Κύρου Ανάβασις Τόμος 2

Part 11

Chapter 1134 wordsPublic domain

»Αλλ' ο Ηρακλείδης νομίζει, καθώς μου έλεγεν, ότι είναι πάρα πολλά (τα οφειλόμενα) αυτά χρήματα. Πράγματι όμως πολύ ολιγωτέραν σημασίαν έχει τώρα διά σε και να τα κρατήσης και να τα επιστρέψης, παρά να έδιδες μόνον, πριν ή ακόμη έλθωμεν εις την χώραν σου, το δέκατον των χρημάτων τούτων. ((117) Διότι δεν είναι ο αριθμός ο ορίζων το πολύ και το ολίγον, αλλ' η χρηματική δύναμις του πληρώνοντος και του λαμβάνοντος. Τα κατ' έτος δε εισοδήματά σου θα ήναι από σήμερον πολύ περισσότερα εκείνων τα οποία είχες μέχρι τούδε. ((118)

»Εγώ μεν, ω Σεύθη, εν τη πεποιθήσει ότι είσαι φίλος μου, ελάμβανα τοιαύτας φροντίδας περί σου, όπως και συ φανής άξιος των αγαθών, τα οποία οι θεοί σου εδώρησαν, και εγώ μη χάσω την, ην απέκτησα, εν τω στρατεύματι αγαθήν υπόληψιν.

»Διότι γνώριζε καλώς &(μάθε)& ότι σήμερα εγώ ούτε, και αν ήθελα, θα ηδυνάμην να βλάψω με τον στρατόν αυτόν οιονδήποτε εχθρόν μου, ούτε, εάν ήθελα και πάλιν να σε βοηθήσω, θα ήμην ικανός προς τούτο. Διότι τοιαύται είναι αι προς με διαθέσεις του στρατού.

»Αν και σε τον ίδιον, μαζή με τους επίσης γνωρίζοντας τα πράγματα Θεούς, επικαλούμαι μάρτυρας ότι ούτε έλαβα τίποτε από σε, διά να το δώσω εις τους στρατιώτας, ούτε σου εζητησά ποτε διά λογαριασμόν μου ό,τι εις αυτούς ανήκει, ούτε ποτέ απήτησα να μου δώσης όσα μου υπεσχέθης.

»Σου ορκίζομαι δε ότι, και εάν ακόμη μου τα έδιδες, δεν θα τα εδεχόμην, παρά μόνον όταν θα επρόκειτο να λάβουν συγχρόνως και οι στρατιώται όσα τους οφείλονται. Διότι θα ήτο δι' εμέ επονείδιστον, τας μεν ιδικάς μου υποθέσεις να ετελείωνα (κατώρθωνα) όπως ήθελα, τας ιδικάς των δε, τας μη εις ευχάριστον ευρισκομένας θέσιν, να παρέβλεπα, ενώ μάλιστα (ακόμη) με υπολήπτονται.

»Αν και ο Ηρακλείδης είναι βέβαια της γνώμης ότι όλα τα πράγματα (του κόσμου τούτου), παραβαλλόμενα προς την διά παντός τρόπου απόκτησιν χρημάτων, είναι ανάξια προσοχής. Εγώ όμως, ω Σεύθη, νομίζω ότι διά τον άνδρα, πολύ δε περισσότερον διά τον άρχοντα, κανένα απολύτως πράγμα («κτήμα») δεν είναι καλλίτερον, ουδέ λαμπρότερον από την ηθικήν και την δικαιοσύνην και την ευγένειαν του φρονήματος.

»Διότι ο έχων τας αρετάς αυτάς είναι μεν πλούσιος, επειδή περιβάλλεται πάντοτε από αγαπώντας φίλους, είναι δε πλούσιος ακόμη, επειδή και άλλοι θέλουν να του γείνουν (φίλοι). ((119) Και ευτυχών μεν ούτος, έχει τους ευφρανθησομένους διά την ευτυχίαν του, εάν δε κάμη κανένα σφάλμα, δεν στερείται φίλων, ετοίμων να τρέξουν εις βοήθειάν του.

»Αλλ' έχω και κάτι άλλο να σου προσθέσω, τούτο: Εάν ούτε από τα έργα μου ακόμη δεν επείσθης ότι ήμην από μέσα από την ψυχήν μου φίλος σου, βεβαίως ούτε τώρα από τους λόγους μου θα ημπορέσης να πεισθής εις τούτο. Πάντως όμως τους λόγους των στρατιωτών λάβε καλά υπ' όψει σου.

»Διότι ήσο παρών και ήκουες όσα έλεγαν εκείνοι οίτινες ήθελαν να με ψέξουν. Με κατηγορούν — ως ενθυμείσαι — προς τους Λακεδαιμονίους, ότι επροτίμων τα συμφέροντά σου από τα των Λακεδαιμονίων, ούτοι δε πάλιν είχαν ξεχωριστά παράπονα εναντίον μου, ότι δηλ. περισσότερον ενδιαφερόμην και εφρόντιζα όπως ευοδούνται αι υποθέσεις σου παρά αι ιδικαί των. Είπαν δε, προς τοις άλλοις, ότι έλαβα και δώρα από σε.

