Part 2
Εκ της Κερασούντος δ' εξηκολούθησαν την κατά θάλασσαν πορείαν των όσοι και προτήτερα. Οι δε λοιποί επορεύοντο διά ξηράς.
Αφού δ' έφθασαν εις τα όρια των Μοσσυνοίκων, στέλλουν εις αυτούς Τιμησίθεον τον Τραπεζούντιον, όστις ήτον εν Τραπεζούντι επιφορτισμένος την επιστασίαν των υποθέσεων των Μοσσυνοίκων («πρόξενος»), ερωτώντες αυτούς να μάθουν αν ως φίλοι ή ως εχθροί των θα διέλθουν εκ της χώρας των. Ούτοι δ' απεκρίθησαν ότι δεν θα τους άφηναν να διέλθουν. Διότι είχαν μεγάλην πεποίθησιν εις την οχυρότητά της. («Επίστευον γαρ τοις χωρίοις»).
Μετά τούτο λέγει ο Τιμησίθεος ότι εχθροί των Μοσσυνοίκων τούτων είναι οι εκ της χώρας εκείνης, (ην βλέπετε), ορμώμενοι κάτοικοι. Κ' επρότεινεν ως επιβαλλόμενον από τας περιστάσεις να τους προσκαλέσουν (προς σύμπραξιν), εάν ήθελαν να συμμαχήσουν μαζή των. ((8) Αποσταλείς, λοιπόν, ο Τιμησίθεος προς εκείνους, επανήλθε φέρων τους άρχοντάς των (προς τους Έλληνας).
Αφού δ' έφθασαν, συνήλθον (εις το αυτό μέρος) και οι άρχοντες των Μοσσυνοίκων και οι στρατηγοί των Ελλήνων. Και διερμηνεύοντος του Τιμησιθέου, ο Ξενοφών είπε τα εξής:
«Ω άνδρες Μοσσύνοικοι, ημείς σκοπόν έχομεν να φθάσωμεν σώοι εις την Ελλάδα, βαδίζοντες πεζή. Διότι στερούμεθα πλοίων. Μας εμποδίζουν όμως ούτοι, οίτινες, καθώς μανθάνομεν, είναι εχθροί σας.
»Εάν, λοιπόν, θέλετε, δύνασθε να συμμαχήσετε μαζή μας και να τους τιμωρήσετε, εάν ποτε ούτοι σας έβλαψαν εις τίποτε, ούτω δε του λοιπού να έχετε αυτούς υπό την εξουσίαν σας.
»Εάν όμως δεν συμμαχήσετε, σκεφθήτε αν θα σας δοθή και πάλιν η ευκαιρία ν' αποκτήσετε ως σύμμαχόν σας τόσω μεγάλην, &(σαν τη δική μας)&, δύναμιν».
Εις ταύτα απεκρίθη ο άρχων των Μοσσυνοίκων (ο εν ονόματι των άλλων ομιλών): «ότι και θέλουν ό,τι τους προτείνουν και δέχονται την συμμαχίαν (συμμαχούν)».
«Εμπρός, λοιπόν, είπεν ο Ξενοφών, ειπέτε μας εις τι θα μας χρησιμοποιήσετε, αν συμμαχήσωμεν μαζή σας, και σεις ποίαν βοήθειαν είσθε εις θέσιν να μας δώσετε, όσον αφορά την περαιτέρω πορείαν μας».
Εκείνοι δε απεκρίθησαν: «ότι είμεθα ικανοί να εισβάλωμεν εις την αμοιβαίως (και εις τους δύο μας) εχθρικήν ταύτην χώραν, από το αντίθετον αυτής μέρος. Και να σας στείλωμεν εδώ και πλοία και άνδρας, οίτινες ου μόνον θα γείνουν σύμμαχοί σας, αλλά και τον περαιτέρω δρόμον θα σας δείξουν».
Μετά ταύτα, αφού συνεφώνησαν (αφού έδωκαν και έλαβαν ενόρκους διαβεβαιώσεις ότι θα τηρήσουν αμφότερα τα μέρη τα συμφωνηθέντα), ανεχώρησαν. Και ήλθαν την επομένην φέροντες τριακόσια μονόξυλα πλοία, έκαστον των οποίων είχε τρεις άνδρας, εξ ων οι μεν δύο, αποβιβαζόμενοι, παρετάσσοντο, ο άλλος δ' έμενεν (εις το πλοίον).
Και ούτοι μεν (οι μείναντες), παραλαβόντες τα πλοία, απέπλευσαν, οι δ' αποβιβασθέντες παρετάχθησαν κατά τον εξής τρόπον: Ετοποθετήθησαν, καθώς χοροί, ο ένας τον άλλον αντικρύζοντες, ανά εκατόν ως έγγιστα άνδρες, φέροντες όλοι (πλεκτάς) ασπίδας κατασκευασμένας από χονδρά λευκά δέρματα βοών, αίτινες ωμοίαζαν με πέταλον κισσού, εις δε την δεξιάν χείρα κρατούντες έκαστος ακόντια μήκους περίπου έξ πήχεων, έχοντα έμπροσθεν μεν λόγχην, όπισθεν δε εκ του ιδίου ξύλου, (από τdοοποίον ήτο και το ακόντιον), έχοντα το σχήμα σφαίρας.
