Part 8
Μετά ταύτα ο Αναξίβιος, προσκαλέσας (εις ιδιαιτέραν συνομιλίαν) τον (μετ' αυτού συμπλέοντα) Ξενοφώντα, τον παρακαλεί με κάθε τρόπον και μέσον να επιστρέψη εις το στράτευμα όσον το δυνατόν ταχύτερα, και να το συγκρατήση συναθροίζων τους διεσπαρμένους, όσους περισσοτέρους ημπορέση, και αφού τους οδηγήση διά ξηράς (βαδίζοντας) εις την Πέρινθον, να τους διαβιβάση «ως τάχιστα» ((87) κατόπιν εις την Ασίαν. Του δίδει δε και ένα τριακοντάκωπον πλοίον και επιστολήν και συγχρόνως αποστέλλει μαζή του κ' ένα στρατιώτην με την εντολήν να διατάξη τους Περινθίους να τον συνοδεύσουν το ταχύτερον με τους αναγκαιούντας ίππους μέχρι του μέρους όπου ήτο το στράτευμα. ((88)
Και ο μεν Ξενοφών διαπλεύσας φθάνει εις το στράτευμα, οι δε στρατιώται τον υπεδέχθησαν με μεγάλην των χαράν κ' ευθύς τον ηκολούθησαν, προθυμότατοι να διαβιβασθούν εκ της Θράκης εις την Ασίαν.
Ο δε Σεύθης, μαθών ότι έρχεται και πάλιν εις την Θράκην ο Ξενοφών, του απέστειλεν, (ενώ έπλεεν εις την Πέρινθον), τον Μηδοσάδην, και τον παρακαλεί να φέρη τον στρατόν όπου αυτός ήτον, υποσχόμενος εις αυτόν παν ό,τι ενόμιζεν ότι ηδύνατο να τον δελεάση. Ο δε Ξενοφών του απεκρίθη ότι δεν ήτο δυνατόν να γείνη τίποτε.
Και ο μεν Μηδοσάδης ακούσας ταύτα ανεχώρησεν. Εκ δε των Ελλήνων, αφού έφθασαν εις την Πέρινθον, ο μεν Νέων, αποσπασθείς από το στράτευμα, εστρατοπέδευσε ξεχωριστά, μαζή με οκτακοσίους περίπου στρατιώτας. Το δε υπόλοιπον είχεν όλον μαζή συναθροισθή παρά το τείχος των Περινθίων.
Μετά ταύτα ο μεν Ξενοφών εφρόντιζε να εύρη πλοία, διά να διαβή ως τάχιστα εις την Ασίαν. Εν τω μεταξύ όμως τούτω, φθάσας με δύο τριήρεις ο νέος διοικητής του Βυζαντίου Αρίσταρχος, αφού προηγουμένως είχε σύρη (και τούτον) με το μέρος του ο Φαρνάβαζος, εις μεν τους πλοιάρχους απηγόρευσε να διαβιβασθούν (εις την Ασίαν), ελθών δε εις το στράτευμα την αυτήν έδωκεν επίσης διαταγήν.
Ο δε Ξενοφών έλεγεν ότι ενεργεί κατά διαταγήν του Αναξιβίου «και προς τον σκοπόν τούτον μ' απέστειλεν εδώ». Και πάλιν όμως ο Αρίσταρχος του είπεν: «Ο μεν Αναξίβιος δεν είναι πλέον ναύαρχος, εγώ δε είμαι εδώ ο αρμοστής. Εάν δε κανένα από σας συλλάβω εις την θάλασσαν (διαπεραιούμενον), θα τον πνίξω». Αφού είπε ταύτα, εισήλθεν εντός των τειχών (εισήλθεν εις την πόλιν Πέρινθον). Την δ' επομένην στέλλει και προσκαλεί τους στρατηγούς και λοχαγούς του στρατεύματος.
Ενώ δε ήδη επλησίαζαν το τείχος (της Περίνθου), αναγγέλλει κάποιος εις τον Ξενοφώντα ότι, εάν εισέλθη, θα συλληφθή και ή θα υπακούση εις τον Αρίσταρχον ή θα παραδοθή εις τον Φαρνάβαζον. Ο δε Ξενοφών, ακούσας ταύτα, τους μεν στρατηγούς και λοχαγούς προαποστέλλει (τούς αφήνει να υπάγουν μόνοι των), αυτός δε είπεν, ότι θα ήθελε να ερωτήση περί του πρακτέου τους Θεούς.
Και απελθών τους ηρώτα, θύων, εάν θα του επέτρεπαν να επιχειρήση να οδηγήση τον στρατόν προς τον Σεύθην. Διότι προέβλεπεν ότι: ούτε η εις Ασίαν διάβασίς του ήτον εξησφαλισμένη, του Αριστάρχου διαθέτοντος προς παρεμπόδισιν αυτού τριήρεις, ούτε ήθελεν, ερχόμενος εις την Χερρόνησον, να κατακλεισθή εκεί, το δε στράτευμα να περιέλθη εις μεγίστην στέρησιν όλων των προς διατροφήν του αναγκαίων, οπότε αυτός μεν θα ηναγκάζετο να υπακούση εις τον εκεί αρμοστήν, από τροφάς δε δεν θα ήτο δυνατόν να προμηθευθή απολύτως τίποτε ο στρατός.
