Κύρου Ανάβασις Τόμος 2

Part 10

Chapter 108 wordsPublic domain

»Εις την περίπτωσιν, λοιπόν, αυτήν, κατά τι εγώ σας ηδίκησα, οδηγήσας υμάς εκεί όπου όλοι σας ενεκρίνατε να έλθετε; Αφού όμως ήρχισε να ψεύδεται περί του μισθού (εις όσα μας υπεσχέθη) ο Σεύθης, εάν μεν ήθελα εγκρίνη (ως ορθήν) την διαγωγήν του ταύτην, δικαίως τότε ηθέλατε με κατηγορήση και μισήση. Εάν δε, ενώ ήμην φίλος του προτήτερα περισσότερον από κάθε άλλον, διίσταμαι σήμερα υπέρ πάντα άλλον προς αυτόν, σας ερωτώ: πώς, αφού προτιμώ σας αντί του Σεύθου, θα κατηγορούμην ακόμη δικαίως από σας δι' όσα προς αυτόν διίσταμαι;

«Αλλ' ηθέλατε ίσως είπη ότι μου επιτρέπεται πλέον να πονηρεύωμαι (απέναντί σας), έχων (ήδη) παρά του Σεύθου (εις χείρας μου) και όσα σας ανήκουν (χρήματα). Λοιπόν, είναι αναμφιβόλως φανερόν τούτο: ότι, εάν πράγματι ο Σεύθης εξετέλει έστω και ελάχιστον μέρος των υποσχέσεων, τας οποίας μου έδωκε, βεβαίως δεν θα εξετέλει ταύτας κατά τρόπον ώστε να αρνήται μεν όσα μου υπεσχέθη ότι θα μου δώση, να πληρώνωνται δε προς σας μισθοί οφειλόμενοι. Αλλά νομίζω ότι, εάν υποτεθή ότι μου έδιδε (χρήματα), βεβαίως θα μου τα έδιδε κατά τοιούτον τρόπον, ώστε, δίδων εις εμέ τα ολιγώτερα, να μην επιστρέφη (πληρώνη) εις σας τα περισσότερα.

»Διά τούτο, λοιπόν, εάν φρονήτε ότι τα πράγματα έχουν (όπως τα εξέθηκα), σας επιβάλλεται ευθύς αμέσως, τόσον δι' εμέ, όσον και διά τον Σεύθην, ν' αποδείξετε ως ψευδή την, (ην υποπτεύεσθε), πράξιν ταύτην (της δωροδοκίας), εισπράττοντες από αυτόν ό,τι σας οφείλει. Διότι ούτω θα γείνη φανερόν ότι, εάν έχω πάρη τι από τον Σεύθην, έστω και ελάχιστον, θα μου ζητήση να του το επιστρέψω, και θα μου το ζητήση μάλιστα πολύ δικαίως, εάν δεν αποδείξω ως πράγματι γενομένην την πράξιν, δι' ην εδωροδοκήθην.

»Αλλά φρονώ ότι πολύ μακράν είμαι της, ην μου προσάπτετε, κατηγορίας, ότι δηλαδή εγώ έχω εις χείρας μου ό,τι σας ανήκει (τους μισθούς σας). Διότι σας ορκίζομαι εις όλας και όλους τους Θεούς ότι δεν έλαβα ούτε όσα κατ' ιδίαν μου υπεσχέθη ο Σεύθης. Είναι δε παρών εδώ και αυτός ο ίδιος, ακούων δε (όσα λέγω) δύναται να μαρτυρήση αν επιορκώ.

»Διά να εκπλαγήτε δε ακόμη περισσότερον, σας ορκίζομαι εν ταυτώ ότι δεν έλαβα ούτε όσα οι άλλοι στρατηγοί έλαβαν, αλλ' ούτε ακόμη και όσα τινές εκ των λοχαγών.

»Και διατί, λοιπόν, εφάνην τοιούτος (θα ερωτήσετε); Διότι ενόμιζα, ω άνδρες, ότι όσω περισσότερον ήθελα υποφέρη με τον Σεύθην την (προ της εκστρατείας) πενίαν, τόσω περισσότερον θα εγίνετο φίλος μου εις περίπτωσιν, καθ' ην θα ήτο δυνατόν να μας ωφελήση. Ουχ' ήττον ύστερα είδα ότι, μόλις ηυτύχησεν ο Σεύθης, ευθύς αμέσως μετέβαλε τας προς εμέ διαθέσεις του.

»Αλλά θα έλεγέ τις: και λοιπόν δεν αισχύνεσαι ότι ούτω μωρώς εξηπατήθης; Ναι, μα τον Δία, θα ησχυνόμην δι' αυτό εξ άπαντος, εάν εξηπατώμην από εχθρόν μου (όχι από φίλον). Διότι φρονώ ότι είναι μάλλον επονείδιστον το να εξαπατήσω τινά, ενώ είμαι φίλος του, παρά το να εξαπατηθώ υπ' αυτού. Επειδή όλην την διά τους φίλους απαιτουμένην προσοχήν και φύλαξιν γνωρίζω ότι ετηρήσαμεν, ώστε να μη του δώσωμεν (ύστερα) πρόφασιν δικαίαν να μας αρνήται ό,τι υπεσχέθη. Διότι ούτε τον ηδικήσαμεν εις τίποτε, ούτε από οκνηρίαν παρημελήσαμεν τας υποθέσεις του, αλλ' ούτε και εφάνημεν, έστω και κατ' ελάχιστον, άνανδροι όπου δήποτε μας προσεκάλεσεν εις βοήθειάν του.

