Part 9
Και ο Ξενοφών είπε: «Σκέψου, λοιπόν, τώρα εάν θα επιτεθώμεν νύκτα κατά του εχθρού — εάν (φρονής ότι) η Ελληνική αύτη τακτική (του νύκτα επιτίθεσθαι) είναι η καλλιτέρα. — Διότι, καθ' ημάς, όταν οδοιπορώμεν, την μεν ημέραν, όποιο είδος του στρατεύματος αρμόζεται πάντοτε προς το έδαφος της χώρας, τούτο και προηγείται αυτού, είτε (το είδος) τούτο είναι οι οπλίται, είτε οι πελτασταί, είτε οι ιππείς. Την δε νύκτα, η καθ' ημάς τακτική επιβάλλει να προηγήται το βραδυπορώτερον.
«Τοιουτοτρόπως ελάχιστα διασπώνται τα στρατεύματα και ελάχιστα οι στρατιώται δραπετεύουν διαφεύγοντες την προσοχήν ο είς του άλλου (απαρατήρητοι). Λάβετε δ' υπ' όψει σας ότι οι διασπώμενοι πολλάκις και επιπίπτουν κατ' αλλήλων, ούτω δε, χωρίς να το εννοούν, αλληλοκαταστρέφονται».
Είπε, λοιπόν, ο Σεύθης: «Ορθώς σκέπτεσθε και θα συμμορφωθώ προς την τακτικήν σας. Και εις σας μεν θα δώσω ως οδηγούς τους εκ των γηραιοτέρων γνωρίζοντας περισσότερον την χώραν, εγώ δε θ' ακολουθώ τελευταίος (θ' αποτελώ την οπισθοφυλακήν του στρατεύματος) με τους ιππείς. Διότι ούτω θα δύναμαι, αν παραστή ανάγκη, πρώτος να τρέξω ως τάχιστα εις βοήθειάν σας. Ως σύνθημα δε παρεδέχθησαν διά την μεταξύ Ελλήνων και Θρακών συγγένειαν, την (θεάν) Αθηνάν. ((99) Συμφωνήσαντες, λοιπόν, ησύχαζαν.
Περί το μεσονύκτιον δε ενεφανίσθη με τους ιππείς φέροντας τους θώρακάς των και με τους πελταστάς φέροντας τα όπλα των. Και αφού παρέδωκεν εις τους Έλληνας τους οδηγούς, οι μεν οπλίται προηγούντο, οι δε πελτασταί ηκολούθουν, το δε ιππικόν ωπισθοφυλάκει.
Άμα δ' εξημέρωσεν, ο Σεύθης ήλθε (με το ιππικόν του) προ των οπλιτών και εξεφράσθη ευνοϊκώτατα υπέρ της Ελληνικής τακτικής. Διότι πολλάκις — είπε — του συνέβη, και μόνος του και μ' άλλους πορευόμενος την νύκτα, ν' αποσπασθή μαζή με τους ιππείς του από τους πεζούς. «Τώρα όμως — καθώς και πρέπει — φαινόμεθα όλοι ομού συνηθροισμένοι (μαζωμένοι), άμα ξημερώση. Αλλά σεις μεν περιμένετε αυτού και αναπαύεσθε, εγώ δε, αφού ρίψω κανένα βλέμμα γύρω μου, θα επιστρέψω».
Ταύτα ειπών έτρεξε προς τα εμπρός (με τον ίππον του), ακολουθήσας κάποιον δρόμον άγοντα διά μέσου του όρους. Αφού δ' έφθασεν εις μέρος όπου ήτο πολλή χιών, παρετήρησεν (επ' αυτής) μήπως υπήρχαν ίχνη ανθρώπων, ή προς τα εμπρός φανερώνοντα βαδίσματα ή προς τα όπισθεν. Επειδή όμως έβλεπεν ότι ήτον απάτητος ο δρόμος, επέστρεψε ταχέως και είπεν:
«Ω άνδρες, τα πράγματα θ' αποδώσι κατ' ευχήν, Θεού θέλοντος. Διότι θα επιτεθώμεν απαρατήρητοι &(χωρίς να μας 'νοιώσουν)& κατά των πολεμίων. Αλλ' εγώ μεν θα προηγηθώ με τους ιππείς, όπως, αν τυχόν ίδωμεν κανένα, τον εμποδίσωμεν να ειδοποιήση τον εχθρόν. Σεις δε έρχεσθε κατόπιν. Εάν δε μείνετε οπίσω, ακολουθείτε τα πατήματα των ίππων. Υπερπηδώντες δε τα όρη (αυτά που βλέπετε), θα φθάσωμεν εις χωρία πολλά κ' ευδαίμονα.
Όταν δ' έφθασε μεσημέρι, ήτον ήδη επί της κορυφής του όρους, και, αφού εκείθεν παρετήρησε τα χωρία, επανήλθε δρομαίως προς τους οπλίτας και είπε: «Τώρα θα ξαπολύσω τους μεν ιππείς να τρέξουν με ορμήν εις την πεδιάδα, τους δε πελταστάς να επιτεθούν κατά των χωρίων. Αλλ' ακολουθείτε (μας) όσον δύνασθε ταχύτερον, όπως, εάν τυχόν κανείς μας αντιστή ενεδρεύων, τον αποκρούσετε».
