Πλουτάρχου Βίοι Παράλληλοι - Τόμος 2 Σόλων - Ποπλικόλας - Θεμιστοκλής - Καμίλλος - Περικλής - Φάβιος Μάξιμος

Part 10

Chapter 1045 wordsPublic domain

ΙΕ. Λέγεται ότι ο Γαλάται, εκ του Κελτικού όντες γένους (349), και πολυπληθείς γενόμενοι, εγκατέλιπον την ιδίαν αυτών χώραν, μη αρκούσαν όπως θρέψη αυτούς, και απήλθον να ζητήσωσιν άλλην. Γενόμενοι δε πολλαί μυριάδες νέων ανδρών και μαχίμων, και έτι περισσοτέρας φέροντες μεθ' εαυτών γυναίκας και παίδας, οι μεν λέγεται ότι εχύθησαν προς τον Βόρειον Ωκεανόν, υπερβάντες τα Ριπαία όρη (350), και κατέλαβον τα έσχατα της Ευρώπης· άλλοι δ' ότι αποκαταστάντες μεταξύ του όρους Πυρρήνης (351) και των Άλπεων, κατώκησαν πολύν χρόνον μεταξύ των Σεννώνων και Κελτορίων (352). Πολύ δε μετά ταύτα, δοκιμάσαντές ποτε την γεύσιν του οίνου, όστις τότε κατά πρώτον τοις εκομίσθη εξ Ιταλίας, τοσούτον εθαύμασαν το ποτόν, και έγιναν όλοι έξω φρενών διά την καινοφανή ηδονήν, ώστε αρπάσαντες τα όπλα, και τους γονείς των μεθ' εαυτών λαμβάνοντες, ώρμησαν προς τας Άλπεις, και εζήτουν την γην εκείνην, ήτις τοιούτον καρπόν παράγει, πάσαν άλλην θεωρούντες ως άκαρπον και αγρίαν. Ο δ' εισαγαγών παρ' αυτοίς τον οίνον, και όστις υπέρ πάντα άλλον και πρώτος τους παρώξυνε κατά της Ιταλίας, λέγεται ότι ήτον ο Άρων, Τυρρηνός, άνθρωπος επίσημος, και ουχί φύσεως πονηρός, αλλ' εις την εξής δυστυχίαν περιπεσών. Ούτος ήτον επίτροπος παιδός ορφανού, πρώτου μεν κατά τον πλούτον μεταξύ των πολιτών, και θαυμαζομένου διά την ωραιότητά του, καλουμένου δε Λουκούμωνος (353). Ούτος παιδιόθεν κατώκει εις του Άρωνος, και αφ' ού έγινε νεανίας δεν εγκατέλιπε την οικίαν, αλλά προσεποιείτο ότι ευχαριστείτο να συζή μετ' εκείνου. Εν τούτοις δ' επί πολύν καιρόν κρυφίως ηγάπα την γυναίκα αυτού, και ηγαπάτο υπ' αυτής. Επειδή δε προέβη πολύ αμφοτέρων το πάθος, και ούτε να παραιτηθώσιν αυτού, ούτε να το κρύψωσι πλέον εδύναντο, ο μεν νεανίσκος επεχείρει φανερώς ν' αποσπάση αυτήν από του ανδρός της, και να την λάβη αυτός· ο δ' ανήρ εγκαλέσας αυτόν, και νικηθείς εξ αιτίας του πλήθους των φίλων και των χρημάτων, όσα αφειδώς εδαπάνησεν ο Λουκούμων, αφήκε την πατρίδα του, και ακούσας περί των Γαλατών, ήλθε προς αυτούς, και τους ωδήγησεν εις την κατά της Ιταλίας εκστρατείαν αυτών.

ΙΣΤ. Εισβαλόντες δ' αυτοί εις την χώραν, εκυρίευσαν όσων κατείχον αρχήθεν οι Τυρρηνοί από των Άλπεων μέχρις αμφοτέρων των θαλασσών, ως και το όνομα αυτών συμμαρτυρεί· διότι την μεν βόρειον θάλασσαν ονομάζουσιν Αδρίαν, από τυρρηνικής πόλεως, της Αδρίας, την δε προς νότον δι' αυτού του ονόματος των Τυρρηνών, Τυρρηνικόν πέλαγος. Είναι δ' η χώρα όλη αύτη δενδρόφυτος, και παχείας έχει βοσκάς θρεμμάτων, και υπό ποταμών καταρρέεται. Είχε δε και δεκαοκτώ πόλεις καλάς και μεγάλας, και καταλλήλους διά τε τους θέλοντας να κερδαίνωσιν εργαζόμενοι, και διά τους επιθυμούντας τας πανυγύρεις. Ταύτας εκυρίευσαν οι Γαλάται, διώξαντες τους Τυρρηνούς. Αλλά ταύτα είχον γίνει πρό τινος καιρού ήδη.

