Κύρου Ανάβασις Τόμος 2

Part 7

Chapter 711 wordsPublic domain

»Και ο μεν στρατιώτης ούτος γνωρίζω ότι είναι παλληκάρι. Ως προς τον Δέξιππον δε, ότι εξελέγη από τον στρατόν να κυβερνήση την πεντηκοντάκωπον εκείνην ναυν, την οποίαν εζητήσαμεν από τους Τραπεζουντίους, υπό τον όρον να συλλέξωμεν (δι' αυτής) πλοία προς διάσωσίν μας, με την οποίαν όμως ούτος εδραπέτευσε προδώσας τους στρατιώτας, εκείνους δηλαδή με τους οποίους (από τόσους κινδύνους) διεσώθη.

«Ούτω δε και από τους Τραπεζουντίους απεστερήσαμεν τον πεντηκοντάκωπον εκείνο πλοίον, και κακοήθεις εφάνημεν εξ αιτίας του, και, όσον εξηρτάτο από τούτου, κατεστράφημεν. Διότι, καθώς ημείς, και αυτός εγνώριζεν ότι ήτο δυσκολώτατον να φύγωμεν (εκείθεν) διά ξηράς και τόσους ποταμούς να διαβώμεν και να φθάσωμεν σώοι και αβλαβείς εις την Ελλάδα.

Από τούτον, λοιπόν, τοιούτον όντα, (όπως σου τον περιέγραψα), απέσπασα εγώ τον στρατιώτην. Εάν όμως συ ή κανένας άλλος εκ των περί σε [ουχί δε εκ των αφ' ημών λαθραίως (όπως ο Δέξιππος αυτός) δραπετευσάντων] ((76) τον ωδήγει, μάθε καλώς ότι ουδέν απολύτως ήθελα πράξη εξ όσων έπραξα. Λάβε δ' υπ' όψει σου ότι, εάν με φονεύσης, θα φονεύσης άνδρα γενναίον, εξ αιτίας ενός παληανθρώπου και δειλού».

Ακούσας ταύτα ο Κλέανδρος είπεν ότι την μεν διαγωγήν του Δεξίππου δεν επιδοκιμάζει, εάν πραγματικώς έπραξεν όσα του καταγγέλλονται. Δεν νομίζει όμως — προσέθηκεν — ότι, και αν ακόμη ο μοχθηρότερος των ανθρώπων ήτον ο Δέξιππος, ότι ήτον ανάγκη να υποστή βιαίαν επίθεσιν, αλλ' ότι έπρεπεν, αφού δικασθή, καθώς και σεις τώρα επιθυμείτε, να τύχη της αρμοζούσης εις αυτόν ποινής.

» Τώρα, λοιπόν, απέλθετε, αφήνοντες εδώ τον Αγασίαν τούτον. Όταν δ' εγώ διατάξω, δύνασθε να παραστήτε εις την δίκην του. Δεν κατηγορώ δε πλέον ούτε τον στρατόν, ούτε κανένα άλλον, αφού αυτός ο ίδιος ομολογεί ότι απέσπασε &(άρπαξε απ' τα χέρια του Δεξίππου)& τον στρατιώτην».

Ο δε αποσπασθείς είπεν: «Εγώ, ω Κλέανδρε, αν τω όντι με νομίζης εις τι αδικήσαντα, ώστε να εισαχθώ εις δίκην, ((77) σε πληροφορώ ότι ούτε επλήγωσα, ούτε εκτύπησα κανένα. Είπα απλώς ότι τα πρόβατα είναι κοινά δι' όλους. Διότι είχαν αποφασίση οι στρατιώται, κάθε φορά που εξήρχετο όλος ο στρατός, διά να προμηθευθή τα προς συντήρησίν του, εάν τις ήρπαζε ξεχωριστά (τούτο ή εκείνο), ν' ανήκη ό,τι ήρπαζεν εις όλους. Αυτά και μόνον είπα.

»Κατόπιν, αφού με συνέλαβεν ο Δέξιππος ούτος, μ' έφερε προς σε, διά να μην ομιλήση &(να μη βγάλη τσιμουδιά)& κανείς, αυτός δε, αφού πάρη πρώτα το (συμφωνηθέν) μερίδιόν του, να φυλάξη τα πρόβατα από τους άρπαγας, παρά την ληφθείσαν περί τούτου απόφασιν». Εις ταύτα ο Κλέανδρος απήντησεν: «Αφού, λοιπόν, είσαι συναίτιος ενέχεσαι και συ), μείνε εδώ, διά να αποφασίσωμεν και περί σου».

Μετά ταύτα οι μεν περί τον Κλέανδρον επρογευμάτιζαν. Ο δε Ξενοφών συνήθροισε τον στρατόν και συνεβούλευε να στείλουν απεσταλμένους εις τον Κλέανδρον, διά να τον παρακαλέσουν να χαρισθή εις τους κρατηθέντας.

