Part 4
»Ποία δε πόλις θα μας υποδεχθή του λοιπού με φιλικά αισθήματα, βλέπουσα τόσον μεγάλην παραλυσίαν εις το στράτευμα; Ποίος δε με θάρρος, (χωρίς να διατρέχουν κανένα τα συμφέροντά του κίνδυνον), θα μας παράσχη πλέον τροφάς προς αγοράν, όταν περί τα σπουδαιότατα φωρώμεθα ούτω παρεκτρεπόμενοι και σφάλλοντες; Τον έπαινον δε, τον οποίον φανταζόμεθα ότι παρ' όλων θα κερδίσωμεν, (σας ερωτώ): ποίος ήθελεν απονείμη πλέον προς ημάς, τοιούτους όντας; Διότι γνωρίζω ότι ημείς τουλάχιστον θα ωνομάζαμεν δειλούς και ανάνδρους εκείνους, οίτινες θα έπραττον τοιαύτας επαισχύντους πράξεις».
Μετά τους λόγους τούτους εγερθέντες όλοι επρότειναν: όσοι μεν έγειναν παραίτιοι τούτων (διέπραξαν ταύτας), να τιμωρηθούν, του λοιπού δε να μην επιτραπή πλέον εις κανένα να παρανομή. ((29)
Εάν δε τις παρανομήση εις το μέλλον, να τιμωρηθή διά θανάτου. Τους δε στρατηγούς να εισαγάγουν πάντας εις δίκην. Και εάν τις, αφ' ης εφονεύθη ο Κύρος, ηδικήθη εις ό,τι δήποτε, να εγκαταστήσουν αμέσως (προς απονομήν του δικαίου) δικαστήρια. Υπέδειξαν δε ως δικαστάς λοχαγούς. Παρακινούντος δε του Ξενοφώντος και των μάντεων συμβουλευόντων, απεφασίσθη να καθαρίσουν (να εξαγνίσουν) τον στρατόν (από το μίασμα των διαπραχθέντων ανοσιουργημάτων). Και προς τούτο έγεινε διά θυσιών προς τους Θεούς και άλλων ο πρέπων εξιλεωτικός αυτών αγιασμός.
Κεφάλαιον όγδοον
Απεφασίσθη δε και οι στρατηγοί να δικασθούν (τιμωρηθούν) δι' όσα κατά το παρελθόν διέπραξαν κακά. Και δικαζομένων, ο μεν Φιλήσιος και Ξανθικλης κατεδικάσθησαν να πληρώσουν το έλλειμμα,((30) το οποίον ευρέθη μετά την φρούρησιν των από των πλοίων, (όσα άλλοτέ ποτε είχαν συλληφθή υπό του Πολυκράτους), εκφορτωθέντων πραγμάτων, ανελθόν εις είκοσι μνας. ((31) Ο δε Σοφαίνετος, εις μνας δέκα, διότι εκλεγείς άρχων, εδείχθη αμελής περί τα καθήκοντά του. Τον δε Ξενοφώντα κατηγόρησάν τινες, λέγοντες ότι εκτυπήθησαν υπ' αυτού. Τον κατηγόρουν δηλαδή επί βιαιότητι.
Και ο Ξενοφών, εγερθείς, διέταξε τον πρώτον κατηγορήσαντα να είπη: πού και πότε εκτυπήθη. Ούτος δε απήντησεν: «Όταν εχανόμεθα (απεθνήσκομεν) από το ψύχος και έπιπτε πολλή χιών».
Ο δε Ξενοφών απήντησεν: «Αλλά βεβαίως, εις εποχήν καθ' ην, όπως λέγεις, ο χειμών ήτο φοβερός, εστερούμεθα δε τροφών, οίνον δε ούτε προς όσφρησιν καν είχαμεν (ούτε για μυρουδιά), οι περισσότεροι δε είχαμεν αποκάμη από τους κόπους, μας ηκολούθουν δε κατά πόδας οι πολέμιοι, βεβαίως, εάν (υποτεθή ότι) εις τοιαύτας δυσκόλους περιστάσεις εφάνην βίαιος («ύβρισα»), ομολογώ ότι έπρεπε τότε να ήμαι ακόμη και αυτών των όνων υβριστότερος (βιαιότερος), οίτινες, όπως λέγουν, από κανένα κόπον δεν καταβάλλονται εις τας προς αλλήλους ύβρεις των (τας προς ασέλγειαν ορμάς των). ((32)
»Αλλ' ειπέ μοι — προσέθηκε — διά ποίαν αιτίαν εκτυπήθης; Ποίον εκ των δύο τούτων σου εζήτησα, και, επειδή δεν μου το έδωκες, σ' εκτύπησα; Λέγε! Τι απήτουν από σε; Μήπως εφιλονίκουν (ημιλλώμην) προς σε περί παιδικών; Μήπως εν ώρα μέθης σε ελύπησα;».