»Και όμως — (σ' ερωτώ) — εις ποίαν εκ των δύο τούτων περιπτώσεων νομίζεις ότι με κατηγορούν πως έλαβα από σε τα δώρα αυτά; Όταν ούτοι ενεβλέπαν εις εμέ κάποιαν προς σε έχθραν και δυσμένειαν ή όταν εκατάλαβαν εκ μέρους μου πολλήν περί το άτομόν σου προθυμίαν;

»Εγώ μεν φρονώ ότι όλοι οι άνθρωποι νομίζουν ότι χάριν εκείνου μόνον πρέπει ν' αποταμιεύεται εύνοια, ((120) παρά του οποίου ήθελε τις λάβη δώρα. Συ δε, πριν μεν σε υπηρετήσω εγώ εις ό,τι δήποτε, με υπεδέχθης φιλοφρόνως και με βλέμματα &(και με γλυκοματιαίς)& και με λόγους και με γεύματα, και δεν εχόρταινες διαρκώς να μου υπόσχεσαι όσα ποτέ δώρα θα μου έδιδες. Αφού όμως κατώρθωσες όσα ήθελες, και έγεινες, όσον μου επέτρεπαν αι δυνάμεις, μέγας (και τρανός), τολμάς τώρα, ότε απώλεσα κάθε εν τω στρατώ υπόληψιν, ((121) να με περιφρονής.

»Αλλά μ' όλα ταύτα, ότι θα κρίνης, επί τέλους, νόμιμον να επιστρέψης (τα οφειλόμενα), πιστεύω ότι και ο χρόνος θα σου το διδάξη και, συ ο ίδιος, βέβαια, δεν θ' ανεχθής να βλέπης παραπονουμένους προς σε εκείνους, οίτινες σου προσέφεραν μόνοι των ευεργεσίαν. Σε παρακαλώ, λοιπόν, όταν τα επιστρέψης, να προθυμοποιηθής να με παραδώσης εις τους στρατιώτας τοιούτον οποίον πράγματι με παρέλαβες (απ' όλους δηλ. τιμώμενον)».

Αφού ήκουσε τους λόγους αυτούς ο Σεύθης, αναθεμάτισεν εκείνον όστις έγεινεν αφορμή να μην επιστρέψη προ πολλού εις τους στρατιώτας τον μισθόν των. Και όλοι υπώπτευσαν ότι ο αίτιος είναι ο (περίφημος εκείνος) Ηρακλείδης. «Διότι εγώ — είπεν ο Σεύθης — ούτε καν εσκέφθην ποτέ ν' αρνηθώ την πληρωμήν του μισθού των. Και (να ήσαι βέβαιος ότι) θα τον πληρώσω».

Ένεκα τούτου είπε πάλιν ο Ξενοφών: «Αφού, λοιπόν, σκέπτεσαι να τον πληρώσης, τότε σε παρακαλώ να τον πληρώσης δι' εμού, και να μη παραβλέψης ότι εξ αιτίας σου περιήλθα εις εντελώς διαφορετική θέσιν εν τω στρατώ και τώρα και όταν ήλθαμεν προ σε».

Ο δε Σεύθης απήντησεν: «Αλλά δεν πιστεύω ότι εξ αιτίας μου θα χάσης περισσότερον την παρά τω στρατώ υπόληψίν σου, και αν θελήσης να μείνης πλησίον μου με χιλίους μόνον οπλίτας, εγώ (τότε) και τα (παρά την θάλασσαν) μέρη και όσα άλλα σου υπεσχέθην θα σου δώσω».

Ο δε Ξενοφών απήντησε και πάλιν: «Αυτά μεν που μου προτείνεις δεν είναι δυνατόν να γείνουν. Άφησέ μας δε ν' αναχωρήσωμεν». «Και όμως — απήντησεν ο Σεύθης — γνωρίζω ότι και ασφαλέστερον είναι διά σε να μένης πλησίον μου παρά να αναχωρήσης».

Ο δε Ξενοφών ανταπήντησεν: «Αλλά διά μεν τας περί εμού φροντίδας σου σ' ευχαριστώ. Ουχ' ήττον μου είναι απολύτως αδύνατον να μείνω. Όπου δ' εγώ θα ήμην περισσότερον (παρά εν Θράκη) ευυπόληπτος, έχε υπ' όψει σου ότι τούτο θα ήναι και διά σε καλόν».

Μετά ταύτα του απαντά ο Σεύθης: «Χρήματα μεν δεν έχης παρά ελάχιστα πράγματα. Σου δίδω δε μόνον ό,τι ημπορώ: ένα τάλαντον. Βόας δε εξακοσίους και πρόβατα έως τέσσαρας χιλιάδας και αιχμαλώτους ως εκατόν είκοσιν. Αφού πάρης αυτά και αφού προσλάβης ακόμη και τους ομήρους εκείνων που σε έβλαψαν, πήγαινε».