Και ο μεν Ξενοφών ησχολείτο περί αυτών. Οι δε στρατηγοί και λοχαγοί, επιστρέψαντες από τον Αρίσταρχον, ανήγγειλαν ότι τους διέταξε τώρα μεν να αναχωρήσουν, να ξαναέλθουν δε το βράδυ. Τότε, λοιπόν, και καταφωροτέρα τους εφάνη η κατ' αυτών επιβουλή.
Ο Ξενοφών, λοιπόν, επειδή ενόμισεν ότι τα προσφερθέντα εις τους Θεούς σφάγια του έδειξαν ευοίωνα σημεία και ότι το στράτευμα θα μεταβή εν πλήρει ασφαλεία προς τον Σεύθην, αφού παρέλαβε τον λοχαγόν Πολυκράτην τον Αθηναίον και από έκαστον των στρατηγών ένα στρατιώτην (έμπιστον), εκτός από τον Νέωνα, προς ον είχαν όλοι εμπιστοσύνην, ανεχώρησε νύκτα διά το στράτευμα του Σεύθου, απέχον στάδια εξήκοντα.
Ότε δ' επλησίαζε (το στράτευμα), συναντά πυρά έρημα, χωρίς παρ' αυτά κανένα φύλακα. Και κατ' αρχάς μεν ενόμισεν ότι ο Σεύθης θα μετέβη εις κάποιο άλλο μέρος. Αφού όμως και θόρυβον ήκουσε και, των περί τον Σεύθην ειδοποιούντων αλλήλους (διά συνθημάτων), έμαθεν ότι τα πυρά είχαν αναφθή μακράν των νυκτοφυλάκων του στρατού, όπως οι μεν φύλακες μη βλέπωνται, μένοντες στο σκότος, ούτε πόσοι είναι, ούτε πού μένουν, οι δε πλησιάζοντες αυτούς μη διαφεύγουν την προσοχήν των, αλλ' ήναι ως εκ του φωτός καταφανέστατοι — αφού, λοιπόν, ήκουσε και έμαθεν όλα αυτά, προαποστέλλει τον διερμηνέα, ον είχε μαζή του κατά τύχην, διατάσσων αυτόν να είπη εις τον Σεύθην ότι ο Ξενοφών είναι πλησίον του και ότι θέλει να του ομιλήση. Οι περί τον Σεύθην δε ηρώτων αν είναι ο Ξενοφών ο Αθηναίος, ο από του στρατεύματος του Κύρου προερχόμενος.
Επειδή δε ο διερμηνεύς είπεν ότι αυτός είναι, οι περί τον Σεύθην, αναπηδήσαντες (εκ της θέσεώς των), έτρεξαν ταχέως (προς συνάντησίν του). Και ολίγον ύστερα παρουσιάσθησαν προ του Ξενοφώντος έως διακόσιοι πελτασταί, οίτινες, παραλαβόντες αυτόν και τους περί αυτόν, τους ωδήγησαν εις τον Σεύθην.
Ούτος δ' εφυλάσσετο ισχυρώς εντός πύργου, περί τον οποίον υπήρχαν ίπποι φέροντες τους χαλινούς των. Διότι, διά τον φόβον (των πολεμίων), την μεν ημέραν έτρεφε (με σανόν) τους ίππους του, την δε νύκτα εφυλάσσετο υπ' αυτών «κεχαλινωμένων».
Διότι ελέγετο ότι και άλλοτέ ποτε ο εν τη χώρα ταύτη πρόγονος του Τήρης, έχων υπό τας διαταγάς του πολύ στράτευμα, ότι από τους εχθρούς αυτούς του Σεύθου και πολλούς εκ των στρατιωτών του έχασε και τα σκευοφόρα του ζώα του ηρπάγησαν. Ήσαν δε ούτοι οι Θυνοί, περί των οποίων ελέγετο ότι ήσαν οι πολεμικώτεροι όλων των λαών της Θράκης, ιδίως όταν επετίθεντο την νύκτα.
Όταν δ' επλησίασαν, διέταξεν (ο Σεύθης) να εισέλθη ο Ξενοφών μαζή με δύο άνδρας της εκλογής του. Αφού δε εισήλθαν, κατ' αρχάς μεν εχαιρέτισαν αλλήλους και, κατά το κρατούν εν Θράκη έθιμον, προέπιαν με κέρατα γεμάτα οίνον. Παρίστατο δε παρά τον Σεύθην και ο Μηδοσάδης, όστις τον αντεπροσώπευεν (απεστέλλετο) εις όλα τα μέρη ως πρεσβευτής του.