Ακούσας ταύτα ο Ξενοφών κατέβη από του ίππου. Και ο Σεύθης τον ηρώτησε: «Τι κατεβαίνεις, αφού πρέπει να σπεύσωμεν;» «Γνωρίζω — απήντησεν ο Ξενοφών — ότι δεν έχεις εμού μόνον ανάγκην. Οι δε οπλίται πολύ ταχύτερον και προθυμότερον θα τρέξουν, εάν προπορεύωμαι βαδίζων κ' εγώ (όπως αυτοί) πεζός».
Μετά ταύτα αμέσως έφυγε, και μαζή μ' αυτόν και ο Τιμασίων με τεσσαράκοντα περίπου Έλληνας ιππείς. Ο δε Ξενοφών διεβίβασεν, (ενώ επροχώρει, από του ενός εις τον άλλον) την διαταγήν να εξέλθουν από των λόχων, απηλλαγμένοι παντός περιττού βάρους, όλοι οι μέχρι τριάκοντα ετών άνδρες και, αφού προσπεράσουν την φάλαγγα, να προηγηθούν των άλλων οπλιτών. Και αυτός μεν ο ίδιος εβάδιζε μ' αυτούς τροχάδην. Ο δε Κλεάνωρ ωδήγει τους επιλοίπους Έλληνας.
Αφού δ' έφθασαν εις τας κώμας, ο Σεύθης με τριάκοντα ιππείς περίπου πλησιάσας τον Ξενοφώντα του είπε: «Ιδού τα χωρία, ω Ξενοφών, περί των οποίων σου έλεγα. Οι κάτοικοί των είναι εις την θέσιν των &(διόλου δεν το κούνησαν)&. Εξ άλλου όμως οι ιππείς (μου) έγειναν άφαντοι, τρέχοντες άλλος εδώ και άλλος εκεί, μόνοι των (άνευ πελταστών και οπλιτών). Φοβούμαι δε μήπως οι πολέμιοι, συγκεντρούμενοι όλοι μαζή (εις κανένα επίκαιρον σημείον), τους επιτεθούν αιφνιδίως. Πρέπει δε και εις τας κώμας να μείνουν τινές εξ ημών, διότι είναι πλήρεις κατοίκων».
«Αλλ' εγώ μεν — είπεν ο Ξενοφών — θα καταλάβω με τους άνδρας μου τας κορυφάς, (από τας οποίας προ ολίγου κατήλθομεν). Συ δε διάταξε τον Κλεάνορα να παρατείνη &(ξαπλώση)& διά της πεδιάδος πλησίον των κωμών την φάλαγγα». Αφού δ' έπραξαν ταύτα, συνηθροίσθησαν αιχμάλωτοι μεν περίπου χίλιοι, βόες δε δύο χιλιάδες, πρόβατα δε δέκα. Τότε μεν, λοιπόν, διενυκτέρευσαν εκεί εις το ύπαιθρον. ((100)
Κεφάλαιον τέταρτον
Την δ' επομένην ο Σεύθης, αφού καθ' ολοκληρίαν κατέκαυσε τας κώμας, χωρίς να φεισθή ουδεμιάς οικίας, και τούτο, διά να εμπνεύση φόβον και εις τους άλλους, ότι τοιαύτα θα πάθουν (και αυτοί), αν δεν υπακούσουν, ανεχώρησε και πάλιν.
Και τα μεν λάφυρα έστειλε να τα πωλήση ο Ηρακλείδης εις την Πέρινθον, ((101) διά να ημπορέση ούτω να μισθοδοτήση τους στρατιώτας. Αυτός δε και οι Έλληνες εστρατοπέδευσαν εις την πεδιάδα των Θυνών. Οίτινες, εγκαταλείψαντες (εκ φόβου) τα χωρία των, έφυγαν εις τα όρη.
Ενέσκηψε δε δυνατός χειμών και το ψύχος ήτο τοιούτον, ώστε το ύδωρ, τα οποίον έφερον διά το δείπνον των, επάγωνεν, όπως και ο εντός των αγγείων οίνος. Πολλών δ' εκ των Ελλήνων αι ρίνες και τα ώτα κατεκαίοντο (ενεκρώνοντο).
Και τότε πλέον έγεινε φανερόν διά ποίον λόγον οι Θράκες εφόρουν δέρματα αλωπεκών, (κατασκευασμένα) ως καλύμματα των κεφαλών και των ώτων, χιτώνας δε ου μόνον περί τα στέρνα, αλλά και περί τους μηρούς, ((102) και μακρούς μανδύας μέχρι των ποδών, όταν ίππευαν, όχι δ' επενδύτας.
