Κύρου Ανάβασις Τόμος 2

Part 6

Chapter 614 wordsPublic domain

Εγερθείς κάποιος τότε είπε: «Και — καθώς βλέπω — ήτον επόμενον να μην αποβαίνουν κατ' ευχήν τα ιερά. Διότι, όπως εγώ έμαθα χθες κατά τύχην από κάποιον ελθόντα με πλοίον εις τα μέρη αυτά, ο διοικητής του βυζαντίου Κλέανδρος έχει σκοπόν να έλθη με (φορτηγά) πλοία και τριήρεις».

Μετά ταύτα δε όλοι μεν ενόμιζαν ότι έπρεπε να τον αναμένουν. Αλλ' ήτον, εξ άλλου, και ανάγκη απόλυτος να τρέξουν προς εύρεσιν τροφών. Και πάλιν, λοιπόν, διά το ίδιο ζήτημα επί τρεις φοράς ηρώτων με σφάγια τους Θεούς, αλλά και πάλιν ταύτα ουδέν αίσιον εφανέρωσαν. Και ήδη, ελθόντες και εις αυτήν την σκηνήν του Ξενοφώντος, διεμαρτύροντο διά την έλλειψιν τροφών. Εν τούτοις ούτος εξηκολούθει αρνούμενος να τους οδηγήση (να εξαγάγη τον στρατόν) προς εύρεσιν τοιούτων, αφού τα ιερά παρουσιάζοντο πάντοτε δυσοίωνα.

Και πάλιν ηρώτα τους Θεούς την επομένην και σχεδόν όλοι οι στρατιώται, διότι όλοι ενδιαφέροντο, ετριγύριζαν τα ιερά παρατηρούντες. Τα δε σφάγια είχαν τελειώση πλέον (Ζώα δε προς σπλαγχνοσκοπίαν δεν υπήρχαν πλέον). Οι δε στρατηγοί ηρνούντο μεν να οδηγήσουν τον στρατόν προς επισιτισμόν, τον εκάλεσαν δε και πάλιν εις συνάθροισιν. Είπε, λοιπόν, ο Ξενοφών: «Ίσως είναι ήδη συνηθροισμένοι κάπου οι πολέμιοι και είναι απόλυτος ανάγκη να πολεμήσωμεν. Εάν, λοιπόν, αφού αφήσωμεν (τοποθετήσωμεν) τας αποσκευάς μας εις το ασφαλές και οχυρόν του όρους μέρος, ηθέλαμεν βαδίση παρασκευασμένοι ως προς μάχην, ίσως τα ιερά εκαλλιτέρευαν κατά τι».

Ακούσαντες δε οι στρατιώται διεμαρτύροντο λέγοντες ότι ουδεμία παρίστατο ανάγκη να τας (μετα)φέρουν εις το μέρος εκείνο, αλλά να ερωτήσουν τους Θεούς ως τάχιστα. Και πρόβατα μεν (διά σφάγια) δεν υπήρχαν πλέον. Αφού δε ηγόρασαν βόας εκ των εις άμαξαν ζευγνυομένων, ηρώτων και πάλιν τους Θεούς. Και ο Ξενοφών παρεκάλεσε Κλεάνορα τον Αρκάδα ν' αναλάβη αυτός προθύμως την θυσίαν, διά να ίδη αν εκ της μεταλλαγής ταύτης του θύτου θα προέκυπτε κανέν ευοίωνον διά τον στρατόν σημείον. ((62) Αλλ' ούτε δι' αυτού έδειξαν τίποτε καλόν τα ιερά.

Ο Νέων δε ήτο μεν στρατηγός, αντικαταστήσας τον Χειρίσοφον (μετά τον θάνατόν του), βλέπων όμως τους στρατιώτας πάρα πολύ να υποφέρουν, επειδή ήθελε να τους φανή ευχάριστος, ευρών τινα άνθρωπον Ηρακλεώτην, όστις του είχεν είπη ότι γνωρίζει εκεί που πλησίον χωρία, από τα οποία θα ήτο δυνατόν να προμηθευθούν τα προς συντήρησίν των, εκήρυξεν εις όλον το στράτευμα ότι, όποιος ήθελεν, ηδύνατο να υπάγη προς εύρεσιν τροφών, διότι θα είχαν τον Ηρακλεώτην εκείνον οδηγόν των.

Ξεκινούν, λοιπόν, με μικρά δόρατα και ασκούς και σάκκους και άλλα διάφορα αγγεία έως δύο χιλιάδες άνδρες. Αφού δ' έφθασαν εις τα χωρία και διεσπάρησαν παντού προς λεηλασίαν, επιτίθενται κατ' αυτών πρώτοι οι ιππείς του Φαρναβάζου. Διότι είχαν σταλή ούτοι εις βοήθειαν των Βιθυνών, σκοπεύοντες μαζή μ' αυτούς, εάν ήτο δυνατόν, να μην επιτρέψουν εις τους Έλληνας να έλθουν εις την Φρυγίαν. Οι ιππείς, λοιπόν, αυτοί φονεύουν εκ των Ελλήνων όχι ολιγωτέρους των πεντακοσίων. Οι δε υπολειφθέντες διέφυγαν σωθέντες εις το όρος.