Κατόπιν δε ο Ξενοφών ήρχισε να του λέγη τα εξής: «Απέστειλες προς εμέ, ω Σεύθη, πρώτον εις την Καλχηδόνα τον Μηδοσάδην τούτον, παρακαλών με να δώσω την συγκατάθεσίν μου να διέλθη το στράτευμα εκ της Ασίας (εις την Θράκην), υποσχόμενος δε, εάν πράξω τούτο, να μ' ευεργετήσης — όπως μου είπε (τουλάχιστον) ο Μηδοσάδης ούτος».
Αφού είπε ταύτα, ηρώτα τον Μηδοσάδην αν είναι αληθή όσα είπεν. Ο δε Μηδοσάδης τα επεβεβαίωσε. «Πάλιν ήλθεν ο Μηδοσάδης ούτος, ότε εγώ διεβιβαζόμην εκ Παρίου, επιστρέφων και πάλιν εις το στράτευμα, υποσχόμενος, εάν το οδηγήσω προς σε, και καθ' όλα τα άλλα να με μεταχειρισθής ως φίλον και αδελφόν και τα παρά την θάλασσαν μέρη, (όπου ευρισκόμην και) ων είσαι κύριος, να μου παραχωρήσης».
Κατόπιν τούτων και πάλιν ηρώτησε τον Μηδοσάδην, αν πράγματι τα είπεν. Ούτος δε εβεβαίωσε και ταύτα ως λεχθέντα. «Έλα, λοιπόν τώρα, είπεν ο Ξενοφών, διηγήσου εις τον Σεύθην τούτον τι σου απεκρίθην πρώτον εις την Καλχηδόνα».
«Μου απεκρίθης ότι το στράτευμα θα διαβιβασθή ούτως ή άλλως εις το Βυζάντιον και ότι, ως εκ τούτου, δεν ήτον ανάγκη να δώση καμμίαν υπόσχεσιν (ο Σεύθης) ούτε προς σε, ούτε προς οιονδήποτε άλλον. Ότι δε, αφού διαβιβασθής, θ' απομακρυνθής του στρατεύματος. Και πράγματι, ούτω συνέβη όπως έλεγες».
«Και τώρα — είπεν ο Ξενοφών — ειπέ μου τι σου έλεγα, όταν έφθασες εις την Σηλυβρίαν;». «Μου είπες ότι δεν είναι δυνατόν να γείνη τίποτε, διότι, αφού επιστρέψετε εις Πέρινθον, είναι ανάγκη να διαβιβασθήτε εις την Ασίαν».
«Τώρα, λοιπόν, είπεν ο Ξενοφών, ιδού είμεθα πλησίον σου και εγώ και ο Φρυνίσκος ούτος, ένας εκ των στρατηγών, και ο Πολυκράτης αυτός, είς των λοχαγών, απ' έξω δε είναι εξ ενός εκάστου των στρατηγών ο πλειότερον εις αυτόν πιστός, εκτός του εκ του Νέωνος του Λακωνικού (μη αντιπροσωπευομένου)».
»Εάν, λοιπόν, θέλης η μεταξύ μας συμφωνία να γείνη έτι μάλλον αξιόπιστος, προσκάλεσε και αυτούς. Συ δε, ω Πολύκρατες, πήγαινε εις αυτούς και ειπέ τους ότι εγώ διατάσσω ν' αφήσουν έξω τα όπλα των (όταν θα εισέλθουν), και συ αυτός ακόμη να εισέλθης, αφού αφήσης έξω την μάχαιράν σου».
Ακούσας ταύτα ο Σεύθης είπεν ότι εις κανένα απολύτως εκ των Αθηναίων ήθελε δείξη έλλειψιν εμπιστοσύνης. Διότι εγνώριζεν ότι (οι Αθηναίοι) ήσαν συγγενείς του (εξ επιγαμίας τινός αρχαίας Θρακών και Αθηναίων) και ότι (ως εκ τούτου) — προσέθηκε — επίστευεν ότι θα του ήσαν φίλοι ευμενείς. Μετά ταύτα δε, αφού εισήλθαν όσοι έπρεπε, πρώτον ο Ξενοφών ηρώτησε τον Σεύθην εις τι είχεν ανάγκην να χρησιμοποιήση τον στρατόν.
Ούτος δε απήντησεν ως εξής: «Ο Μαισάδης ήτο πατήρ μου, οι δε Μελανδίται και οι Θυνοί και οι Τρανίψαι απετέλουν την επικράτειάν του. Από αυτήν, λοιπόν, την χώραν, αφού τα των Οδρυσών πολιτικά πράγματα περιήλθαν εις κλονισμούς και στάσεις, εκπεσών ο πατήρ μου, αυτός μεν αποθνήσκει από κάποια ασθένειαν, εγώ δε κατόπιν ανετράφην ορφανός πλησίον του νυν βασιλέως (της Θράκης) Μηδόκου.
»Αφού δ' εμεγάλωσα («εγενόμην νεανίσκος»), δεν ηδυνάμην να ζω έχων τον νουν μου εις ξένην τράπεζαν &(δεν μπορούσα να τρώγω ξένο ψωμί)&. Και εκαθήμην στο κάθισμά μου (και παράστεκα δίπλα του), παρακαλών αυτόν ((89) να μου δώση όσους ηδύνατο άνδρας, όπως και εκείνους, οίτινες μας εξεδίωξαν της χώρας μας, κατά το μέτρον των δυνάμεών μου τιμωρήσω, και όπως ζω πλέον αυτεξούσιος, μη αποβλέπων εις την τράπεζαν εκείνην (του Μηδόκου) ωσάν σκύλλος.