Γελάσας ο Ξενοφών απήντησεν: «Εάν, λοιπόν, όσα μου δίδεις διά τον μισθόν, δεν εξαρκούν, διά ποίαν μου πράξιν θα είπω (εις τους στρατιώτας) ότι έλαβα το τάλαντον; Άρα γε δεν είναι προτιμότερον, επειδή και επικίνδυνον είναι (να λάβω το τάλαντον), αφού μάλιστα σκοπεύω να επιστρέψω εις την πατρίδα μου, να προφυλάττωμαι από τους λίθους των στρατιωτών; Τας κατ' εμού δε απειλάς θα έχης μάθη, άλλως τε». ((122) Και την ημέραν μεν, λοιπόν, εκείνην έμεινε πλησίον του Σεύθου.

Την δ' επομένην και όσα είχεν υποσχεθή τους έδωκε και όσους είχαν συλληφθή ως αιχμάλωτοι απέστειλε μαζή (εις το Ελληνικόν στρατόπεδον). Οι δε στρατιώται μέχρι μεν της στιγμής εκείνης έλεγαν ότι ο Ξενοφών ανεχώρησε, διά να εγκατασταθή παρά τον Σεύθην, και ότι θα λάβη όσα του είχεν υποσχεθή. Άμα όμως τον είδαν, ευχαριστήθησαν και έτρεξαν όλοι προς αυτόν.

Ο δε Ξενοφών, αφού είδε τον Χαρμίνον και τον Πολύνικον, τους είπεν: Αυτά (που βλέπετε) είναι όσα κατώρθωσα να φέρω προς χάριν σας (σώα και αβλαβή) διά τον στρατόν, και σας τα παραδίδω. Σεις δε, αφού καταλλήλως τα πωλήσετε, διαμοιράσατε το εκ της πωλήσεως χρήμα εις τους στρατιώτας». Και αυτοί μεν, λοιπόν, παραλαβόντες ταύτα και τοποθετήσαντες λαφυροπώλας τα επώλουν, και πολύ (διά τον τρόπον της πωλήσεως) εκατηγορούντο.

Ο δε Ξενοφών δεν τους επλησίαζεν, αλλ' ενώπιον όλων προετοιμάζεται ν' αναχωρήση εις την πατρίδα του. Διότι δεν είχεν ακόμη καταδικασθή εν Αθήναις εις φυγάδευσιν. Ελθόντες δε προς αυτόν οι εν τω στρατοπέδω έχοντες δύναμίν τινα οπωσδήποτε και κύρος, τον παρεκάλουν να μην αναχωρήση, πριν ή ακόμη απομακρύνη εντεύθεν τον στρατόν και τον παραδώση εις τον Θίμβρωνα.

Κεφάλαιον όγδοον

Εκ της Θράκης διέπλευσαν εις την Λάμψακον και (ενταύθα) συναντά τον Ξενοφώντα ο μάντις Ευκλείδης ο Φλιάσιος, ο υιός του ζωγράφου Κλεαγόρου, όστις έχει ζωγραφήση εικόνας ενυπνίων εις το (εν Αθήναις γυμνάσιον, το ονομαζόμενον) Λύκειον. Ούτος συνευχαριστείτο με τον Ξενοφώντα επί διασώσει του και τον ηρώτα πόσα χρήματα έχει.

Ο δε Ξενοφών, ορκισθείς εις τους Θεούς, απήντησεν ότι δεν θα έχη αληθώς ουδέ τα αναγκαιούντα διά την εις την πατρίδα του επιστροφήν χρήματα, εάν δεν πωλήση τον ίππον του και όσα άλλα περιττά έχει (και τας αποσκευάς του). Εκείνος δε δεν τον επίστευεν.

Αφού δε οι κάτοικοι της Λαμψάκου απέστειλαν εις τον Ξενοφώντα τα επί τη αφίξει του εις την πόλιν των φιλοξενίας δώρα, και ηρώτα ούτος, θύων, τον Απόλλωνα (περί του πώς θ' αναχωρήση εντεύθεν), προσεκάλεσεν όπως παραστή (κατά την θυσίαν ταύτην) τον Ευκλείδην. Αφού δε είδε τα σπλάγχνα του σφαγίου ο Ευκλείδης, είπεν ότι πιστεύει πράγματι ότι δεν έχει ουδέ τα (διά την επιστροφήν του) χρήματα. «Αλλά βλέπω είπεν ότι, και εάν ποτε ήναι πεπρωμένον ν' αποκτήσης τοιαύτα, παρουσιάζεται (πάντοτε) κάποιο εμπόδιον (εις την απόκτησίν των), αν όχι κανένα άλλο, συ όμως ο ίδιος εις τον εαυτόν σου». ((123) Και εις τούτο πληρέστατα συνεφώνει ο Ξενοφών.

