγάς μεθ' ών εκαλούντο τότε εν μέσω της μεγάλης των βίας. Έπειτα, εστολισμέναι λαμπρώς αι υπηρέτριαι, περιφέρονται, και αστειευόμεναι περιπαίζουσιν όσους απαντώσιν. Εκτελούσι δε και μάχην τινά αύται μεταξύ των, ως είχον και τότε μεθέξει του προς τους Λατίνους πολέμου. Κάθηνται δε και τρώγουσι, σκιαζόμεναι υπό κλάδους συκής· και την ημέραν καλούσι Νόννας Καπρατίνας, εξ αιτίας, ως νομίζεται, της αγριοσυκής αφ' ής η θεραπαινίς ύψωσε την λαμπάδα· διότι την αγριοσυκήν ονομάζουσι Κ α π ρ ί φ ι κ ο ν. Άλλοι δε διισχυρίζονται ότι τα περισσότερα τούτων γίνονται και λέγονται διά το συμβάν του Ρωμύλου· διότι κατά ταύτην την ημέραν έγινεν αυτός άφαντος έξω της πύλης, όταν επήλθε σκότος και θύελλα, και, ώς τινες νομίζουσιν, έγινεν ηλίου έκλειψις· και ότι η ημέρα εκ τούτου ωνομάσθη Νόνναι καπρατίναι, διότι την αίγα ονομάζουσι κ ά π ρ α ν, ο δε Ρωμύλος ανελήφθη δημηγορών περί το καλούμενον Αιγός έλος, ως εγράψαμεν εις τον βίον εκείνου.
ΛΔ. Την δ' ετέραν διήγησιν ούτω λέγουσιν οι περισσότεροι συγγραφείς, επιδοκιμάζοντες αυτήν. Όταν έγινεν εκ τρίτου Δικτάτωρ ο Κάμιλλος, ακούσας ότι το μετά των χιλιάρχων στράτευμα επολιορκείτο υπό των Λατίνων και των Ουολούσκων, ηναγκάσθη να οπλίση και τους πολίτας όσοι ήσαν ουχί πλέον νέοι, αλλά παρακμάσαντες ήδη. Πορευθείς δε διά μακρού γύρου πέριξ του Μαρκίνου όρους, και μη εννοηθείς υπό των εχθρών, εστρατοπέδευσεν οπίσω αυτών, και ανάψας πολλά πυρά, ούτως εδήλωσε την παρουσίαν του. Τότε οι πολιορκούμενοι, θάρρος λαβόντες, εσκέπτοντο να εκδράμωσι, και να συνάψωσι μάχην. Οι δε Λατίνοι και οι Ουολούσκοι, περιορισθέντες εντός των χαρακωμάτων, ωχύρουν διά ξύλων πολλών και περιέφραττον το στρατόπεδον πανταχόθεν, όντες μεταξύ δύο εχθρικών προσβολών, και απεφάσισαν να περιμείνωσιν άλλην δύναμιν εκ της πατρίδος των, ελπίζοντες συγχρόνως και των Τυρρηνών βοήθειαν. Εννοήσας δε τούτο ο Κάμιλλος, και φοβηθείς μη πάθη ό,τι αυτός έκαμεν εις τους εχθρούς όταν τους περιεκύκλωσεν, εβιάζετο να προλάβη αυτούς. Επειδή δε το περίφραγμα ήτον ξύλινον, και σφοδρός άνεμος κατήρχετο από των ορέων όταν εξημέρωνεν, ετοιμάσας πολλά πυρά, και περί την αυγήν οδηγών το στράτευμα, τους άλλους διέταξεν από του απέναντι μέρους να ρίπτωσι βέλη μετά κραυγών· ο ίδιος δ' έχων μεθ' εαυτού τους μέλλοντας να βάλωσι το πυρ προς το μέρος του χαρακώτος όπου συνήθως προσέπιπτε κυρίως ο άνεμος, περιέμενε την ώραν. Όταν δε, αφ' ού ήρχισεν η μάχη, ανέτειλεν ο ήλιος, και ο άνεμος εφύσα λαμπρός, εσήμανε την προσβολήν, και κατέσπειρε περί τον χάρακα άφθονα τα πυροβόλα. Ταχέως δ' υψώθησαν αι φλόγες τρεφόμενοι εκ των πυκνών πάλων και των ξυλίνων σταυρωμάτων, και εξετείνοντο πέριξ, χωρίς οι Λατίνοι να έχωσι κανέν βοήθημα έτοιμον διά την απόσβεσιν. Επειδή δε το στρατόπεδον ήτον ήδη πλήρες πυρός, εις ολίγον αυτοί συστελλόμενοι τόπον, ηναγκάζοντο να περιπίπτωσιν εις τους εχθρούς, οίτινες ένοπλοι και παρατεταγμένοι τους περιέμενον έξω του χαρακώματος. Και εξ αυτών μεν ολίγοι διέφυγον· τους δε μείναντας εις το στρατόπεδον όλους κατέστρεψε το πυρ, έως ότου οι Ρωμαίοι το έσβεσαν διά να δοθώσιν εις την αρπαγήν των πραγμάτων.