«Μετά ταύτα, λοιπόν, μου δίδει (ο Μήδοκος) τους άνδρας και τους ίππους, τους οποίους θα ιδήτε αύριον όταν ξημερώση. Και τώρα εγώ μ' αυτούς (τους άνδρας και τους ίππους) ζω ληστεύων την πατρικήν μου χώραν. Εάν δε σεις έλθετε εις βοήθειάν μου, πιστεύω ότι με την βοήθειαν των Θεών ευκόλως θα ηδυνάμην ν' ανακτήσω την, ην απώλεσα, εξουσίαν. Ιδού, λοιπόν, τίνος έχω ανάγκην από σας».
«Εάν, λοιπόν — είπεν ο Ξενοφών, — ηθέλαμεν σε βοηθήση εις τον σκοπόν σου, τι θα ηδύνασο να δώσης εις τον στρατόν και τους λοχαγούς και τους στρατηγούς; Ειπέ μας, διά να σου απαντήσουν ούτοι».
Ο δε Σεύθης υπεσχέθη: εις έκαστον μεν στρατιώτην να δώση ένα κυζικηνόν (στατήρα κατά μήνα), εις έκαστον δε λοχαγόν δύο, εις έκαστον δε στρατηγόν τέσσαρας, και γην όσην θέλουν και ζευγάρια και πλησίον της θαλάσσης μέρος οχυρώτατον, περιτειχισμένον.
«Εάν όμως — είπεν ο Ξενοφών — επιχειρούντες ό,τι μας επρότεινες, δεν κατορθώσωμεν να φέρωμεν εις πέρας την υπόθεσίν σου, υπάρχει δ' εξ άλλου και ο από των Λακεδαιμονίων κίνδυνος, σ' ερωτώ: θα δεχθής (εν τοιαύτη περιπτώσει) εις την χώραν σου πάντα όστις θα ήθελε να ζήση πλησίον σου;». Ο δε Σεύθης απήντησε:
«Και αδελφούς βεβαίως και ομοτραπέζους και κοινωνούς θα σας κάνω κάθε πράγματος το οποίον ηθέλαμεν μαζή αποκτήση. Εις σε δε, ω Ξενοφών, και την θυγατέρα μου είμαι πρόθυμος να σου χαρίσω, και, εάν έχης και συ &(σου βρίσκεται)& καμμία (θυγατέρα), συμφώνως προς τα θρακικά έθιμα, να την αγοράσω. Και την Βισάνθην προς κατοικίαν σου να σου δωρήσω, η οποία μου είναι ένα από τα καλλίτερα παραθαλάσσια μέρη».
Κεφάλαιον τρίτον
Αφού ήκουσαν ταύτα ο Ξενοφών, οι στρατηγοί και οι λοχαγοί και αφού ούτω έκλεισαν αναμεταξύ των συμφωνίας, ανεχώρησαν. Και, πριν ακόμη ξημερώση, ήλθαν εις το (παρά την Πέρινθον) στρατόπεδον και ανήγγειλεν ο καθένας εις τους αποστείλαντας αυτούς τα συνομολογηθέντα.
Αφού δ' εξημέρωσεν, ο μεν Αρίσταρχος προσεκάλει και πάλιν τους στρατηγούς και λοχαγούς. Ούτοι όμως απεφάσισαν την μεν προς τον Αρίσταρχον οδόν ν' αφήσουν, να συγκαλέσουν δε το στράτευμα. Και συνήλθαν όλοι, εκτός των περί τον Νέωνα, οίτινες ήσαν μακράν των δέκα περίπου στάδια.
Αφού δε συνηθροίσθησαν, εγερθείς ο Ξενοφών είπε τα εξής: «Ω άνδρες, να διαβιβασθώμεν μεν όπου θέλομεν, μας εμποδίζει με τας τριήρεις του ο Αρίσταρχος. Ώστε δεν είναι ακίνδυνον να εισέλθωμεν εις πλοία. Αυτός δε ο ίδιος (Αρίσταρχος) μας διατάσσει να υπάγωμεν εις την Χερρόνησον διά του Ιερού όρους, χωρίς να θέλωμεν. Εάν δε, κατισχύοντες των εκ του όρους τούτου κινδύνων και δυσχερειών, έλθωμεν εις την Χερρόνησον, σας υπόσχεται ότι ούτε θα σας πωλήση πλέον (ως δούλους), όπως έπραξεν εις το Βυζάντιον, ούτε θα σας εξαπατήση, αλλ' έκαστος θα λάβη τον μισθόν του, ούτε θ' αμελήση πλέον περί της διατροφής σας καθώς τώρα, ότε τόσην έχετε ανάγκην των προς συντήρησίν σας αναγκαίων.