Μετά ταύτα κάποιος εκ των διαφυγόντων αναγγέλλει τα όσα συνέβησαν εις το στρατόπεδον. Και ο Ξενοφών, επειδή κατά την ημέραν ταύτην δεν είχαν αποβή αίσια τα ιερά, λαβών βουν εκ των υποζυγίων, διότι δεν υπήρχαν πλέον άλλα προς θυσίαν θύματα (σφάγια), αφού τον έσφαξεν (επί τω σκοπώ να ερωτήση τους Θεούς αν πρέπει να τρέξη ή όχι εις βοήθειαν εκείνων, οι δε θεοί ενέκριναν αυτήν), έτρεξεν αμέσως εις βοήθειάν των και αυτάς και όλοι οι άλλοι, όσοι είχαν ηλικίαν μέχρι τριάκοντα ετών.

Καί παραλαβόντες ούτοι (υπό την προστασίαν των) τους επί του όρους καταφυγόντας άνδρας, επιστρέφουν εις το στρατόπεδον. Καί ήδη μεν ήτον ο Ήλιος περί την δύσιν του, οι δ' Έλληνες ετοιμάζοντο να φάγουν, καταλυπημένοι και κατηφείς (διά την συμφοράν), όταν αιφνιδίως διά μέσου των δασωδών μερών του όρους επιτεθέντες τινές εκ των Βιθυνών κατά των προφυλακών, άλλους μεν εξ αυτών εφόνευσαν, άλλους δε κατεδίωξαν μέχρι του στρατοπέδου.

Κ' εγερθέντος μεγάλου θορύβου εις το στράτευμα, έτρεξαν δρομαίοι εις τα όπλα όλοι οι Έλληνες. Και το να τους καταδιώξουν μεν και θέσουν διά νυκτός εις κίνησιν όλον το στρατόπεδον ενόμισαν ότι δεν ήτον ασφαλές και φρόνιμον. Διότι ήσαν όλα τα πέριξ μέρη δασώδη. Διενυκτέρευαν όμως ωπλισμένοι, με αρκετούς φυλαττόμενοι φρουρούς.

Κεφάλαιον πέμπτον

Και την μεν νύκτα (αυτήν) ούτω επέρασαν. Άμα δ' εξημέρωσεν, οι στρατηγοί ωδήγουν τον στρατόν εις την οχυράν εκείνην θέσιν, (εις ην την προηγουμένην είχε προτείνη ο Ξενοφών ν' αποθέσουν τας αποσκευάς των). Οι δε στρατιώται ηκολούθουν με τας αποσκευάς των και τα όπλα των. Πριν έλθη δε ακόμη η ώρα του προγεύματος, απέκλεισαν ολόκληρον τα προς την είσοδόν της μέρος με χαρακώματα και τάφρον, αφήσαντες τρεις πύλας. Και πλοίον από την Ηράκλειαν ήλθε φέρον κρίθινα άλευρα και ζώα προωρισμένα διά τας προς τους Θεούς θυσίας και οίνον.

Σηκωθείς δε πρωί ο Ξενοφών ηρώτα τους Θεούς σχετικώς προς την μελετωμένην προς επισιτισμόν του στρατού πορείαν. Και ευθύς από του πρώτου σφαγίου τα σπλάγχνα έδειξαν αίσια σημεία. Και αφού ετελείωσε πλέον η σπλαγχνοσκοπία (όπως ήθελε), βλέπει αετόν εκ δεξιών ο μάντις Αρηξίων ο Παρράσιος και (αμέσως) παρορμά τον Ξενοφώντα να τεθή επί κεφαλής του στρατεύματος.

Και, αφού διέβησαν την τάφρον, καταθέτουν, αναμένοντες διαταγάς, τα όπλα. Ο δε κήρυξ εκήρυξεν, αφού γευματίσουν, να ξεκινήσουν οι στρατιώται με τα όπλα των, τον όχλον δε και τους αιχμαλώτους ν' αφήσουν αυτού (εκεί όπου είναι).

Και λοιπόν, όλοι μεν οι άλλοι εξεκίνησαν. Ουχί δε και ο Νέων. Διότι ηύραν καλλίτερα να τον αφήσουν αυτού φύλακα του στρατοπέδου. Επειδή όμως οι λοχαγοί και οι στρατιώται του ήρχισαν να τον εγκαταλείπουν, νομίζοντες ότι ήτον εντροπή των να μην ακολουθήσουν και αυτοί το στράτευμα, ενώ όλοι οι άλλοι συμμετείχον της πορείας, άφησαν εκεί όλους τους (εν τω στρατεύματι) έχοντας ηλικίαν ανωτέραν των σαράντα πέντε ετών. Και ούτοι μεν έμειναν εκεί, οι δ' άλλοι επορεύοντο.