Επειδή δε κανέν' από αυτά δεν εβεβαίωσεν, ο Ξενοφών τον ξαναρώτησεν αν είναι οπλίτης. — «Όχι» — απεκρίθη εκείνος. Και πάλιν τον ερωτά μήπως είναι πελταστής. «Ούτε πελταστής» απήντησεν «αλλ' ως ελεύθερος ετάχθην από τους συναδέλφους μου (συνοίκους μου) να ελαύνω ημίονον (να ήμαι ελάτης)».
Τότε, λοιπόν, τον ανεγνώρισε και τον ερωτά: «Μήπως είσαι ο παραλαβών τον ασθενή &(κατασκοτωμένον από τους κόπους)& στρατιώτην;». «Ναι, μα τον Δία» απεκρίθη «(εγώ είμαι εκείνος), διότι συ με εξηνάγκασες (να τον παραλάβω): Τας δε αποσκευάς (όπλα) των συναδέλφων μου διεσκόρπισες εδώ κ' εκεί».
«Αλλ' ο μεν διασκορπισμός των, είπεν ο Ξενοφών, έγεινεν &(απάνω - κάτω)& ως εξής: τας παρέδωκα εις άλλους να τας φέρουν και διέταξα να τας διαβιβάσουν κρυφίως (δι' άλλης οδού) προς εμέ, και, αφού 'ξεχώρισα τας ιδικάς σου (από τας άλλας), σου τας επέστρεψα, επειδή και συ μου παρέδωκας τον στρατιώτην (που σου ενεπιστεύθην). Πώς έχει δε η υπόθεσις αυτή, ακούσατε — είπε — διότι αληθώς αξίζει (τον κόπον) να την ακούσετε:
«Κάποιος στρατιώτης, μη δυνάμενος πλέον να βαδίζη (από την κούρασιν), έμενεν οπίσω. Και όσον μεν αφορά εμέ, τον άνθρωπον αυτόν απλώς μόνον εγνώριζα ότι ήτον ένας εξ ημών. Σε ηνάγκασα δε να τον παραλάβης &(σηκώσης)&, διά να μην αποθάνη. Διότι, καθώς εγώ ενόμιζα, μας ηκολούθουν κατά πόδας οι πολέμιοι».
Και όλα αυτά επίσης τα εβεβαίωσεν ο κατηγορήσας τον Ξενοφώντα επί βιαιότητι. «Λοιπόν — είπεν ο Ξενοφών — αφού σ' έστειλα εις τα έμπροσθεν του στρατεύματος, σ' ευρίσκω &(σε πετυχαίνω)& αιφνιδίως κατόπιν, πλησιάζων και πάλιν με τους οπισθοφύλακάς μου, να σκάπτης λάκκον με σκοπόν να θάψης &(καταχώσης)& τον άνθρωπον εκείνον, και, σταθείς προ σου,((33) σ' επήνουν (διά την πράξιν σου).
»Επειδή δε, ενώ όλοι παριστάμενα θεώμενοι, συνέκλεισε το σκέλος του ο στρατιώτης, οι παρευρισκόμενοι εκεί ανέκραξαν ότι «ζη ο άνθρωπος!». Συ δε είπες: «ας ζη όσον θέλει! &(δεν πα να ζη!)&. Εγώ βεβαίως δεν θα τον σηκώσω πλέον». Τότε, λοιπόν, σ' εκτύπησα». «Αληθώς ούτω συνέβησαν». «Διότι μου εφάνης — είπεν ο Ξενοφών — ομοιάζων με άνθρωπον γνωρίζοντα (μου εφάνης γνωρίζων) ότι έζη ο στρατιώτης εκείνος». «Αλλ' — απήντησε — μήπως δεν απέθανε κατόπιν, αφού σου τον παρέδωκα;».((34) «Αλλ' — είπεν ο Ξενοφών — και ημείς εδώ όλοι μίαν ημέραν θ' αποθάνωμεν. Λοιπόν, δι' αυτόν τον λόγον πρέπει να ταφώμεν ζώντες;». ((35)
Και τούτον μεν όλοι οι παριστάμενοι στρατιώται ανεβόησαν: ότι πολύ ολίγον τον εκτύπησε &(πολύ 'λίγαις του 'δωκε)&. Παρεκίνει δ' ο Ξενοφών και τους άλλους να του είπουν διά ποίον λόγον έκαστος αυτών εδάρη. Επειδή δε κανείς δεν ηγέρθη πλέον, διά να του απαντήση, ο Ξενοφών εξηκολούθησεν: «Εγώ, ω άνδρες, ομολογώ ότι εκτύπησα πράγματι διά λόγους πειθαρχίας στρατιώτας τινάς, οίτινες, ενώ ήτο δυνατόν να σωθούν (να φθάσουν σώοι και ασφαλείς εις την πατρίδα των) δι' υμών, πειθαρχικώς βαδιζόντων και πολεμούντων όπου παρίστατο ανάγκη, αυτοί, καταλιπόντες τας τάξεις του στρατεύματος, προτρέχοντες αυτού, ήθελαν ν' αρπάζουν και να ήναι ανώτεροι ημών.((36) Εάν όμως εκάναμεν τούτο όλοι, ηθέλαμεν όλοι καταστραφή.