Μετά ταύτα απεφάσισαν, αφού αποστείλουν στρατηγούς και λοχαγούς και Δρακόντιον τον Σπαρτιάτην και εκ των άλλων, όσους ενόμισαν αρμοδίους, να παρακαλέσουν με κάθε τρόπον τον Κλέανδρον ν' αφήση (ελευθέρους) τους άνδρας.

Ελθών, λοιπόν, μαζή με τους άλλους ο Ξενοφών λέγει: «Κρατείς μεν εις χείρας σου, ω Κλέανδρε, τους άνδρας, και ο στρατός σου έδωκε το δικαίωμα (σε άφησεν ελεύθερον) να πράξης ό,τι ήθελες και περί αυτών και περί όλων μας. Τώρα δε ζητούν από σε και σε παρακαλούν (οι στρατιώται) να τους επιστρέψης τους άνδρας και να μη τους φονεύσης. Διότι καθ' όλον τον παρελθόντι χρόνον ούτοι πολλά υπέφεραν διά τον στρατόν.

Επιτυγχάνοντες δε ταύτα από σε, σου υπόσχονται, αντί τούτων, εάν θέλης να γείνης στρατηγός των και εάν οι Θεοί ήναι ευμενείς, να σου αποδείξουν ότι και ήσυχοι είναι («κόσμιοι») και ικανοί, υπακούοντες εις τον αρχηγόν των, να μη φοβούνται με την βοήθειάν των Θεών τους πολεμίους.

»Σε παρακαλούν δε ακόμη και διά το εξής: αφού τους πλησιάσης και γείνης αρχηγός των, να γνωρίσης καλά και τον Δέξιππον και τους άλλους όλους, ποίος δηλ. είναι έκαστος, και να εκτιμήσης τον καθένα κατά την αξίαν του».

Ακούσας ταύτα ο Κλέανδρος: «Αλλά ναι μα τους Θεούς — είπε — θα σας αποκριθώ ταχέως: Και τους άνδρας σας παραδίδω και εγώ ο ίδιος θα σας φανώ χρήσιμος (θα σας βοηθήσω). Και εάν οι Θεοί το επιτρέψουν &(και αν με το καλό δώσουν οι Θεοί)& θα σας οδηγήσω εις την Ελλάδα. Οι δε λόγοι ούτοι (ους ήκουσα εδώ) είναι εντελώς αντίθετοι εκείνων τους οποίους εμάνθανα περί τινων εξ υμών: ότι δηλαδή απεμακρύνατε (απεξενώσατε) το στράτευμα της φιλίας των Λακεδαιμονίων».

Μετά ταύτα οι μεν ευχαριστούντες απήλθον, φέροντες μαζή των τους άνδρας. Ο δε Κλέανδρος ηρώτα θύων τους Θεούς περί της πορείας. Και συνανεστρέφετο φιλικώς με τον Ξενοφώντα και φιλίαν προς αλλήλους ωμολόγησαν. Αφού δε και διά των ιδίων του οφθαλμών είδεν ότι πειθαρχικώτατα εκτελούνται αι διαταγαί του, τότε έτι περισσότερον επεθύμει να γείνη αρχηγός των.

Αφού όμως, καίτοι επί τρεις ημέρας ηρώτα τους Θεούς διά θυσιών, τα σφάγια δεν παρουσίασαν κανέν ευοίωνον σημείον (διά την πορείαν), συγκαλέσας τους στρατηγούς είπεν: «Εις εμέ μεν τα σφάγια τίποτε καλόν και αίσιον δεν λέγουν περί της, (ην σας υπεσχέθην), αρχηγίας. Σεις όμως διά τούτο μη στενοχωρήσθε. Διότι, ως φαίνεται, οι θεοί επιθυμούν («δέδοται») ((78) να εξαγάγετε σεις (από την χώραν αυτήν) το στράτευμα. Ξεκινήσατε, λοιπόν. Ημείς δε, όταν φθάσετε εις Βυζάντιον, θα σας υποδεχθώμεν όσον δυνάμεθα καλλίτερα».

Μετά ταύτα απεφάσισαν οι στρατιώται να του προσφέρουν τα δι' όλον τον στρατόν προωρισμένα πρόβατα. Ο δε Κλέανδρος, αφού απεδέχθη το δώρον, το ανταπέδωκε (το αντεδώρησε) και πάλιν εις τους στρατιώτας. ((79) Και ούτος μεν ανεχώρησεν. Οι δε στρατιώται, τοποθετήσαντες (ασφαλώς) τον σίτον, τον οποίον είχαν συγκομίση, και όλα όσα είχαν αρπάση, ανεχώρησαν πορευόμενοι μέσου της χώρας των Βιθυνών.