Πριν διανύσουν δε (εν όλω) δεκαπέντε στάδια, ήρχισαν να συναντούν πτώματα νεκρών. Καί αφού έφεραν (εσταμάτησαν) την ουράν του κέρατος ((63) ακριβώς ενώπιον των πρώτων, που εφάνησαν, νεκρών, ήρχισαν να θάπτουν όλους όσους περιελάμβανε (καθ' όλην την έκτασίν του) ο στρατός.

Αφού δ' έθαψαν τους πρώτους, ((64) μετακινήσαντες προς τα εμπρός το στράτευμα και την ουράν του πάλιν σταματήσαντες προ των πρώτων (νεκρών) εκ των ατάφων, έθαπτον (και πάλιν) κατά τον αυτόν τρόπον τόσους, όσους περιελάμβανεν η στρατιά. Αφού δε έφθασαν εις την οδόν, ((65) όπου κατέκειντο αθρόοι οι νεκροί, συλλέξαντες όλους αυτούς μαζή τους έθαψαν.

Παρελθούσης δε πλέον της μεσημβρίας, ήρχισαν, προχωρήσαντες έξω των κωμών, να λαμβάνουν (αρπάζουν) τα προς συντήρησίν των, παν ό,τι (δηλαδή) περιελάμβανε τα βλέμμα εντός της περιοχής της φάλαγγος (πορευομένης). Ότε αιφνιδίως βλέπουν τους πολεμίους από το απέναντι μέρος να υπερπηδούν λόφους τινάς, συντεταγμένους κατά φάλαγγα (εις τάξιν μάχης) πολλούς ιππείς τε και πεζούς. Διότι είχαν σταλή με τα σώματά των υπό του Φαρναβάζου (προς επίθεσιν) οι ύπαρχοί του Σπιθριδάτης και Ραθίνης.

Αφού δε είδαν τους Έλληνας οι πολέμιοι, εστάθησαν εις απόστασιν δέκα πέντε σταδίων περίπου, ευθύς δ' αμέσως ο μάντις των Ελλήνων Αρηξίων σφάζει προς θυσίαν ζώα κ' ευθύς από του πρώτου παρουσιάζονται καλά σημεία.

Τότε, λοιπόν, ο Ξενοφών λέγει: «Νομίζω καλόν, ω άνδρες στρατηγοί, να τοποθετήσω όπισθεν της φάλαγγος βοηθητικούς λόχους, διά να ήναι πάντοτε έτοιμοι εκείνοι οίτινες, αν παραστή ανάγκη, θα προστρέξουν εις βοήθειάν της. Και ακόμη, διά να εμπίπτουν οι πολέμιοι, ζαλισμένοι από τας επιθέσεις του κυρίου σώματος, εις ακεραίους και καλώς συντεταγμένους λόχους».

Αφού δ' απεφασίσθησαν απ' όλους ταύτα, προσέθηκε: «Σεις μεν, λοιπόν, προπορευόμενοι βαδίσατε την προς τους πολεμίους άγουσαν, διά να μη καθήμεθα άπρακτοι εδώ, επειδή και τον είδαμεν και μας είδε πλέον ο εχθρός. Εγώ δε θα σας ακολουθήσω (θα έλθω), αφού ξεχωρίσω τους τελευταίους λόχους, συμφώνως προς τας αποφάσεις σας».

Μετά ταύτα, εκείνοι μεν εν ησυχία επροπορεύθησαν. Ο δε Ξενοφών, αφού απέσπασε τα τρία τελευταία τάγματα, έκαστον ανά διακοσίους έχον άνδρας, διέταξε το μεν εξ αυτών ν' ακολουθή όπισθεν του δεξιού της φάλαγγος με αρχηγόν αυτού Σαμόλαν τον Αχαιόν. Το δε ετοποθέτησε ξεχωριστά όπισθεν του μέσου, με αρχηγόν Πυρίαν τον Αρκάδα. Το δε τρίτον, όπισθεν του αριστερού, μ' αρχηγόν του Φρασίαν τον Αθηναίον. Πάντα δε ηκολούθουν εξ αποστάσεως από το κύριον σώμα ενός πλέθρου.

Ενώ δ' εβάδιζαν (κατά την ως άνω τάξιν), επειδή οι επί κεφαλής της φάλαγγος («οι ηγούμενοι») έφθασαν εις μεγάλην και δυσκολοδιάβατον δασώδη φάραγγα, εστάθησαν μη γνωρίζοντες αν έπρεπεν ή όχι να την διαβούν. Και ειδοποιούν ταχέως τους στρατηγούς και λοχαγούς να προσπεράσουν &(να τρέξουν μπροστά)& όλοι προς το μέτωπον.

Ο Ξενοφών, μη γνωρίζων (κατ' αρχάς) ποίον άρα γε ανέκοψε την πορείαν του στρατού εμπόδιον, και μαθών ευθύς μετά ταύτα την αιτίαν τρέχει προς τα εμπρός όσον ηδύνατο ταχύτερον. Αφού δε συνήλθαν (εκεί όλοι οι στρατηγοί και λοχαγοί), λέγει ο Σοφαίνετος, ο γηραιότερος των στρατηγών, ότι είναι άξιον συσκέψεως: αν πρέπει να διαβούν τοιαύτην φάραγγα. Και ο Ξενοφών, διακόψας αυτόν αμέσως, είπεν:

«Αλλά γνωρίζετε μεν όλοι, ω άνδρες, ότι ουδέποτε έως τώρα σας έκαμα να κινδυνεύσετε εκουσίως μου. Διότι βλέπω ότι δεν έχετε πλέον ανάγκην γνώμης, διά να φανήτε ανδρείοι, αλλά διασώσεως (αλλά πώς να φθάσετε σώοι εις τας πατρίδας σας).