Απελευθερώσας δέ τινας των αιχμαλώτων ο Σεύθης, τους διέταξε να παραγγείλουν εις τους εις τα όρη καταφυγόντας Θυνούς ότι, εάν δεν καταβούν να κατοικήσουν (εις τας κώμας των) και δεν υπακούσουν εις την διαταγήν του, θα πυρπολήση και τούτων τας κώμας και τον σίτον, ούτω δε θα αποθάνουν όλοι από την πείναν. Ένεκα τούτου, λοιπόν, κατέβησαν εκείθεν και γέροντες και γυναίκες και παιδιά. Οι νεώτεροι όμως κατεσκήνωσαν εις τας υπό το όρος κώμας.
Μαθών ο Σεύθης ότι ούτοι δεν κατέβησαν (εις την πεδιάδα), παρεκάλεσε τον Ξενοφώντα, αφού πάρη μαζή του τους νεωτέρους εκ των οπλιτών, να τον ακολουθήση. Και την νύκτα σηκωθέντες, έφθασαν μόλις εξημέρωσεν εις τας κώμας. Και οι μεν πλείστοι των εκεί καταφυγόντων διέφυγαν και πάλιν εις το εκεί που πλησίον κείμενον όρος. Όσους όμως συνέλαβεν ο Σεύθης τους εφόνευσε, χωρίς ουδενός να φεισθή, διαπεράσας αυτούς με το ακόντιον.
Ευρίσκετο δε κάποιος παιδεραστής εις το στράτευμα, ονόματι Επισθένης, από την Όλυνθον, όστις, ιδών ωραίον παίδα, μόλις προ ελαχίστου χρόνου εισελθόντα εις την ανδρικήν ηλικίαν και μικράν πλεκτήν ασπίδα φέροντα, καταδικασμένον δε (από τον Σεύθην) ν' αποθάνη, προστρέξας εις τον Ξενοφώντα, τον παρακαλεί να σπεύση να τον σώση. Και ο Ξενοφών, προσελθών εις τον Σεύθην, τον παρακαλεί να μη τον φονεύση, του δίδει δ' εξηγήσεις περί της συνηθείας (διαγωγής) του Επισθένους, περί του οποίου λέγει ότι εστρατολόγησε κάποτε λόχον μισθοφόρων, ουδέν άλλο έχων κατά νουν (περί ουδενός άλλου κατά την στρατολογίαν των φροντίζων) ειμή μόνον περί του εάν τινες εκ των ανδρών του λόχου του ήσαν ωραίοι, και ότι εφάνη εις την μετά τούτων δράσιν του ανήρ γενναίος &(παλληκάρι)&
Ο δε Σεύθης τον ηρώτα: «Αληθινά θα ήθελες, ω Επισθένη, ν' αποθάνης χάριν του παιδός αυτού;». Ούτος δε υψώσας προς τ' άνω τον τράχηλον του είπε: «Κτύπα, λοιπόν, εάν το θέλη ο παις και εάν σκέπτεται να μου χρεωστή χάριν (να μου ήναι ευγνώμων)».
Κατόπιν ηρώτησε τον παίδα ο Σεύθης, εάν θα ήθελε να φονευθή ο Επισθένης αντ' αυτού. Ο παις όμως ((103) δεν τον άφινε και παρεκάλει να μη φονεύση κανένα. Τότε ο Επισθένης εναγκαλισθείς τον παίδα είπεν: «Είναι πλέον καιρός, ω Σεύθη, να σου διαμφισβητήσω (εμπολέμως) τον παίδα αυτόν, διότι δεν εννοώ να τον αφήσω από τας χείρας μου».
Ο δε Σεύθης γελών παρητήθη μεν της περαιτέρω έριδος, απεφάσισε δε να στρατοπεδεύση αυτού, όπως ούτε εκ των κωμών αυτών διατρέφωνται οι επί του όρους (καταφυγόντες Θυνοί). Και ο ίδιος μεν, καταβάς ολίγον προς την πεδιάδα, κατεσκήνωσεν εκεί. Ο δε Ξενοφών με τους επιλέκτους, εις την υπό το όρος υψηλότερον κειμένην κώμην. Και οι άλλοι Έλληνες κατεσκήνωσαν πλησίον των καλουμένων Ορεινών Θρακών.
Μετά ταύτα και αρκεταί ημέραι παρήρχοντο εις μάτην και οι από του όρους Θράκες καταβαίνοντες προς τον Σεύθην διεπραγματεύοντο περί συνθηκών και ομήρων. Και ο Ξενοφών, ελθών εις τον Σεύθην, του έλεγεν ότι οι στρατιώται του κατασκηνούν εις μέρη επισφαλή και ότι πλησίον των είναι οι πολέμιοι. Και ότι ευχαριστότερον — είπεν — είναι να κατασκηνώνουν έξω, εις το ύπαιθρον, εις μέρη οχυρά, ή εντός οικιών (εις κώμας), ώστε να ριψοκινδυνεύουν. Ο δε Σεύθης τον συνεβούλευε να έχη θάρρος και του έδειξε παρόντας εκεί που ομήρους εκ των πολεμίων.