«Μέχρι σήμερον δε και κάθε από μαλθακότητα αδρανούντα και αρνούμενον να σηκωθή &(να σταθή στα πόδια του)&, αφηνόμενον δε εις την διάκρισιν του εχθρού, αυτόν και τον εκτύπων και τον ηνάγκαζα να βαδίζη διά της βίας. Διότι και εγώ ο ίδιος, κατά τον παρελθόντα δυνατόν χειμώνα, περιμένων ποτέ κάποιους ετοιμάζοντας τας αποσκευάς των, επειδή εκάθισα (έμεινα ακίνητος) επί πολλήν ώραν, είδα ότι με πολλήν μου δυσκολίαν εσηκώθην (έπειτα) και ότι ετέντωνα τα σκέλη μου &(διά να ξεμουδιάσω)&.
»Επειδή λοιπόν ήξευρα (έλαβα πείραν) από τον εαυτόν μου, διά τούτο και όποιον άλλον έβλεπα οπουδήποτε να κάθεται και ν' αποχαυνούται, τον ηνάγκαζα διά της βίας να κινήται &(τον έβαζα μπροστά, τον πρόγκιζα)&. Διότι το να κινήται τις και ν' ανδρίζεται έδιδεν εις το σώμα μεν κάποιαν θερμότητα, εις τα μέλη δε ευκινησίαν. Το να κάθεται δε τις και να ησυχάζη (μακαρίως), έβλεπα ότι συνετέλει εις το να αποπήγνυται (να μη κυκλοφορή) το αίμα και ν' αποσαπίζουν οι δάκτυλοι των ποδών — ταλαιπωρία, από τας οποίας και σεις οι ίδιοι γνωρίζετε ότι πολλοί έπαθαν.
»Κάποιον δε άλλον, ο οποίος ίσως είχε μείνη οπίσω από ραθυμίαν &(τεμπελιά)& κ' εμπόδιζε και σας τους έμπροσθεν και ημάς τους όπισθεν ερχομένους να βαδίζωμεν, τον εκτύπησα διά του γρόνθου, διά να μη κτυπηθή κατόπιν από την λόγχην του εχθρού.
Και λοιπόν, τώρα είναι επιτετραμμένον εις (τους κυρίους) αυτούς, τους οποίους (ούτω διά της βίας) έσωσα, εάν έπαθαν τίποτε από εμέ αδίκως, να μου ζητήσουν λόγον (ικανοποίησιν). Εάν όμως ηχμαλωτίζοντο από τους πολεμίους, δεν θα ηδύναντο να λάβουν καμμίαν ικανοποίησιν, δι' οσονδήποτε μέγα κακόν ήθελαν πάθη.
»Οι λόγοι μου — είπεν — είναι απλούστατοι: Εάν μεν διά καλόν ετιμώρησα οιονδήποτε, αξιώ να τιμωρηθώ καθ' ον τρόπον θα ετιμωρούντο και γονείς χάριν (προς ικανοποίησιν) των υιών των και διδάσκαλοι χάριν (προς ικανοποίησιν), των μαθητών των. Διότι ακόμη και οι ιατροί καίουν και αποκόπτουν (τα σεσηπότα μέλη) επί καλώ.
»Εάν όμως νομίζετε ότι όλα αυτά τα έπραξα, διά να σας προσβάλω («υβρίσω»), λάβετε υπ' όψει σας ότι σήμερα εγώ έχω με την βοήθειαν των Θεών περισσότερον θάρρος ή τότε και ότι σήμερα είμαι πολύ τολμηρότερος ή τότε και ότι οίνον πολύ περισσότερον πίνω, και όμως, παρ' όλα αυτά, κανένα δεν κτυπώ.
»Διότι όλους σας σάς βλέπω γαληνεύοντας ((37) (και μακράν παντός κινδύνου από εχθρού). Όταν όμως ήναι άγριος χειμών και η θάλασσα έχη μεγάλην τρικυμίαν, δεν βλέπετε ότι και ένεκα ελαχίστου μόνον νεύματος θυμώνει μεν ο πρωρεύς με τους εν τη πρώρα, θυμώνει δε ο κυβερνήτης του πλοίου με τους εν τη πρύμνη; Διότι, εάν τυχόν, εις τοιαύτας δυσκόλους περιστάσεις, γείνουν πολλά μικρά σφάλματα, δύνανται ταύτα καθ' ολοκληρίαν να καταστρέψουν όλους.