Ο δ' Ευκλείδης είπεν: «Αναμφιβόλως θα σ' εμποδίζη ο Ζευς ο μειλίχιος, και ηρώτα τον Ξενοφώντα εάν έως τότε εμαντεύθη ποτέ — με θυσίας προς τον Θεόν αυτόν «καθώς εγώ — είπεν — εις τας Αθήνας συνήθιζα να του προσφέρω εκάστοτε υπέρ της οικογενείας σου θυσίας και ολοκαυτώματα». Ο δε Ξενοφών απήντησεν ότι, αφ' ότου ανεχώρησεν εξ Αθηνών, ποτέ δεν του προσέφερε θυσίαν. Τον συνεβούλευσε, λοιπόν, (ο Ευκλείδης) να προσφέρη τοιαύτην, όπως (και εις την πατρίδα του) συνήθιζε, «και θα συντελέση αύτη — προσέθηκεν — εις το να καλλιτερεύση η τύχη σου &(και θα σου βγη σε καλό)&

Την δ' επομένην ο Ξενοφών, προχωρήσας εις το Οφρύνιον, εμαντεύετο με ολοκαυτώματα χοίρων (προς τον Δία τον μειλίχιον), σύμφωνα με το της πατρίδος του έθιμον. Η δε θυσία του έγεινεν ασπαστή, προμηνύουσα εις αυτόν ευτυχίαν.

Και κατά την ημέραν ταύτην φθάνουν ο Βίων και ο Ναυσικλείδης, διά να δώσουν χρήματα εις το στράτευμα. Συνάπτουν δε φιλίαν με τον Ξενοφώντα, και τον ίππον, τον οποίον είχεν ούτος πωλήση εις την Λάμψακον αντί πεντήκοντα δαρεικών, επειδή υπώπτευσαν ότι τον επώλησε δι' έλλειψιν χρημάτων, αφού τον εξηγόρασαν, του τον έδωκαν και πάλιν, διότι είχαν μάθη ότι τον ηγάπα, αρνηθέντες να πάρουν οπίσω την αξίαν του.

Εντεύθεν επορεύοντο διά της Τρωάδος και, υπερπηδήσαντες το όρος Ίδην, φθάνουν κατ' αρχάς εις Άντανδρον, κατόπιν δε, βαδίζοντες παραθαλασσίως της Μυσίας, εις την πεδιάδα της Θήβης. Εντεύθεν, ελθόντες διά του Αδραμυττίου και του Κυτωνίου εις την πεδιάδα του Καΐσκου, στρατοπευδεύουν εις το Πέργαμον της Μυσίας. Ενταύθα, λοιπόν, σχετίζεται ο Ξενοφών με την Ελλάδα, χήραν Γογγύλου του Ερετριέως και μητέρα του Γοργίωνος και του Γογγύλου. Αυτή δε του δηλοί ότι κάποιος Πέρσης, ονομαζόμενος Ασιδάτης, υπάρχει (κατοικεί) εις την πεδιάδα.

Εάν — του είπεν — επιτεθή ο ίδιος κατ' αυτού την νύκτα με τριακοσίους άνδρας, δύναται να συλλάβη και αυτόν και την γυναίκα του και τα τέκνα του και όλην του την περιουσίαν. Είναι δε αύτη πολύ μεγάλη. Διά να καθοδηγήσουν δε τον Ξενοφώντα εις το διάβημα τούτο, έστειλε (μαζή του) και τον ανεψιόν της και τον Δαφναγόραν, ον πάρα πολύ υπελήπτετο.

Έχων, λοιπόν, αυτούς πλησίον του ο Ξενοφών ηρώτα, θύων, περί της εκβάσεως τους Θεούς. Και Βασίας ο Ηλείος, ο μάντις, παρευρισκόμενος εκεί κατά την θυσίαν, είπεν ότι τα σπλάγχνα των σφαγίων εφανέρωναν ευνοϊκώτατα διά τον Ξενοφώντα σημεία και ότι ο Πέρσης εκείνος θα ηχμαλωτίζετο.

Αφού εδείπνησε, λοιπόν, ξεκίνησε μαζή με τους αγαπητοτέρους του λοχαγούς και όσους άλλους είχεν αποκτήση διά παντός αφωσιωμένους φίλους του, σκοπεύων να τους φανή ωφέλιμος. Επήγαν δε μαζή του και άλλοι πολλοί ακόμη διά της βίας, περίπου ως εξακόσιοι. Οι δε λοχαγοί προέτρεξαν πρώτοι, διά ν' αποκλείσουν του μεριδίου των οιονδήποτε άλλον, σαν να ήσαν δα εκεί έτοιμα τα λάφυρα («χρήματα»).

Αφού δ' έφθασαν περί το μεσονύκτιον, τα περισσότερα μεν των πέριξ του πύργου ανδραπόδων και κτηνών, επειδή δεν εφρόντισαν να τα συλλάβουν, ασχολούμενοι εις το να αιχμαλωτίσουν αυτόν τον Ασιδάτην με τους περί αυτόν, τους ξέφυγαν.