»Αλλά θα ελέγατε ίσως ότι έπρεπε τότε (προ της εκστρατείας) να λάβω (προς ασφάλειάν μου) τον (συνήθη διά τοιαύτας περιστάσεις) αρραβώνα, ώστε να μη του ήτο δυνατόν να μ' εξαπατήση, ακόμη και αν ήθελεν. Ως προς ταύτα, λοιπόν, ακούσατε όσα αντίθετα αυτών εγώ ποτέ δεν θα σας έλεγα, παρά μόνον εάν μου εφαίνεσθε άκριτοι εντελώς ή λίαν προς εμέ αχάριστοι:

»Ενθυμηθήτε υπό ποίας δυσκόλους περιστάσεις έτυχε να ήσθε, ότε σας ωδήγησα προς τον Σεύθην. Μήπως, πλησίον μεν της Περίνθου ευρισκομένους, δεν σας ημπόδισε να εισέλθετε εις αυτήν Αρίσταρχος ο Λακεδαιμόνιος, κλείσας υμάς έξω των πυλών της; Όλοι σας δε τότε εστρατοπεδεύατε εν υπαίθρω, εν μέσω δε χειμώνι, τα προς διατροφήν σας δε μόνον εξ αγορών επρομηθεύεσθε, άλλοτε μεν ευρίσκοντες ταύτα σπανιώτατα, άλλοτε δε σπανιώτατα επίσης έχοντες τα προς προμήθειαν αυτών αναγκαιούντα χρήματα. Ήμεθα δε ηναγκασμένοι να μένωμεν εις την Θράκην — διότι τα πλοία του Αριστάρχου, κατασκοπεύοντα (τα περί την Πέρινθον), μας ημπόδιζον να διαπεραιωθώμεν στην Ασίαν — μένοντες δε, ήμεθα εις χώραν πολεμίαν, όπου πολλοί μεν ιππείς διέκειντο εχθρικώς προς ημάς, πολλοί δ' επίσης πελτασταί, και όπου εις την διάθεσίν μας είχαμεν μόνον τους οπλίτας μας, με τους οποίους, όλοι μεν μαζή επιτιθέμενοι κατά των κωμών, ίσως κατωρθώναμεν να προμηθευώμεθα ελάχιστον διά τον στρατόν μας σίτον, δεν είχαμεν όμως τα μέσα, διά των οποίων, επερχόμενοι, να συλλαμβάνωμεν ανδράποδα ή πρόβατα. Διότι ούτε ιππείς, ούτε και πελταστάς ακόμη ηύρα εγώ συντεταγμένους και ετοίμους προς μάχην εις τας τάξεις σας.

»Εάν, λοιπόν, ενώ ευρίσκεστε εις τοιαύτας ανάγκας, χωρίς προσθέτως να ζητήσω ουδέ καν ελάχιστον υπέρ υμών μισθόν, συνεμάχισα με τον Σεύθην, έχοντα και ιππείς και πελταστάς, ακριβώς δηλαδή τα είδη εκείνα (του στρατού), ων υμείς είχετε ανάγκην — μήπως άρα γε (με τον τρόπον μου αυτόν) σας έδειξα ότι εσκέφθην «περί των δεόντων γενέσθαι» επιβλαβώς;

»Διότι κοινωνοί βέβαια γενόμενοι (των ιππέων και των πελταστών), και σίτον αφθονώτερον εις τας κώμας ηύρατε, των Θρακών αναγκαζομένων μάλλον να τρέπωνται εις φυγήν δρομαίοι, και προβάτων και ανδραπόδων μετέσχετε.

»Κ' εχθρόν κανένα πλέον δεν εβλέπαμεν, επειδή το ιππικόν προσέτρεχε πάντοτε εις βοήθειάν μας. Ενώ έως τότε θαρραλέοι μας ηκολούθουν κατά πόδας οι πολέμιοι, και με ιππείς και με πελταστάς καθ' ολοκληρίαν μας ημπόδιζαν — βαθμηδόν και κατ' ολίγον διασκορπιζομένους — να προμηθευώμεθα τα προς διατροφήν μας αφθονώτερα.

»Εάν δε ο εξασφαλίζων και την ζωήν και την τροφήν μας τοιουτοτρόπως δεν μας επλήρωνε προσθέτως και πάρα πολύν μισθόν (δεν μας έδιδε και όσους μισθούς μας καθυστερεί) — αυτό είναι (ιδού ποίον είναι) το φοβερόν, όπερ υπέστητε εξ αιτίας μου, δυστύχημα, διά το οποίον νομίζετε ότι εις κανένα μέρος (της γης) δεν πρέπει να με αφήσετε να ζω (ότι πρέπει να καταδικασθώ εις θάνατον).