Επειδή δε κανένα χρήσιμον πράγμα δεν επέτυχαν, βαδίζοντες τον ίσιον (τον κατ' ευθείαν) δρόμον, ώστε να έχουν κάτι ιδικόν των φθάνοντες εις φιλικόν έδαφος, απεφάσισαν να γυρίσουν πάλιν οπίσω, διανύοντες διάστημα μιας ολοκλήρου ημέρας. Επιστρέψαντες δε ήρπασαν ουκ ολίγα και πρόβατα και αιχμαλώτους. Και έφθασαν μετά έξ ημέρας εις την Χρυσόπολιν της Καλχηδονίας, όπου έμειναν ημέρας επτά πωλούντες λάφυρα.

ΒΙΒΛΙΟΝ ΕΒΔΟΜΟΝ

Κεφάλαιον πρώτον.

Όσα μεν, λοιπόν, κατά την με τον Κύρον ανάβασιν έπραξαν οι Έλληνες μέχρι της (παρά τα Κούναξα) μάχης, και όσα, αφού απέθανεν ο Κύρος, έπραξαν κατά την πορείαν των μέχρις ου έφθασαν εις Πόντον, και όσα επίσης έπραξαν, εκ του Πόντου διά ξηράς βαδίζοντες και εκπλέοντες, μέχρι της εις Χρυσόπολιν της Ασίας, έξω της εισόδου αυτού (του Πόντου), αφίξεώς των — πάντα ταύτα έγειναν γνωστά με όσα μέχρι τούδε είπομεν.

Μετά ταύτα, λοιπόν, ο Φαρνάβαζος, επειδή εφοβείτο μήπως ο στρατός βαδίση εναντίον της χώρας του, αποστείλας απεσταλμένους προς τον ναύαρχον Αναξίβιον, όστις έτυχε να ευρίσκεται εις το Βυζάντιον, τον παρεκάλει να διαβιβάση εκ της Ασίας (εις την Ευρώπην) τον στρατόν, υποσχόμενος να του παράσχη τας εκδουλεύσεις του (να του φανή χρήσιμος) εις ό,τι ήθελεν.

Και ο Αναξίβιος έστειλε και προσεκάλεσε τους στρατηγούς και λοχαγούς του στρατεύματος εις το Βυζάντιον και τους υπέσχετο ότι, εάν διαβούν (τον Βόσπορον), θα δώση μισθόν εις τους στρατιώτας.

Και όλοι μεν οι άλλοι είπαν ότι, αφού σκεφθούν, θα του απαντήσουν, ο Ξενοφών όμως του είπεν ότι θ' απομακρυνθή &(θα χωρίση)& πλέον από τα στράτευμα και ότι ήθελε ν' αναχωρήση (εις την Ελλάδα). Ο δε Αναξίβιος τον παρεκάλεσε: πρώτα να διαβή μαζή με όλους τους άλλους (από την Ασίαν) κ' έπειτα ν' απομακρυνθή. Και ο Ξενοφών απήντησεν ότι (ευχαρίστως) θα πράξη όπως ούτος ήθελεν.

Ο δε ηγεμών της Θράκης Σεύθης αποστέλλει τον Μηδοσάδην και παρακαλεί τον Ξενοφώντα να προθυμοποιηθή (συγκατατεθή) να διαβή το στράτευμα, και διά την συμπροθυμίαν του ταύτην του παρήγγειλεν ότι δεν θα μετανοήση.

Ο δε Ξενοφών απήντησεν: «Αλλά το μεν στράτευμα θα διαβή (αφεύκτως). Ως εκ τούτου είναι περιττόν να δώση (από τούδε) οιανδήποτε υπόσχεσιν είτε εις εμέ, είτε εις οιονδήποτε άλλον. Άμα δε διαβή, εγώ μεν θ' απομακρυνθώ, προς τους τυχόν δε παραμείναντας και τους από του λοχαγού και άνω διοικητάς του στρατεύματος είναι ελεύθερος να προσφέρη ό,τι θέλει». ((80)

Μετά ταύτα διαβαίνουν όλοι (οι στρατιώται) εις το Βυζάντιον. Και μισθόν μεν δεν τους έδιδεν ο Αναξίβιος, εκήρυξε δε: παραλαμβάνοντες τα όπλα των και τας αποσκευάς των ν' αναχωρήσουν (το ταχύτερον), διότι προτίθεται και να τους εκδιώξη και να προβή συγχρόνως εις καταγραφήν των. Τότε οι στρατιώται εστενοχωρήθησαν, διότι δεν είχαν χρήματα, ίνα προμηθευθούν τας αναγκαίας κατά την πορείαν των τροφάς. Διά τούτο δε και με απροθυμίαν ετοίμαζαν τας αποσκευάς των.

Και ο Ξενοφών, φιλοξενούμενος ήδη υπό του αρμοστού Κλεάνδρου, ελθών εις αυτόν τον απεχαιρέτα επί τη αναχωρήσει του. Ούτος δε του λέγει: «Δεν πρέπει να φύγης. Άλλως — του είπε — θα κατηγορηθής, αφού μάλιστα και τώρα ακόμη σε κατηγορούν τινες ότι εξ αιτίας σου επιβραδύνει την αναχώρησίν του ο στρατός».