»Ότι δε δικαίως τους εκτύπων, και σεις ακόμη όλοι το επεκυρώσατε (διά της στάσεώς σας). Διότι πάντοτε παρευρίσκεσθε πλησίον μου, ουχί απλώς μίαν οιανδήποτε γνώμην έχοντες περί εμού, αλλά ξίφη εις τας χείρας σας κρατούντες, συνεπώς δε σας ήτον απολύτως εύκολον να τρέξετε εις βοήθειάν των, αν ηθέλατε. Αλλά, μα τον Δία, ούτε εις βοήθειαν τούτων ήρχεσθε, ούτε μαζή μου εκτυπάτε (όπως εγώ) τον ατακτούντα. ((38)
»Διά τούτο μάλιστα και επιτρέψατε (εδώσατε το δικαίωμα) εις τους κακούς εξ αυτών να βιαιοπραγούν, αφήνοντες αυτούς ατιμωρήτους. Διότι, εάν, κατά την γνώμην μου, θέλετε να εξετάσετε καλώς τα πράγματα, θα εύρετε αυτούς τους ιδίους και τότε κακοτρόπους και σήμερα επίσης βιαιοτάτους. Τουλάχιστον, (διά να φέρω ένα παράδειγμα), Βοΐσκος ο Θεσσαλός, ο πυγμάχος, τότε μεν κατέβαλλε κάθε προσπάθειαν, ως ασθενής δήθεν, να μη φέρη ασπίδα, σήμερα δε, καθώς μανθάνω, πολλούς εκ των Κοτυωριτών έχει ήδη ξεγυμνώση (φέρων όλον των ενδυμάτων των το βάρος).
Εάν, λοιπόν, ήσθε σώφρονες, θα τον μεταχειρισθήτε κατά τρόπον εντελώς αντίθετον εκείνου, με τον οποίον μεταχειρίζονται τους σκύλλους. Διότι τους μεν αγριοσκύλλους, την μεν ημέραν δένουν, την δε νύκτα αφήνουν ελευθέρους. Τούτου δε, αν σωφρονήτε, την μεν νύκτα να δέσετε, την ημέραν δε να ξαπολύσετε.
»Αλλά — προσέθηκεν — απορώ ότι, εάν μεν είς τινα από σας έγεινα απεχθής, το ενθυμείσθε ευκόλως και δεν σιωπάτε. Εάν όμως ή εν καιρώ χειμώνος έτρεξα εις βοήθειαν οιουδήποτε ή εχθρόν τινα απ' αυτού απέκρουσα ή, ενώ ήτο ασθενής ή άπορος, συνετέλεσα εις το να εξευρεθή οιαδήποτε υπέρ αυτού βοήθεια — πάντα ταύτα ουδείς πλέον ενθυμείται. Ακόμη και ουδέ εάν επήνεσά τινα, πράττοντα το καλόν και πρέπον, ουδέ εάν ετίμησα, όσον μου ήτο δυνατόν, κανένα ανδρείον στρατιώτην — και εκ τούτων ακόμη ουδέν απολύτως ενθυμείσθε.
»Εν τούτοις φρονώ ότι καλόν και δίκαιον και ιερόν κ' ευχάριστον (γλυκύ) είναι: τα καλά μάλλον ή τα κακά να ενθυμήται τις».
Μετά τους λόγους αυτούς του Ξενοφώντος πολύ φυσικόν ήτον όλοι πλέον να εγερθούν ενθυμούμενοι (όσα υπέρ αυτών έπραξεν). Και το αποτέλεσμα όλων αυτών υπήρξεν ότι τα πράγματα είχαν ακριβώς όπως ο Ξενοφών τα αφηγήθη.
ΒIΒΛIΟΝ ΕΚΤΟΝ
Κεφάλαιον πρώτον
Μετά ταύτα δε, διαρκούσης της εν Κοτυώροις διαμονής των, άλλοι μεν των Ελλήνων έζων από τροφάς εξ αγοράς, άλλοι δε και από ληστείας εκ της Παφλαγονίας. Επίσης δε και οι Παφλαγόνες έκλεπτον αρκετά τους διεσκορπισμένους εδώ κ' εκεί εκ των Ελλήνων, και τους κάπως μακρύτερα κατασκηνούντας προσεπάθουν την νύκτα να κακοποιούν. Και ένεκα τούτων διέκειντο προς αλλήλους εχθρικώτατα.
Ο δε Κορύλας, όστις ετύχαινε τότε να ήναι άρχων (διοικητής) της Παφλαγονίας, αποστέλλει προς τους Έλληνας εφίππους πρέσβεις, ωραιότατα ενδεδυμένους, με την εντολήν να τους είπουν ότι ο Κορύλας είναι προθυμότατος: ούτε να βλάπτη, αλλ' ούτε και να βλάπτεται από τους Έλληνας.
Οι δε στρατηγοί απεκρίθησαν ότι περί τούτων μεν θ' αποφασίσουν μαζή με όλον τον στρατόν, τους πρέσβεις δε (με όλην των την διάθεσιν) τους εφιλοξένουν. Προσεκάλεσαν δε και εκ των άλλων Ελλήνων, όσους ενόμιζαν ότι ήσαν οι καταλληλότεροι. ((39) Αφού δε προσέφεραν θυσίαν εις τους Θεούς βους των αιχμαλώτων και άλλα (κατάλληλα προς θυσίαν) ζώα, τους παρέθεσαν πλουσιοπάροχον γεύμα, ανακεκλιμένοι δε εις μικράς κλίνας &(ευρύχωρα σκαμνιά)& έτρωγαν, και έπιναν με ποτήρια καμωμένα από κέρατα βοός, τα οποία τυχαίως είχαν προμηθευθή από την χώραν.