Εφόρουν δε χιτώνας τόσον μικρούς, ώστε δεν έφθαναν μέχρι των γονάτων, τόσον δε χονδρούς όσον το εκ λινού εκείνο ύφασμα, με τα οποίον κατασκευάζονται τα στρώματα, επί της κεφαλής δε (έφεραν) δερματίνους, ως αι Παφλαγονικαί, περικεφαλαίας, φερούσας εις το μέσον θύσανον από τρίχας ίππου, παρεμφερείς δε προς τας Περσικάς τιάρας. Έφεραν δε και αμφιστόμους σιδηρούς πελέκεις.
Μετά ταύτα έκαμε την αρχήν ένας εξ αυτών και όλοι οι άλλοι επορεύοντο ρυθμικώς άδοντες, διελθόντες δε διά μέσου των ωπλισμένων λόχων των Ελλήνων, εβάδισαν κατ' ευθείαν κατά του μέρους (του «χωρίου»), εις ο ευρίσκοντο οι πολέμιοι και το οποίον εφαίνετο ότι ήτο λίαν περιμάχητον.
Κατωκείτο δε τούτο (έκειτο) προ της πόλεώς των, της υπ' αυτών ονομαζομένης Πρωτευούσης, ήτις κατείχε την υψηλοτέραν κορυφήν της των Μοσσυνοίκων χώρας. Περί του μέρους δε τούτου ήτο και ο πόλεμος. Διότι οι κατέχοντες διαρκώς αυτό εφρόνουν ότι είναι κύριοι και όλων εν γένει των Μοσσυνοίκων, έλεγαν δε (οι εκ των βαρβάρων σύμμαχοι) ότι αδίκως κατελήφθη τούτο, και ότι, ενώ ήτο μέρος κοινόν δι' όλους, ήσαν ήδη εκείνοι ισχυρότεροι των, αφ' ης αυθαιρέτως το κατέλαβον.
Τους ηκολούθουν δε καί τινες εκ των Ελλήνων, ουχί κατά διαταγήν των στρατηγών συμπαραταχθέντες, αλλ' ακολουθήσαντες τες αυτοβούλως, προς διαρπαγήν (για να πλιατσικολογήσουν). Οι δε πολέμιοι εν τω μεταξύ μεν ησύχαζαν, εφ' όσον ούτοι επροχώρουν. Άμα όμως επλησίασαν προς το μέρος των, εξορμήσαντες εκείθεν τους τρέπουν εις φυγήν, φονεύουν ουκ ολίγους εκ των βαρβάρων καί τινας εκ των συνακολουθησάντων Ελλήνων, και τους καταδιώκουν, έως ου είδαν να έρχωνται οι Έλληνες εις βοήθειάν των.
Κατόπιν δε, στραφέντες προς τα οπίσω, έφυγαν, και, αφού απεκεφάλισαν τους νεκρούς, τους επεδείκνυον μακρόθεν προς τους Έλληνας και τους πολεμίους των, και συγχρόνως εχόρευαν, άδοντες προς κάποιον ήχον.
Οι δ' Έλληνες πάρα πολύ εστενοχωρήθησαν, και διότι έγειναν ούτω τολμηρότεροι, οι πολέμιοι, και διότι οι συνακολουθήσαντες Έλληνες ετράπησαν, όπως και οι βάρβαροι, εις φυγήν, αν και ήσαν ουκ ολίγοι. Πράγμα το οποίον ουδέποτε είχε συμβή κατά την μέχρι τούδε οδοιπορίαν των.
Ο δε Ξενοφών συναθροίσας τους Έλληνας τους είπε τα εξής: «Ω άνδρες στρατιώται, μην αποθαρρυνθήτε δι' όσα έγιναν. Διότι πρέπει να γνωρίζετε ότι επήλθε και κάποιο καλόν, όχι μικρότερον του δυστυχήματος, το οποίον επάθαμεν.
»Διότι πρώτον μεν γνωρίζετε καλά πλέον, ότι εκείνοι οίτινες μέλλουν να γίνουν οδηγοί μας, είναι πράγματι εχθροί εκείνων, προς τους οποίους είμεθα κατ' ανάγκην και ημείς. Έπειτα δε και όσοι εκ των Ελλήνων αδιαφόρησαν προς την παρ' ημίν κρατούσαν τάξιν και πειθαρχίαν κ' ενόμισαν ότι είναι ικανοί να πράττουν μετά των βαρβάρων όσα μεθ' ημών πράττουν, ετιμωρήθησαν. Ώστε εις το μέλλον να σεβασθούν περισσότερον την πειθαρχίαν του στρατεύματος.