Ο δε Ξενοφών απήντησεν: «ότι εγώ μεν βέβαια δεν είμαι διόλου τούτου αίτιος. Αίτιοι είναι οι στρατιώται ως έχοντες ανάγκην επισιτισμού, εξ ου και η στενοχωρία των διά την αναχώρησιν».

«Αλλ' όμως — απήντησεν ο Κλέανδρος — εγώ σε συμβουλεύω να ξεκινήσης μαζή των ως σκοπεύων δήθεν να τους ακολουθήσης εις την πορείαν των, άμα δ' εξέλθη της πόλεως το στράτευμα, τότε αποπλέεις &(φεύγεις)& μόνος σου». «Αυτά, λοιπόν, είπεν ο Ξενοφών, αφού μεταβώμεν μαζή εις τον Αναξίβιον, τα συζητούμεν (του τ' ανακοινώνομεν)».

Ελθόντες, λοιπόν, του τ' ανεκοίνωσαν. Αλλ' ο Αναξίβιος τους διέταξε να συμμορφωθούν προς τας διαταγάς του και ν' αναχωρήσουν ευθύς αμέσως με τας αποσκευάς των, ν' αναγγελθή δε ότι, πας όστις δεν ήθελε παραστή κατά την επιθεώρησιν του στρατού και την αρίθμησιν, θα ήναι υπεύθυνος».

Μετά ταύτα ξεκίνησαν πρώτοι οι στρατηγοί και οι άλλοι, και εν γένει όλοι καθ' ολοκληρίαν, πλην ελαχίστων, εξήλθον των πυλών της πόλεως, πλησίον των οποίων ανέμενεν ο Ετεόνικος με την διαταγήν όπως, άμα εξέλθουν όλοι, κλείση τας πύλας και βάλη τον μοχλόν &(βάλη την αμπάρα).&

Ο δε Αναξίβιος, συγκαλέσας τους στρατηγούς και τους λοχαγούς, είπε: «Τα προς συντήρησίν σας μεν δύνασθε να λάβετε από τα χωριά της Θράκης. Εις τα οποία είναι πολύς σίτος και κριθή και όσα άλλα χρειάζονται προς διατροφήν σας. Αφού δε προμηθευθήτε εξ αυτών (όσα θέλετε), πηγαίνετε εις την Χερρόνησον κ' εκεί ο Κυνίσκος θα σας μισθοδοτήση».

Τινές δε εκ των στρατιωτών — ακόλουθοι ίσως των στρατηγών — ήκουον μακρόθεν ταύτα, ίσως δε και κανείς εκ των λοχαγών τα διαβιβάζει κρυφίως εις το στράτευμα. Και οι μεν στρατηγοί ηρώτων εάν ο ηγεμών Σεύθης θα τους ήναι πολέμιος ή φίλος και εάν έπρεπε να βαδίσουν διά του Ιερού όρους ή κύκλω, διά μέσου της Θράκης.

Ενώ δε συνεζήτουν ταύτα, οι στρατιώται, αναρπάσαντες τα όπλα, τρέχουν δρομαίως προς τας πύλας, με σκοπόν να εισέλθουν και πάλιν εις την πόλιν (να εισορμήσουν εντός των τειχών της πόλεως). Ο δε Ετεόνικος και οι μετ' αυτού, μόλις είδαν τους οπλίτας τρέχοντας προς τα τείχη, κλείουν τας πύλας και εμβάλλουν τον μοχλόν. Οι δε στρατιώται (φθάσαντες) εκτύπων τας πύλας έξωθεν, (διά να εισέλθουν), και διεμαρτύροντο φωνάζοντες ότι αδίκως υποφέρουν αποδιωκόμενοι και παραδιδόμενοι ούτω εις την διάκρισιν των πολεμίων. Έλεγαν δε ότι θα σπάσουν τας πύλας, εάν εκουσίως δεν τους ανοίξουν.

Άλλοι δε έτρεχαν προς την θάλασσαν και εκεί, παρά τους κυματοθραύστας των τειχών, υπερπηδούν ταύτα και εισέρχονται εις την πόλιν, άλλοι δε εκ των στρατιωτών, ευρισκόμενοι κατά τύχην έσω των τειχών, μόλις είδαν τα παρά τας πύλας συμβαίνοντα, σπάσαντες με τας αξίνας τα κλείθρα, ανοίγουν διάπλατα τας πύλας, κ' εκείνοι (οι έξωθεν αυτών κτυπώντες) εισορμούν ακάθεκτοι.

Ο δε Ξενοφών, μόλις είδε τα γενόμενα, φοβηθείς μήπως προβή εις διαρπαγάς το στράτευμα, και ανήκεστα δυστυχήματα συμβούν και εις την πόλιν και εις τον εαυτόν του και εις τους στρατιώτας, τρέχει και εισορμά μαζή με τον όχλον εις την πόλιν («είσω των πυλών»).