»Και ούτος μεν τοιαύτα λέγει. Ο δε Σεύθης, (εξ άλλου), υπόσχεται ότι, αν υπάγετε εις αυτόν, θα σας ευεργετήση. Σκεφθήτε, λοιπόν, τώρα αν θ' αποφασίσετε περί του ζητήματος αυτού μένοντες εδώ ή επιστρέφοντες εκεί όπου έχετε τα προς συντήρησίν σας. ((90)
»Εγώ μεν, λοιπόν, φρονώ ότι, επειδή εδώ ούτε χρήματα έχομεν, διά ν' αγοράσωμεν τροφάς, ούτε χωρίς χρήματα μας επιτρέπουν να λάβωμεν, ότι πρέπει να επανέλθωμεν εις τας (περί το Βυζάντιον) κώμας, όπου δεν θα μας εμποδίσουν οι κάτοικοι, ως ασθενέστεροι ημών, να προμηθευθώμεν τοιαύτας, και όπου, έχοντες πλέον τα προς συντήρησίν μας, ενήμεροι δε όντες των αναγκών εκάστου, δυνάμεθα να εκλέξωμεν ό,τι (εκ των δύο) ηθέλαμεν κρίνη ως καλλίτερον. ((91)
»Και όστις εξ υμών — προσέθηκεν — εγκρίνει ό,τι προτείνω, ας υψώση την χείρα». Πάντες, δε την ύψωσαν. «Απέλθετε, λοιπόν — είπε — και συλλέξατε τας αποσκευάς σας, και, όταν σας ειδοποιήσουν, ακολουθείτε εκείνον που θα γείνη οδηγός σας» («τον ηγούμενον»).
Μετά ταύτα ο μεν Ξενοφών ωδήγει αυτούς, ούτοι δε ηκολούθουν. Ο δε Νέων και άλλοι (απεσταλμένοι) από τον Αρίσταρχον προσεπάθουν να τους πείσουν να μεταβάλουν γνώμην. Οι περί τον Ξενοφώντα όμως δεν τους ήκουσαν. Αφού δ' επροχώρησαν μέχρι τριάκοντα σταδίων, τους συναντά ο Ξεύθης. Ο δε Ξενοφών, άμα τον είδε, του επρότεινε να πλησιάση, όπως, εις επήκοον όλων, του είπη όσα ενόμιζε (διά τον στρατόν) συμφέροντα.
Άμα δ' επλησίασεν, ο Ξενοφών του είπεν: «Ημείς βαδίζομεν όπου το στράτευμα δύναται να έχη την τροφήν του. Εκεί δε, αφού ακούσωμεν τας προτάσεις σου και του Αριστάρχου, θα εκλέξωμεν ό,τι ηθέλαμεν νομίση ως συμφερώτερον. Εάν, λοιπόν, μας οδηγήσης όπου υπάρχουν περισσότεραι τροφαί, τότε θα σε νομίσωμεν ως φίλον μας». ((92)
Και ο Σεύθης απήντησεν: «Αλλά γνωρίζω πολλά χωριά, ολίγον απέχοντα το έν του άλλου, έχοντα δε όλα τα προς διατροφήν σας αναγκαία. Και των οποίων η εντεύθεν απόστασις είναι τόση, όση χρειάζεται, διά να προγευματίσετε με όρεξιν». «Εμπρός, λοιπόν, οδήγει μας» είπεν ο Ξενοφών.
Αφού δ' έφθασαν εις αυτά το βράδυ, συναθροισθέντων των στρατιωτών, είπε προς αυτούς ο Σεύθης τα εξής: «Εγώ, ω άνδρες, σας παρακαλώ να εκστρατεύσετε μαζή μου και σας υπόσχομαι να δώσω εις έκαστον μεν στρατιώτην από ένα κυζικηνόν, εις τους λοχαγούς δε και στρατηγούς, αναλόγως. Αλλ' εκτός αυτών, και θα τιμήσω τον (αναδειχθησόμενον) άξιον τιμής. Τροφάς δε και ποτά θα λαμβάνετε, όπως και τώρα, τακτικά από την χώραν. Όσα δε λάφυρα και όσα αιχμάλωτα (ζώα ή πολέμιοι) συλληφθούν, αξιώ να κρατώ εγώ, ίνα, πωλών ταύτα καταλλήλως («ταύτα διατιθέμενος»), προσπορίζωμαι (κερδίζω) τον μισθόν σας.
»Και όσα μεν εκ τούτων τρέπονται εις φυγήν &(μας ξεφεύγουν)& ή δραπετεύουν, είμεθα (μόνοι μας) ικανοί και να τα καταδιώκωμεν και να τ' αναζητώμεν. Αν δε κανένα εξ αυτών ανθίσταται, τότε όλοι μαζή θα προσπαθούμεν να το συλλαμβάνωμεν».
Ηρώτησε δε ο Ξενοφών: «Εις πόσην απόστασιν από της θαλάσσης θ' αξιώσης να σε ακολουθήση ο στρατός;». Ούτος δ' απεκρίθη: «Εις κανένα μεν μέρος, περισσότερον των επτά ημερών, εις πολλά δε, ολιγώτερον».