»Επί του προκειμένου δε, το πράγμα έχει ούτω: Χωρίς μεν να πολεμήσωμεν, δεν είναι δυνατόν να φύγωμεν εντεύθεν. Διότι εάν δεν βαδίσωμεν ημείς κατά των πολεμίων, θα μας ακολουθήσουν και θα επιπέσουν καθ' ημών αυτοί, μόλις απέλθωμεν.

»Σκεφθήτε, λοιπόν, ποίον εκ των δύο είναι προτιμότερον: να βαδίσωμεν κατά του εχθρού με τα όπλα εστραμμένα εναντίον του, ή, αφού ρίψωμεν τας ασπίδας εις τον ώμον φεύγοντες, να ίδωμεν επερχομένους όπισθεν ημών τους πολεμίους.

«Γνωρίζετε όμως πολύ καλά ότι το να φεύγη μεν κανείς προ του εχθρού του, ουδέποτε αποβαίνει εις καλόν. Το να τον ακολουθή τις όμως κατά πόδας, και εις τους ανανδροτέρους ακόμη εμπνέει θάρρος. Εγώ τουλάχιστον, πολύ ευχαριστότερον θα επετιθέμην κατ' αυτού με το ήμισυ του στρατού, ον έχομεν, ή ν' αποχωρήσω (φύγω) ενώπιόν του με διπλάσιον. Γνωρίζω δε ότι, εάν μεν ημείς επιτεθώμεν, ούτε σεις οι ίδιοι ακόμη πιστεύετε ότι θ' αντισταθούν εις την επίθεσίν μας. Εάν όμως φύγωμεν, όλοι είμεθα βέβαιοι ότι θα τολμήσουν να μας καταδιώξουν.

»Το ν' αφήσωμεν δε, αφού διαβώμεν, όπισθέν μας την δυσκολοδιάβατον αυτήν φάραγγα, με τον σκοπόν να πολεμήσωμεν, άρα γε αυτό τούτο δεν μας επιβάλλει την υποχρέωσιν και να την κυριεύσωμεν; ((66) Διότι εγώ θα ήθελα εις μεν τους πολεμίους να φαίνωνται όλα ευκολοδιάβατα, ώστε ευχερώς να υποχωρούν. Εμείς δε και από της θέσεως (τοποθεσίας) πρέπει να διδασκώμεθα ότι δεν υπάρχει καμμία απολύτως σωτηρία εις τους μη νικώντας.

»Απορώ δε φυσικώ τω λόγω και με τους νομίζοντας ότι η φάραγξ αύτη είναι περισσότερον φοβερά (δύναται να εμπνεύση περισσότερον φόβον) από τόσα άλλα μέρη, τα οποία μέχρι τούδε επεράσαμεν. Διότι πώς θα ημπορέσωμεν να διαβώμεν την (πέραν ταύτης) πεδιάδα, εάν δεν νικήσωμεν πρώτα τους (εν αυτή αναμένοντας) ιππείς; Πώς δε ήσαν διαβατά τόσα, όσα επεράσαμεν, βουνά και όρη, αν και τόσοι πελτασταί μας κατεδίωκαν; &(αν και είχαμεν τόσον ολίγους πελταστάς;)& ((67)

»Εάν δε (αντί να πολεμήσωμεν) καταφύγωμεν, διά να σωθώμεν, εις την θάλασσαν, (ειπέτε μου): πόσον άρα γε μεγαλειτέρα αυτής φάραγξ είναι η θάλασσα αυτή του Πόντου, ην βλέπετε; ((68) Εις ην ούτε πλοία υπάρχουν, διά να μας παραλάβουν, ούτε τροφή, με την οποίαν να τραφώμεν μένοντες, θα παραστή δ' ανάγκη, και εάν το ταχύτερον φθάσωμεν εκεί (εις την θάλασσαν), πάλιν να απομακρυνθώμεν εκείθεν το ταχύτερον, διά να προμηθευθώμεν τα προς συντήρησίν μας.

»Λοιπόν είναι προτιμότερον να πολεμήσωμεν χορτασμένοι, παρά να πολεμήσωμεν αύριον πεινώντες. — Ω άνδρες, και τα (μαντικά) σημεία είναι ευχάριστα και τα σφάγια κάλλιστα και τα πτηνά αίσια και ευοίωνα. Εμπρός, λοιπόν, ας βαδίσωμεν κατά του εχθρού. Δεν πρέπει πλέον ούτος, αφού πάντως μας είδεν, ούτε να δειπνήση (απόψε) μ' ευχαρίστησιν, ούτε να στρατοπεδεύση όπου αυτός θέλει». ((69)

Μετά ταύτα οι λοχαγοί προέτρεπαν τον στρατόν να προχωρήση. Και ουδείς αντέτεινε. Και ο Ξενοφών προεπορεύετο, αφού διέταξε να διαβαίνουν όλοι την φάραγγα από του μέρους εις ο έκαστος έτυχε να ήναι. Διότι ενόμιζεν ότι, όλον μαζή ούτω, θα την διαβή ταχύτερον το στράτευμα, παρά (εάν διέβαιναν) διά της γεφύρας, ήτις ήτον επί της φάραγγος, ο ένας όπισθεν του άλλου.