Οι δε κάτοικοι («οι δε Βυζάντιοι»), μόλις είδαν να εισορμά ούτω ακάθεκτον το στράτευμα, τρεπονται εις φυγήν εκ της αγοράς, άλλοι μεν προς τα πλοία, άλλοι δε εις τας οικίας των, όσοι δ' έτυχε να ήναι εντός των οικιών των, τρέχουν εις τους δρόμους φεύγοντες, άλλοι δ' έσυραν τα πλοία εις την θάλασσαν με τον σκοπόν να διασωθούν στα πλοία, όλοι δ' εν γένει ενόμιζαν ότι είναι κατεστραμμένοι πλέον, φανταζόμενοι ότι είχε κυριευθή η πόλις. Ο δε Ετεόνικος καταφεύγει (γλυτώνει) εις την ακρόπολιν.

Ο δε Αναξίβιος τρέχει δρομαίως εις την θάλασσαν, εισέρχεται εις τι εκεί αλιευτικόν πλοίον, και, περιπλέων, ανέρχεται εις την ακρόπολιν, και αμέσως στέλλει και προσκαλεί φρουρούς από την Καλχηδόνα. Διότι δεν εφαίνοντο οι εν τη ακροπόλει ικανοί να συγκρατήσουν από την διαρπαγήν τους στρατιώτας. ((81)

Οι δε στρατιώται, μόλις είδαν τον Ξενοφώντα, έρχονται πολλοί προς αυτόν δρομαίοι και του λέγουν: «Ιδού περίστασις, ω Ξενοφών, να δείξης ότι είσαι ανήρ έξοχος. Κατέχεις (έχεις υπό την εξουσίαν σου) την πόλιν, κατέχεις τα πλοία, κατέχεις τας περιουσίας και τα πράγματα, έχεις (εις την διάθεσίν σου) τόσους άνδρας. Είναι, λοιπόν, τώρα καιρός, αν θέλης, συ μεν να μας φανής χρήσιμος (να μας ωφελήσης), ημείς δε να σε ανακηρύξωμεν μέγαν».

Ο δε Ξενοφών τους απεκρίθη: «Αλλά πολύ σωστά ομιλείτε. Και θα κάμω ό,τι θέλετε. Εάν όμως επιθυμήτε να πραγματοποιηθή ό,τι επροτείνατε, καταθέσατε όσον το δυνατόν ταχύτερα τα όπλα σας». — Τους είπε δε ταύτα θέλων να τους καθησυχάση. — Τότε δε και αυτός ο ίδιος διεβίβαζεν όσα επρότεινεν εις όλον τον στρατόν, και τους άλλους συνεβούλευε να διαβιβάζουν (ο ένας εις τον άλλον) την περί καταθέσεως των όπλων εντολήν του.

Οι δε στρατιώται μόνοι των και με την θέλησίν των ετακτοποιούντο &(έμπαιναν σε τάξι)&. Και οι μεν οπλίται εις ελάχιστον χρονικόν διάστημα έμειναν οκτώ μόνον, (των λοιπών προστρεξάντων να καταθέσουν τα όπλα εις το στρατόπεδον), οι δε πελτασταί ημιλλώντο τις πρώτος να τρέξη πλησίον εκάστου των κεράτων του στρατού.

Το δε μέρος, (εις ο ετάχθησαν), ήτο καταλληλότατον προς παράταξιν και ωνομάζετο Θράκιον. Ήτο δε έρημον οικιών και πεδινόν. Αφού δε κατετέθησαν τα όπλα και ησύχασαν εντελώς οι στρατιώται, συγκαλεί ο Ξενοφών τον στρατόν και λέγει τα εξής: «Δεν απορώ μεν, ω άνδρες στρατιώται, ότι είσθε εξωργισμένοι και ότι εσχηματίσατε πλέον την πεποίθησιν ότι υπέστητε τόσα δεινά εξαπατώμενοι. Αλλ' εάν, παραφερόμενοι από την οργήν μας, ((82) τιμωρήσωμεν τους ενταύθα Λακεδαιμονίους διά την απάτην που μας έκαναν και την ουδόλως υπαίτιον αυτήν πόλιν διαρπάσωμεν, συλλογισθήτε ποίας εκ τοιούτου τινός διαβήματός μας ηθέλαμεν δοκιμάση συμφοράς.