»Πρέπει, λοιπόν, να προετοιμασθήτε, όπως και εις τους εκ των βαρβάρων συμμάχους μας αποδείξετε (φανήτε) ότι είσθε πολύ καλλίτεροι αυτών, και εις τους πολεμίους φανερώσετε ότι οι άνδρες, με τους οποίους θα πολεμήσουν τώρα, δεν είναι όμοιοι με τους ατάκτους, με τους οποίους προ ολίγου επολέμησαν».
Ταύτην μεν, λοιπόν, την ημέραν ουδέν έπραξαν. Την δ' επομένην, αφού προσέφεραν θυσίας εις τους θεούς και είδαν ότι ήσαν παρ' αυτών ευπρόσδεκτοι, και αφού, κατόπιν, εγευμάτισαν, παρέταξαν τους λόχους τάξαντες τους άνδρας εκάστου (λόχου) τον ένα όπισθεν του άλλου και αφήσαντες μεταξύ των λόχων διαστήματα («ποιησάμενοι ορθίους τους λόχους»), κατά τον αυτόν δε τρόπον και τους βαρβάρους εις το αριστερόν κέρας παρατάξαντες, επορεύοντο έχοντες τους τοξότας μεταξύ των λόχων, ενώ το μέτωπον των οπλιτών έμενεν ολίγον όπισθεν.
Διότι τινές των πολεμίων, τρέχοντες ελευθέρως προς τα κάτω, τους ελιθοβόλουν. Και τούτων την ορμήν ανέκοπτον οι (προτεταγμένοι των οπλιτών) τοξόται και πελτασταί. Οι δε λοιποί επορεύοντο βάδην, πρώτον μεν κατά του μέρους, από του οποίου την προηγουμένην ετράπησαν εις φυγήν οι βάρβαροι και οι συνακολουθήσαντες αυτούς Έλληνες. Διότι εδώ είχαν αντιπαραταχθή (την προτεραίαν) οι πολέμιοι.
Προς μεν, λοιπόν, τους πελταστάς αντέστησαν οι βάρβαροι και εμάχοντο. Επειδή όμως επλησίασαν ήδη οι οπλίται, ήρχισαν να τρέπωνται εις φυγήν. Και οι μεν πελτασταί τους κατεδίωκον κατά πόδας, φερόμενοι άνω, προς την πόλιν. Οι δε οπλίται ηκολούθουν εν τάξει.
Αφού δ' έφθασαν άνω, πλησιάζοντες ήδη τας οικίας της Πρωτευούσης των, τότε οι πολέμιοι συγκεντρωθέντες επί ταυτό όλοι εμάχοντο και εκίνουν με ορμήν (ετίναζαν μακράν) τα ακόντια και με δόρατα μακρά και παχέα, τόσα, ώστε μόλις να δύναται να τα σηκώση ένας άνδρας, προσεπάθουν ν' αμυνθούν εκ του συστάδην.
Επειδή όμως οι Έλληνες δεν υπεχώρουν, αλλά, τουναντίον, επροχώρουν προς την αυτήν (πάντοτε) διεύθυνσιν (προς το μέρος των), ετράπησαν κ' εντεύθεν εις φυγήν οι βάρβαροι, εγκαταλείψαντες όλοι την Πρωτεύουσάν των. Ο δε βασιλεύς των (άρχων), ο κατοικών διαρκώς κατάκλειστος εις τον επί του υψηλοτέρου σημείου της πόλεως οικοδομημένον πύργον του, τον οποίον όλοι από κοινού διατρέφουν και φυλάττουν, ηρνείτο να εξέλθη εκείθεν, καθώς και ο εις το πρότερον κυριευθέν χωρίον (μέρος) βασιλεύς, αλλά κ' εκείνος και ούτος εκεί μαζή με τους πύργους των εκάησαν.
Οι δ' Έλληνες, διαρπάζοντες τα μέρη ταύτα, εύρισκαν εις τας οικίας αποθήκας γεμάτος από επισωρευμένους περυσινούς ((9) άρτους, καθώς οι Μοσσύνοικοι εβεβαίουν, και από σίτον νέον, αποκείμενον μαζή με την καλάμην του &(με τ' άχυρα)&. Ήτο δε το περισσότερον μέρος του σίτου γυμνοκρίθι («ζειά»). ((10)
Ηύραν ακόμη (εντός των αποθηκών) και μεγάλα τεμάχια δελφίνων ταριχευμένα μέσα εις αγγεία πήλινα &(λαγήνια)&, και εις δοχεία, άλειμμα &(ξύγγι)& από δελφίνας, το οποίον μετεχειρίζοντο οι Μοσσύνοικοι, όπως οι Έλληνες το έλαιον.