Αφού δε την διέβησαν, πλησιάσας την φάλαγγα ο Ξενοφών, είπε τα εξής: «Ω άνδρες, ενθυμηθήτε όσας προ πάντων μάχας μαζή με την βοήθειαν των Θεών ως τώρα ενικήσατε, προς μίαν όλοι και την αυτήν διεύθυνσιν βαδίζοντες, και ποίας συμφοράς παθαίνουν όσοι απέφυγαν να συμπλακούν με τον πολέμιον. Και βάλετε εις τον νουν σας τούτο: ότι ευρισκόμεθα ήδη εις τα πρόθυρα της Ελλάδος.

Εμπρός, λοιπόν, ακολουθήσατε όλοι τον (εν πολέμοις) οδηγόν μας Ηρακλέα και, φωνάζοντες ο ένας τον άλλον με τα ονόματά σας («ονομαστί»), ορμήσατε. Σας βεβαιώ ότι είναι λίαν ευχάριστον εκείνος που είπε κ' έπραξε τι γενναίον και καλόν σήμερα, να μνημονεύεται απ' όλους (ευφήμως εν τω μέλλωντι).».

Ταύτα έλεγε παρελαύνων προ της φάλαγγος, και αμέσως τίθεται επί κεφαλής αυτής, και, αφού εκατέρωθεν ετοποθέτησαν τους πελταστάς, εβάδιζαν κατά των πολεμίων. Διέταξε δε τα μεν δόρατα να φέρουν επί του δεξιού των ώμου, μέχρις ότου σημάνη ο σαλπιγκτής. Κατόπιν δε, αφού τα προτείνουν προς τα εμπρός («εις προβολήν»), να βαδίζουν βάδην και να μη καταδιώκουν τρέχοντες κανένα. Μετά ταύτα ήρχισε να μεταδίδεται εις όλας τας τάξεις του στρατεύματος το σύνθημα: &Ζευς σωτήρ, Ηρακλής ηγεμών& — (οδηγός). Οι δε πολέμιοι εκράτουν την θέσιν των νομίζοντες ότι το μέρος όπου ήσαν ήτον απροσμάχητον.

Όταν δε πλέον ήρχιζαν να πλησιάζουν, αλαλάζοντες οι Έλληνες πελτασταί ώρμησαν κατά των πολεμίων, πριν ακόμη κανείς τους διατάξη. Οι δε πολέμιοι ώρμησαν επίσης και αυτοί εναντίον των, τόσον οι ιππείς, όσον και το στίφος των Βιθυνών. Και τρέπουν εις φυγήν τους πελταστάς.

Αλλ' άμα εφάνη ερχομένη εις υπάντησίν των η φάλαγξ των οπλιτών, βαδίζουσα ταχέως, και συγχρόνως ηκούσθη φθεγγομένη η σάλπιγξ (ηκούσθησαν σαλπίσματα), ήρχισαν δε να ψάλλουν όλοι επικλητήριον προς τον Απόλλωνα άσμα, κατόπιν δε να αλαλάζουν και συγχρόνως να προτείνουν προς τα εμπρός τα δόρατα, τότε δεν αντέστησαν πλέον οι πολέμιοι, αλλ' έφευγαν.

Και ο Τιμασίων μεν με το ιππικόν τους κατεδίωκε, φονεύσαντες όσους βεβαίως ήτο δυνατόν, επειδή ήσαν ολίγοι. Εκ δε των πολεμίων, το μεν αριστερόν των αμέσως διεσκορπίσθη, καθ' ό μέρος δηλ. οι Έλληνες ιππείς τους κατεδίωξαν. Το δε δεξιόν, επειδή δεν κατεδιώχθη ισχυρώς, συνηθροίσθη (ανασυνετάχθη) επί κάποιου εκεί λόφου.

Αφού δε είδαν οι Έλληνες ότι δεν υπεχώρουν, ενόμισαν ότι ήτο πλέον ευκολώτατον και ακινδυνότατον να βαδίσουν εναντίον των. Και πάλιν, λοιπόν, επικαλεσθέντες τον Απόλλωνα, ώρμησαν αμέσως κατ' επάνω των. Ούτοι δε δεν αντέστησαν. Και τότε ήρχισαν οι πελτασταί να τους διώκουν, μέχρι ου και το δεξιόν διεσκορπίσθη. Εφονεύθησαν δε ολίγοι. Διότι το ιππικόν των πολεμίων, ως πολύ, ενέπνεε φόβον εις τους Έλληνας.