» Εχθροί μεν κεκηρυγμένοι θα γείνωμεν των Λακεδαιμονίων και των συμμάχων των. Οποίος δε πόλεμος ήθελεν επέλθη, είναι εύκολον να το μαντεύσετε, αφού &(οι ίδιοι με τα μάτια σας)& είδατε και ενθυμείσθε ακόμη όσα πρό τινων μόλις ετών μεταξύ αυτών και ημών συνέβησαν. ((83)

»Διότι ημείς οι Αθηναίοι επολεμήσαμεν με τους Λακεδαιμονίους και τους συμμάχους των, έχοντες τριήρεις, άλλας μεν εις την θάλασσαν, άλλας δε εις τα νεώρια, όχι ολιγωτέρας των τριακοσίων. Χωρίς να υπολογίζω τα άφθονα, που ήσαν εις την πόλιν (των Αθηνών), χρήματα, και την κατ' έτος εξ ουχί ολιγωτέρων των χιλίων ταλάντων πρόσοδον, την εισπραττομένην από τους κατοίκους της Αττικής και τους συμμάχους μας. Ηγεμονεύοντες δε όλων των νήσων και έχοντες υπό την εξουσίαν μας πολλάς εις την Ασίαν και εις την Ευρώπην πόλεις, και πολλάς άλλας, (άς δεν αναφέρω), και αυτό τούτο το Βυζάντιον, όπου τώρα ευρισκόμεθα, κατέχοντες, κατεπολεμήθημεν κατά τρόπον ον πάντες σεις πολύ καλά γνωρίζετε.

»Σήμερα δε μάλιστα, ειπέρ ποτε: θα ηδυνάμεθα άρα γε να φαντασθώμεν ποία και ποία ηθέλαμεν (μετά τα εδώ γενόμενα) υποστή — σήμερα ότε όλοι μεν οι αρχαίοι σύμμαχοι των Λακεδαιμονίων είναι ακόμη σύμμαχοί των, οι Αθηναίοι δε και όσοι τότε ήσαν σύμμαχοι αυτών συνηνώθησαν όλοι μ' εκείνους κατ' ανάγκην &(ήλθαν με το μέρος των)&, ο δε Τισσαφέρνης και όλοι οι άλλοι κατά θάλασσαν κυριαρχούντες βάρβαροι είναι ήδη εχθροί μας, έχθιστος δε προς ημάς αυτός ούτος ο Μέγας Βασιλεύς, εναντίον του οποίου εβαδίσαμεν με τον σκοπόν να του αφαιρέσωμεν &(πάρωμε)& την εξουσίαν και, εάν μας ήτο δυνατόν, να τον φονεύσωμεν;

«Ενώ, λοιπόν, όλα μαζή αυτά είναι εις βάρος μας, σας ερωτώ: είναι κανείς από σας τόσον ανόητος, ώστε να φαντάζεται ότι ημείς εδώ θα ηδυνάμεθα να τους κυριεύσωμεν (να τους εξουσιάσωμεν); Όχι, προς Θεών, όχι! ας μη κάνωμεν σαν τρελλοί, ουδέ ας καταστραφώμεν ούτω επονειδίστως, κηρυττόμενοι πολέμιοι και των πατρίδων μας και των εν αυταίς συγγενών και φίλων μας. Διότι όλοι αυτοί ευρίσκονται (κατοικούν) ακριβώς εις τας πόλεις που θα εκστρατεύσουν εναντίον μας, και πολύ δικαίως (θα εκστρατεύσουν), εάν, ενώ καμμίαν πόλιν βάρβαρον δεν ηθελήσαμεν (μέχρι σήμερον) να καταλάβωμεν, αν και είχαμεν όλην την προς τούτο δύναμιν, εάν — λέγω — την πρώτην Ελληνίδα πόλιν, εις ην ήλθομεν, διαρπάσωμεν.

»Εγώ μεν, λοιπόν, εύχομαι, πριν ή ακόμη ίδω να συμβούν από σας τοιαύτα έκτροπα, να ευρεθώ χιλιάδας οργυιών υπό την γην. Και σας συμβουλεύω ως Έλληνας, υπακούοντας σήμερον εις τους προϊσταμένους των Ελλήνων (Λακεδαιμονίους), να προσπαθήτε να επιτυγχάνετε μόνον ό,τι είναι δίκαιον. Εάν δε δεν δύνασθε να εύρετε το δίκαιόν σας, τότε πρέπει ν' ανεχθώμεν την αδικίαν, ίνα μη τουλάχιστον στερηθώμεν της Ελλάδος.

»Και, λοιπόν, τώρα φρονώ ότι πρέπει ν' αποστείλωμεν απεσταλμένους εις τον Αναξίβιον και να του είπωμεν: ότι ημείς, χωρίς να έχωμεν κανένα σκοπόν να βιαιοπραγήσωμεν, εισήλθομεν εις την πόλιν &(επεράσαμεν από μέσα από την πόλιν)& με την ιδέαν μόνον, εάν μεν δυνηθώμεν να επιτύχωμεν από σας καμμίαν ωφέλειαν, καλώς• εάν δ' όχι, να σας κάνωμεν γνωστόν ότι, ουχί εξαπατώμενοι, αλλ' υπακούοντες (εις τους νόμους) εξερχόμεθα της πόλεως &(φεύγομεν)&».

Ταύτα απεφασίσθησαν και αποστέλλουν, διά να μάθουν τι θα τους απαντήσουν (περί των αποφάσεων των τούτων οι αρμόδιοι), Ιερώνυμον τον Ηλείον και Ευρύλοχον τον Αρκάδα και Φιλήσιον τον Αχαιόν. Και ούτοι μεν ανεχώρησαν, διά να τους αναγγείλουν ό,τι απεφάσισαν.