Προς δε, εις τα ανώγεια των οικιών, και πολλά κάστανα («κάρυα πλατέα»), μη έχοντα κανένα χώρισμα. Τούτων δε και πλείστου σίτου έκαμνον χρήσιν, βράζοντες αναμίξ αυτά και μεταβάλλοντες κατόπιν εις ψημένους άρτους. Ηύραν δε προσέτι και οίνον, όστις άκρατος μεν ήτο λίαν δυνατός (στην γεύσιν) ως εκ της δριμύτητός του, συγκερασμένος δε (με ύδωρ), εγίνετο ευώδης και γλυκύς.
Οι μεν Έλληνες, λοιπόν, αφού εγευμάτισαν ενταύθα, επροχώρησαν, αφού παρέδωσαν το κυριευθέν αυτό χωρίον εις τους συμμαχήσαντας εκ των Μοσσυνοίκων. Και εκ των άλλων δε μερών, όσα επέρασαν και ήσαν σύμμαχα &(με το μέρος)& των πολεμίων, τα μεν περισσότερον ευπρόσιτα, άλλοι μεν των κατοίκων, φεύγοντες, εγκατέλειπον, άλλοι δε, παραδίδοντες εκουσίως, προσεχώρουν. Τα δε πλείστα εξ αυτών ήσαν τοιαύτα περίπου &(απάνου-κάτου)&:
Αι πόλεις απείχον απ' αλλήλων κατά το μάλλον ή ήττον στάδια ογδοήκοντα. Όταν δε φωνάζονται μεταξύ των δυνατά οι κάτοικοι, ακούει ο είς τον άλλον από της μιας εις την άλλην πόλιν. Τόσον υψηλά όρη είχεν η χώρα και τόσας μεταξύ αυτών κοιλάδας. ((11)
Αφού δε, πορευόμενοι, έφθασαν (επί τέλους) εις φιλικά των μέρη, τους παρουσίαζαν παχυτάτους παίδας των ευκαταστάτων &(νοικοκυραίων)&, θρεμμένους με βραστά καρύδια, έχοντας πολύ μαλακόν και λευκόν το δέρμα και κατά το μήκος και το πλάτος (του σώματός των) ίσου σχεδόν πάχους, διακεντημένους δε καθ' όλα των τα νώτα και τα έμπροσθεν με ποικίλα ανθοειδή στίγματα.
Εζήτουν δε και να συνουσιασθούν ολοφάνερα με τας εταίρας τας οποίας έφερον μαζή των οι Έλληνες. Διότι τα έθιμά των δεν τους το απηγόρευον.
Γυναίκες δε και άνδρες ήσαν λευκοί όλοι. Περί τούτων έλεγαν, οι λαβόντες μέρος εις την εκστρατείαν ότι ήσαν βαρβαρώτατοι τα ήθη και τους τρόπους και ότι ήσαν πάρα πολύ απομεμακρυσμένοι των Ελληνικών νόμων. Διότι ευρισκόμενοι εν τω μέσω πλήθους έπραττον πράξεις, τας οποίας πράττουν οι άνθρωποι (μόνον) όταν ήναι μόνοι. Και, αντιθέτως, όταν ήσαν μόνοι, έπραττον τας αυτάς πράξεις τας οποίας (έπραττον) ευρισκόμενοι εν τω μέσω πλήθους. Δηλαδή ωμίλουν μόνοι των (εμονολόγουν) και εγέλων διά τον εαυτόν των &(αυτοκοροϊδεύοντο)& και εχόρευαν σταματώντες όπου ετύχαινε (όπου και αν ευρίσκοντο), σαν να εφαντάζοντο ότι επεδεικνύοντο (ότι εχόρευαν) έμπροσθεν άλλων.
Κεφάλαιον πέμπτον.
Διά μέσου της χώρας ταύτης, της φιλικής και της πολεμίας, πορευθέντες οι Έλληνες οκτώ σταθμούς, αφίχθησαν εις την χώραν των Χαλύβων ((12). Ούτοι, όντες ολίγοι, ήσαν υπήκοοι των Μοσσυνοίκων και οι πλείστοι εξ αυτών απέζων μεταλλευόμενοι και επεξεργαζόμενοι τον σίδηρον.
Εντεύθεν φθάνουν εις την χώραν των Τιβαρηνών, ήτις ήτο πολύ πεδινωτέρα και είχε τα προς την θάλασσαν μέρη ολιγώτερον απόκρημνα. Και οι στρατηγοί εφρόνουν ότι έπρεπε να τα πλησιάσουν (να κατευθυνθούν προς αυτά) με τον στρατόν των και ότι κάτι έπρεπεν εντεύθεν να ωφεληθή το στράτευμα, τα δε προς ένδειξιν της φιλοξενίας των δώρα, όσα απέστειλαν προς αυτούς οι Τιβαρηνοί, δεν ήθελαν να τα δεχθούν, αλλ', αφού τους παρήγγειλαν να περιμένουν μέχρις ου αποφασίσουν, παρετήρουν τα των προσφερθέντων (εις τους θεούς) σφαγίων σπλάγχνα.