Και αυτόν ακόμη τον Ξενοφώντα, καταβαίνοντές τινες εκ των επί του όρους Θυνών τον παρεκάλουν να διαπραγματευθή μετ' αυτών περί ειρήνης. Ο δε Ξενοφών δεν αντέτεινε και τους ενεθάρρυνεν εγγυώμενος ότι ουδέν κακόν θα υποστούν, εάν υπακούσουν εις τον Σεύθην. Οι δε Θυνοί βεβαίως επρότειναν τοιαύτα, διά να κατασκοπεύσουν (πού και πώς κατεσκήνουν οι περί τον Ξενοφώντα).
Και ταύτα μεν συνέβησαν κατ' εκείνην την ημέραν. Την δ' επιούσαν νύκτα, κατελθόντες εκ του όρους οι Θυνοί, επιτίθενται (κατά της υπ' αυτό υψηλότερον κειμένης κώμης, όπου ήτον ο Ξενοφών με τους περί αυτόν). Και οδηγός μεν ήτον ο κύριος εκάστης οικίας του χωρίου. Διότι ήτο δύσκολον, ως εκ του σκότους, ν' ανευρίσκουν (οι Θυνοί) άνευ οδηγών τας οικίας εις τας κώμας. Διότι αύται (αι οικίαι) περιεφράσσοντο γύρω με μεγάλους σουβλερούς πασσάλους, προς ασφάλειαν των εις τους περιβόλους των φυλασσομένων προβάτων.
Αφού δ' έφθασαν εις τας θύρας εκάστου οικήματος, άλλοι μεν έρριπτον εντός των ακόντια, άλλοι δε τας εκτύπων με ρόπαλα, τα οποία λέγεται ότι κρατούν, διά ν' αποκόπτουν τας λόγχας ((104) από τα δόρατα, άλλοι δ' έβαλαν εις αυτάς φωτιά, και, καλούντες ονομαστί τον Ξενοφώντα, τον προέτρεπαν, αφού εξέλθη της οικίας, ν' αποθάνη, παρά — καθώς του έλεγαν — αυτού, (μαζή με την οικίαν), να κατακαή.
Και ήρχισε πλέον να φαίνεται (να βγαίνη) η φωτιά από την στέγην, και οι περί τον Ξενοφώντα, όλοι θωρακισμένοι όντες, ευρίσκοντο εντός (ακόμη) της οικίας, φέροντες μαχαίρας και κράνη και ασπίδας, ότε ο εκ Μακίστου (της Τριφυλίας) Σιλανός, δεκαοχταετής περίπου την ηλικίαν, ήρχισε να σημαίνη διά της σάλπιγγος. Και τότε ευθύς αμέσως εκπηδούν με γυμνά τα ξίφη και όλοι οι εντός των άλλων οικιών (ευρισκόμενοι Έλληνες).
Οι δε Θράκες τρέπονται εις φυγήν με κάθε τρόπον (όπως τους ήτον ευκολώτερον), περικαλυπτόμενοι όπισθεν με τας μικράς ασπίδας των. Και ενώ υπερεπήδων τους πασσάλους, συνελήφθησαν τινες εξ αυτών κρεμασθέντες, διότι είχαν εγκαρφωθή εις (περιπλακή με) τους πασσάλους αι ασπίδες των. Άλλοι δε και εφονεύθησαν, διότι δεν εύρισκαν &(είχαν χάση)& την έξοδον.
Οι δ' Έλληνες τους κατεδίωκαν έξω της κώμης. Τινές δε των (καταδιωκομένων) Θυνών, γυρίσαντες οπίσω αίφνης εις το σκότος, ακόντιζαν εκ του σκότους εις το φως τους παρατρέχοντας πλησίον οικίας τινός καιομένης Έλληνας. Και επλήγωσαν ούτω δύο: Ιερώνυμον τον Ευοδέα, λοχαγόν, και Θεαγένην τον Λοκρόν, λοχαγόν. Ουδείς δ' εκ των Ελλήνων εφονεύθη. Ουχ ήττον κατεκάησαν και τα όπλα τινών και τα φορέματα.
Ο δε Σεύθης έτρεξεν εις βοήθειάν των με επτά ιππείς, τους πρώτους οίτινες επρόφθασαν να τον ακολουθήσουν, έχων μαζή του και τον Θράκιον σαλπιγκτήν. Και από της στιγμής, καθ' ην έμαθε την κατά των Ελλήνων γενομένην επίθεσιν, εφ' όσον χρόνον έτρεχε προς βοήθειάν των επί τοσούτον και το κέρας περί αυτόν εσήμαινεν. Ώστε ακόμη και τούτο συνετέλεσεν εις το να εμπνεύση φόβον εις τους πολεμίους. Αφού δ' έφθασεν εκεί, τους εχαιρέτιζε όλους και έλεγεν ότι ενόμιζε πως θα εύρη πολλούς σκοτωμένους.