Επειδή δε είδαν οι Έλληνες ότι και του Φαρναβάζου το ιππικόν ήτον ακόμη συντεταγμένον και οι Βιθυνοί ιππείς συνηθροίζοντο πλησίον του, θεώμενοι από κάποιον εκεί λόφον τα συμβαίνοντα, ησθάνοντο μεν ότι είχαν αποκάμη πλέον, ενόμισαν όμως ότι έπρεπε να επιτεθούν και κατ' αυτών, όπως ηδύναντο, διά να μη τους δώσουν καιρόν ν' αναπαυθούν αντλούντες τόλμην και πεποίθησιν.

Συνταχθέντες, λοιπόν, πορεύονται εναντίον των. Αλλά μόλις τους είδαν οι πολέμιοι ιππείς, τρέπονται εις φυγήν φερόμενοι επί της κατωφερείας με ορμήν, σαν να τους κατεδίωκεν (όπισθέν των) ιππικόν. Διότι δασώδης φάραγξ τους ανέμενε (φεύγοντας), πράγμα το οποίον δεν είχαν ίδη οι Έλληνες, οίτινες, πριν ή ακόμη μάθουν ότι υπήρχε τοιαύτη εκεί φάραγξ, είχαν ήδη παύση να τους καταδιώκουν. Διότι είχε πλέον βραδυάση.

Επιστρέψαντες δε όπου είχε γείνη η πρώτη συμπλοκή, αφού έστησαν τρόπαιον, απήλθον προς την θάλασσαν περί την δύσιν του Ηλίου. Η απόστασις δε μέχρι του στρατοπέδου ήτο περίπου στάδια εξήκοντα.

Κεφάλαιον έκτον

Μετά ταύτα οι μεν πολέμιοι ησχολούντο εις τα κατ' αυτούς &(εφρόντιζαν για τα 'δικά τους)& και περισυνέλεγαν &(έπαιρναν μαζή των)& και τους υπηρέτας και τα πράγματα, τοποθετούντες αυτά όσον ηδύναντο μακρύτερα. Οι δ' Έλληνες ανέμεναν μεν τον Κλέανδρον να έλθη με τας τριήρεις και τα πλοία, εξερχόμενοι δε καθ' εκάστην με τα ζώα και τους αιχμαλώτους των έφερναν χωρίς κανένα φόβον εις το στρατόπεδον σίτον και κριθήν, οίνον, όσπρια, κεχρί, σύκα. Διότι όλα τα καλά είχεν η χώρα, εκτός ελαίου.

Και κάθε φορά μεν που το στράτευμα ανεπαύετο, επετρέπετο να πηγαίνουν προς λείαν και αρπαγήν, ό,τι δ' ελάμβαναν &(έπαιρναν)& οι εξερχόμενοι, εκράτουν διά τον εαυτόν των. Κάθε φοράανθάνοντες ότι και πόλις ήθελεν ιδρυθή εκεί και λιμήν θα εγίνετο.

Τώρα δε πλέον, ακόμη και οι κατοικούντες πλησίον των πολέμιοι, επειδή εμάνθαναν ότι ο Ξενοφών κτίζει πόλιν εις το μέρος εκείνο, απέστελλον προς αυτόν απεσταλμένους, ζητούντες να μάθουν τι πρέπει να κάμουν, διά να ήναι φίλοι του. Ο δε Ξενοφών τους επεδείκνυεν εις τους στρατιώτας, (διά να τους πείση περί του πόσον ήτον εύκολον να ιδρύση εκεί πάλιν).

Και εν τω μεταξύ τούτω φθάνει ο Κλέαρχος με δύο τριήρεις, με κανένα όμως (φορτηγόν) πλοίον. Καθ' ην δε ώραν έφθασεν, έτυχε να ήναι έξω το στράτευμα προς αρπαγήν &(να έχη πάη για πλιάτσικο)&. Άλλοι δέ τινες μεταβάντες εις το όρος, διά να κλέψουν, ήρπασαν ουκ ολίγα πρόβατα. Επειδή δε ανησύχουν μήπως τους τ' αρπάξουν, απευθύνονται εις τον Δέξιππον, όστις είχεν αποδράση από την Τραπεζούντα με το πεντηκοντάκωπον (εκείνο) πλοίον, και τον παρακαλούν, αφού &(για χατήρι των)& τους φυλάξη τα αρπαγέντα πρόβατα, τα μεν εξ αυτών να κρατήση ο ίδιος, τα δε να τους τα επιστρέψη.

Αλλ' εκείνος αμέσως αποδιώκει τους περί αυτόν ισταμένους στρατιώτας, διαμαρτυρομένους ότι τα πρόβατα ανήκουν εις όλον το στράτευμα, και προσελθών εις τον Κλέανδρον λέγει ότι οι στρατιώται επεδόθησαν εις αρπαγάς. Ούτος δε τον διατάσσει να φέρη ενώπιόν του οιονδήποτε ήθελε συλλάβη αρπάζοντα.