Αφού δε κατηνάλωσαν ουκ ολίγα θύματα, επί τέλους απεφάνθησαν οι μάντεις όλοι ότι δεν παρεδέχοντο (δεν επέτρεπον) κατ' ουδένα λόγον οι θεοί τον πόλεμον. Κατόπιν, λοιπόν, τούτου εδέχθησαν τα δώρα και, πορευόμενοι ως διά φιλικής χώρας επί δύο ημέρας, έφθασαν εις την Ελληνικήν πόλιν Κοτύωρα, αποικίαν των Σινωπέων, περιλαμβανομένην δε εις την των Τιβαρηνών χώραν.
[Έως εδώ επορεύετο ο στρατός (η εις την Ελλάδα επιστροφή εγίνετο) διά ξηράς. Και η μεν έκτασις (και το μεν μήκος) της οδού της καταβάσεως από της παρά την Βαβυλώνα μάχης μέχρι των Κοτυώρων ήτο σταθμοί εκατόν είκοσι δύο, παρασάγγαι εξακόσιοι είκοσι, στάδια δέκα οκτώ χιλιάδες εξακόσια. Το δε (καταναλωθέν) χρονικόν διάστημα, οκτώ μήνες].
Ενταύθα έμειναν σαράντα πέντε ημέρας. Κατά το διάστημα αυτό πρώτον μεν προσέφεραν θυσίας εις τους θεούς και λιτανείας έκαμαν ξεχωριστά εκάστη Ελληνική εθνότης, ((13) και γυμνικούς αγώνας. Τα δε προς τροφήν των αναγκαία ελάμβαναν διά της βίας, άλλα μεν εκ της Παφλαγονίας, άλλα δε εκ των περιχώρων των Κοτυωριτών. Διότι ούτοι ούτε τροφάς προς αγοράν παρείχον, ούτε την εντός των τειχών των (την εις την πόλιν των) είσοδον των ασθενών επέτρεπαν.
Εν τω μεταξύ τούτω έρχονται από την Σινώπην πρέσβεις, φοβηθέντες και περί της χώρας των Κοτυωριτών και περί της πόλεώς των. Διότι αύτη ήτον αποικία των Σινωπέων, οι δε Κοτυωρίται φόρου εις αυτούς υποτελείς, και διότι εμάνθαναν ότι ελεηλατείτο από τους Έλληνας η χώρα των.
Ελθόντες, λοιπόν, εις το Ελληνικόν στρατόπεδον διεμαρτύροντο. Επ' ονόματι δ' αυτών ωμίλησεν ως εξής ο Εκατώνυμος, όστις έχαιρε φήμην ότι ήτο δεινός περί το λέγειν.
»Μας απέστειλεν — είπεν — ω άνδρες στρατιώται, η πόλις των Σινωπέων, πρώτον μεν, διά να σας επευφημήσωμεν ως Έλληνας νικητάς των βαρβάρων, έπειτα δε, διά να σας εκφράσωμεν την χαράν μας ότι ευρίσκεσθε πλέον ενταύθα εν ασφαλεία (ότι διεσώθητε), αφού, ως εμάθαμεν, πολλάς και φοβεράς εδοκιμάσατε περιπετείας.
«Έχομεν δε την αξίωσιν, επειδή είμεθα και ημείς Έλληνες (όπως και σεις), να ευεργετηθώμεν μεν εις οτιδήποτε από σας — Έλληνας όντας — να μη ζημιωθώμεν δε παντάπασι. Διότι και ημείς ουδέποτε, ουδέ κατ' ελάχιστον, εις την ζωήν μας σας εβλάψαμεν.
»Οι Κοτυωρίται δε αυτοί, και άποικοι ιδικοί μας είναι, και την χώραν (που κατέχουν) ημείς τους παρεδώσαμεν, αφού την επήραμεν διά της βίας από τους βαρβάρους. Διά τούτο δε και μας είναι (ωρισμένου) φόρου υποτελείς, καθώς και οι Κερασούντιοι και οι Τραπεζούντιοι. Ώστε οιονδήποτε κακόν και αν προξενήσετε εις αυτούς, η πόλις των Σινωπέων φρονεί ότι εις αυτήν (πρωτίστως) αντανακλά η βλάβη.
»Εν τούτοις μανθάνομεν τώρα ότι εξ υμών τινες, εισερχόμενοι διά της βίας εις την πόλιν, κατασκηνούν εις τας οικίας, και ότι από τα πέριξ επίσης διά της βίας λαμβάνουν &(παίρνουν)& — ό,τι σας χρειάζεται, χωρίς κανένα καλόν τρόπον να μεταχειρίζωνται πειθούς.
»Πάντα ταύτα, λοιπόν, ημείς δεν τα επιδοκιμάζομεν. Εάν δ' εξακολουθήτε να πράττετε τοιαύτα, θα ευρεθώμεν εις την ανάγκην να λάβωμεν τα μέτρα μας, συμμαχούντες με τον Κορύλαν (τον της Παφλαγονίας άρχοντα) και τους Παφλαγόνας και με οιονδήποτε άλλον ημπορέσωμεν».