Μετά ταύτα ο Ξενοφών τον παρακαλεί να του παραδώση τους ομήρους και να εκστρατεύση μαζή του, εάν θέλη, εις το όρος. Άλλως, θα τον αφήση. Την επομένην, λοιπόν, του παραδίδει ο Σεύθης τους ομήρους, οίτινες ήσαν όλοι άνδρες γηραιότατοι και — όπως έλεγαν — οι καλλίτεροι των ορεινών (Θρακών). Ο ίδιος δε (ο Σεύθης) έρχεται με όλην του την δύναμιν. Ήδη δε είχε και τριπλασίας του Ξενοφώντος (στρατιωτικάς) δυνάμεις. Διότι πολλοί εκ των Οδρυσών, μανθάνοντες τα κατορθώματα του Σεύθου, κατέβαιναν από τα όρη, διά να εκστρατεύσουν μαζή του.
Οι δε Θυνοί, αφού από του όρους είδαν να έρχωνται εναντίον των πολλούς μεν οπλίτας, πολλούς δε πελταστάς, πολλούς δε ιππείς, καταβάντες, ικέτευον να γείνη ειρήνη μεταξύ των και συγκατετίθεντο να συμμορφωθούν εις ό,τι τους ζητήσουν και τους παρεκάλουν να βεβαιωθούν περί της (προς αυτούς) καλής των πίστεως.
Ο δε Σεύθης, καλέσας τον Ξενοφώντα, του ανεκοίνου τας προτάσεις των, του είπε δε ότι δεν θα συνωμολόγει μετ' αυτών ειρήνην, εάν ο Ξενοφών ήθελε να τους τιμωρήση διά την, ην υπέστη, επίθεσιν.
Ο δε Ξενοφών είπεν: «Αλλ' ως προς εμέ τουλάχιστον, νομίζω ότι και τώρα αρκετά τιμωρούνται, εάν (αφού) θα ήναι πλέον (του λοιπού) αντί ελευθέρων δούλοι». Συνεβούλευεν όμως τον Σεύθην να λαμβάνη εις το μέλλον ως ομήρους τους μάλλον δυνατούς και ικανούς να βλάψουν (τον εχθρόν), τους δε γέροντας ν' αφήνη εις τας οικίας των». Τοιουτοτρόπως, λοιπόν, οι μεν Θυνοί υποταχθέντες συνωμολόγησαν πάντες ειρήνην με τον Σεύθην.
Κεφάλαιον πέμπτον
Υπερπηδήσαντες δε τα όρη έρχονται προς τους υπέρ το Βυζάντιον κατοικούντας Θράκας, εις το καλούμενον Δέλτα. Της επικρατείας δε τούτων δεν ήρχε πλέον ο Μαισάδης, αλλά Τήρης ο Οδρύσης.
Και ο Ηρακλείδης παρευρίσκετο ενταύθα κρατών το αντίτιμον των λαφύρων. Και ο Σεύθης, αφού εξήγαγεν (αφού ξεχώρισεν εκ του σωρού των συλλεγέντων λαφύρων) τρεις συρομένας υπό ημιόνων αμάξας, ((105) διότι δεν υπήρχαν περισσότεροι — των λοιπών συρομένων από βόας — καλέσας τον Ξενοφώντα τον παρεκάλει να λάβη μίαν εξ αυτών, τας δε λοιπάς να διαμοιράση εις τους στρατηγούς και λοχαγούς.
Ο Ξενοφών δε του απήντησεν: «Εγώ μεν ήδη έχω αρκετά (λάφυρα), ώστε να λάβω και άλλα. Δώρισέ τας όμως εις τους στρατηγούς και λοχαγούς αυτούς, οι οποίοι με συνώδευσαν εις τας μάχας». Και λαμβάνει εκ των αμαξών μίαν μεν Τιμασίων ο Δαρδανεύς, μίαν δε Κλεάνωρ ο Ορχομένιος, μίαν δε Φρυνίσκος ο Αχαιός.
Αι δε συρόμεναι από βόας άμαξαι ((106) διενεμήθησαν εις τους λοχαγούς. Παρελθόντος δε ήδη του μηνός, πληρώνει (ο Σεύθης) τον μισθόν είκοσι μόνον ημερών. Διότι ο Ηρακλείδης έλεγεν ότι δεν κατώρθωσε να εισπράξη περισσότερα από την πώλησιν των λαφύρων. Δυσαρεστηθείς, λοιπόν, ως εκ τούτου ο Ξενοφών είπεν ορκισθείς συγχρόνως (συνοδεύσας και μ' επίκλησιν προς τους Θεούς τους λόγους του): «Νομίζω, ω Ηρακλείδη, ότι δεν φροντίζεις (δεν νοιάζεσαι) όπως πρέπει περί της υπολήψεως του Σεύθου. Διότι, εάν εφρόντιζες, θα ήρχεσο φέρων ολόκληρον τον μισθόν και, εάν δεν κατώρθωνες άλλως να συμπληρώσης τα (διά τον μισθόν) αναγκαιούντα χρήματα, έπρεπε να δανεισθής, ακόμη και αυτά τα ενδύματά σου να πωλήσης».