ΙΖ. Τότε δε, εκστρατεύσαντες οι Γαλάται κατά της Τυρρηνικής πόλεως, του Κλουσίου, επολιόρκουν αυτήν, και οι Κλουσίνοι, καταφυγόντες εις τους Ρωμαίους, εζήτησαν παρ' αυτών πρέσβεις και γράμματα προς τους βαρβάρους. Επέμφθησαν δ' εκ του γένους των Φαβίων τρεις άνδρες επίσημοι, και τιμάς μεγάλας έχοντες εις την πόλιν. Τούτους εδέχθησαν οι Γαλάται φιλοφρόνως, διά της Ρώμης το όνομα, και καταπαύσαντες την κατά των τειχών προσβολήν, συνδιελέχθησαν μετ' αυτών. Όταν δ' αυτοί τους ηρώτησαν τι έπαθον υπό των Κλουσίνων και ήλθον κατά της πόλεως, γελάσας ο Βασιλεύς των Γαλατών Βρέννος, «Μας αδικούσιν, είπεν, οι Κλουσίνοι, διότι εν ώ ολίγην μόνον γην και χώραν δύνανται να καλλιεργώσι, έχουσι την απαίτησιν να κατέχωσι πολλήν, και δεν δίδουσι και εις ημάς, οίτινες είμεθα ξένοι, και πολλοί, και πτωχοί. Κατά τον αυτόν τρόπον σας ηδίκουν άλλοτε και σας, ω Ρωμαίοι, οι Αλβανοί, και οι Φιδηνάται, και οι Αρδεάται, και σήμερον οι Ουήιοι, και οι Καπηνάται, και πολλοί των Φαλίσκων και των Ουολούσκων (354) καθ' ών σεις εκστρατεύετε, και αν δεν σας δώσωσι μέρος των αγαθών των, τους εξανδραποδίζετε, τους λεηλατείτε, και κατεσκάπτατε τας πόλεις αυτών, ούτε σεις πράττοντες φοβερόν τι ή άδικον, αλλ' ακολουθούντες τον πρεσβύτατον των νόμων, όστις δίδει εις τους ισχυροτέρους τα κτήματα των ασθενεστέρων, αρχόμενος από του Θεού, και τελευτών εις τα θηρία· διότι και εις αυτά ενυπάρχει εκ φύσεως να ζητώσι τα ισχυρότερα να υπερέχωσι των υποδεεστέρων. Παύσατε δ' οικτείροντες τους πολιορκουμένους Κλουσίνους, διά να μη διδάξητε και τους Γαλάτας να γίνωσιν αγαθοί και οικτίρμονες, προς τους αδικουμένους υπό των Ρωμαίων». Εκ τούτων λοιπόν ενόησαν οι Ρωμαίοι ότι ο Βρέννος δεν ήρχετο εις συμβιβασμόν, και ελθόντες εις το Κλούσιον, ενεθάρρυνον και παρεκίνουν τους κατοίκους να εξορμήσωσι κατά των βαρβάρων ομού μετ' αυτών, θέλοντες ή να γνωρίσωσι την ανδρείαν εκείνων, ή την εδικήν των να επιδείξωσι. Και τω όντι έγινεν εκδρομή των Κλουσίνων, και μάχη περί τα τείχη, καθ' ήν είς των Φαβίων, ο Κόιντος Άμβρουστος, ώρμησεν έφιππος εναντίον Γαλάτου ανδρός, υψηλού και ωραίου, όστις ίππευε πολύ εμπρός των άλλων. Και κατ' αρχάς μεν δεν εγνωρίσθη, διότι σφοδρά έγινεν η συνάντησίς των, και τα όπλα, περιλάμποντα την μορφήν του, την έκρυπτον αλλ' όταν υπερισχύσας και φονεύσας τον άνδρα, τον ελαφυραγώγει, τότε ο Βρέννος, γνωρίσας αυτόν, μάρτυρας εκάλει τους Θεούς, ότι παρά τα κοινώς παραδεδεγμένα υφ' όλων των ανθρώπων ως όσια και ως δίκαια, ήλθε μεν ως πρέσβυς αυτός, έπραξε δ' ως πολέμιος. Παύσας δ' αμέσως την μάχην, αφήκε τους Κλουσίνους, και ωδήγησε τον στρατόν κατά της Ρώμης. Μη θελήσας δε να φανή ότι εχάρησαν διά την αδικίαν, και την έλαβον προθύμως ως πρόφασιν, έπεμψε ζητών να τω δοθή ο άνθρωπος διά να τιμωρηθή, και συγχρόνως προυχώρει βραδέως.