Αφού δ' έγειναν σπονδαί (έκαμαν εκχύσεις αράτου οίνου από τα ποτήριά των προς τιμήν των Θεών) και έψαλαν δοξαστικόν ύμνον προς τον Απόλλωνα («επαιάνισαν»), εσηκώθησαν κατ' αρχάς μεν οι Θράκες και εχόρευσαν μαζή με τα όπλα των εν συνοδεία αυλού, πηδώντες υψηλά και ανάλαφρα, μεταχειριζόμενοι (εν τω χορεύειν αυτών) και τας μαχαίρας των.((40) Επί τέλους δε αρχίζει δήθεν να κτυπά ο ένας τον άλλον (με την μάχαιράν του), ώστε εις όλους να φαίνεται ότι αληθώς τον επλήγωνεν.
Ο πληγωνόμενος δε έπιπτε με τέχνην κατά γης. Και οι Παφλαγόνες ανεβόων (επιδοκιμαστικώτατα). Και ο μεν ένας (εκ των χορευτών), αφού έπαιρνε τα όπλα του άλλου (του ψευδοφονευθέντος), απεμακρύνετο τραγουδών άσμα τι θρακικόν, ονομαζόμενον από τον εν αυτώ τραγουδούμενον ήρωα: «Σιτάλκας». Άλλοι δε εκ των Θρακών μετέφεραν τον άλλον έξω (των θεωμένων), σαν να ήτον αληθινά νεκρός, χωρίς πράγματι να έχη πάθη τίποτε.
Κατόπιν εσηκώθησαν οι Αινιάνες και οι Μαγνήτες, οι οποίοι εχόρεψαν, επίσης με τα όπλα των και αυτοί, τον, όπως τον ωνόμαζαν, χορόν «καρπαίαν». Ο τρόπος δε, καθ' ον εχορεύετο ο χορός αυτός, ήτον ο εξής: ((41)
Ο μεν ένας (εκ των δύο χορευτών), αφού αποθέση &(ακουμπήση)& κάπου εκεί τα όπλα του, κάνει πως σπείρει και οδηγεί ζεύγος βοών προς αροτρίασιν (οργώνει), συχνά-πυκνά στρεφόμενος οπίσω του ως δήθεν φοβούμενος ληστήν, όστις, επί τέλους, κ' εμφανίζεται. Εκείνος όμως, μόλις (από μακράν) τον αντικρύση, αρπάζει τα όπλα του, ορμά κατ' αυτού και μάχεται μαζή του, έμπροσθεν του ζεύγους των βοών (ιστάμενος).((42) — Επίσης δε, όπως και οι προηγούμενοι, και ούτοι έκαναν όλα αυτά κινούμενοι ερρύθμως προς αυλόν. — Επί τέλους ο ληστής νικά και, αφού δέση καλά τον ζευγηλάτην, αρπάζει μαζή μ' αυτόν και το ζευγάρι του. Κάποτε όμως συμβαίνει να αιχμαλωτίζη και ο ζευγηλάτης τον ληστήν. Έπειτα, αφού τον ζεύξη, δεμένον με τας χείρας όπισθεν, κοντά στα βώδια του, θέτει και αυτόν κ' εκείνα εις κίνησιν («ελαύνει»).
Μετά ταύτα εισέρχεται κάποιος από την Μυσίαν καταγόμενος («Μυσός»), κρατών εις εκάστην χείρα (μικράν και ελαφράν, πλεκτήν δε και περικεκαλυμμένην με δέρμα αιγός) ασπίδα. Και άλλοτε μεν, σαν να είχεν ενώπιόν του δύο αντιπάλους, εμιμείτο με τον χορόν την (και προς τους δύο τούτους) μάχην. Άλλοτε δε μετεχειρίζετο εναντίον του ενός μόνον τας ασπίδας, και άλλοτε περιεστρέφετο ταχύτατα, κάμνων συγχρόνως το έν μετά το άλλο και αναπηδήματα από των ποδών προς την κεφαλήν και από της κεφαλής προς τους πόδας &(τούμπαις)&, κρατών και τας ασπίδας ανά χείρας, ώστε ούτω να παρουσιάζη πάγκαλον εν συνόλω θέαμα.
Τελευταίον δ' εχόρευσε τον Περσικόν χορόν, κτυπών τας ασπίδας την μίαν με την άλλην και γονατίζων και ξανασηκωνόμενος ((43). Και όλα αυτά επίσης και ούτος έκαμνεν εν συνοδεία αυλού.
Ενώ δ' εχορεύετο ο χορός αυτός, εισελθόντες (αίφνης) οι Μαντινείς, εγερθέντες δε και άλλοι τινές εκ των Αρκάδων, αφού εξωπλίσθησαν όσον ηδύναντο καλλίτερα, εβάδισαν εν ρυθμώ προς τον ένοπλον χορόν εκείνον, συνοδευόμενοι υπ' αυλών, και επαιάνισαν κ' εχόρεψαν, όπως γίνεται εις τας λιτανείας του λαού, όταν προσέρχεται εις τον ναόν, διά να παρακαλέση ή να ευχαριστήση τους εν αυτώ θεούς διά θυσιών κ' ευχών («ώσπερ εν τοις προς τους Θεούς προσόδοις»). Βλέποντες δε οι Παφλαγόνες ταύτα ενόμιζαν ως φοβερά τινα και τεράστια όλους τους χορούς αυτούς, ούτω χορευομένους με τα όπλα.