«Τώρα δε — σας ερωτώ — πώς τάχα απέρχεσθε εντεύθεν; Μη δεν αναχωρείτε, αφού διεχειμάσατε εδώ, έχοντες αφθονώτατα τα προς διατροφήν σας, έχοντες δ' επί πλέον &(παραπανιστό)& μαζή σας και ό,τι ελάβατε από τον Σεύθην; Διότι παν ό,τι ελάβατε από τους πολεμίους το εξωδεύατε. Και όλα αυτά τα ευτυχήματα απολαύσατε χωρίς ούτε από τας τάξεις σας να ίδετε κανένα ν' αποθάνη, ούτε ζώντας στρατιώτας ν' απολέσετε.

»Εάν δ' έχη από σας πραχθή και κάτι τι γενναίον και ευγενέστατον εις τους κατά των εν τη Ασία βαρβάρων πολέμους σας, άρα γε και αυτό ακόμη μη δεν ανήκει εις σας ολόκληρον, και εις τας προγενεστέρας σας ευκλείας μη δεν προσεθέσατε ήδη και άλλην εύκλειαν, αυτήν: ότι και τους εν Ευρώπη ακόμη Θράκας, καθ' ων εστρατεύσατε, ενικήσατε; Λοιπόν εγώ μεν φρονώ ότι, δι' όσα είσθε δυσαρεστημένοι εναντίον μου, δι' αυτά ακριβώς, ως δι' αγαθά (δωρηθέντα εις υμάς), θα έπρεπε να ευχαριστήτε τους Θεούς δικαίως.

»Και τοιαύτα μεν περίπου είναι όσα αφορούν υμάς. Εμπρός, λοιπόν, δι' όνομα Θεού, σκεφθήτε τώρα πώς έχουν και τα κατ' εμέ. Διότι εγώ, ότε μεν προ καιρού έφευγα διά την πατρίδα, απεχωριζόμην από σας με πολλά μεν εγκώμια εκ μέρους σας, με πολλήν δε, εξ αιτίας σας, δόξαν και τιμήν, εκ μέρους των λοιπών Ελλήνων. Έχαιρον δε και της εμπιστοσύνης των Λακεδαιμονίων. Διότι (άλλως) δεν θα με απέστελλον πάλιν προς υμάς.

»Τώρα δε απέρχομαι συκοφαντημένος μεν από σας προς τους Λακεδαιμονίους, προς χάριν σας δε μισητός από τον Σεύθην, ον ήλπιζα, αφού τον καλομεταχειρισθώ μαζή σας όπως πρέπει, να έχω ως ένα καλόν καταφύγιον και δι' εμέ και διά τα τέκνα μου, εάν ποτε ήθελα αποκτήση τοιαύτα.

»Σεις δε, χάριν των οποίων τόσον πολύ εμισήθην, και μάλιστα από πολύ ανωτέρους μου, ((109) και υπέρ των οποίων ουδέ τώρα ακόμη έπαυσα επιδιώκων παν ό,τι δύναμαι καλόν και ωφέλιμον, σεις, εν τούτοις, τοιαύτην κακήν γνώμην έχετε περί εμού.

»Αλλ' εγώ μεν είμαι εις την διάθεσίν σας, όποτε θέλετε. Διότι δεν σκέπτομαι να φύγω μήτε φανερά μήτε κρυφά. Συλλογισθήτε όμως τι θα κάμετε. ((110) Εάν δε κάμετε όσα λέγετε, μάθετε (έχετε υπ' όψει σας) ότι θα θανατώσετε άνθρωπον, όστις πολύ μεν υπέρ υμών αγρύπνησε, πολύ δε μαζή σας εκοπίασε και ερριψοκινδύνευσε και όταν ήτον εις τας τάξεις του στρατεύματος και όταν ήτο παράπλευρος αυτού, με την βοήθειαν δε των Θεών και τρόπαια πολλά διά τας κατά βαρβάρων νίκας έστησε μαζή σας, διά να μη γείνετε δ' εχθροί με κανένα εκ των Ελλήνων, επέμεινεν (αντέστη) με όλην του την δύναμιν προς σας.

»Και πραγματικώς σήμερα έχετε όλον το ελεύθερον να υπάγετε ανεπίληπτοι εις όποιο μέρος, είτε κατά γην, είτε κατά θάλασσαν, εκλέξετε. Σεις δε, εις εποχήν καθ' ην σας προμηνύεται μεγάλη ευτυχία, και αναχωρείτε όπου ακριβώς προ πολλού επιθυμείτε να υπάγετε, έχουν δε την ανάγκην σας οι ισχυρότεροι εν τη εξουσία άνδρες, μισθόν δε πρόκειται (ελπίζετε) να λάβετε, και οι ως καλλίτεροι των Λακεδαιμονίων νομιζόμενοι έρχονται διά να γείνουν αρχηγοί σας, σεις, λέγω, νομίζετε ότι τώρα προ πάντων ηύρατε τον κατάλληλον καιρόν, διά να με φονεύσετε το ταχύτερον &(μια ώρα αρχήτερα)&.