Εις ταύτα εγερθείς ο Ξενοφών απήντησε εν ονόματι του στρατού τα εξής: «Ημείς, ω άνδρες Σινωπείς, είμεθα ευχαριστημένοι (αρκούμεθα) ότι εφθάσαμεν (έως εδώ) διασώσαντες και τους εαυτούς μας και την τιμήν των όπλων μας. Διότι δεν μας ήτο δυνατόν συγχρόνως και ταναγκαιούντα εις ημάς πράγματα να φέρωμεν μαζή μας και να πολεμώμεν.
»Και τώρα, αφού πλέον ήλθαμεν εις τας Ελληνίδας πόλεις, εις μεν την Τραπεζούντα, διότι μας παρείχον ακόπως τροφάς προς αγοράν, τας επρομηθευόμεθα αγοράζοντες, και αντί των περιποιήσεων, με τας οποίας μας ετίμησαν, και των δώρων, με τα οποία εφιλοδώρησαν το στράτευμά μας, τους αντιπεριποιήθημεν και ημείς όπως τους ήξιζε, και εάν κανείς εκ των βαρβάρων ήτο φίλος των, δεν τον επειράξαμεν. Τους δ' εχθρούς των, κατά των οποίων μας ωδήγησαν, τους εβλάψαμεν όσον ημπορέσαμεν.
»Αν θέλετε δ' ερωτήσατέ τους να σας ειπούν τας περί ημών εντυπώσεις των &(σαν τι λογής ανθρώπους μας ηύραν)&. Διότι παρευρίσκονται εδώ εκείνοι, τους οποίους λόγω φιλίας έστειλε μαζή μας (μας έδωκεν) η πόλις, διά να μας χρησιμεύσουν εις τον δρόμον μας ως οδηγοί.
»Εις οιονδήποτε μέρος όμως ερχόμενοι, είτε εις βάρβαρον χώραν, είτε εις Ελληνίδα, δεν ευρίσκομεν τροφάς προς αγοράν, εκεί, ουχί επί τω σκοπώ εξευτελισμού, αλλά διότι πιεζόμεθα υπό της ανάγκης, τας λαμβάνομεν διά της βίας.
»Και τους Καρδούχους και τους Ταόχους και τους Χαλδαίους, αν και δεν ήσαν υπήκοοι του βασιλέως, (δεν υπήρχεν επομένως κανείς λόγος, διά να τους έχωμεν εχθρούς), εν τούτοις, καίτοι ήσαν πάρα πολύ επικίνδυνοι, τους εκάναμεν εχθρούς μας, μόνον και μόνον διότι ευρέθημεν εις την ανάγκην, επειδή δεν μας επέτρεπαν την προμήθειαν τροφών, να λαμβάνωμεν αυτάς διά της βίας.
«Τους δε Μάκρωνας, αν και ήσαν βάρβαροι, επειδή μας παρείχον κατά τας δυνάμεις των &(το κατά δύναμιν)& τροφάς προς αγοράν, και φίλους μας τους ενομίζαμεν και ουδέν παρ' αυτών αυθαιρέτως ελαμβάναμεν.
»Ως προς τους Κοτυωρίτας δε, οι οποίοι λέγετε ότι είναι υπήκοοί σας, εάν ελάβαμέν τι παρ' αυτών, χωρίς να θέλουν, τούτου αυτοί και μόνοι είναι αίτιοι. Διότι δεν εφέρθησαν προς ημάς ως φίλοι, αλλά, κλείσαντες τας πύλας του τείχους των, ούτε εντός της πόλεώς των μας επέτρεπαν την είσοδον, ούτε έξω αυτής μας έστελλον τροφάς προς αγοράν. Αίτιος δε της τοιαύτης συμπεριφοράς των έλεγαν ότι ήτον ο παρ' υμών εξαρτώμενος διοικητής των («αρμοστής»).
»Όσον δ' αφορά περί της, ην μας αποδίδετε, κατηγορίας: ότι ημείς κατασκηνούμεν εις την πόλιν σας, εισερχόμενοι εις αυτήν διά της βίας, το πράγμα έχει ως εξής: Ημείς είχαμεν την αξίωσιν από σας να δεχθήτε εις τας οικίας σας τους ασθενείς μας. Επειδή όμως δεν μας άνοιγαν τας πύλας της πόλεως (διά να εισέλθωμεν), διά τούτο εις ο μέρος αυτό αφ' εαυτού ήτον ευάλωτον το τείχος (εις ο μέρος το τείχος, ως εκ της θέσεώς του, ήτον ευδιάβατον) εισηρχόμεθα ακουσίως των, ουδεμίαν άλλην βίαν μετερχόμενοι κατά των κατοίκων. Διότι και οι εις τας οικίας των Κοτυωριτών κατασκηνούντες ασθενείς μας εξ ιδίων εδαπάνων, και τας πύλας της πόλεώς των εφρουρούμεν, όπως εμποδίζωμεν τους αρρώστους μας να ενοχλούν τον αρμοστήν σας, δυνάμεθα δε να τους μεταφέρωμεν ευκόλως εκείθεν, όταν θέλωμεν. ((14)
»Όσον δ' αφορά τους άλλους εξ ημών, είμεθα, όπως βλέπετε, εις το ύπαιθρον παρατεταγμένοι, έτοιμοι πάντοτε, αν μεν κανείς μας ευεργετήση, να τον αντευεργετήσωμεν, αν δε μας βλάψη, να τον εμποδίσωμεν.