Ο δε Μυσός, βλέπων αυτούς εκπεπληγμένους, αφού έπεισε κάποιον εκ των Αρκάδων, έχοντα υπό την κυριότητά του ορχηστρίδα, (να της δώση την άδειαν να χορεύση), την οδηγεί ενώπιόν των, αφού την εστόλισεν όσον το δυνατόν καλλίτερα και της έδωκεν ελαφράν ασπίδα (να κρατή). Αύτη δ', (εμφανισθείσα ούτω), εχόρεψεν ελαφρά και ανάερα τον (από του Κρητός Πυρρίχου ονομασθέντα Κρητικόν χορόν) πυρρίχειον. ((44)
(Ενώπιον του θεάματος αυτού) ηγέρθη τότε (μεταξύ των Παφλαγόνων) πάταγος, ερωτώντων, εάν και γυναίκες ακόμη συνεπολέμουν μαζή των. Οι δ' Έλληνες έλεγαν (χαριεντιζόμενοι) ότι αύται ήσαν και αι τρέψασαι από του Ελληνικού στρατοπέδου εις φυγήν τον βασιλέα! Και ούτω μεν, λοιπόν, επέρασεν η νυξ αυτή.
Την δ' επομένην τους ωδήγησαν εις το στράτευμα. Και απεφάσισαν οι στρατιώται ούτε να ενοχλούν, αλλ' ούτε και να ενοχλούνται οι Παφλαγόνες. Μετά ταύτα οι μεν πρέσβεις ανεχώρησαν. Οι δ' Έλληνες, αφού είδαν ότι είχαν πλέον εις την διάθεσίν των αρκετά (διά την αναχώρησίν των) πλοία, επιβιβασθέντες έπλεον νυχθημερόν υπό ούριον άνεμον, έχοντες προς τα αριστερά των την Παφλαγονίαν.
Την δ' επομένην φθάνουν εις την Σινώπην και προσορμίζονται εις το επίνειον αυτής Αρμήνην. Οι Σινωπείς δε κατοικούν μεν εις την Παφλαγονικήν χώραν, είναι δε άποικοι των Μιλησίων. Ούτοι, λοιπόν, αποστέλλουν ως δώρα (φιλοξενίας) προς τους Έλληνας κριθίνων μεν αλεύρων τρισχιλίους μεδίμνους, ((45) πλήρεις δε οίνου χίλιους πεντακοσίους αμφορείς. ((46) Ενταύθα ήλθε και ο Χειρίσοφος με μίαν μόνον τριήρη.
Και οι μεν στρατιώται ήλπιζαν ότι θα ήρχετο φέρων εις αυτούς κάτι τι σπουδαίον. Ούτος όμως δεν έφερε μεν τίποτε, ανήγγειλε δε, ότι εγκρίνει (όσα μέχρι τούδε έπραξαν) και ο ναύαρχος Αναξίβιος και οι άλλοι, και ότι ο Αναξίβιος υπέσχετο ότι, άμα εξέλθουν του Πόντου, θα δώση εις έκαστον μισθόν.
Και εις την Αρμήνην ταύτην έμειναν οι στρατιώται ημέρας πέντε. Άμα δε είδαν (ησθάνθησαν) ότι ήσαν πλησίον της Ελλάδος, τώρα περισσότερον ή πριν εσκέφθησαν &(τους μπήκε η έννοια)& πως θα ήτο δυνατόν να επιστρέψουν εις την πατρίδα των φέροντες και κάτι τι μαζή των &(κάποιο χαρτζηλίκι)&.
Έκριναν, λοιπόν, ορθόν ότι, εάν εξέλεγαν ένα αρχηγόν, θα ηδύνατο πολύ περισσότερον ή εάν ήτο πολυπρόσωπος Κυβέρνησις ο ένας ούτος να διοικήση επωφελώς το στράτευμα και την ημέραν και την νύκτα, και, εάν παρίστατο ανάγκη να κάνη τίποτε χωρίς να εννοηθή, ότι θα ηδύνατο να κρυφθή πολύ καλλίτερα, και εάν, πάλιν, ήτον ηναγκασμένος να προφθάση (προλάβη) κάτι, ότι τώρα πολύ ολιγώτερον ή πρότερον θα καθυστέρει (θα έμενεν οπίσω). Διότι ενόμιζαν ότι δεν είχαν (πλέον) ανάγκην αναμεταξύ των λόγων &(από λόγια)&, ((47) αλλά πώς να τελειώνη (να πραγματοποιήται) το ταχύτερον ό,τι μόνον ο ένας θ' απεφάσιζεν. Ενώ προτήτερα δυνάμει της επικρατούσης ψήφου έπραττον τα πάντα οι στρατηγοί.