Κατόπιν των λόγων αυτών του Ξενοφώντος ο Ηρακλείδης εστενοχωρήθη και εφοβήθη μη χάση την φιλίαν του Σεύθου, διά τούτο δε και από της ημέρας ταύτης διέβαλλε όσον του ήτο δυνατόν τον Ξενοφώντα προς τον Σεύθην.
Και οι μεν στρατιώται, λοιπόν, ητιώντο τον Ξενοφώντα ότι δεν είχαν λάβη τον μισθόν. Ο δε Σεύθης δυσηρεστήθη μαζή του, διότι εντόνως απήτει τον μισθόν των. Και μέχρι μεν της ημέρας αυτής, πάντοτε είχε κατά νουν ότι, όταν απέλθη (επιστρέψη) προς την θάλασσαν, θα του δωρίση (ό,τι του είχεν υποσχεθή), την Βισάνθην δηλαδή και τον Γάνον και το Νέον τείχος. Από της ημέρας ταύτης όμως τίποτε πλέον απ' όλα αυτά δεν ενεθυμήθη. Διότι ο Ηρακλείδης ακόμη και την διαβολήν ταύτην (εις βάρος του Ξενοφώντος) διενοήθη: ότι δεν ήτον ακίνδυνον να εμπιστευθή τείχη εις άνδρα έχοντα μαζή του τοσαύτην στρατιωτικήν δύναμιν.
Ένεκα όλων αυτών ο Ξενοφών εσκέπτετο τι πρέπει ν' αποφασίση ως προς την εξακολούθησιν της προς τ' άνω πορείας του στρατεύματος. Ο δε Ηρακλείδης, αφού εισήγαγε τους άλλους στρατηγούς προς τον Σεύθην, (πλην του Ξενοφώντος), τους προέτρεπε να ειπούν ότι με την αυτήν του Ξενοφώντος ικανότητα θα ηδύναντο και αυτοί να οδηγήσουν τον στρατόν, και τους υπέσχετο ότι εντός ολίγων μόνον ημερών θα τους δώση πλήρη τον μισθόν δύο μηνών, και τους παρεκάλει να εκστρατεύσουν με τον Σεύθην.
Αλλ' ο Τιμασίων είπεν: «Εγώ μεν, λοιπόν, ουδέ εάν πρόκηται να λάβω πέντε μηνών μισθόν, θα εκστρατεύσω ποτέ χωρίς τον Ξενοφώντα». Και ο Φρυνίσκος και ο Κλεάνωρ συνεφώνουν με όσα είπεν ο Τιμασίων. Ένεκα τούτου ο Σεύθης ύβρισε τον Ηρακλείδην, διότι μαζή με τους στρατηγούς δεν προσεκάλεσε και τον Ξενοφώντα.
Τον προσκαλούν, λοιπόν, να έλθη προς τον Σεύθην μόνος. Αλλ' ο Ξενοφών, εννοήσας την πανουργίαν του Ηρακλείδου, ότι είχε σκοπόν να τον διαβάλη προς τους άλλους στρατηγούς, προσέρχεται εις τον Σεύθην, αφού επήρε μαζή του και όλους τους στρατηγούς και λοχαγούς. Και αφού όλοι, (ματαιωθέντων των δολίων σκοπών του Ηρακλείδου), επείσθησαν, συνεξεστράτευσαν &(ξεκίνησαν όλοι μαζή)& και φθάνουν, έχοντες προς τα δεξιά τον Πόντον, διά των Θρακών των ονομαζομένων Μελινοφάγων, εις τον Σαλμυδησσόν.
Ενταύθα πολλά των εις τον Εύξεινον πλεόντων πλοίων ναυαγούν και ρίπτονται έξω &(εις την ξέραν)&. Διότι εις μεγάλην της θαλάσσης έκτασιν υπάρχουν αβαθή νερά. Και οι Θράκες οι εις τα μέρη ταύτα κατοικούντες, στήλας ως όρια των ιδιοκτησιών των πήξαντες, ληστεύουν έκαστοι ό,τι εις την περιοχήν εκάστου ήθελε ξεπέση.
Ελέγετο δε ότι μέχρι προ ολίγου, [πριν ή καθορισθούν διά τοιούτων στηλών αι ιδιοκτησίαι των], πολλοί εξ αυτών, καθ' ον καιρόν προέβαιναν εις αρπαγάς, αλληλοσκοτώνοντο. Ενταύθα ευρίσκοντο πολλαί μεν κλίναι, πολλά δε κιβώτια, πολλά δε βιβλία χειρόγραφα ((107) και πολλά άλλα, όσα οι κυβερνήται των πλοίων &(οι καραβοκυραίοι)& φέρουν μέσα εις ξύλινα δοχεία.
Εντεύθεν, αφού όλα τα κατέστρεψαν, ανεχώρησαν και πάλιν. Τότε, λοιπόν, ο Σεύθης είχε πλέον στρατόν μεγαλήτερον του Ελληνικού. Διότι και εκ των Οδρυσών πολύ περισσότεροι ακόμη είχαν κατέλθη και οι εκάστοτε (εις αυτόν) υποτασσόμενοι συνεξεστράτευαν μαζή του. Κατεσκήνωσαν δε εις την υπεράνω της Σηλυβρίας πεδιάδα, απέχοντες της θαλάσσης τριάκοντα περίπου στάδια.