Ενώ δ' επερίμεναν οι στρατιώται, έρχεται προς αυτούς Κοιρατάδας ο Θηβαίος, όστις περιήρχετο την Ελλάδα όχι ως εξόριστος, αλλ' ως τις επιδιώκων διαρκώς να γείνη στρατηγός και υποσχόμενος, (χωρίς να του το ζητήσουν), στρατηγίας, οσάκις πόλις τις ή έθνος είχεν ανάγκην τοιούτου (στρατηγού). Και τότε προσελθών έλεγεν ότι ήτον έτοιμος να τους οδηγήση εις το καλούμενον Δέλτα της Θράκης, όπου θα ηδύναντο να ωφεληθούν πολλά καλά. Έως ότου δε φθάσουν εκεί, ότι θα τους παρέχη τροφάς και ποτά αφθονώτατα.

Άμα ήκουσαν αυτά οι στρατιώται, συγχρόνως δε και όσα τους ανήγγειλεν ήδη ο Αναξίβιος — διότι ούτος απεκρίθη ότι, εάν υπακούσουν οι στρατιώται, δεν θα μετανοήσουν, και ότι και εις τας αρμοδίας της πατρίδος των αρχάς θα κάμη περί τούτου λόγον, και αυτός ο ίδιος ότι θα σκεφθή (αποφασίση) περί αυτών παν ό,τι (ήθελε δυνηθή) καλόν και ωφέλιμον — λοιπόν, μόλις ήκουσαν ταύτα οι στρατιώται, και τον Κοιρατάδαν παραδέχονται ως στρατηγόν και αμέσως εξήλθον των τειχών της πόλεως.

Ο δε Κοιρατάδας συμφωνεί μαζή των (τους υπόσχεται) ότι την επομένην θα έλθη (θα τους βοηθήση) φέρων εις τον στρατόν και σφάγια και μάντιν και σίτον και ποτά.

Αφού δ' εξήλθον, ο Αναξίβιος έκλεισε τας πύλας και εκήρυξεν ότι: όποιος εκ των στρατιωτών ήθελε συλληφθή εντός των τειχών θα πωληθή ως δούλος. Την δ' επομένην ο μεν Κοιρατάδας ήλθε μαζή με τα σφάγια και τον μάντιν, ακολουθούμενος από είκοσιν άνδρας φέροντας κρίθινα άλευρα και από άλλους είκοσι, κατόπιν, με οίνον, και από άλλους τρεις, όπισθεν, με ελαίας και από άλλον ένα, ύστερα, φορτωμένον με όσω το δυνατόν μεγαλήτερον φορτίον σκόρδων, και από άλλον ένα ακόμη (τελευταίον όλων) φορτωμένον με κρεμμύδια. Καταθέσας δε ταύτα πάντα προ αυτών προς διανομήν, ήρχισε να ερωτά, θύων, τους Θεούς.

Ο δε Ξενοφών, προσκαλέσας πλησίον του τον Κλέανδρον, τον παρεκάλει να κατορθώση να εισέλθη ((84) εντός των τειχών (εις την πόλιν) και εκ του Βυζαντίου αναχωρήση (εις την Ελλάδα).

Ελθών δε ο Κλέανδρος, του είπεν ότι με πολύν κόπον θα κατορθώση να επιτύχη ό,τι ζητεί. ((85) Διότι ο Αναξίβιος του έλεγεν ότι δεν είναι σωστόν οι μεν στρατιώται να ήναι πλησίον του τείχους, ο δε Ξενοφών εντός αυτού, οι δε κάτοικοι της πόλεως («οι Βυζάντιοι») να στασιάζουν και να διάκηνται εχθρικώς προς αλλήλους. «Ουχ' ήττον όμως — είπεν ο Κλέανδρος — σου επιτρέπει να εισέλθης (ελευθέρως), εάν σκοπεύης ν' αναχωρήσης μαζή του».

Ο μεν Ξενοφών, λοιπόν, αποχαιρετίσας τους στρατιώτας του, ανεχώρησεν εις την πόλιν με τον Κλέανδρον. Ο δε Κοιρατάδας την μεν πρώτην ημέραν δεν είδε κανένα αίσιον εις τα θυσιαζόμενα σφάγια σημείον, ούτε εμοίρασε τίποτε εις τους στρατιώτας. Την δ' επομένην, τα μεν προωρισμένα διά την θυσίαν θύματα ήσαν επί του βωμού, παρ' αυτόν δε στεφανωμένος και έτοιμος ν' αρχίση την θυσίαν ο Κοιρατάδας. Πλησιάσαντες δ' αυτόν Τιμασίων ο Δαρδανεύς και Νέων ο Ασιναίος και Κλεάνωρ ο Ορχομένιος του έλεγαν να μην αρχίση (την θυσίαν), διότι, εάν δεν τους δώση πρώτα τα προς διατροφήν των, δεν θα του επιτραπή ν' αναλάβη την αρχηγίαν του στρατού.