ΛΕ. Αφ' ού δε ταύτα έγιναν, αφείς εις το στρατόπεδον τον υιόν του Λούκιον, φύλακα των αιχμαλωτισθέντων ανθρώπων και των χρημάτων, εισέβαλεν ο ίδιος εις των εχθρών την χώραν, και κυριεύσας την πόλιν των Αικανών, και υποτάξας τους Ουολούσκους, ωδήγησεν ευθύς το στράτευμα προς το Σούτριον, επειδή δεν είχεν εισέτι ακούσει τα συμβάντα εις τους Σουρτίνους, αλλ' έσπευδε να βοηθήση, νομίζων αυτούς εις κίνδυνον και πολιορκουμένους υπό των Τυρρηνών. Αυτοί δε, την μεν πόλιν είχον ήδη παραδώσει εις τους εχθρούς, πάντων δ' εστερημένοι, και μετά μόνων αφειμένοι των ιματίων των, απήντησαν μετά παίδων και γυναικών καθ' οδόν τον Κάμιλλον, διά την τύχην των οδυρόμενοι. Λυπηθείς δ' ο Κάμιλλος διά την θέαν ταύτην, και βλέπων τους Ρωμαίους ότι εδάκρυον προς τας παρακλήσεις των Σουτρίνων, και ηγανάκτουν διά τα γενόμενα, απεφάσισε να μη αναβάλη την τιμωρίαν, αλλ' ευθύς, την ιδίαν εκείνην ημέραν να κινηθή κατά του Σουτρίου, σκεπτόμενος ότι ανθρώπους οίτινες εκυρίευσαν πόλιν προ ολίγου ευδαίμονα και πλουσίαν, και ουδένα εχθρόν αφήκαν εις αυτήν ουδέ περιέμενον έξωθεν, θέλει τους εύρει όλως εις παραλυσίαν παραδεδομένους, και αφυλάκτους. Και ορθώς εσκέφθη. Όχι μόνον την χώραν διήλθε χωρίς να εννοηθή, αλλά και εις τας πύλας έφθασε, και τα τείχη κατέλαβε, διότι ουδείς τα εφύλαττεν, αλλ' ήσαν εις τας οικίας διεσπαρμένοι, μεθύοντες και συμποσιάζοντες. Όταν δ' ενόησαν ότι οι εχθροί είχον ήδη κυριεύσει της πόλιν, τόσον κακώς διέκειντο υπ' ακρασίας και μέθης, ώστε ουδ' εις φυγήν ετράπησαν πολλοί, αλλ' εντός των οικιών έμενον αισχρώς φονευόμενοι, ή παρεδίδοντο εις τους πολεμίους. Ούτω λοιπόν συνέβη εις την πόλιν των Σουτρίνων, δις κατακτηθείσαν εντός μιας ημέρας, και ν' απολέσωσιν οι έχοντες αυτήν, και να την λάβωσι πάλιν οπίσω, εξ αιτίας του Καμίλλου, οι αυτής στερηθέντες.