Μετά ταύτα εδόθη ο λόγος εις τον θέλοντα να ομιλήση. Και έλεγαν πολλοί ταυτοχρόνως ότι αξιολογώτατα (φρονιμώτατα) ομιλεί ο Σεύθης. Διότι ήτο χειμών, και ούτε εις την πατρίδα των ήτο δυνατόν ν' αναχωρήσουν όσοι ήθελαν, ούτε να ζήσουν εις χώραν φιλικήν, εάν ηναγκάζοντο να ζουν αγοράζοντες τα προς συντήρησίν των. Ενώ (τουναντίον) εις χώραν εχθρικήν πολύ ασφαλέστερον ήτο μαζή με τον Σεύθην και να τρέφωνται και να μένουν, παρά να ήναι μόνοι των, (εις τας ιδίας των αφιέμενοι δυνάμεις). Παρά τα τόσα δε αγαθά, το να λάβη έκαστος προσθέτως και μισθόν, θα τους εφαίνετο βέβαια ως εύρημα.
Μετά ταύτα ο Ξενοφών είπεν: «Εάν τις έχη αντίρρησιν, ας το είπη. Άλλως θα εγκρίνω τα προταθέντα». Επειδή δε κανείς δεν αντέλεγε, τα ενέκρινεν («επεψήφισε»). Και ούτω απεφασίσθησαν. Αμέσως δε είπεν εις τον Σεύθην ότι θα συνεκστρατεύσουν μαζή του.
Μετά ταύτα οι μεν στρατιώται εσκήνουν (εις διάφορα χωρία) κατά τάγματα. Τους δε στρατηγούς και λοχαγούς προσεκάλεσεν ο Σεύθης εις δείπνον, πλησίον κάποιου χωρίου. Ότε δε ούτοι επλησίασαν εις την αυλήν του οίκου όπου διέμενε και παρήρχοντο ο είς μετά τον άλλον προ αυτής, διά να εισέλθουν εις το δείπνον, κάποιος ονόματι Ηρακλείδης, Μαρωνείτης, ((93) όστις έτυχε να ήναι εκεί που, πλησιάζων ένα έκαστον εξ εκείνων, τους οποίους ενόμιζεν ότι ηδύναντο να προσφέρουν κάτι εις τον Σεύθην, κατ' αρχάς μεν Παριανούς τινας, ((94) οίτινες παρευρίσκοντο εκεί, διά να επιτύχουν σχέσεις φιλικάς με τον βασιλέα των Οδρυσών Μήδοκον, φέροντες προς αυτόν και την γυναίκα του δώρα, έλεγεν ότι ο μεν Μήδοκος ήτο προς τα μεσόγεια, εις απόστασιν από της θαλάσσης: δώδεκα ημερών δρόμον, ο δε Σεύθης, επειδή συνεμάχησε με τον Ελληνικόν στρατόν, ότι θα εγίνετο κύριος της θαλάσσης.
«Αφού, λοιπόν, θα ήναι ούτω γείτων σας, θα έχη και την δύναμιν και να σας ευεργετήση και να σας βλάψη. Εάν, λοιπόν, ορθοφρονήτε &(έχετε το μυαλό σας εις τη θέσι του),& θα χαρίσετε εις αυτόν (τον Σεύθην) ό,τι διά τον Μήδοκον και την γυναίκα του) εφέρατε. Έστε δε βέβαιοι ότι ούτω θα διατεθή προς σας πολύ καλήτερα, παρά εάν το δωρήσετε εις τον τόσον μακράν κατοικούντα Μήδοκον».
Και αυτούς μεν κατ' αυτόν τον τρόπον τους ξεγέλασε. Πλησιάσας δε πάλιν Τιμασίωνα τον Δαρδανέα, επειδή έμαθεν ότι (ούτος) έχει υπό την κυριότητά του και ποτήρια (πολύτιμα) και τάπητας βαρβαρικούς, έλεγεν ότι «είναι συνήθεια του τόπου, οσάκις ο Σεύθης προσκαλεί εις δείπνον &(έχει καλεσμένους)&, να του προσφέρουν ούτοι δώρα. Ότι δε, όταν ούτος (ο Σεύθης) γείνη εδώ μέγας και τρανός, θα έχη την δύναμιν και εις την πατρίδα σου να σε επαναφέρη και εδώ να σε καταστήση πλουσιώτατον». Τοιαύτας προμνηστείας &(τέτοιαις προξενειαίς)& έκανε πλησιάζων ιδιαιτέρως ένα έκαστον.