Ο δε Κοιρατάδας διατάσσει τότε να διανεμηθούν αι τροφαί.

Επειδή όμως υπήρχεν ανάγκη πολλών ακόμη τοιούτων, τα δε προσφερθέντα δεν έφθαναν ή μόλις διά σιτηρέσιον μιας και μόνης ημέρας δι' έκαστον στρατιώτην, ανεχώρησεν, αφού επήρε μαζή του τα σφάγια, καταθέσας την (ην είχεν αναλάβη) στρατηγίαν.

Κεφάλαιον δεύτερον

Νέων δε ο Ασιναίος και Φρυνίσκος ο Αχαιός και Φιλήσιος ο Αχαιός και Ξανθικλής ο Αχαιός και Τιμασίων ο Δαρδανεύς παρέμειναν εις τον στρατόν και, προχωρήσαντες εις τα περί το Βυζάντιον Θρακικά χωρία, εστρατοπέδευσαν.

Και οι στρατηγοί είχαν διαιρεθή εις κόμματα, θέλοντες ο μεν Κλεάνωρ και ο Φρυνίσκος να υπάγουν εις τον ηγεμόνα Σεύθην. Διότι τους είχε δωροδοκήση &(τραβήξη με το μέρος του)& δώσας εις εκείνον μεν ένα ίππον, εις αυτόν δε μίαν γυναίκα. Ο δε Νέων επήγεν εις την Χερρόνησον, φανταζόμενος &(με την ιδέαν)& ότι, εάν το στράτευμα περιήρχετο υπό την εξουσίαν των Λακεδαιμονίων, θ' ανεκηρύσσετο στρατηγός του. Ο δε Τιμασίων επροθυμοποιείτο να διαβιβασθή και πάλιν πέραν, εις την Ασίαν, ελπίζων ότι ούτω θα του ήτον εύκολον να υπάγη εις την πατρίδα του. Και οι στρατιώται τα ίδια ήθελαν.

Ενώ δε παρήρχετο εις μάτην ο καιρός, άλλοι μεν εκ των στρατιωτών, παραδίδοντες τα όπλα εκουσίως, απέπλεον εκ της Θράκης, διά να ζητήσουν γεωργικήν εργασίαν, άλλοι δε ανεκατώνοντο με τους πολίτας εις τας πόλεις.

Ο δε Αναξίβιος έχαιρε μανθάνων την καταστροφήν και δούλωσιν ταύτην του στρατεύματος. Διότι ενόμιζεν ότι διά της τοιαύτης καταστροφής αυτού θα εγίνετο έτι μάλλον αρεστός εις τον Φαρνάβαζον.

Ενώ δε ο Αναξίβιος απέπλεεν εκ Βυζαντίου, τον συναντά εις την Κύζικον ο Αρίσταρχος, διαδεχθείς ως αρμοστής του Βυζαντίου τον Κλέανδρον. Ελέγετο δε ότι όσον ούπω επεριμένετο εις τον Ελλήσποντον και ο Πώλος, ως ναύαρχος διάδοχος του Αναξιβίου.

Και ο μεν Αναξίβιος προτρέπει (συνιστά εις) τον Αρίσταρχον να πωλήση όσους ήθελεν εύρη εκ των στρατιωτών του Κύρου (μένοντας ακόμη) εις το Βυζάντιον. Ο Κλέανδρος όμως ούτε ένα δεν επώλει (εξ αυτών), αλλά και τους ασθενούντας επεριποιείτο ευσπλαγχνούμενος και υποχρεώνων τους κατοίκους της πόλεως να τους δέχωνται κατ' οίκον &(να τους παίρνουν εις τα σπίτια των)&. Ο δε Αρίσταρχος, αφού ήλθε το ταχύτερον (εις Βυζάντιον), επώλησεν (ως δούλους) όχι ολιγωτέρους των τετρακοσίων. ((86)

Ο δε Αναξίβιος, αφού έπλευσε παρά το Πάριον, αποστέλλει εις τον Φαρνάβαζον απεσταλμένους, διά να του υπενθυμίση ό,τι του υπεσχέθη (ό,τι συνεφώνησαν). Ο δε Φαρνάβαζος, αφού έμαθεν ότι και ο Αρίσταρχος έφθασε (διωρίσθη) ως αρμοστής εις το Βυζάντιον και ο Αναξίβιος δεν ήτο πλέον ναύαρχος, ως προς τον Αναξίβιον μεν, δεν εφρόντιζεν (απέφυγε να του απαντήση), ως προς τον Αρίσταρχον δε, διεξήγε τας αυτάς οίας και με τον Αναξίβιον διαπραγματεύσεις περί του Κυρείου στρατεύματος (πολλά και εις αυτόν, όπως εις εκείνον, υποσχόμενος).