Μαχόμενοι δε περί τον πύργον, επειδή δεν ηδύναντο να τον κυριεύσουν, διότι και υψηλός ήτο και μέγας και προμαχώνας και άνδρας πολλούς και μαχίμους είχεν, επεχείρησαν να τον διατρυπήσουν (διασκάψουν).

Ο δε τοίχος του είχε πλάτος οκτώ γηίνων πλίνθων. Άμα δ' εξημέρωσεν είχε πλέον διατρυπηθή. Και ευθύς μόλις με το πρώτον όρυγμα εφάνησαν τα εντός του πύργου, ((124) κάποιος από μέσα διεπέρασε με σιδηράν σούβλαν πέρα-πέρα τον μηρόν του πλησιέστερον προς τον τοίχον ισταμένου. Από δε τα λοιπά του πύργου μέρη εκτοξεύοντες κατώρθωναν ουδέ απλή καν προσέγγισις αυτού να ήναι ασφαλής.

Επειδή δε με κραυγάς και με πυρσούς αναμμένους ανήγγειλαν (εις όλους τους πέριξ των οικούντας) ό,τι τους συνέβαινεν, έρχονται μετ' ολίγον εις βοήθειάν των ο μεν Ιταμένης με (όλην του) την δύναμιν, από την Κομανίαν δε οπλίται Ασσύριοι και Υρκάνιοι ιππείς μέχρις ογδοήκοντα, διατελούντες εις την υπηρεσίαν του Βασιλέως ως μισθοφόροι, και άλλοι πελτασταί ακόμη ως οκτακόσιοι, και άλλοι από το Παρθένιον και άλλοι από την Απολλωνίαν και τα πλησιόχωρα μέρη, επίσης και αυτοί ιππείς.

Τότε πλέον ήτο καιρός να κυττάξουν πώς θα γείνη η αποχώρησις. Και, λαβόντες όσους είχαν βους και πρόβατα και ανδράποδα, τα έσπρωχναν &(πρόγκιζαν)& όλα μαζή, θέσαντες αυτά εντός πλαισίου (επιμήκους τετραγώνου), μη προσέχοντες πλέον εις τα πράγματα &(τα πράτα)&, ((125) αλλά μόνον μήπως η αποχώρησις μεταβληθή εις φυγήν, εάν τυχόν, εγκαταλιπόντες ταύτα, έφευγαν, και οι πολέμιοι εγίνοντο θρασύτεροι και οι (Έλληνες) στρατιώται αθυμότεροι. Επί του προκειμένου δε αυτοί είχαν εκστρατεύση, διά να πολεμήσουν περί λαφύρων μόνον.

Αφού δε είδεν ο Γογγύλος ότι οι μεν Έλληνες ήσαν ολίγοι, οι δε επιτιθέμενοι πολλοί, βαδίζει και αυτός με όλην του την δύναμιν κατά του Ασιδάτου, παρά την θέλησιν της μητρός του, θέλων να συμμετάσχη της κατ' αυτού επιθέσεως. Τον συνεβοήθουν δε και ο εξ Αλισάρνης και Τευθρανίας Προκλής, ο του ποτέ βασιλέως της Σπάρτης Δημαράτου απόγονος.

Οι δε περί τον Ξενοφώντα, επειδή πάρα πολύ πλέον εστενοχωρούντο από τα βέλη και τας σφενδόνας, απεχώρησαν του πύργου πορευόμενοι τώρα εν σχήματι κύκλου, τούτο δε όπως έχουν προς τα βέλη πανταχόθεν εστραμμένας τας ασπίδας, και με πολλήν δυσκολίαν διαβαίνουν τον Κάρκασον ποταμόν, εξ αυτών δε οι μισοί περίπου πληγωμένοι.

Τότε δε ο Αγασίας ο Στυμφάλιος, λοχαγός, πληγώνεται, καθ' όλον αυτό το χρονικόν διάστημα μαχόμενος κατά των πολεμίων. Και διασώζονται με διακόσια μαζή ανδράποδα και πρόβατα τόσα, όσα μόνον ήσαν αρκετά διά θυσίας.

Την δ' επομένην, αφού πρώτον ηρώτησε διά θυσίας τους Θεούς ο Ξενοφών, εξάγει νύκτα όλον τον στρατόν, ίνα (δήθεν), βαδίση όσον το δυνατόν μακροτέραν οδόν εν τη Λυδία, ώστε να μη τον φοβήται πλέον, πλησίον του όντα, ο Ασιδάτης, ούτω δε να παύση προφυλασσόμενος &(ξενοιάση)&.

Ο Ασιδάτης όμως, ακούσας ότι και πάλιν ηρώτησεν επ' ονόματί του &(διά λογαριασμόν του)& τους Θεούς ο Ξενοφών και ότι έρχεται εναντίον του με όλον του το στράτευμα, εξορμά (από του στρατοπέδου του) εις κώμας (κειμένας) υπό το Παρθένιον (όρος), εχούσας (εν τω μέσω) περιτειχισμένην τινα πολίχνην.