Και ο μεν Δέξιππος, συλλαβών κάποιον, τον έφερεν εις τον Κλέανδρον. Αλλά (καθ' ην στιγμήν απήγετο), συναντήσας αυτόν ο Αγασίας, τον αποσπά από τας χείρας του Δεξίππου. Διότι ο απαγόμενος ανήκεν εις τον λόχον του. Οι δε παριστάμενοι εκεί εκ των στρατιωτών επιχειρούν να κτυπήσουν τον Δέξιππον, κατονομάζοντας αυτόν προδότην και ζητούντες την σύλληψίν του. Εφοβήθησαν δε και πολλοί εκ των τριηριτών και ήρχισαν να φεύγουν &(έκαναν να φύγουν)& προς την θάλασσαν. Εν οις και αυτός ο Κλέανδρος.

Ο Ξενοφών δε και οι άλλοι στρατηγοί τους ημπόδιζαν (από του να φύγουν) και έλεγαν εις τον Κλέανδρον ότι δεν συμβαίνει τίποτε (ότι ό,τι έγεινεν είναι ανάξιον λόγου) και ότι αφορμή όλων αυτών ήτον η προνοούσα περί τοιούτων τινών ενδεχομένων διαταγή (εκείνη) του στρατεύματος. ((70)

Ο δε Κλέανδρος, και από τον Δέξιππον επανειλημμένως ερεθιζόμενος και αυτός ο ίδιος δυσαρεστηθείς διά τον προξενηθέντα εις αυτόν φόβον (δι' ον φόβον εδοκίμασεν) είπεν ότι θ' αναχωρήση και θα κηρύξη παντού: καμμία απολύτως πόλις να μη τους δεχθή ως επικινδύνους. Ηγεμόνευαν δε τότε όλων των Ελλήνων οι Λακεδαιμόνιοι.

Τότε οι Έλληνες ενόησαν ότι η απειλή αύτη του Κλεάνδρου ήτο δι' αυτούς επιβλαβής, και τον παρεκάλουν να μη την πραγματοποιήση. Ο δε Κλέανδρος είπεν ότι δεν είναι δυνατόν να γείνη άλλως (δεν θ' αλλάξη γνώμην), εκτός εάν του παραδώσουν τον αποπειραθέντα να κτυπήση τον Δέξιππον, καθώς και τον αποσπάσαντα τον στρατιώτην από τας χείρας (του Δεξίππου) Αγασίαν.

Ήτο δε ο Αγασίας ούτος, ον εζήτει, στενώτατος του Ξενοφώντος φίλος. Ως εκ της φιλίας του δε ταύτης και εσυκοφάντησεν αυτόν (τον Ξενοφώντα) ο Δέξιππος. Ένεκα τούτου, λοιπόν, επειδή ευρέθησαν εις αμηχανίαν, συνήθροισαν το στράτευμα οι αρχηγοί. Καί τινες μεν εξ αυτών ελαχίστην σημασίαν έδωκαν εις τας απειλάς του Κλεάνδρου. Ο Ξενοφών όμως ενόμισεν ότι δεν επρόκειτο περί μηδαμινού τινος (περί αναξίας τινός λόγου υποθέσεως), και εγερθείς είπε τα εξής:

«Ω άνδρες στρατιώται, όσον αφορά εμέ, δεν νομίζω ότι πρόκειται περί μηδαμινού τινος, εάν (αληθώς) ο Κλέανδρος, τοιαύτην περί ημών λαβών απόφασιν (τοιαύτα περί ημών φρονών), πρόκηται, όπως λέγει, να απέλθη. Διότι είναι μεν πλησίον αι Ελληνίδες πόλεις. Αλλά της Ελλάδος πάσης είναι ηγεμόνες (σήμερον) οι Λακεδαιμόνιοι. Οίτινες είναι ικανοί (τόσον όλοι), όσον και είς έκαστος αυτών ξεχωριστά, να πράττουν εις τας πόλεις ό,τι θέλουν.

»Εάν, λοιπόν, ο Κλέανδρος κατ' αρχάς μεν μας εμποδίση να προσεγγίσωμεν εις το Βυζάντιον, κατόπιν δε παραγγείλη και εις τους λοιπούς διοικητάς να μη μας δέχωνται εις τας πόλεις ως απειθούντας και παρανόμως προς τους Λακεδαιμονίους φερομένους, προσέτι δε, εάν η τοιαύτη περί ημών διάδοσις φθάση μέχρι του ναυάρχου Αναξιβίου, θα ήναι δύσκολον πλέον και εδώ να μείνωμεν και ν' αναχωρήσωμεν. Διότι σήμερον και κατά ξηράν και κατά θάλασσαν άρχουν παντού οι Λακεδαιμόνιοι.

Δεν πρέπει, λοιπόν, ένεκα τούτου ή εκείνου &(για το κέφι του ενός ή του άλλου)& να μένωμεν όλοι ημείς οι άλλοι μακράν της Ελλάδος, αλλά να υπακούωμεν εις ό,τι και αν μας διατάσσουν. Διότι και αι πόλεις, από τας οποίας προερχόμεθα (καταγόμεθα) έκαστοι, υπακούουν εις αυτούς.