ΙΗ. Εις δε την Ρώμην συνήλθεν η Βουλή, και τους Φαβίους και άλλους πολλούς κατηγόρουν, και εκ των ιερέων τους ενήγον οι καλούμενοι Φητιαλείς, εν ονόματι των Θεών αποφαινόμενοι, και απαιτούντες παρά της συγκλήτου να τρέψη το ανοσιούργημα εις ένα, τον αίτιον αυτού, και να παραδώση αυτόν προς σωτηρίαν των άλλων. Τούτους τους Φητιαλείς κατέστησεν ο Νουμάς Πομπίλιος, όστις ήτον ημερώτατος και δικαιότατος βασιλεύς, ως φύλακας μεν της ειρήνης, ως κριτάς δε και βεβαιωτάς των αιτιών αίτινες επάγουσι δίκαιον πόλεμον (355). Ανέφερε δε το πράγμα η Βουλή εις τον δήμον, και οι ιερείς κατηγόρησαν ομοίως τον Φάβιον· αλλά το πλήθος τοσούτον περιύβρισε τα θεία και κατεγέλασεν, ώστε και χιλίαρχον διώρισε τον Φάβιον μετά των αδελφών αυτού. Οι δε Κελτοί, ακούσαντες ταύτα, και οργιζόμενοι, υπ' ουδενός πλέον προσκόμματος ανεχαιτίζοντο, και προυχώρουν μετά μεγάλης ταχύτητος. Έφερε δε το πλήθος αυτών, και η λαμπρότης των πολεμικών των παρασκευών, και η βία και ο θυμός αυτών κατάπληξιν εις τους μεταξύ κατοικούντας, και πάντες ενόμιζον ότι κατεστράφη ήδη πάσα η χώρα, και ότι έμελλον αι πόλεις ν' απολεσθώσιν ευθύς. Αλλά παρ' ελπίδα οι Γαλάται ουδεμίαν έπραξαν αδικίαν, ουδ' ελάμβανόν τι εκ των αγρών, αλλά, διερχόμενοι πλησίον των πόλεων, εβόων ότι πορεύονται κατά της Ρώμης, και ότι κατά μόνων των Ρωμαίων πολεμούσι, τους άλλους ως φίλους των θεωρούντες. Απέναντι δε των βαρβάρων μετά τοσαύτης επερχομένων ορμής, οι χιλίαρχοι έφερον τους Ρωμαίους εις τον αγώνα, ουχί μεν ολίγους τον αριθμόν, διότι ήσαν υπέρ τας τεσσαράκοντα οπλιτών χιλιάδες, αλλά τους πλείστους ανασκήτους, και τότε πρώτον όπλα λαμβάνοντας. Προσέτι δε παρημέλησαν και τα θεία, και ούτε θυσίας ετέλεσαν, ούτε μάντεις ηρώτησαν, ως έπρεπε πριν εκτεθώσιν εις μάχην και κίνδυνον. Υπέρ πάντα δ' ετάραττε τας πράξεις αυτών η πολυαρχία, εν ώ άλλοτε και διά μικροτέρους αγώνας καθίστων πολλάκις μονάρχας, ούς καλούσι Δικτάτωρας· μη αγνοούντες πόσον εις δυσκόλους καιρούς είναι το όφελος του να υποτάσσωνται όλοι ομογνωμόνως εις μίαν αρχήν ανυπεύθυνον, έχουσαν εις χείρας της πάσαν την εξουσίαν, και ούτω να διατηρώσι την τάξιν. Επίσης δ' έβλαψε τα πράγματα και η προς τον Κάμιλλον αγνωμοσύνη, διότι έκτοτε εφοβούντο οι άρχοντες να διοικώσι μη χαριζόμενοι προς τον λαόν, μηδέ κολακεύοντες αυτόν. Προχωρήσαντες λοιπόν εννενήκοντα στάδια μακράν της πόλεως (356), εστρατοπέδευσαν παρά τον Αλίαν ποταμόν (357), ου μακράν του μέρους όπου αυτός εχύνετο εις τον Θύμβριν (358). Ενταύθα δ' εφάνησαν οι βάρβαροι, και οι Ρωμαίοι, αισχρώς πολεμήσαντες, διά την αταξίαν, ετράπησαν εις φυγήν. Και το μεν αριστερόν κέρας ευθύς ρίψαντες εις τον ποταμόν οι Κελτοί, το κατέστρεψαν, το δε δεξιόν, υποχωρήσαν εις την ορμήν εκ της πεδιάδος προς τους λόφους, ολιγωτέραν φθοράν υπέφερεν. Εκ τούτων δ' οι περισσότεροι κατέφυγον εις την πόλιν, οι δε λοιποί, όσοι εσώθησαν αφ' ού οι εχθροί απηύδησαν φονεύοντες, έφυγον διά νυκτός εις Βηίους, φρονούντες ότι η Ρώμη εκυριεύθη, και τα πάντα εκεί κατεστράφησαν.