Εις το μέρος αυτό οι περί τον Ξενοφώντα τον συναντούν αιφνιδίως και συλλαμβάνουν αυτόν και την γυναίκα του και τα τέκνα του και τους ίππους του και όλα του τα υπάρχοντα. Τοιουτοτρόπως δε επηλήθευσαν αι προγενόμεναι από τον Ξενοφώντα επί των προσφερθέντων εις τους Θεούς θυμάτων μαντείαι.

Κατόπιν επιστρέφουν εις Πέργαμον. Και ενταύθα πολύ ευχαριστήθη εκ του Θεού ο Ξενοφών. Διότι είχαν ομοθύμως συμφωνήση και οι Λάκωνες και οι λοχαγοί και οι άλλοι στρατηγοί και οι στρατιώται να λάβη ούτος εξαιρετικώς πολλά και δι' αυτόν αποκλειστικώς προωρισμένα λάφυρα, ίππους δηλ. και αμάξας από ημιόνους και βόας συρομένας και άλλα. Ώστε να δύναται πλέον μ' αυτά να φανή ωφέλιμος και εις άλλους.

Εν τω μεταξύ τούτω φθάσας ο Θίμβρων παρέλαβε το στράτευμα και ενώσας αυτό με το, όπερ έφερε μαζή του, εκ Σπάρτης επολέμει κατά του Τισσαφέρνους και του Φαρναβάζου.

[Αρχηγοί δε της χώρας του Μεγάλου Βασιλέως, ην διήλθομεν, είναι οι εξής: της Λυδίας ο Αρτίμας, της Φρυγίας ο Αρτακάμας, της Λυκαονίας και Καπαδοκίας ο Μιθραδάτης, της Κιλικίας ο Συέννεσις, της Φοινίκης και Αραβίας ο Λέρνης, της Συρίας και Ασσυρίας ο Βέλεσις, της Βαβυλώνος ο Ρωπάρας, της Μηδίας ο Αρβάκας, των Φασιανών και των Εσπεριτών ο Τιρίβαζος. Οι δε Καρδούχοι και οι Χάλυβες και οι Χαλδαίοι και οι Μάκρωνες και οι Κόλχοι και οι Μοσσύνοικοι και οι Κοίτοι και οι Τιβαρηνοί είναι λαοί αυτόνομοι. Της δε Παφλαγονίας αρχηγός είναι ο Κορύλας, των Βιθυνών ο Φαρνάβαζος και των εν Ευρώπη Θρακών ο Σεύθης.

Και η έκτασις όλης της κατά την ανάβασιν και κατάβασιν διανυθείσης οδού είναι: σταθμοί μεν διακόσιοι δέκα πέντε, παρασάγγαι δε χίλιοι εκατόν πεντήκοντα πέντε, στάδια δε τριάκοντα τέσσαρες χιλιάδες εξακόσια πεντήκοντα. Έν έτος δε και τρεις μήνες το κατά την ανάβασιν και κατάβασιν καταναλωθέν χρονικόν διάστημα].

ΤΕΛΟΣ

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

_«Όσοι δε υποδεδεμένοι εκοιμώντο, εισεδύοντο εις τους πόδας οι ιμάντες» (ίδε βιβλ. Α', Κεφ. Ε', 14). — Η &κατάφωρος& ονομαστική αυτή απόλυτος — αποτέλεσμα αυθόρμητον της ανεπιτηδεύτου και φυσικής ροής του λόγου παρά τοις Αρχαίοις — λαμβανομένου υπ' όψει και ότι κάθε ισχυρά προσήλωσις εις κάθε κύκλον της ζωής άγει ψυχολογικώς κάποτε εις αντίθετα προς το ίσον και το ορθόν αποτελέσματα, παρέσυρε τον μεταφραστήν εις το «ατύχημα» να διίδη ονομαστικήν απόλυτον επίσης και εις την φράσιν: «Εύνους δε σοι ων, παραινώ» (ίδε βιβλ. Ζ', Κεφ. Γ', 20). Η πραγματική μετάφρασις αυτής, ήτις είναι: «Από ευμένειαν δε προς σε (επειδή δε είμαι φίλος σου) σε παρακινώ (να φερθής όπως σου λέγω)», προκειμένου περί ανθρωπάκου, οίος ο Ηρακλείδης, ομιλούντος προς άνδρα, οίος ο Ξενοφών, ενομίσθη από τον μεταφραστήν ως γεμάτη από αναίδειαν και θράσος. Ούτω δε παρεπλανήθη εις την άλλην, την υπό ονομαστικήν απόλυτον, μετάφρασιν, ήτις είναι: «εγώ δε θα τον παρακινώ να διατελής πάντοτε υπό την εύνοιάν του». Ήτις και ευσχημοτέρα φαίνεται και φυσικωτέρα. Ουχ' ήττον είναι απολύτως εσφαλμένη, διότι περί ουδεμιάς ονομαστικής απολύτου πρόκειται εδώ, είναι δε μόνον μοιραίον αιφνίδιον ανάβρυσμα κακότροπου διά τον μεταφραστήν στιγμής.