»Ως προς όσα δε μας απειλήσατε, ότι δηλαδή θα συμμαχήσετε, όταν θα το κρίνετε εύλογον, με τον Κορύλαν και τους Παφλαγόνας εναντίον μας, είσθε ελεύθεροι να το πράξετε. Ημείς όμως, εάν μεν παραστή ανάγκη, θα πολεμήσωμεν και τους δύο — μάθετε δε ότι μέχρι τούδε και άλλους πολύ περισσοτέρους από σας επολεμήσαμεν. Αν δε νομίσωμεν συμφέρον μας να κάνωμεν φίλον &(να πάρωμε με το μέρος μας)& τον άρχοντα της Παφλαγονίας — μανθάνομεν δε ότι και επιθυμεί ούτος (να κατακτήση) την πόλιν σας και τα παρά την θάλασσαν οχυρά μέρη — θα προσπαθήσωμεν, συντρέχοντες αυτόν εις τους σκοπούς του (εις ό,τι επιθυμεί), να γίνωμεν με κάθε τρόπον φίλοι του».
Μετά τους λόγους αυτούς του Ξενοφώντος οι μετά του Εκατωνύμου συναποσταλέντες πρέσβεις καταφώρως εφάνησαν δυσαρεστηθέντες διά τα λεχθέντα. Παρουσιασθείς όμως άλλος τις εξ αυτών προ των Ελλήνων είπεν ότι δεν ήλθαν επί τω σκοπώ να τους πολεμήσουν, αλλά διά να τους βεβαιώσουν, ότι είναι φίλοι των. Και ότι, «όταν μεν έλθετε εις την πόλιν των Σινωπέων, θα σας υποδεχθώμεν εκεί με αναμνηστικά φιλοξενίας δώρα. Επί του παρόντος δε, θα διατάξωμεν τους Κοτυωρίτας να σας δώσουν ό,τι ημπορέσουν. Διότι βλέπομεν ότι όλα όσα λέγετε είναι αληθή».
Μετά ταύτα και οι Κοτυωρίται έστελλον προς τους Έλληνας δώρα (εις ανάμνησίν των), και οι στρατηγοί των Ελλήνων εφιλοξένουν τους πρέσβεις των Σινωπέων, και αναμεταξύ των συνωμίλουν φιλικώτατα περί πολλών, διερωτώντες λεπτομερώς αλλήλους και περί άλλων μεν, προ πάντων όμως περί των παρουσιασθησομένων, ως προς την περαιτέρω αυτών πορείαν, αναγκών.
Κεφάλαιον έκτον
Ούτω η ημέρα αύτη ετελείωσε. Την δ' επομένην συνεκάλεσαν οι στρατηγοί τον στρατόν (εις εκκλησίαν). Και απεφάσισαν, αφού προσκαλέσουν και τους πρέσβεις των Σινωπέων, να συσκεφθούν περί της περαιτέρω πορείας. Διότι, εάν μεν διά ξηράς ηναγκάζοντο να προχωρήσουν (του λοιπού), εφρόνουν ότι θα τους ήσαν χρήσιμοι οι Σινωπείς, ως έμπειροι της Παφλαγονίας. Εάν δε διά θαλάσσης, και πάλιν ενόμιζαν ότι θα ελάμβαναν αυτών ανάγκην. Διότι επίστευαν ότι ήσαν οι καταλληλότεροι να προμηθεύσουν ταπαιτούμενα &(τα χρειαζούμενα)& διά τον στρατόν πλοία.
Προσκαλέσαντες, λοιπόν, τους πρέσβεις συνεσκέπτοντο μαζή των περί τούτου, και ηξίουν παρ' αυτών να τους περιποιηθούν, πρωτίστως εις τούτο προσέχοντες: ότι προς Έλληνας, Έλληνες αυτοί όντες, πρέπει να φανούν φίλοι και να συμβουλεύσουν εις αυτούς τα βέλτιστα.
Εγερθείς δε ο Εκατώνυμος, κατ' αρχάς μεν απελογήθη δι' εκείνο το οποίον είχεν είπη (προηγουμένως) — πως θα έκαναν δηλαδή φίλον των τον άρχοντα της Παφλαγονίας (Κορύλαν) — ότι είπε τούτο όχι με τον σκοπόν απειλής πολέμου κατά των Ελλήνων, αλλά διά να δείξη ότι, ενώ ήσαν ελεύθεροι να γείνουν φίλοι, των βαρβάρων, αυτοί επροτίμησαν τους Έλληνας.