ΙΘ. Έγινε δ' η μάχη περί τας θερινάς τροπάς, περί την πανσέληνον (359) κατά την αυτήν ημέραν καθ' ήν και άλλοτε είχε συμβή η μεγάλη συμφορά, η περί τους Φαβίους, όταν τριακόσιοι εκ του γένους αυτών εσφάγησαν υπό των Τυρρηνών. Επεκράτησε δε να ονομάζωσιν από της δευτέρας ήττης την ημέραν εκείνην μέχρι τούδε Αλιάδα, εξ αιτίας του ποταμού. Περί δ' αποφράδων ημερών, αν πρέπη να παραδεχώμεθα τοιαύτας τινάς, ή αν ορθώς ο Ηράκλειτος (360) επέπληξε τον Ησίοδον ότι έκαμε τας μεν καλάς ημέρας τας δε κακάς, ως αγνοών ότι όλων των ημερών η φύσις είναι η ιδία, τούτο το συζητούμεν αλλού (361). Επί δε του προκειμένου ίσως αρμόδιον είναι ν' αναφέρωμεν τινά παραδείγματα. Πρώτοι μεν οι Βοιωτοί επί του Ιπποδρομίου μηνός, ως δ' οι Αθηναίοι ονομάζουσιν αυτόν, του Εκατομβαιώνος (362), κατά την πέμπτην ημέραν αυτού, δύο έτυχε να κερδίσωσι νίκας ενδοξοτάτας, δι' ών ηλευθέρωσαν τους Έλληνας, την μεν περί τα Λεύκτρα (363), την δε άλλην εις Κερησσόν (364) υπέρ τα εκατόν έτη πρότερον, όταν ενίκησαν τον Λατταμύαν (365) και τους Θεσσαλούς. Δεύτερον δ' οι Πέρσαι κατά την έκτην του Βοηδρομιώνος (366) ηττήθησαν υπό των Ελλήνων εις τον Μαραθώνα, την τρίτην δ' εις τας Πλαταιάς και ενταυτώ και περί την Μυκάλην (367), την εικοστήν έκτην δ' εις τα Άρβηλα (368). Οι δ' Αθηναίοι ενίκησαν την κατά την Νάξον ναυμαχίαν υπό την στρατηγίαν του Χαβρίου (369) περί την πανσέληνον του Βοηδρομιώνος, την δ' εν Σαλαμίνι (370) περί την εικοστήν, ως απεδείξαμεν εις την περί ημερών (371) πραγματείαν ημών. Επέφερε δε και ο Θαργηλιών (372) μην εις τους βαρβάρους προφανή δυστυχήματα. Διότι κατά Θαργηλιώνα ενίκησεν ο Αλέξανδρος τους στρατηγούς του Βασιλέως εις τον Γρανικόν (373), και οι Καρχιδόνιοι περί την Σικελίαν ενικήθησαν υπό του Τιμολέοντος (374) την εικοστήν τετάρτην του αυτού μηνός, περί ήν φαίνεται ότι εκυριεύθη και το Ίλιον, ως διηγούνται ο Έφορος, και ο Καλλισθένης, και ο Δαμαστής, και ο Φύλαρχος (375). Εκ του εναντίου δ' ο Μεταγειτνιών (376), όν οι Βοιωτοί ονομάζουσι Πάνεμον, δεν υπήρξεν ευμενής εις τους Έλληνας· διότι κατά την εβδόμην του μηνός τούτου και εις την εν Κρανώνι (377) μάχην υπό του Αντιπάτρου νικηθέντες εντελώς απωλέσθησαν, και πρότερον εν Χαιρωνεία, πολεμούντες κατά του Φιλίππου, απέτυχον (378). Την δ' αυτήν εκείνην ημέραν του ιδίου έτους οι μετά του Αρχιδάμου (379) διαβάντες εις την Ιταλίαν, κατεστράφησαν υπό των εκεί βαρβάρων. Οι δε Καρχηδόνιοι προφυλάττονται πάντοτε από της εικοστής δευτέρας του αυτού μηνός, καθ' ό φερούσης εις αυτούς τα πλείστα και μέγιστα των δυστυχημάτων. Δεν μοι είναι δ' άγνωστον ότι περί τον καιρόν των μυστηρίων (380) πάλιν, αι Θήβαι κατεσκάφησαν υπό του Αλεξάνδρου (381), και μετά ταύτα οι Αθηναίοι φρουράν εδέχθησαν των Μακεδόνων (382) κατ' αυτήν την εικοστήν του Βοηδρομιώνος, καθ' ήν εξάγουσι τον μυστικόν Ίακχον (383). Ομοίως δε και οι Ρωμαίοι, την ιδίαν ημέραν, πρώτον μεν απώλεσαν το υπό τον Καιπίωνα στρατόπεδόν των (384), προσβληθέν υπό των Κίμβρων, ύστερον δε, όταν ο Λούκουλλος εστρατήγει, ενίκησαν τους Αρμενίους και τον Τιγράνην (385). Άτταλος δ' ο βασιλεύς (386), και Πομπήιος ο Μαγνος απέθανον κατά τας ημέρας των γενεθλίων των. Και, εν γένει πολλούς δυνάμεθα να καταδείξωμεν, εις ούς κατά τας αυτάς περιόδους συνέβησαν και αι ευτυχίαι και αι δυστυχίαι. Διά δε τους Ρωμαίους αύτη είναι μία των αποφράδων ημερών, και εξ αιτίας αυτής, καθ' έκαστον μήνα και άλλαι δύο (387), διότι ο φόβος και η δεισιδαιμονία ηύξησαν ως εκ του συμβάντος τούτου, καθώς συνήθως γίνεται. Αλλά ταύτα εξετέθησαν επιμελέστερον εις το «π ε ρ ί α ι τ ι ώ ν Ρ ω μ α ϊ κ ώ ν» πόνημα.