»Εγώ μεν, λοιπόν, επειδή μανθάνω ότι ο Δέξιππος είπεν εις τον Κλέανδρον ότι δεν ήθελε πράξη ο Αγασίας όσα έπραξεν, εάν εγώ δεν τον διέτασσον, εγώ, λοιπόν, απαλλάσσω της κατηγορίας και σας και τον Αγασίαν, αν αυτός ούτος ο Αγασίας ισχυρισθή ότι εγώ είμαι, έστω και κατ' ελάχιστον, υπαίτιος των λαβόντων χώραν, και καταδικάζω τον εαυτόν μου, εάν εγώ πρώτος κάμνω την αρχήν είτε πετροβολίας, είτε άλλου τινός βίαιου διαβήματος, ως άξιον της μεγαλητέρας των τιμωριών, ην και δηλώ ότι είμαι πρόθυμος να υποστώ. Έχω δε την γνώμην ότι, και εάν τινα άλλον οιονδήποτε αιτιάται (ο Δέξιππος), ότι ούτος πρέπει να παρουσιασθή εις τον Κλέανδρον, διά να τον δικάση. ((71) Διότι ούτω μόνον θα απαλλαγήτε της αποδιδομένης εις όλους σας μομφής (κατηγορίας). Ως έχει όμως τώρα η υπόθεσις, θα ήναι λυπηρόν εάν, ενώ φανταζόμεθα ότι θα τύχωμεν και επαίνων και τιμών επιστρέφοντες εις την Ελλάδα, αντί τούτων, ούτε καν όμοιοι με τους άλλους (κατοίκους των Ελληνίδων πόλεων) θεωρηθώμεν, αφού θ' αποκλεισθώμεν εξ όλων των Ελληνίδων πόλεων».

Κατόπιν εγερθείς ο Αγασίας είπεν: «Εγώ, ω άνδρες, ορκίζομαι εις τους Θεούς και τας Θεάς ότι όντως ούτε ο Ξενοφών, ούτε άλλος κανείς από σας με διέταξε ν' αποσπάσω τον στρατιώτην εκείνον από τον Δέξιππον. Επειδή όμως έβλεπα: ένας ανδρείος και καλός στρατιώτης εκ των λοχιτών μου να σύρεται από τον Δέξιππον, ον όλοι σεις γνωρίζετε ως καταπροδώσαντα άλλοτε υμάς, μου εφάνη το πράγμα φοβερόν.

»Και ομολογώ ότι τον απέσπασα (τον άρπαξα απ' τα χέρια του). Και σεις μεν να μη με παραδώσετε. Εγώ δε, καθώς είπεν ο Ξενοφών προηγουμένως, θα παρουσιασθώ εις τον Κλέανδρον, και αυτός ας αποφασίση περί εμού ό,τι θέλει. Ένεκα τούτου, λοιπόν, να μη διάκησθε εχθρικώς προς τους Λακεδαιμονίους, και ασφαλώς (εν τοιαύτη περιπτώσει) θα επανέλθετε σώοι και αβλαβείς όπου θέλει έκαστος.

»Αλλ' όμως αποστείλατε μαζή μου προς τον Κλέανδρον και όσους προαιρείσθε εκ του στρατεύματος, οι οποίοι, αν τυχόν παραλείψω τι εγώ, αυτοί και θα το είπουν και θα το πράξουν, με θάρρος υπέρ εμού συνηγορούντες». Του επέτρεψε, λοιπόν, το στράτευμα να υπάγη, αφού εξ αυτού εκλέξη όσους αυτός ήθελεν. Ούτος δε εξέλεξε ((72) τους στρατηγούς. Μετά ταύτα επορεύοντο προς τον Κλέανδρον ο Αγασίας και οι στρατηγοί και ο υπό του Αγασίου αποσπασθείς (από τας χείρας του Δεξίππου) στρατιώτης.

Και έλεγαν οι στρατηγοί: «Μας απέστειλε προς σε, ω Κλέανδρε, ο στρατός, και, εάν μεν όλους μας κατηγορής, σε παρακαλεί, ((73) αφού συ ο ίδιος μας δικάσης, να μας μεταχειρισθής όπως θέλεις. Εάν δε ένα τινά ή δύο ή και περισσοτέρους κατηγορής, επιθυμεί να εισαχθούν ούτοι (άνευ αναβολής) εις δίκην. Εάν μεν, λοιπόν, κατηγορής διά τι κανένα εξ ημών, ιδού ημείς όλοι ενώπιόν σου. Εάν δε κατηγορής &(τα έχης με)& κανένα άλλον, (ον δεν γνωρίζομεν), φανέρωσέ τον. Διότι κανείς εξ όσων είναι διατεθειμένοι να μας υπακούουν ((74) δεν θα αρνηθή να εμφανισθή ενώπιόν σου».

Μετά ταύτα πλησιάσας ο Αγασίας είπεν: «Εγώ είμαι, ω Κλέανδρε, εκείνος όστις απέσπασε τον στρατιώτην αυτόν από τον Δέξιππον, ενώ τον ωδήγει &(έφερνε)& προς σε, και όστις διέταξε να τον κτυπήσουν. ((75)