»Άλλοτε όμως, ότε ευρισκόμεθα εις μεγάλην δυστυχίαν, «ω πάντων μνημονικώτατοι» άνδρες, ενομίζατε καλόν και πατέρα εμέ να ονομάζετε και πάντοτε μου υπέσχεσθε ότι θα μ' ενθυμήσθε ως ευεργέτην σας. Βεβαίως δεν είναι ανεπιεικείς (προς εμέ, όπως είσθε σεις,) ουδέ αυτοί ακόμη οι ερχόμενοι σήμερον προς σας (Λακεδαιμόνιοι). Ώστε, κατά την γνώμην μου, ούτω συμπεριφερόμενοι προς εμέ, φαίνεσθε ότι ουδέ αυτών των Λακεδαιμονίων είσθε καλλίτεροι». Και αφού είπε ταύτα, εσιώπησε.

Χαρμίνος δε ο Λακεδαιμόνιος εγερθείς είπε: «Μα τους Διοσκούρους, όχι! δεν έχετε δίκαιον, κατά την γνώμην μου, να οργίζεσθε κατά του ανδρός αυτού. Διότι και εγώ ο ίδιος δύναμαι υπέρ αυτού να μαρτυρήσω. Διότι, όταν εγώ και ο Πολύνικος ηρωτήσαμεν τον Σεύθην περί του Ξενοφώντος, τι άνθρωπος (τι λογής άνθρωπος) ήτο, καμμίαν άλλην μομφήν δεν του προσήψε παρά μόνον ότι αγαπά πάρα πολύ τους στρατιώτας. Διό και τον βλάπτει (τον ζημιώνει) τούτο περισσότερον (παρά εάν δεν τους ηγάπα), προς όφελος ημών των Λακεδαιμονίων και του Σεύθου».

Εγερθείς μετ' αυτόν Ευρύλοχος ο Λουσιάτης, Αρκάς, είπε: «Και βεβαίως νομίζω ορθόν, ω άνδρες Λακεδαιμόνιοι, το πρώτον στρατηγικόν σας έργον εις ημάς να ήναι τούτο: να εισπράξετε προς χάριν μας τον (έτι οφειλόμενον) μισθόν από τον Σεύθην, είτε θέλει, είτε όχι, πριν ή ακόμη αναχωρήσωμεν εντεύθεν &(προ του μας πάρετε από 'δώ)&».

Πολυκράτης δε ο Αθηναίος είπε τα εξής άξια επαίνου ((111) υπέρ του Ξενοφώντος. «Αλλ' όμως βλέπω, ω άνδρες, να ήναι εδώ παρών και ο Ηρακλείδης, όστις, αφού παρέλαβε τα με τόσους κόπους κερδηθέντα πράγματα (λάφυρα), διά να τα πωλήση, αυτός ούτε εις τον Σεύθην, ούτε εις ημάς επέστρεψε το εκ της πωλήσεως αντίτιμον, αλλά, κλέψας (αυτό) ο ίδιος, το κατακρατεί. Εάν, λοιπόν, σωφρονώμεν, να τον πιάσωμεν, (διά να μας το δώση). Διότι πραγματικώς αυτός — προσέθηκε — δεν είναι Θραξ, αλλ' Έλλην. Αλλ', αν και είναι Έλλην, Έλληνας αδικεί».

Ακούσας ταύτα ο Ηρακλείδης ετρόμαξε. Και προσελθών εις τον Σεύθην του είπε: «Ημείς, αν είμεθα φρόνιμοι, πρέπει να φύγωμεν από το μέρος αυτό, όπου ούτοι (οι Έλληνες) επικρατούν». Και, αφού ανέβησαν εις τους ίππους των, απεμακρύνθησαν φεύγοντες δρομαίοι εις το στρατόπεδόν των.

Κ' εντεύθεν αποστέλλει ο Σεύθης τον διερμηνέα του Αβροζέλμην προς τον Ξενοφώντα με την εντολήν να τον παρακαλέση να μείνη διαρκώς πλησίον του μαζή με χιλίους οπλίτας, του υπόσχεται δε να του δώση και τα παρά την θάλασσαν μέρη και όσα άλλα του είχεν ήδη υποσχεθή. Εμπιστευτικώς δε να του είπη ότι έμαθεν από τον Πολύνικον ότι, εάν (ποτε) περιέλθη εις την εξουσίαν των Λακεδαιμονίων, θα θανατωθή ασφαλώς υπό του Θίβρωνος.

Και άλλοι δε πολλοί διεβίβαζαν τοιούτου είδους ειδήσεις εις τον Ξενοφώντα, ότι έχει δηλαδή διαβληθή εις τους Λακεδαιμονίους και ότι πρέπει να φυλάσσεται. Ο δε Ξενοφών, ακούσας ταύτα, έλαβε δύο σφάγια και, θυσιάζων αυτά εις τον Δία τον βασιλέα, τον ηρώτα ποίον εκ των δύο είναι καλλίτερον και προτερότερον: να μείνη πλησίον του Σεύθου υφ' ους όρους ούτος του επρότεινεν, ή να φύγη μαζή με το στράτευμα. Και ο Ζευς του απήντησε (του εφανέρωσε διά των σφαγίων) ότι πρέπει να φύγη.