Κ. Μετά δε την μάχην εκείνην, αν οι Γαλάται είχον αμέσως ακολουθήσει τους φεύγοντας, ουδέν θα εμπόδιζε να καταστραφή η Ρώμη εξ ολοκλήρου, και όλοι οι εντός αυτής ευρεθέντες να φονευθώσι· τόσον οι φεύγοντες ενέπνεον φόβον εις εκείνους προς ούς έφευγον, και τόσης οι ίδιοι ήσαν πλήρεις ταραχής και παραφροσύνης. Αλλά δυσπιστούντες οι βάρβαροι προς της νίκης το μέγεθος, και υπό χαράς τραπέντες εις συμπόσια, και εις το να μοιράζωνται του στρατοπέδου τα λάφυρα, αφήκαν εις τον όχλον τον εξερχόμενον της πόλεως, καιρόν όπως διαφύγη, εις δε τους μένοντας αφορμήν να ελπίζωσι, και ευκαιρίαν να παρασκευασθώσι. Τότε οι Ρωμαίοι, αφήσαντες την άλλην πόλιν, έφραξαν το Καπιτώλιον διά τειχισμάτων, και το επλήρωσαν όπλων. Και εν πρώτοις μέν τινα των ιερών εκόμισαν εις το Καπιτώλιον· το δε πυρ της εστίας αρπάσασαι αι παρθένοι μετά των ιερών, έφυγον αν και τινές διηγούνται ότι το φρουρούμενον υπ' αυτών τίποτε άλλο δεν είναι εκτός ασβέστου πυρός, ό διέταξε να σέβωνται ο βασιλεύς Νουμάς, ως πάντων των πραγμάτων αρχήν. Διότι το πυρ είναι στοιχείον κινητικώτατον εν τη φύσει· είναι δ' η γένεσις κίνησις, ή τουλάχιστον μετά κινήσεως γίνεται· τα δ' άλλα της ύλης μόρια, όταν λείψη η θερμότης, μένουσιν ακίνητα και ως νεκρά, και ποθούσι την δύναμιν του πυρός, ως ψυχήν, και όταν αύτη προσέλθη, τότε άρχονται ενεργούντα και πάσχοντα. Ο Νουμάς λοιπόν, όστις ήτον ανήρ πολυμαθής, ώστε και ελέγετο περί αυτού ότι διά την σοφίαν του συναναστρέφετο μετά των Μουσών, κατέστησεν αυτό ιερόν, και διέταξε να το φρουρώσιν ακοίμητον, ως εικόνα της τα πάντα διακοσμούσης αϊδίου δυνάμεως. Άλλοι δε διισχυρίζονται ότι το μεν πυρ καίει εμπρός των ναών προς καθαρισμόν, καθώς εις τους Έλληνας, αλλά δ' ότι κρύπτονται εντός αόρατα προς πάντας, πλην των παρθένων τούτων αίτινες ονομάζονται Εστιάδες. Και πολύς μεν διέτρεχε λόγος ότι εκεί ήτον κατατεθειμένον το Τρωικόν εκείνο Παλλάδιον (388), το κομισθέν υπό του Αινείου εις την Ιταλίαν· άλλοι δε μυθολογούσιν ότι εκεί εισι της Σαμοθράκης τα ιερά, άτινα λαβών και κομίσας εις την Τροίαν ο Δάρδανος (389), αφιέρωσε μετ' οργίων όταν έκτισε την πόλιν, κατά δε την άλωσιν ότι τα έκλεψε ν ο Αινείας, και τα διέσωσε μέχρις ότου κατώκησεν εις την Ιταλίαν. Όσοι δε προσποιούνται ότι γνωρίζουσι περισσότερα περί τούτων, λέγουσιν ότι δύο εισί μεγάλοι πίθοι εκεί κατατεθειμένοι, ο μεν ηνεωγμένος και κενός, ο δε πλήρης και εσφραγισμένος· αμφότεροι δ' ότι είναι ορατοί εις μόνας τας αγίας παρθένους. Άλλοι δε νομίζουσιν ότι ούτοι απατώνται, εκ του ότι τα πλείστα των ιερών τότε αι κόραι απέθεσαν εις δύο πίθους, και τα έκρυψαν εις την γην υπό τον ναόν του Κυρίνου (390), δι' ό και ο τόπος εκείνος μέχρι τούδε φέρει την επωνυμίαν των Πιθίσκων (391).