Πλησιάσας δε και τον Ξενοφώντα έλεγε: «Συ, ω Ξενοφών, και από πόλιν μεγαλώνυμον προέρχεσαι (κατάγεσαι), και πλησίον του Σεύθου χαίρει μεγίστην το όνομά σου υπόληψιν, και εις την χώραν ταύτην ίσως ζητήσης και πυργοφόρα κτήματα να λάβης, όπως και πολλοί άλλοι εκ των Ελλήνων έλαβαν. Λοιπόν πρέπει και μεγαλοπρεπέστερον (όλων των άλλων) να τιμήσης τον Σεύθην. Εγώ δε θα τον παρακινώ να διατελής πάντοτε υπό την εύνοιάν του. ((95)
Διότι πολύ καλά γνωρίζω ότι, όσω μεγαλήτερα δώρα του χαρίσης, τόσω από μέρους του μεγαλήτερα αγαθά θα απολαύσης». Ακούων ταύτα ο Ξενοφών εστενοχωρείτο. Διότι, όταν διεβιβάσθη από το Πάριον, τίποτε άλλο δεν έφερε μαζή του, παρά ένα δούλον και τα διά το ταξείδιον απαραιτήτως αναγκαία (τρόφιμα).
Αφού δε εισήλθον εις ό μέρος είχε παρατεθή το δείπνον οι καλλίτεροι των εκεί παρευρισκομένων Θρακών και οι στρατηγοί και λοχαγοί των Ελλήνων και οιαδήποτε &(όποια)& έτυχε να ήναι (εκεί), σταλμένη από πόλεως, πρεσβεία, εδείπνουν μεν κυκλικώς καθήμενοι. Κατόπιν δε εισήχθησαν, κοιναί δι' όλους, τράπεζαι, φέρουσαι τρεις πόδας («τρίποδες»), γεμάται από κομμάτια κρέατα, με τα οποία ήσαν καρφωμένα με περόνας μεγάλα κομμάτια σιμιγδαλένιων άρτων. Αι περισσότεραι δε τράπεζαι παρετίθεντο πάντοτε προς το μέρος των ξένων. Διότι ήτον έθιμον των τόπου — και έκαμε πρώτος αρχήν αυτού ο Σεύθης — το εξής: αφού εσήκωνε (έπαιρνε) τους πλησίον του κειμένους άρτους, τους έκοπτεν εις μικρά τεμάχια, και κατόπιν τα έρριπτε &(πετούσε)& εις όποιον αυτός ενόμιζε ότι έπρεπεν, επίσης δε έκανε τα ίδια και εις τα κρέατα, αφήνων διά τον εαυτόν του όσον μόνον του έφθανε διά να φάγη. Και όσοι άλλοι δε είχαν προ αυτών τραπέζας, ταυτοχρόνως έκαναν τα ίδια.
Κάποιος δε Αρκάς, ονομαζόμενος Αρύστας, φοβερός φαγάς, το να ρίπτη μεν εδώ κ' εκεί τα φαγητά απέφευγεν («εία χαίρειν»), αφού δ' έλαβε εις την χείρα &(επήρε)& άρτον και κρέατα βάρους τριών χοινίκων ((96) και τα ετοποθέτησεν επί των γονάτων, έτρωγε.
Περιέφεραν δε οι οινοχόοι (από τραπέζης εις τράπεζαν) κεράτινα ποτήρια γεμάτα οίνον, και όλοι εδέχοντο ευχαρίστως. Ο δε Αρύστας, αφού τον επλησίασε με το ποτήρι ο οινοχόος, του είπεν, ιδών τον Ξενοφώντα παύσαντα να τρώγη πλέον: «Εις εκείνον εκεί δώσε. Διότι τώρα αναπαύεται. Εγώ όμως δεν ευκαιρώ ακόμη (καθώς βλέπεις)».
Ακούσας τον διάλογον ο Σεύθης, ηρώτησε τον οινοχόον, τι λέγει (ο Αρύστας). Ο δε οινοχόος του είπε τα λεχθέντα. Διότι εγνώριζε την Ελληνικήν. Και τότε μεν, λοιπόν, όλοι εγέλασαν.
Ενώ δε ήταν εις την ακμήν της η ευωχία, εισήλθεν ανήρ Θραξ, κρατών (από τον χαλινόν) λευκόν ίππον, και λαβών ποτήριον γεμάτον (από οίνον) είπε: «Προπίνω υπέρ σου, ω Σεύθη, και σου προσφέρω αυτόν εδώ τον ίππον, διά του οποίου διώκων μεν δύνασαι να συλλαμβάνης όποιον θέλεις, αποχωρών δ' εν ώρα μάχης, να μη φοβήσαι ποτέ σου τον εχθρόν».
Και άλλος (μετ' αυτόν), αφού παρουσίασεν ενώπιον του δούλον, επίσης του τον προσέφερε προπίνων. Και άλλος, κατόπιν, εδώρισεν εις την γυναίκα του φορέματα. Και ο Τιμασίων, προπίνων (και αυτός), του προσέφερεν αργυράν φιάλην και τάπητα άξιας δέκα μνων.
Κάποιος δε Αθηναίος, Γνήσιππος ονομαζόμενος, εγερθείς είπεν ότι ήτο ποτε αρχαίον έθιμον θαυμάσιον: οι μεν έχοντες να δίδουν εις τον βασιλέα τιμής ένεκα, εις δε τους μη έχοντας να δίδη ο βασιλεύς, «διά να ημπορώ κ' εγώ — προσέθηκε — να σου προσφέρω κάτι και να σε τιμήσω».