______________

Κατά τ' ανωτέρω, λοιπόν, διαγραφήτωσαν εκ της εν σελ. 115 σημειώσεως τα μέχρι της λέξεως: (εγώ). — συμπεριλαμβανομένης — . Το δε υπόλοιπον της σημειώσεως, αφού προταχθούν αυτού τα: Κατά το κείμενον: «Όσοι δε αποδεδεμένοι εκοιμώντο, εισεδύοντο εις τους πόδας οι ιμάντες», τεθήτω εις την υπ' αριθ. 163 σελ. του Α' Τόμου ως σημείωσις των σχετικών προς το χωρίον τούτο στίχων.

______________

Πέραν τον «ατυχήματος» αυτού, εάν ληφθούν υπ' όψει και όλαι αι εν τέλει του πρώτου και του δευτέρου τόμου διορθώσεις, η μετάφρασις της Αναβάσεως αύτη, δικαιούται ο συγγραφεύς να πιστεύη ότι &δεν ήτο δυνατόν να γείνη εντελεστέρα.&

______________

Αι πλείσται των διορθώσεων τόσον εις τον δεύτερον, όσον και εις τον πρώτον Τόμον εγένοντο εκ φυσικής τάσεως του μεταφραστού εις το να κανονίζη οιανδήποτε φιλολογικήν του εργασίαν προς τας απαιτήσεις της συνειδήσεώς του και την δυνατήν ανθρωπίνως τελειότητα. Αμφιβάλλω εάν όλα τα μεταφραστικά «λάθη», όσα διορθούνται ενταύθα, θα εγίνοντο εις τον αναγνώστην αισθητά. Αλλ' εάν ο συγγραφεύς, ο άξιος του ονόματος, ελάμβανεν υπ' όψει την εξ οιασδήποτε αιτίας άγνοιαν του Κοινού και όχι τον, ον οφείλει να δώση προς την συνείδησίν του, λόγον, «φιλολογικά έργα» βεβαίως ουδέποτε θα ενεφανίζοντο εις τον κόσμον.

______________

Κάθε έργον έχει και την «αποπτικήν» του. Εις την γενικότητα του βλέμματος, με το οποίον βλέπει τις, ή εις την γενικότητα τον πνεύματος, υπό την οποίαν διαβάζει τις ένα οιονδήποτε έργον, γίνονται πολλάκις «αισθηταί» ατέλειαι, αίτινες κατά την κατά μέρη εξονύχισιν αυτού αντιπαρέρχονται. Εις μίαν τοιαύτην ευρείας αισθητικής περιεκτικότητος ανάγνωσιν του Α' Τόμον ανευρέθησαν προ πάντων «αισθητικά» τινά λάθη, άτινα δύναται τις να είπη ότι διωλίσθαιναν εις την αντίληψιν τον μεταφραστού, όταν κατά τυπογραφικόν φύλλον ή και κατά σελίδα ή και κατά παράγραφον ακόμη εδουλεύετο.

______________

Ενιαχού της μεταφράσεως υπετάγη εις τον ρυθμόν της φράσεως η ακρίβεια. Η προς την οποίαν απόλυτος ευλάβεια άγει κάποτε εις αποτελέσματα, ουδεμίαν σχέσιν έχοντα με την καλαισθησίαν. Ελάχιστα όμως είναι τα μέρη ταύτα, διότι ουδενός κόπου εφείσθη ο μεταφραστής όπως συμβιβάση την ακρίβειαν της μεταφράσεως προς την αφέλειαν και απλότητα τον πρωτοτύπου, ταύτας δε προς την αισθητικήν διατύπωσιν της φράσεως.

______________

Εις όχι ολίγα σημεία, ιδίως εις τα περιγραφικά, ο μεταφραστής δεν κατώρθωσεν εντελώς ν' απαρνηθή το ύφος του. Εις αυτά ακόμη και θυσίαι — όχι ολίγαι — γραμματικών κανόνων έγειναν. Η ατέλεια του συγγραφέως εις την περιγραφήν, ην θαυμάζει ο Ταιν εις την περί της «Αναβάσεως» κριτικήν μελέτην του, ηνάγκασε τον μεταφραστήν ν' αναμνησθή εαυτού, ουχί σπανίως και ακουσίως του. Εσεβάσθη δε κατά το δυνατόν ό,τι παρουσιάζει πράγματι «δαιμόνιον» τον Ξενοφώντα, τας, κατά την πυκνότητα της λογικής και την αρμονίαν της σκέψεως, ανωτέρας και αυτών ακόμη των λόγων του Δημοσθένους αγορεύσεις του.

______________

Την μετάφρασιν ο μεταφραστής &ησθάνετο& πλειότερον εις «άλλην γλώσσαν», εις την Δημοτικήν. Διατί συνεβιβάσθη τουλάχιστον με την Ωμιλουμένην — εις τούτο αναζητήσατε τα — καλώς ή κακώς, αδιάφορον — διέποντα την εποχήν μας Εθνικά συμφέροντα».