ΚΑ. Λαβούσαι δ' αύται τα κυριώτερα και μέγιστα των ιερών, ανεχώρησαν, και έφευγον παρά τον ποταμόν. Εκεί δε, άνθρωπος εκ του λαού, Λεύκιος Αλβίνος καλούμενος, έτυχε μεταξύ των φευγόντων αποκομίζων εφ' αμάξης τα νήπια τέκνα και την γυναίκα του μετά των χρημάτων αυτών. Ως δε είδε τας παρθένους να φέρωσιν εις τους κόλπους των τα ιερά των Θεών, και να βαδίζωσιν αβοήθητοι και κακοπαθούσαι, καταβιβάσας αμέσως την γυναίκα, τα παιδία και τα πράγματά του από της αμάξης, παρέδωκε την άμαξαν εις αυτάς διά ν' αναβώσι και διαφύγωσιν εις Ελληνικήν τινα πόλιν. Ενομίσαμεν δ' ότι του Αλβίνου η προς το θείον ευλάβεια και τιμή, εκδηλωθείσα εις καιρούς επισφαλέστατους, ήτον αξία να μη αποσιωπηθή αμνημόνευτος. Οι δε των άλλων Θεών ιερείς, και οι γέροντες μεταξύ των υπατικών και των κατά καιρούς τελεσάντων θριάμβους, δεν υπέφερον ν' αφήσωσι την πόλιν. Ενδυθέντες δε φορέματα ιερά και λαμπρά, και αρχηγόν έχοντες Φάβιον τον αρχιερέα, ηυχήθησαν προς τους θεούς, ως εις αυτούς υπέρ της πατρίδος αφιερούμενοι, και εκάθησαν εις τους ελεφαντίνους δίφρους εις την αγοράν, την επερχομένην τύχην των περιμένοντες.

ΚΒ. Την τρίτην δ' από της μάχης ημέραν επήλθεν ο Βρέννος, φέρων το στράτευμα κατά της πόλεως, και ευρών τας πύλας ηνεωγμένας, και τα τείχη φυλάκων έρημα, πρώτον μεν εφοβήθη ενέδραν και δόλον, μη πιστεύων ότι ούτως εντελώς παρητήθησαν οι Ρωμαίοι πάσης ελπίδος. Αφ' ού δ' εγνώρισε την αλήθειαν, εισελθών διά της Κυλλίνης πύλης, εκυρίευσε την Ρώμην, έχουσαν ηλικίαν ολίγον πλείονα των τριακοσίων εξήκοντα ετών από της κτίσεώς της, αν είναι πιστευτόν ότι σώζεται ακρίβειά τις περί της τότε χρονολογίας, εν ώ και περί νεωτέρων συμβάντων αμφιβολίαι υπάρχουσιν ως εκ της τότε συγχύσεως. Αυτής δε της συμφοράς και της αλώσεως φαίνεται ότι αμυδρά φήμη διήλθεν αμέσως εις την Ελλάδα· διότι Ηρακλείδης ο Ποντικός, όστις των καιρών εκείνων δεν ήτον πολύ νεώτερος (392), αναφέρει εν τω «Π ε ρ ί ψ υ χ ή ς» συγγράμματί του λόγον διαδοθέντα εκ δύσεως, ότι στρατός υπερβορείων, ελθών έξωθεν, εκυρίευσε πόλιν Ελληνικήν, την Ρώμην, ιδρυμένην είς τι μέρος εκεί περί την μεγάλην θάλασσαν (393). Δεν απορώ δ' αν ο Ηρακλείδης, όστις είναι μυθογράφος και θαυματογράφος, επεκόσμησε την αλήθειαν, καθ' όσον αφορά την άλωσιν, και διά των Υπερβορείων και διά της μεγάλης θαλάσσης. Ο δε φιλόσοφος Αριστοτέλης, ότι μεν εκυριεύθη η πόλις, είναι προφανές ότι το ήκουσεν ακριβώς. Λέγει όμως ότι ο σώσας αυτήν ήτον ο Λεύκιος, εν ώ ο Κάμιλλος ήτον Μάρκος και όχι Λεύκιος. Αλλά ταύτα μεν λέγονται κατ' εικασίαν. Καταλαβών δε την Ρώμην ο Βρέννος, πέριξ μεν του Καπιτωλίου έστησε φρουράν καταβαίνων δ' ο ίδιος διά της αγοράς, εθαύμαζε βλέπων τους περικαθημένους εκείνους άνδρας κοσμίως και εν