Κεφάλαιον έβδομον

Μετά ταύτα ο μεν Σεύθης, αφού απεχωρίσθη, εστρατοπέδευσε πολύ μακρύτερα. Οι δ' Έλληνες κατεσκήνωσαν εις κώμας, από τας οποίας εσκόπευαν, αφού προμηθευθούν αφθονώτατα τα προς συντήρησίν των, να κατέλθουν εις την θάλασσαν. Αι δε κώμαι αύται είχαν δωρηθή από τον Σεύθην εις τον Μηδοσάδην.

Βλέπων, λοιπόν, ο Μηδοσάδης ότι κατεδαπανάτο η εις τας κώμας περιουσία του υπό των Ελλήνων, δυσηρεστείτο (ελυπείτο). Και λαβών εκ των Οδρυσών άνδρα έχοντα μεγίστην δύναμιν και επιρροήν, προερχόμενον δε εκ των από των ορέων άλλοτε κατελθόντων, και ιππείς τριάκοντα, έρχεται προς τον Ξενοφώντα και τον καλεί πλησίον του, έμπροσθεν του Ελληνικού στρατεύματος. Ο δε Ξενοφών, λαβών τινας εκ των λοχαγών και άλλους εκ των αρμοδίων, προσέρχεται.

Τότε, λοιπόν, του λέγει ο Μηδοσάδης: «Διαπράττετε αδικίαν, ω Ξενοφών, λεηλατούντες τας κώμας μας. Σας προειδοποιούμεν, λοιπόν, εγώ μεν επ' ονόματι του Σεύθου, ο ανήρ δε ούτος ως απεσταλμένος του εν τοις μεσογείοις βασιλέως Μηδόκου, ότι πρέπει ν' αναχωρήσετε εκ της χώρας. Άλλως, δεν θα σας επιτρέψωμεν (να την λεηλατήτε), εάν δ' εξακολουθήτε να την βλάπτετε, θα σας αποδιώξωμεν ως πολεμίους».

Ο δε Ξενοφών, ακούσας ταύτα, είπεν: «Αλλ' εις σε μεν, λέγοντα τοιαύτα, και το ν' απαντήσω ακόμη το νομίζω δύσκολον. Χάριν του νεανίσκου τούτου μόνον θα είπω (ολίγας λέξεις), διά να μάθη ποίοι είσθε σεις και ποίοι ημείς. Διότι ημείς μεν — είπε — πριν ή ακόμη συμμαχήσωμεν μαζή σας, επορευόμεθα διά της χώρας αυτής όπου ηθέλαμεν, άλλην μεν (εξ αυτής) λεηλατούντες, άλλην δε πυρπολούντες κατά βούλησιν, συ δε, οσάκις ήρχεσο προς ημάς ως πρεσβευτής, κατεσκήνωνες (παρέμενες) πλησίον μας, χωρίς να φοβήσαι κανένα εκ των πολεμίων. Σεις δε δεν ήρχεσθε εις την χώραν ταύτην, ή, εάν ποτε ήρχεσθε, παρεμένατε εις αυτήν ως εις χώραν ισχυροτέρων σας με τους ίππους φέροντας τους χαλινούς των &(χωρίς ούτε καν να βγάλετε τα γκέμια απ' τάλογά σας).&

«Αφού δ' εγείνατε φίλοι μας και εξ αιτίας μας, τη βοηθεία των Θεών, έχετε υπό την εξουσίαν σας την χώραν ταύτην, τώρα πλέον μας εκδιώκετε εξ αυτής, ην παρ' ημών, καθ' ολοκληρίαν κατόχων και κυρίων της, παρελάβατε. Διότι, όπως συ ο ίδιος γνωρίζεις, οι πολέμιοι ήσαν ανίκανοι να μας εκδιώξουν.

«Και όχι μόνον, χωρίς να μας δώσης δώρα και να μας ευεργετήσης αντί των ευεργεσιών άς έλαβες, έχεις την αξίωσιν να μας αποπέμψης, αλλ' ουδέ να κατασκηνώσωμεν εδώ (για λίγο καιρό) μας επιτρέπεις, απαγορεύων τούτο αυστηρότατα, ακριβώς ενώ είμεθα έτοιμοι να φύγωμεν.

»Και λέγεις ταύτα χωρίς να αισχύνεσαι ούτε τους Θεούς, ούτε τον άνδρα αυτόν εδώ, όστις σήμερον μεν σε βλέπει πλούσιον, πριν ή δε γείνης σύμμαχός μας, απέζης εκ της ληστείας, ως συ ο ίδιος το ωμολόγησες.

»Αλλά διατί ακριβώς εις εμέ προτείνεις ταύτα; — είπε — Διότι εγώ βέβαια δεν είμαι αρχηγός πλέον του στρατού, αλλ' οι Λακεδαιμόνιοι, εις τους οποίους σεις τον παρεδώσατε, διά να τον απομακρύνουν εκ της χώρας ταύτης, χωρίς ούτε καν να με προσκαλέσετε (ότε τον παρεδίδετε), ω θαυμασιώτατοι. Διότι (είχατε υπ' όψει σας ότι, εάν με προσεκαλείτε), καθώς, ότε ωδήγουν πλησίον σας το στράτευμα (ότε ήμην με το μέρος σας), εμισούμην υπό των Λακεδαιμονίων, ούτω και τώρα θα τους ήμην ευάρεστος, επιστρέφων τούτο (θέτων τούτο εις την διάθεσίν των)».