Μόλις δ' απεφάσισαν ταύτα, διηυθύνθησαν &(ετράβηξαν)& προς τον Ξενοφώντα. Και οι λοχαγοί, άμα τον επλησίασαν, του είπαν ότι τοιαύτη είναι η απόφασις του στρατού, έκαστος δε, φιλοφρονούμενος προς αυτόν όσον το δυνατόν περισσότερον, προσεπάθει να τον πείση ν' αναλάβη την αρχηγίαν του στρατεύματος.
Ο δε Ξενοφών αφ' ενός μεν επεθύμει (ό,τι του επροτείνετο), νομίζων ότι και η από μέρους του προς τους φίλους του εκτίμησις εκδηλούται ούτω ζωηροτέρα, ((48) και εις την πατρίδα του ότι έτι μεγαλητέρα θα φθάση η φήμη του ονόματός του και ότι ίσως (κατά τύχην) γείνη παραίτιος μεγάλου τινός καλού διά τον στρατόν.
Και λοιπόν, αι μεν τοιαύται σκέψεις τον παρεκίνησαν &(τον έσπρωξαν)& ((49) προς την επιθυμίαν να γείνη γενικός μονάρχης του στρατεύματος. Αλλ' όταν πάλιν ενεθυμείτο &(περνούσε απ' το μυαλό του η ιδέα)&, ότι διά κάθε μεν άνθρωπον είναι άγνωστον πού θα ήναι το μέλλον του &(πού θα καταλήξη)&, ότι δε, διά τούτο, θα εκινδύνευε και να χάση εντελώς όλην την μέχρι τούδε κτηθείσαν διά τόσων κόπων δόξαν, περιήρχετο εις απορίαν περί του πρακτέου (εστενοχωρείτο).
Ενώ δε εις τοιαύτην ευρίσκετο στενοχωρίαν τι να προτιμήση, ενόμισεν ότι το καλήτερον θα ήτο να ερωτήση (ν' ανακοινώση τας σκέψεις του) εις τους θεούς. Και, αφού διέταξε να του φέρουν δύο κατάλληλα προς θυσίαν σφάγια, ηρώτα — ενώ τα εθυσίαζε — τον βασιλέα Δία, όστις του ήτον από το μαντείον των Δελφών ενδεδειγμένος, (ίνα ερωτάται εις τοιαύτας κρισίμους περιστάσεις). Και μάλιστα το όνειρον, το οποίον είδεν άλλοτε, ότε ήρχιζε να λαμβάνη μέρος εις την από κοινού επιμέλειαν του στρατεύματος &(να 'νοιάζεται κι αυτός για την τύχη του στρατεύματος)&, ((50) ενόμιζεν ότι χάρις και μόνον εις τον Θεόν αυτόν το είδεν.
Και ότε ωρμάτο &(ξεκινούσε)& από την Έφεσον, διά να ενωθή (συνεργασθή) με τον Κύρον, ενεθυμείτο ότι αετός τις εφώναξεν αισιώτατα, καθήμενος όμως κατά γης και ηρεμών, διά τον οποίον ο προπέμπων αυτόν (τον Ξενοφώντα) μάντις έλεγεν ότι εσήμαινε μεν μέγα και γεμάτον από δόξαν μάντευμα, μη αποβλέπον την ατομικήν (του Ξ.) τύχην, ότι όμως προεμήνυε μεγάλας ταλαιπωρίας και μόχθους διά το μέλλον. Διότι (έλεγεν) ότι πάρα πολύ επιτίθενται κατά του ούτω καθημένου αετού τα όρνεα. Και ότι ο οιωνός αυτός δεν προεμάντευε πλούτον και αφθονίαν πόρων. Διότι — κατά την γνώμην του — ο αετός προμηθεύεται τα προς συντήρησίν του αναγκαία μάλλον όταν ίπταται.
Ούτω, λοιπόν, ενώ εθυσίαζεν ερωτών διά των σφαγίων τον Θεόν, του αναγγέλλει ολοφάνερα ούτος να μη προσθέση εις την, ην έχει, αρχήν και άλλην, ούτε, εάν τυχόν τον εξέλεγαν, ν' αποδεχθή την εκλογήν. Και το ζήτημα μεν τούτο ελύθη σύμφωνα με την επιθυμίαν του Θεού.