______________

Ο μεταφραστής &προκαλεί& οιανδήποτε και οσονδήποτε επί του έργου του αυστηράν επίκρισιν. Τιμητής αυστηρός αυτός των έργων των άλλων, δεν δικαιούται να ζητήση επιείκειαν παρ' ουδενός. Ούτε θα την ήθελε άλλως, προκειμένου περί φιλολογικών εργασιών, η προς τας οποίας επιείκεια είναι προσβολή και ύβρις. Ένα μόνον θα επεθύμει: η παρ' οιουδήποτε επίκρισις να διέπεται από την καλήν πίστιν απολύτως. Διότι προς τον εμπαθή ή τον προκατειλημμένον ούτε θα προσέξη καν.

______________

Προκειμένου περί γλώσσης, οία η Ελληνική, εχούσης συνέχειαν αδιάσπαστον από του Ομήρου μέχρι σήμερον, η λέξις «μετάφρασις» παρέλκει. Όπως και η λέξις «απόδοσις», η ως εύρημά τι περιούσιον τεθείσα πρό τινος εις κυκλοφορίαν, μη ανταποκρινομένη όμως και αυτή εις το πράγμα. Και εκείνη και αύτη είναι σήμερον εν χρήσει κατά σύμβασιν. Η καταλληλοτέρα θα ήτον ίσως η λέξις «ερμηνεία». Τουλάχιστον μέχρι της εμφανίσεως Ακαδημαϊκών εις την Ελλάδα, των μόνων ίσως αρμοδίων να θέσουν τοιούτου είδους πράγματα εις την θέσιν των.

______________

Ολοκλήρου της «Αναβάσεως» ουδεμία μετάφρασιν έχει γείνη μέχρι τούδε, εκτός αυτής. Η προ 28 ετών γενομένη υπό του Μ. Βρατσάνον μετάφρασις &μόνον των δύο πρώτων της «Αναβάσεως» βιβλίων&, προωρισμένη δε διά τα Δημοτικά σχολεία και με παραλείψεις όσων μερών ενόμισεν ο μεταφραστής ότι αντέκειντο προς την . . . . ηθικήν (!), παν άλλο δύναται να ονομασθή ή μετάφρασις._

ΔΙΟΡΘΩΣΕΙΣ

[Σημείωση για Gutenberg: Οι διορθώσεις, ως επί το πλείστον μικρές αλλαγές στην μετάφραση, έχουν συμπεριληφθεί στο κείμενο και παραλείπονται]

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΠΩΛΗΣΙΣ ΛΑΔΙΑΣ ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε. ΙΠΠΟΚΡΑΤΟΥΣ 22 — ΤΗΛ. 614.686, 634.506

1) Ή: έχωμεν τον απαιτούμενον καιρόν να προετοιμασθώμεν.

2) Εκ των «περιοίκων» της Σπάρτης. Ούτοι ήσαν οι εκτός της Σπάρτης ελεύθεροι κάτοικοι της Λακωνίας, ήτοι οι Λάκωνες, προς διαστολήν των Σπαρτιατών, κατοίκων της πρωτευούσης Σπάρτης, και των ειλώτων.

3) Ή: ενώ δε τα πλοία είχαν εκδράμη προς τον σκοπόν αυτόν,

4) Διά των εκ της πωλήσεως της δεκάτης αναλογούντων εις έκαστον χρημάτων ηγοράζετο τεχνούργημά τι χρήσιμον διά την λατρείαν, ονομαζόμενον «ανάθημα», όπερ προσεφέρετο εις τον αρμόδιον Θεόν. Ίδε Ξεν. Κύρ. Ανάβασιν εκ διορθ. και ερμ. Ι. Πανταζίδου, σελ. 356 σημ.

5) Αι εκασταχού της Ελλάδος αποθήκαι, «όπου απέκειντο τα διάφορα των Ελληνικών πόλεων είτε δημόσια, είτε ιδιωτικά αναθήματα». Ίδε αυτόθι, σημ.

6) Ίδε Προλεγομένων εκδόσεως Ι. Πανταζίδου σελ. 17.

7) Ακατανόητον. Τι και διατί εις το κτήμα αυτό εχρησμοδότει («ανείλεν») ο Θεός;

8) Ο Τιμησίθεος επρότεινε ν' προσκαλέσουν προς σύμπραξιν τους, ους, εδακτυλοέδειξε, δυτικούς Μοσσυνοίκους, κατ' αντίθεσιν των ανατολικών οίτινες δεν τοις επέτρεπον την διάβασιν.

9) Ή: από παλαιόν σίτον κατασκευασμένους άρτους,

10) Λέγεται παρά τω λαώ και &ασπροσίτι&. Έχει δύο στοίχους κόκκων (πυρών) και ωριμάζει αργά.

11) Επομένως και την ατμόσφαιραν αραιοτέραν, άρα πλειότερον πρόσφορον εις την, και μεταξύ των μεγαλητέρων αποστάσεων, διαβίβασιν των ήχων.

12) Οι Χάλυβες ούτοι ήσαν μέρος των εν τω Δ' βιβλίω μνημονευθέντων.