Αφού ήκουσε ταύτα ο Οδρύσης είπεν: «Εγώ μεν, ω Μηδοσάδη, ακούων ταύτα, καταβυθίζομαι (εξαφανίζομαι) υπό την γην εξ εντροπής &(θα ήθελα ν' ανοίξη η γης να με καταπιή απ' τη ντροπή μου)&. Και εάν μεν εγνώριζα εκ των προτέρων (τι θ' ακούσω εδώ), ούτε καν ήθελα σε ακολουθήση. Και τώρα πρέπει να φύγω. Διότι ουδέ ο Μήδοκος ο βασιλεύς θα με επήνει, εάν απεδίωκον &(από 'δώ)& τους ευεργέτας (μας)».

Αφού είπε ταύτα, ανέβη εις τον ίππον του κ' έφυγε, και μαζή του και οι άλλοι ιππείς εκτός τεσσάρων ή πέντε. Ο δε Μηδοσάδης, διότι του επροξένει λύπην η (υπό των στρατιωτών του Ξενοφώντος) λεηλασία της χώρας, παρεκάλει τον Ξενοφώντα να προσκαλέση τους Λακεδαιμονίους (απεσταλμένους).

Και ο Ξενοφών, αφού έλαβε τους καταλληλοτέρους (του στρατού), προσήλθε εις τον Χαρμίνον και τον Πολύνικον, εις τους οποίους ανήγγειλεν ότι τους προσκαλεί ο Μηδοσάδης, διά να τους είπη όσα και εις αυτόν είπεν, ότι δηλαδή πρέπει να φύγουν εκ της χώρας.

«Λοιπόν — προσέθηκεν — έχω την ιδέαν ότι ηδύνασθε να λάβετε τον έτι οφειλόμενον εις τον στρατόν μισθόν, εάν του είπητε ότι ο στρατός σάς παρεκάλεσε να τον βοηθήσετε εις την είσπραξιν του μισθού από τον Σεύθην, είτε θέλει ούτος (να τον δώση), είτε όχι, και ότι σας υπεσχέθη (ο στρατός) ότι, εάν ήθελεν επιτύχη τούτο, προθύμως θα σας ηκολούθει. Και ακόμη ότι φρονείτε πως έχει δίκαιον, και ότι του υπεσχέθητε ότι τότε μόνον θ' αναχωρήση εντεύθεν, όταν (τελείως) αναγνωρισθή το δίκαιόν του».

Ακούσαντες οι Λάκωνες ταύτα, είπαν ότι θα του ειπούν και άλλα ακόμη, όσον τους είναι δυνατόν καλλίτερα. Και αμέσως ξεκίνησαν έχοντες μαζή των και όλους τους ανωτέρους του στρατού αξιωματικούς. Αφού δε ήλθαν, είπεν ο Χαρμίνος τα εξής: «Εάν μεν, ω Μηδοσάδη, έχης να μας είπης τίποτε, ειπέ το, άλλως έχομεν (να σου είπωμεν) ημείς».

Ο δε Μηδοσάδης με πολλήν συστολήν απήντησεν: «Αλλ' εγώ μεν και ο Σεύθης έχομεν την αυτήν γνώμην, ότι δηλαδή αξιούμεν εκείνοι οίτινες μας έγειναν φίλοι ((112) να μη βλάπτωνται από σας. Διότι κάθε κακόν, που ηθέλατε κάμη εις αυτούς, εις ημάς πλέον το κάμνετε, αφού ήδη υπάγονται ούτοι υπό την δικαιοδοσίαν μας».

«Διά τούτο, λοιπόν, είπαν οι Λάκωνες, τότε μόνον ημείς θ' αναχωρήσωμεν, όταν εκείνοι, οίτινες σας έβλαψαν, λάβουν τον μισθόν των. Άλλως, είμεθα έτοιμοι να έλθωμεν και τώρα ακόμη εις βοήθειάν των, να τιμωρήσωμεν δ' όλους εκείνους, οίτινες, παρά τους δοθέντας όρκους, τους ηδίκησαν. Εάν δε μάλιστα και σεις οι ίδιοι ήσθε εκ των αδικησάντων αυτούς, θ' αρχίσωμεν ευθύς αμέσως από 'δώ να λαμβάνωμεν τα δίκαιά μας». ((113)

Ο δε Ξενοφών είπε: «Θα ηθέλατε άρα γε, ω Μηδοσάδη, να επιτρέψετε εις εκείνους, εις την χώραν των οποίων ευρισκόμεθα (στρατοπεδεύομεν), αφού είπατε ότι ούτοι είναι φίλοι σας, να ψηφίσουν αν σεις ή ημείς πρέπει να φύγωμεν εκ της χώρας ταύτης;

Ο δε Μηδοσάδης εις το ερώτημα μεν τούτο δεν απήντησε. Παρεκάλει δε, προ πάντων μεν αυτοί ούτοι οι Λάκωνες να έλθουν εις τον Σεύθην ως προς το ζήτημα του μισθού. Έλεγε δε ότι εφρόνει πως θα καταπείσουν περί αυτού τον Σεύθην. Άλλως, ν' αποστείλουν μαζή του τον Ξενοφώντα, και υπέσχετο ότι και αυτός επί τούτω θα συνέπραττε. Παρεκάλει δε να μη κατακαίουν τας κώμας.