σιωπή, οίτινες ούτε ηγέρθησαν όταν έφθασαν οι εχθροί, ούτε ήλλαξαν όψιν ή χρώμα, αλλ' ανέτως και αφόβως ηπλωμένοι εις τα καθέδρας των, άς έφερον εκεί, και βλέποντες ο είς τον άλλον, ησύχαζον. Επροξένει δ' έκπληξιν εις τους Γαλάτας το παράδοξον τούτο θέαμα, και πολύν καιρόν διστάζοντες να εγγίσωσιν αυτούς, διότι τους εθεώρουν ως ανωτέρους ανθρώπων, και να πλησιάσωσιν εις αυτούς, ίσταντο εν απορία. Αλλά τέλος είς αυτών, τόλμην λαβών, ήλθε πλησίον εις τον Παπείριον Μάνιον, και εκτείνας την χείρα, ήγγισεν ελαφρώς τον πώγωνά του, και εκράτει την γενειάδα του, ήτις ήτον πυκνή. Τότε ο Μαπείριος κτυπήσας διά της βακτηρίας την κεφαλήν αυτού, την συνέτριψεν· ο δε βάρβαρος, σύρας την μάχαιράν του, εφόνευσεν εκείνον. Από της στιγμής δ' εκείνης επιπεσόντες, εφόνευον και τους λοιπούς, και εκ των άλλων πολιτών έσφαζον όσους επετύγχανον, και εγύμνουν τας οικίας, πολλάς ημέρας λεηλατούντες την πόλιν. Μετά ταύτα δε την επυρπόλησαν και την κατέσκαπτον, οργιζόμενοι κατά των φρουρούντων το Καπιτώλιον, διότι προσκαλούμενοι υπ' αυτών δεν υπετάσσοντο, αλλά και όταν προσέβαλλον οι Γαλάται, αυτοί τους εκτύπησαν, ανθιστάμενοι από του περιτειχίσματος. Διά τούτο κατέστρεφον την πόλιν, και εξωλόθρευον όσους συνελάμβανον, ομοίως άνδρας και γυναίκας, και γέροντας και παιδία.

ΚΓ. Επειδή δε παρετείνετο η πολιορκία, οι Γαλάται είχον ανάγκην να προμηθευθώσι τροφάς, και διαιρεθέντες, οι μεν έμειναν μετά του βασιλέως και παρεφύλαττον το Καπιτώλιον, οι δ' άλλοι, την χώραν περιερχόμενοι, ελεηλάτουν αυτήν, και εκυρίευον τας κώμας, επιπίπτονπες, ουχί όλοι ομού, αλλ' άλλοι αλλαχού κατ' αρχηγίας και συντάγματα, και εσκορπίζοντο, μεγαλοφρονούντες διά τας επιτυχίας αυτών, και ουδέν φοβούμενοι. Το δε πλείστον και μάλλον συγκεκροτημένον μέρος αυτών προυχώρει προς την πόλιν των Αρδεατών, εις ήν διέτριβεν ο Κάμιλλος, εν αργία και απραξία διατελών μετά την φυγήν του, και ιδιωτεύων, ελπίδας δε τρέφων και διαλογισμούς ουχί ανθρώπου αρκουμένου να διαφύγη τους πολεμίους, αλλά σκεπτομένου πώς να τοις αντισταθή αν παρουσιάζετο η περίστασις. Διό βλέπων ότι οι Αρδεάται ήσαν ικανοί τον αριθμόν, τόλμης όμως εστερημένοι, εξ αιτίας της απειρίας και της μικροψυχίας των στρατηγών, ομίλησε πρώτον προς τους νέους, λέγων ότι δεν πρέπει να θεωρώσι την ήτταν των Ρωμαίων ως των Κελτών ανδρίαν, ουδέ να νομίζωσιν ότι όσα έπαθον εκείνοι διότι κακώς εσκέφθησαν ήσαν κατορθώματα των εχθρών, οίτινες ουδόλως συνετέλεσαν εις την νίκην, αλλ' ότι ήσαν της τύχης σύμπτωσις. Προσέθετε δ' ότι καλόν είναι και διά πολλών κινδύνων ν' απωθήσωσιν εχθρόν βάρβαρον και αλλόφυλλον, όστις, ως το πυρ, άλλο τέλος της νίκης του δεν γνωρίζει, πλην της εντελούς εξολοθρεύσεως του εχθρού του· ότι δ' αν λάβωσι θάρρος