Ο δε Ξενοφών εστενοχωρείτο μη γνωρίζων τι να κάμη. Αφού μάλιστα, ως κατ' εξαίρεσιν τιμώμενος, έτυχε να κάθεται εις το πλησιέστερον προς τον Σεύθην κάθισμα. Ο δε Ηρακλείδης διέταξε τον οινοχόον να προτείνη (γεμάτον) εις τον Ξενοφώντα το ποτήρι («το κέρας»). Ο δε Ξενοφών, όστις ήτον ήδη ολίγον ζαλισμένος εκ του οίνου &(πιωμένος)&, εσηκώθη θαρραλέως δεχθείς το (προσφερόμενον) ποτήρι, και είπεν:
«Εγώ δε, ω Σεύθη, σου προσφέρω τον εαυτόν μου και τους συντρόφους μου αυτούς εδώ, ίνα σου ήναι πιστοί φίλοι, και κανένα μεν χωρίς να θέλη, αλλά πάντας θέλοντας να ήναι φίλοι σου πολύ περισσότερον απ' ό,τι είμαι εγώ.
»Και την στιγμήν αυτήν παρευρίσκονται ενταύθα μη ενοχλούντες σε με προσθέτους απαιτήσεις, τουναντίον δε και με όλην την διάθεσίν των προσφερόμενοι και θέλοντες και να πολεμήσουν υπέρ σου και να προκινδυνεύσουν. Μαζή των, πολλήν χώραν, αν θέλουν οι Θεοί, άλλην μεν ούσαν πατρικήν σου, θ' ανακτήσης, άλλην δε θα κυριεύσης, πολλούς δε ίππους και πολλούς άνδρας και γυναίκας θα κατακτήσης, τους οποίους δεν θα λάβης πλέον ανάγκην ν' αρπάζης ουδέ να ληστεύης, (όπως τώρα πράττεις), αλλ' αυτοί οι ίδιοι μόνοι των, φέροντες προς σε δώρα, θα τρέξουν να τεθούν υπό την σκέπην σου (υπό τας διαταγάς σου)»
Εγερθείς ο Σεύθης έπιε μαζή του και, κατόπιν, κατεσκόρπισεν επί των ιματίων του Ξενοφώντος όσον εκ του οίνου έμεινε. ((97) Μετά ταύτα εισήλθαν (εις το δείπνον) αυληταί αυλούντες με κέρατα, όμοια εκείνων με τα οποία σημαίνουν εις τον στρατόν, και άλλοι με σάλπιγγας καμωμένας από ακατέργαστα βόεια δέρματα &(γκάιδαις)&, σαλπίζοντες, όπως με την μάγαδιν, ((98) διαφόρους προς χορόν ρυθμούς.
Και αυτός (ακόμη) ο Σεύθης εγερθείς έψαλε με δυνατήν φωνήν πολεμικόν τι άσμα και (από τον ενθουσιασμόν του) ελαφρότατα, σαν βέλος, ανεπήδησε. Κατόπιν δε εισήλθαν και οι γελωτοποιοί.
Όταν δε πλέον ήρχιζε να βραδυάζη, εσηκώθησαν οι Έλληνες και είπαν ότι είναι ήδη καιρός να τοποθετήσουν νυκτοφύλακας και να τους παραδώσουν (εμπιστευθούν) το σύνθημα. Και συνεβούλευαν τον Σεύθην να διατάξη να μην εισέλθη κανείς εκ των Θρακών την νύκτα εις τα Ελληνικά στρατόπεδα (εις όσα μέρη ήσαν οι Έλληνες στρατοπεδευμένοι). «Διότι και οι εχθροί σας είναι Θράκες όπως και σεις, οι φίλοι μας».
Μόλις δ' ανεχώρησαν (οι Έλληνες), εσηκώθη και ο Σεύθης, χωρίς να φαίνεται διόλου μεθυσμένος &(ότι ήπιε)&. Εξελθών δε και προσκαλέσας ιδιαιτέρως μόνους τους στρατηγούς τους είπεν: «Ω άνδρες, οι εχθροί μας δεν έμαθαν ακόμη την συμμαχίαν μας. Εάν, λοιπόν, επιτεθώμεν κατ' αυτών, πριν ή ακόμη λάβουν κανένα προφυλακτικόν μέτρον, ώστε να μη συλληφθούν, και πριν ή ακόμη παρασκευασθούν, ώστε να ευρεθούν έτοιμοι προς άμυναν, θα πιάσωμεν (εν τοιαύτη περιπτώσει) πλείστους όσους αιχμαλώτους και θα κυριεύσωμεν πλείστα όσα πράγματα».
Ενέκριναν ταύτα όλοι οι στρατηγοί και (αμέσως) τον παρεκίνουν να γείνη οδηγός των. Ο δε Σεύθης τους είπεν: «Αφού προετοιμασθήτε, αναμένετε. Εγώ δε, όταν έλθη η ώρα η κατάλληλος, θα έλθω και, αφού πάρω μαζή μου σας και τους πελταστάς, θα ξεκινήσω (θα σας οδηγήσω) με την βοήθειάν των Θεών.