Μετά ταύτα αποστέλλουν τον Ξενοφώντα και μαζή του και όσους ενόμιζαν ότι ήσαν διά τον σκοπόν αυτόν οι καταλληλότεροι. Ο δε Ξενοφών ελθών λέγει προς τον Σεύθην: «Έρχομαι, ω Σεύθη, όχι διά να σου ζητήσω τίποτε, αλλά διά να σου αποδείξω, αν ημπορώ, ότι ουχί δικαίως με αποστρέφεσαι, διότι, χάριν των στρατιωτών, απήτουν με ζήλον από σε όσα τους είχες υποσχεθή.

»Διότι εγώ τουλάχιστον ενόμιζα ότι όχι ολιγώτερον συμφέρον είναι διά σε να επιστρέψης όσα τους οφείλεις, παρά το να λάβουν οι στρατιώται όσα υπό σου οφείλονται.

»Διότι πρώτον μεν γνωρίζω ότι, ύστερα από τους Θεούς, ούτοι είναι εκείνοι οίτινες σε ανέδειξαν, επειδή σ' έκαμαν βασιλέα πολλής χώρας και πολλών ανθρώπων. Ώστε δεν σου είναι δυνατόν πλέον να μένης απαρατήρητος, ούτε όταν κάμνης καλόν τι, ούτε όταν κάμνης κακόν τι εις την χώραν σου.

»Πολύ μεν σπουδαίον ενόμιζα εγώ το να μην αποφασίσης (εγκρίνης), τοιαύτης περιωπής ων ανήρ, να αποπέμψης αχαρίστως από την χώραν σου εκείνους οίτινες σε ευεργέτησαν, επίσης δε σπουδαίον το να ακούεται από εξακισχιλίους ανθρώπους ευφήμως το όνομά σου, εξ όλων δε σπουδαιότερον το να ήσαι καθ' ολοκληρίαν αξιόπιστος εις ό,τι λέγεις και υπόσχεσαι.

»Διότι των μεν αναξιοπίστων οι λόγοι βλέπω να φέρωνται πάντοτε εδώ κ' εκεί, άνευ ουδεμιάς αξίας και δυνάμεως και υπολήψεως και τιμής. Οι λόγοι δ' εκείνων, οίτινες ολοφάνερα λέγουν και πράττουν την αλήθειαν, δεν δύνανται, εις οιανδήποτε περίπτωσιν ανάγκης και αν ευρεθούν ούτοι, να κατορθώσουν ολιγώτερα των όσα κατορθώνει άλλων (ανθρώπων) η βία. Και εάν ακόμη θέλουν να σωφρονίσουν τινάς (οι λέγοντες και πράττοντες την αλήθειαν), είμαι εις θέσιν να γνωρίζω ότι αι (προς μέλλουσαν τιμωρίαν) απειλαί των δεν σωφρονίζουν ολιγώτερον από την ήδη συντελουμένην τιμωρίαν άλλων. Και εάν (απλώς) υπόσχωνταί τι είς τινα οι τοιούτοι άνδρες, δεν κατορθώνουν ολιγώτερα εκείνων, οίτινες αμέσως δίδουν (ό,τι υπεσχέθησαν).

«Ενθυμήθητι δε και συ τι προκατέβαλες &(ποια ήτανε τα φόντα σου)&, όταν μας έκανες συμμάχους σου. Γνωρίζεις βέβαια ότι ουδέν απολύτως (προκατέθεσες ως βάσιν της συμμαχίας ταύτης). Επειδή όμως επιστεύθης ότι θα πραγματοποιήσης όσα υπεσχέθης, παρέσυρες τόσους ανθρώπους εις το να εκστρατεύσουν μαζή σου και σου παρασκευάσουν μετά τόσου κόπου την, ην κατέχεις σήμερον, αρχήν, αξίαν ουχί μόνον τριάκοντα ταλάντων, όσα δηλαδή νομίζουν ούτοι ότι πρέπει σήμερα από σε να λάβουν, αλλά πολύ περισσοτέρων.

»Λοιπόν, κατ' αρχάς μεν η αξιοπιστία σου, αυτή, ήτις σου παρεσκεύασε την σημερινήν βασιλικήν σου εξουσίαν, είναι εκείνη ήτις επωλήθη αντί τριάκοντα ταλάντων.