Ο δε στρατός συνήλθε και πάντες ομοθύμως επρότειναν να εκλέξουν ένα μόνον αρχηγόν. Και αφού το απεφάσισαν, επρότειναν τον Ξενοφώντα. Όταν δε πλέον εφάνη καταφώρως ότι θα τον εκλέξουν, δεδομένου ότι η νικώσα ψήφος ανήκε κατά νόμον πάντοτε εις τον προτείνοντα, ηγέρθη ούτος και είπε τα εξής:
«Εγώ, ω άνδρες, ως άνθρωπος κ' εγώ μ' αδυναμίας, πάρα πολύ ευχαριστούμαι ούτω από σας τιμώμενος και σας ευχαριστώ και εύχομαι να μ' αξιώσουν οι Θεοί να γείνω διά σας κάποιου καλού παραίτιος. Το να προτιμηθώ όμως από σας ως γενικός του στρατού αρχηγός, ενώ παρευρίσκεται εις τας τάξεις σας ανήρ Λακεδαιμόνιος, ούτε εις σας μου φαίνεται ότι είναι συμφέρον — τουναντίον μάλιστα, εάν παρακαλέσετε τους Θεούς εις ό,τι δήποτε, διά τον λόγον ακριβώς τούτον ολιγώτερον θα εισακουσθήτε παρ' αυτών — ούτε πάλιν φρονώ ότι η εκλογή μου αυτή είναι απηλλαγμένη οιουδήποτε κινδύνου ως προς εμέ.
»Διότι βλέπω ότι και την πατρίδα μου δεν έπαυσαν ούτοι (οι Θεοί) πολεμούντες, πριν ή κατορθώσουν ν' αναγνωρίσουν (ρητώς) οι Αθηναίοι τους Λακεδαιμονίους και πριν ή γείνουν (ούτοι) ηγεμόνες των. ((51) Αφού δ' ανεγνώρισαν την ηγεμονίαν των ταύτην οι Αθηναίοι, αμέσως (οι Θεοί) έπαυσαν να την πολεμούν και δεν κατεπίεζαν την πόλιν πλέον (τας Αθήνας) πέραν του υπό των συνθηκών συμφωνηθέντος ορίου. Ταύτα, λοιπόν, βλέπων σκέπτομαι μήπως, εάν φανώ ότι, όπου μου είναι εύκολον, εκεί και παραβαίνω τας αξιώσεις των (τας εντολάς των), μήπως, λέγω, λίαν ταχέως υπ' αυτών σωφρονισθώ.
»Όσον δ' αφορά εκείνο το οποίον σκέπτεσθε, ότι θα ηγείρετο μικροτέρα εις τον στρατόν στάσις, εάν, αντί πολλών, υπήρχεν ένας μόνον αρχηγός, μάθετε ότι, και οιονδήποτε άλλον εάν εκλέξετε ως τοιούτον, πάντως εμέ δεν θα με ιδήτε ποτέ στασιαστήν. Διότι φρονώ ότι, όστις, διαρκούντος του πολέμου, στασιάζει εναντίον του αρχηγού του, ότι ούτος εναντίον της ιδίας αυτού σωτηρίας στασιάζει. Εάν δ' εκλέξετε εμέ, δεν θα εξεπληττόμην διόλου, εάν ηθέλατε (μετά τινα καιρόν) εύρη κανένα πρόθυμον να φθονήση (ν' αντιπολιτευθή) και υμάς κ' εμέ».
Αφού δε είπε ταύτα, πολύ περισσότεροι τώρα διεμαρτύροντο λέγοντες ότι είναι απόλυτος ανάγκη να ήναι αυτός (και όχι άλλος) ο αρχηγός. Αγασίας δε ο Στυμφάλιος είπεν ότι θα ήτο γελοίον, εάν τα πράγματα είχον όπως τα εξέθηκεν ο Ξενοφών. «Ή μήπως τάχα θα οργισθούν οι Λακεδαιμόνιοι ακόμη και εάν, συνελθόντες συνδαιτυμόνες τινές εις δείπνον, εκλέξουν προϊστάμενον του συμποσίου μη Λακεδαιμόνιον; Επειδή — είπεν — εάν αληθώς έχη ούτω το πράγμα, πρέπει τότε — κατά την λογικήν αυτήν — να μην επιτραπή και εις ημάς να λοχαγώμεν, επειδή είμεθα Αρκάδες». Τότε, λοιπόν, επειδή ο Αγασίας ούτος ωμίλησεν ευστόχως, οι στρατιώται όλοι ήρχισαν να επιδοκιμάζουν θορυβωδώς τους λόγους του.
Και ο Ξενοφών, επειδή έβλεπεν ότι απ' όσα προηγουμένως είπεν, έλειπεν ακριβώς το σπουδαιότερον, ελθών εις το μέσον (των στρατιωτών) είπεν: «Αλλ', ω άνδρες, διά να βεβαιωθήτε &(διά να με πιστέψετε)&, σας ορκίζομαι εις όλας και όλους τους Θεούς ότι αληθώς εγώ, ευθύς αφού εκατάλαβα την περί εμού απόφασίν σας, ηρώτων τους Θεούς, εάν θα ήτο και διά σας και δι' εμέ επωφελέστερον να μου επιτρέψουν ν' αναλάβω την, ην μου προτείνετε, αρχηγίαν. Οι Θεοί όμως εις τα θυσιασθέντα εις αυτούς σφάγια μου έδειξαν την απόφασίν των τόσον φανερά, ώστε και ιδιώτης ακόμη να ημπορή να καταλάβη (εκ των σφαγίων), ότι διά παντός τρόπου έπρεπε ν' απόσχω της γενικής αρχηγίας του στρατεύματος».