Επειδή δε τους παρεκίνουν να είπουν την (περί της λοιπής πορείας) γνώμην των, ο Εκατώνυμος, αφού προσηυχήθη πρώτα εις τους Θεούς, είπε τα εξής: «Εάν μεν ήθελα προτείνη όσα μου φαίνονται ως καλλίτερα, πολλά τα καλά θα απελάμβανα. Εάν δ' όχι, τουναντίον. Διότι εκείνο το οποίον λέγεται (παροιμιακώς) «ιερά συμβουλή» νομίζω ότι θα με βοηθήση ομιλούντα (περί του τι πρέπει να πράξετε). Διότι τώρα πλέον, εάν μεν φανώ προτείνων τα ορθά και πρέποντα, πολλοί θα ήναι οι επαινούντες με, εάν δ' όχι πολλοί θα ήναι οι καταρώμενοι.
»Και λοιπόν είμαι εις θέσιν να γνωρίζω ότι, εάν μεν προχωρήσετε (μεταφερθήτε) εντεύθεν διά θαλάσσης, θα δοκιμάσωμεν πολύ περισσοτέρας ενοχλήσεις. Διότι ημείς θα παραστή ανάγκη να σας προμηθεύσωμεν τα προς τούτο πλοία. Εάν δε προχωρήσετε διά ξηράς, σεις (μόνοι) θα ήσθε εκείνοι οίτινες θα αναγκασθήτε καθ' οδόν να πολεμήτε.
»Ουχ ήττον, (ως προς την διά ξηράς πορείαν), πρέπει να σας είπω όσα γνωρίζω. Διότι και της χώρας των Παφλαγόνων έχω πείραν και των στρατιωτικών αυτών δυνάμεων. Η χώρα, λοιπόν, αύτη έχει και πεδιάδας ευφορωτάτας και όρη υψηλότατα. Και πρώτον μεν γνωρίζω καλά το μέρος, από το οποίον θ' αναγκασθήτε να εισβάλετε (εις την χώραν). Διότι δεν είναι δυνατόν να γείνη αλλού η εισβολή παρά εις ο μέρος υψούνται εκατέρωθεν της οδού αι προς κέρατα ομοιάζουσαι κορυφαί του όρους, τας οποίας, άπαξ καταλαβόντες, θα ηδύναντο και ελάχιστοι μόνον άνδρες να κρατήσουν. Αφού δε καταληφθούν αύται, δεν θα ηδύνατο πλέον να περάση εκείθεν ούτε όλον το γένος των ανθρώπων. Τας κορυφάς δε ταύτας προθύμως ήθελα σας δείξη, εάν ηθέλατε ν' αποστείλετε μαζή μου κανένα από τους ανθρώπους σας.
»Έπειτα δε γνωρίζω και τας πεδιάδας και το εν αυταίς ιππικόν των Παφλαγόνων, το οποίον οι βάρβαροι νομίζουν ότι είναι υπέρτερον ολοκλήρου του ιππικού του βασιλέως, προς τον οποίον (πολεμούντα), αν και τους προσεκάλεσεν (εις βοήθειάν του), δεν προσήλθον, διότι ο αρχηγός των έχει πολύ μεγάλην (περί της χώρας του) ιδέαν.
»Εάν, εν τούτοις, ημπορέσετε να καταλάβετε κρυφίως ή (δι' αιφνιδίας τινός εφόδου) προφθάσετε να καταλάβετε τα όρη, και εάν ακόμη υπερισχύσετε (τους νικήσετε) εν τη πεδιάδι, πολεμούντες προς το ιππικόν των και προς πλέον των εκατόν είκοσι χιλιάδων πεζών, θα φθάσετε εις τους ποταμούς κατόπιν, πρώτον μεν εις τον Θερμώδοντα, έχοντα πλάτος τριών πλέθρων, τον οποίον φρονώ ότι είναι λίαν δύσκολον να διαβήτε, προ πάντων διότι έμπροσθέν σας μεν θα ευρίσκωνται πολλοί πολέμιοι (παρατεταγμένοι), πολλοί δε άλλοι θα σας ακολουθούν όπισθεν. Κατόπιν δε θα φθάσετε εις τον Ίριν, τριών πλέθρων ωσαύτως έχοντα το πλάτος. Και κατόπιν εις τον Άλυν, έχοντα πλάτος όχι ολιγώτερον των δύο σταδίων, τον οποίον είναι απολύτως αδύνατον να διαβήτε άνευ πλοίων. Ποιος δε θα σας προμηθεύση τα προς τούτο αναγκαιούντα πλοία; Επίσης δ' αδιάβατος είναι και ο Παρθένιος, εις τον οποίον θα φθάσετε, εάν (πρώτον) κατορθώσετε να διαβήτε τον Άλυν.