Και μισθός μεν κανείς δεν εφαίνετο ακόμη (Και κανείς μεν δεν επληρώνετο ακόμη). Μέ τον Ξενοφώντα δε και οι στρατιώται ήσαν δυσηρεστημένοι και ο Σεύθης έπαυσε πλέον να διάκηται φιλικώς, οσάκις δ' εκείνος τον επλησίαζε με σκοπόν να τον συναντήση, τότε ακριβώς του παρουσιάζοντο πλείσται όσαι ασχολίαι.
Κεφάλαιον έκτον
Κατά την εποχήν ταύτην, ότε είχαν ήδη παρέλθη σχεδόν δύο μήνες, φθάνουν ο Χαρμίνος ο Λάκων και ο Πολύνικος εκ μέρους του Θίμβρωνος, και αναγγέλλουν ότι οι Λακεδαιμόνιοι απεφάσισαν να εκστρατεύσουν κατά του Τισσαφέρνους, και ότι ο Θίμβρων ανεχώρησεν από την Λακεδαίμονα με σκοπόν να τον πολεμήση, ότι δ' έχει ανάγκην του στρατού τούτου, και ότι υπόσχεται ότι έκαστος μεν στρατιώτης θα λάβη κατά μήνα ως μισθόν ένα δαρεικόν, έκαστος δε λοχαγός, δύο, και έκαστος στρατηγός, τέσσαρας.
Αφού δε ήλθαν οι Λακεδαιμόνιοι, αμέσως ο Ηρακλείδης, μαθών ότι έρχονται διά το στράτευμα, λέγει εις τον Σεύθην ότι κάτι τι εκτάκτως δι' αυτόν καλόν έχει συμβή. «Διότι οι μεν Λακεδαιμόνιοι έχουν ανάγκην του στρατεύματος, συ δε δεν έχεις πλέον».
»Επιστρέφων δε εις αυτούς το στράτευμα, θα τους ευχαριστήσης, από σε δε δεν θ' απαιτήσουν πλέον τα οφειλόμενα (οι στρατιώται), αλλά θ' απομακρυνθούν από την χώραν σου». Ακούσας ταύτα ο Σεύθης, παρακαλεί να έλθουν πλησίον του οι απεσταλμένοι. Και αφού του είπαν ότι ήλθαν διά το στράτευμα, τους απήντησεν ότι (ευχαρίστως) τους το επιστρέφει, ότι επιθυμεί να ήναι φίλος των και σύμμαχος, και ότι τους προσκαλεί κατ' οίκον να τους φιλοξενήση. Και (πράγματι) τους εφιλοξένισε μεγαλοπρεπώς. Τον δε Ξενοφώντα δεν προσεκάλεσεν, όπως και κανένα εκ των άλλων στρατηγών.
Επειδή δε τον ηρώτων οι Λακεδαιμόνιοι τι είδους άνθρωπος είναι ο Ξενοφών, απεκρίθη ότι: «κατά τα άλλα μεν δεν είναι κακός, αγαπά όμως τους στρατιώτας. Και τούτο είναι δι' αυτόν πολύ χειρότερον παρά εάν δεν τους ηγάπα». Οι δε απεσταλμένοι απεκρίθησαν: «Αλλά τότε εξ άπαντος τους εξαπατά με κολακείας». Και ο Ηρακλείδης απήντησε: «Και πάρα πολύ μάλιστα».
«Τότε, λοιπόν — είπαν οι Λακεδαιμόνιοι — μήπως υπάρχει κανείς φόβος να μας εναντιωθή εις την απομάκρυνσιν του στρατεύματος;». «Αλλ' εάν — απήντησεν ο Ηρακλείδης — αφού συναθροίσετε τους στρατιώτας, τους υποσχεθήτε ότι θα τους μισθοδοτήσετε, ελάχιστα εις εκείνον προσέχοντες, θα φύγουν τρέχοντες τότε από 'δώ μαζή σας».
«Και με ποίον τρόπον, λοιπόν, απήντησαν, θα ηδυνάμεθα να τους συναθροίσωμεν;». «Αύριον το πρωί, είπεν ο Ηρακλείδης, θα σας οδηγήσωμεν προς αυτούς. Έχω δε πεποίθησιν — προσέθηκεν — ότι, μόλις σας ιδούν, με προθυμίαν αμέσως και χαράν θα τρέξουν όλοι προ σας». Τοιουτοτρόπως μεν ετελείωσε και η ημέρα αύτη.
Την δε επομένην οδηγούν εις το στράτευμα τους Λάκωνας ο Σεύθης και ο Ηρακλείδης, και συναθροίζεται όλος ο στρατός. Οι δε Λάκωνες έλεγαν «ότι οι Λακεδαιμόνιοι απεφάσισαν να πολεμήσουν τον αδικήσαντα υμάς Τισσαφέρνην. Εάν, λοιπόν, εκστρατεύσετε εναντίον του μαζή μας, και τον εχθρόν θα τιμωρήσετε και ο καθένας σας θα λάβη κατά μήνα από ένα δαρεικόν, ο λοχαγός δε το διπλάσιον και ο στρατηγός το τετραπλάσιον».