και δείξωσι προθυμίαν, τοις υπέσχετο εν καιρώ την νίκην ακίνδυνον. Αφ' ού δ' εδέχθησαν τούτους τους λόγους οι νέοι, απετάθη ο Κάμιλλος προς τους άρχοντας και τους προβούλους των Αρδεατών, και πείσας και τούτους, ώπλησε πάντας τους ενήλικας, και τους εκράτει εντός του τείχους, θέλων να μη τους εννοήσωσιν οι εχθροί, οίτινες ήσαν ήδη πλησίον. Όταν δ' ούτοι, έφιπποι περιελθόντες την χώραν, και βαρείς υπό του πλήθους των λαφύρων, αμελώς και αφροντίστως εστρατοπέδευσαν εις την πεδιάδα, τους εύρεν η νυξ ενώ εμέθυον, και σιωπή κατέλαβε το στρατόπεδον. Ταύτα μαθών ο Κάμιλλος παρά των κατασκόπων, έφερεν έξω τους Αρδεάτας· και ησύχως διαβάς τον μεταξύ τόπον, περί το μεσονύκτιον έφθασεν εις το χαράκωμα, μεγάλας εγείρων κραυγάς, και διά των σαλπίγγων πανταχόθεν ταράττων τους ανθρώπους, οίτινες υπό μέθης μόλις και μετά δυσκολίας εξύπνων εις τον μέγαν θόρυβον. Και ολίγοι μεν εγερθέντες έμφοβοι και οπλισθέντες αντέστησαν εις τον Κάμιλλον, και έπεσαν πολεμούντες· τους δε πλείστους υπό του ύπνου έτι και υπό του οίνου ευρίσκοντες κατεχομένους, τους εφόνευον αόπλους. Τους ολίγους δ' όσοι βοήθεια της νυκτός διέφυγον διά του χαρακώματος, τούτους την ημέραν σποράδην περιφερομένους εις την χώραν τους κατεδίωκον οι ιππείς και τους απέκτεινον.

ΚΔ. Την πράξιν δε ταύτην ταχέως εις τας πόλεις η φήμη διασαλπίζουσα, επροκάλει πολλούς των νέων να συρρεύσωσιν εις τα όπλα. Προ πάντων δε όσοι Ρωμαίοι, διαφυγόντες την εν Αλία μάχην ήσαν εις τους Βηίους, ωδύροντο καθ' εαυτούς λέγοντες· «Ποίον αρχηγόν αφήρεσεν αφ' ημών ο κακός δαίμων της Ρώμης, διά των κατορθωμάτων του Καμίλλου δοξάσας τους Αρδεάτας, εν ώ η πόλις ήτις εγέννησε και έθρεψε τοιούτον άνδρα, απωλέσθη καταστραφείσα. Ημείς δε, στρατηγού στερούμενοι, εκλείσθημεν εις ξένα τείχη, και καθήμεθα την Ιταλίαν εγκαταλείψαντες. Αλλ' ας στείλωμεν να ζητήσωμεν παρά των Αρδεατών τον στρατηγόν ημών, ή, λαβόντες τα όπλα, ας απέλθωμεν ημείς προς εκείνους· διότι δεν είναι πλέον φυγάς, ουδ' ημείς είμεθα πλέον πολίται, αφ' ού πατρίδα δεν έχομεν, και αύτη είναι υπό των πολεμίων την εξουσίαν.» Ταύτα ενέκρινον πάντες, και πέμψαντες, παρεκάλεσαν τον Κάμιλλον να δεχθή την αρχηγίαν αυτών. Αλλ' εκείνος απήντησεν ότι δεν την δέχεται πριν ή κατά τον νόμον ψηφίσωσι τούτο οι εν τω Καπιτωλίω πολίται· διότι εκείνους θεωρεί ως πατρίδα, εν όσω σώζονται, και αν μεν εκείνοι διατάξωσιν, ότι θέλει υπακούσει προθύμως, αν δ' εκείνοι δεν θέλωσι, δεν θέλει αναμιχθή. Και την μεν ευλαβή μετριοφροσύνην και την καλοκαγαθίαν του Καμίλλου εθαύμασαν· δεν ήξευρον δε τίνα να πέμψωσιν όπως ν' αναγγείλη ταύτα εις το Καπιτώλιον, ή μάλλον όλως αδύνατον τοις εφαίνετο, εν ώ οι εχθροί κατείχον την πόλιν, να πέμψωσιν απεσταλμένον εις την Ακρόπολιν.