»Έλα τώρα, ενθυμήσου πόσον μέγα ενόμιζες τότε το να επιτύχης όσα σήμερον έχεις υπό την κυριότητά σου. Εγώ μεν γνωρίζω καλώς ότι θα επεθύμεις να κατορθώσης μάλλον όσα μέχρι σήμερον έγειναν, παρά να εισπράξης περισσότερα των χρημάτων τούτων.

«Διά τούτο, λοιπόν, νομίζω ότι είναι επιζημιώτερον και μάλλον επαίσχυντον το να μη κρατήση τις σήμερα τα χρήματα αυτά, παρά το να μη τα αποκτήση τότε. ((114) Όσω ακριβώς δυσαρεστότερον είναι το να γείνη τις από πλούσιος πένης παρά το να μην ήναι πλούσιος από την αρχήν, και όσω λυπηρότερον το να καταντήση τις από βασιλεύς ιδιώτης παρά το να μην ήναι ευθύς εξ αρχής βασιλεύς.

»Λοιπόν, γνωρίζεις μεν πολύ καλά ότι εκείνοι οίτινες έγειναν σήμερον υπήκοοί σου, ουχί βέβαια χάριν της φιλίας σου επείσθησαν να άρχωνται από σε, αλλ' ένεκα ανάγκης, και ότι και πάλιν θα προσεπάθουν να ελευθερωθούν από τας χείρας σου εάν κανείς πλέον δεν τους κατείχε φόβος.

»Διά ποίαν, λοιπόν, εκ των δύο (επομένων) υποθέσεων νομίζεις ότι θα σ' εφοβούντο ούτοι περισσότερον και θα ήσαν ευπειθέστεροι προς σε: εάν έβλεπαν να διάκηνται ούτω προς σε οι στρατιώται, ώστε σήμερα μεν να αναπαύωνται, εάν συ το ήθελες, αύριον δε πάλιν με προθυμίαν να έρχωνται &(κοντά σου)&, εάν παρίστατο ανάγκη, άλλοι δε (εκ των υπηκόων σου), πολλά καλά παρ' αυτών περί σου μανθάνοντες, ταχέως να τρέχουν πλησίον σου, όποτε θα ήθελες — ή — εάν εσχημάτιζαν την (διά σε) δυσμενεστάτην αυτήν γνώμην: ότι δεν θα σ' επλησίαζε πλέον του λοιπού κανείς εξ ελλείψεως, δι' όσα σήμερον συνέβησαν, ((115) εμπιστοσύνης, και ότι οι στρατιώται θα ήσαν πλειότερον αυτών ((116) φίλοι παρά σου:

»Αλλ' όμως είναι βέβαιον ότι ουδόλως υπετάγησαν εις σε, διότι υπελείφθησαν ημών κατά το πλήθος (των στρατιωτών) αλλά διότι εστερούντο προστατών. Επομένως υπάρχει και ο εξής κίνδυνος επί του παρόντος: μήπως λάβουν ως προστάτας των τινάς εξ αυτών τούτων, οίτινες νομίζουν ότι ηδικήθησαν υπό σου, ή και ισχυροτέρους αυτών ακόμη, τους Λακεδαιμονίους, εάν οι μεν στρατιώται υπόσχωνται εις αυτούς (τους Λακεδαιμονίους, ότι θα εκστρατεύσουν μαζί) των πολύ προθυμότερον, αν ούτοι (οι Λακεδαιμόνιοι) εισπράξουν σήμερα από σε τα οφειλόμενα, οι δε Λακεδαιμόνιοι, επειδή ήδη έχουν ανάγκην του στρατού, (εάν) συναινέσουν εις ό,τι τους προτείνουν (οι στρατιώται).

»Ότι όμως οι περιελθόντες σήμερον υπό την εξουσίαν σου Θράκες πολύ προθυμότερον ήθελαν βαδίση εναντίον σου παρά μαζή σου, τούτο βεβαίως είναι φανερόν. Διότι, εφ' όσον μεν συκυριαρχείς, ούτοι θα ήναι υπό δουλείαν, όταν δε συ υποταχθής, θα ήναι ελεύθεροι.

»Εάν δε πρέπη να λάβης πλέον και κάποιαν πρόνοιαν υπέρ της χώρας ως χώρας ιδικής σου, κατά ποίον εκ των δύο τούτων τρόπων νομίζεις ότι θα ήτον αύτη μάλλον απηλλαγμένη ενοχλήσεων: εάν οι στρατιώται, λαμβάνοντες τον μισθόν, δι' ον παραπονούνται, αφήνοντες δε την χώραν εν ειρήνη, φύγουν, ή εάν και αυτοί μείνουν εδώ ως εις χώραν εχθρικήν και συ αποπειραθής με άλλους πολύ περισσοτέρους τούτων (των στρατιωτών), έχοντας δε απόλυτον ανάγκην των προς συντήρησίν των, να στρατοπεδεύσης απέναντι των (ως πολέμιος);

»Κατά ποίον δ' εκ των εξής δύο τρόπων ήθελαν καταναλωθή περισσότερα χρήματα; εάν επιστρέψης εις αυτούς (τους στρατιώτας) όσα τους οφείλεις, ή εάν και αυτά οφείλωνται και άλλους πολύ ισχυροτέρους τούτων παραστή ανάγκη να μισθώσης;