Και οι στρατιώται ήκουσαν ταύτα μ' ευχαρίστησίν των, αμέσως δε σηκώνεται κάποιος εκ των Αρκάδων, διά να κατηγορήση τον Ξενοφώντα. Παρευρίσκετο δε και ο Σεύθης, θέλων να ίδη τι θα γείνη. Εκάθητο δε εις μέρος, από το οποίον ευκόλως ηδύνατο να τους ακούη, έχων παραπλεύρως τον διερμηνέα του. Καταλάβαινε δε και ο ίδιος τα πλείστα Ελληνιστί.
Τότε, λοιπόν, λέγει ο Αρκάς: «Αλλ' ημείς μεν, ω Λακεδαιμόνιοι, (ου μόνον τώρα, αλλά) και προ πολλού θα ήμεθα πλησίον σας, εάν δεν μας ωδήγει με απάτην ο Ξενοφών εδώ, όπου ημείς μεν, καθ' όλον τον παρελθόντα φοβερόν χειμώνα εκστρατεύοντες, ούτε νύκτα, ούτε ημέραν ανεπαύθημεν. Αυτός δε εξεμεταλλεύετο τους κόπους μας. Και ο Σεύθης εκείνον μεν κρυφίως κατέστησε πλουσιώτατον, ημάς δε αρνείται να μας πληρώση.
»Ώστε — [τούτο δε, βέβαια, είμαι και ο πρώτος που το προτείνω] — εγώ μεν, εάν τον έβλεπα λιθοβολούμενον και τιμωρούμενον δι' ας υπέστημεν ταλαιπωρίας, (επί τόσον καιρόν εξαπατώμενοι), θα ενόμιζα ότι και τον μισθόν μου έλαβα ολόκληρον και δι' όσα υπέφερα δεν θα ησθανόμην καμμίαν πλέον δυσαρέσκειαν». Μετά τον Αρκάδα αυτόν ηγέρθη και άλλος επίσης και κατόπιν άλλος. Μεθ' ό ο Ξενοφών είπε τα εξής: ((108)
«Αλλά, καθώς βλέπω, όλα πρέπει κανείς να τα περιμένη, έχων υπ' όψει του ότι είναι άνθρωπος. Πράγμα το οποίον είναι ει περ ποτε αληθινόν σήμερον, ότε κ' εγώ ακόμη κατηγορούμαι από σας, εις στιγμήν δε καθ' ην η συνείδησίς μου μού λέγει ότι υπήρξα πάντοτε προθυμότατος διά παν ό,τι σας ενδιέφερε. Διότι μέχρι σήμερον μεν ηρνούμην να σας επαναφέρω εις την πατρίδα σας, όχι, μα τον Δία, βέβαια, διότι εμάνθανα ότι ευτυχείτε, αλλά μάλλον διότι σας έβλεπα δυστυχούντας, σκοπεύων να σας φανώ, εφ' όσον μου ήτο δυνατόν, ωφέλιμος.
»Αφού δε ήλθα (εις την Θράκην), αν και αυτός εδώ ο Σεύθης μου έστειλε πολλούς αγγελιοφόρους (προσκαλών με), και πλείστα όσα μου υπέσχετο, εάν κατώρθωνα να σας πείσω να έλθετε προς αυτόν, ουχ ήττον δεν εδοκίμασα να πράξω τούτο, καθώς σεις αυτοί είσθε εις θέσιν να γνωρίζετε. Σας ωδήγησα δ' εκεί μόνον οπόθεν εφανταζόμην ότι θα ήτο δυνατόν να διαβιβασθήτε ως τάχιστα εις την Ασίαν. Διότι την απόφασίν μου ταύτην και πολύ συμφέρουσαν ενόμιζα διά σας και πολύ καλά εγνώριζα ότι την εγκρίνετε.
»Επειδή δε ο Αρίσταρχος, ελθών με τας τριήρεις του (εις ό μέρος ήμεθα), μας ημπόδιζε να διαβιβασθώμεν, ένεκα τούτου — ως ήτο, βέβαια, επόμενον (καθώς, άλλως τε, έπρεπε) — σας προσεκάλεσα, διά να σκεφθώμεν τι πρέπει να πράξωμεν.
»Λοιπόν σεις, μανθάνοντες μεν αφ' ενός ότι ο Αρίσταρχος σας διέτασσε να πορευθήτε εις την Χερρόνησον, μανθάνοντες δ' εξ άλλου ότι ο Σεύθης σας επρότεινε, προβάλλων χιλίας δύο υποσχέσεις, να συνεκστρατεύσητε μαζή του, όλοι μεν ελέγατε να πορευθήτε προς τον Σεύθην, όλοι δε πάντα ταύτα εψηφίσατε.