Part 9
97. Ενώ δε ούτοι έπραττον ταύτα, οι Δήλιοι αφήσαντες και ούτοι την Δήλον, κατέφυγον εις την Τήνον. Όταν όμως τα πλοία επλησίασαν εις την Δήλον, ο Δάτις όστις προέπλεε δεν τα άφησε να εισέλθωσιν εις τον λιμένα της νήσου, άλλα τα διέταξε να αράξωσιν αντικρύ εις την Ρηνέαν. Μαθών δε πού ήσαν οι Δήλιοι, έπεμψε κήρυκα και τοις είπε τα εξής· «Άνδρες ιεροί, διατί φεύγετε μη κρίνοντές με ορθώς; διότι εγώ και ο ίδιος τοιαύτα φρονώ και τοιαύτας μοι έδωκεν ο βασιλεύς προσταγάς, να μη βλάψω τον τόπον όπου εγεννήθησαν οι δύο θεοί (13), μήτε αυτήν την γην μήτε τους κατοίκους αυτής. Επιστρέψατε λοιπόν εις τας οικίας σας και έχετε την κατοχήν της νήσου σας.» Ταύτα εμήνυσε διά κήρυκος εις τους Δηλίους· μετά δε ταύτα συσσωρεύσας τριακόσια τάλαντα λιβανωτού τα έκαυσεν επί του βωμού.
98. Αφού έπραξε ταύτα ο Δάτις, ακολουθούμενος υπό των Ιώνων και των Αιολέων, διευθύνθη πρώτον κατά των Ερετριέων. Αμέσως μετά την αναχώρησίν του εσείσθη η Δήλος, διά πρώτην και τελευταίαν φοράν μέχρι της εποχής μου, ως έλεγον οι Δήλιοι. Και τούτο βεβαίως ήτο σημείον διά του οποίου ο θεός ηθέλησε να δείξη εις τους ανθρώπους τα κακά όσα έμελλον να συμβώσι· διότι επί της εποχής του Δαρείου του Υστάσπους, και του Ξέρξου του Δαρείου, και του Αρταξέρξου του Ξέρξου, των τριών τούτων γενεών κατά συνέχειαν, συνέβησαν εις την Ελλάδα πλειότερα κακά ή όσα κατά τας άλλας είκοσι γενεάς τας προ του Δαρείου, τα μεν υπό των Περσών γενόμενα, τα δε υπ' αυτών των κορυφαίων Ελλήνων εριζόντων περί της αρχής. Ώστε ουδόλως παράδοξον εάν εσείσθη η Δήλος, ούσα πρότερον ακίνητος. Προσέτι και εις χρησμόν τινα ήτο γεγραμμένον περί αυτής το εξής «Θ α - κ ι ν ή σ ω - κ α ι - τ η ν - Δ ή λ ο ν - ή τ ι ς - δ ε ν - ε κ ι ν ή θ η - π ρ ό τ ε ρ ον.» Σημαίνουσι δε τα ονόματα ταύτα εις την Ελληνικήν γλώσσαν, το μεν Δαρείος ισχυρός, το δε Ξέρξης πολεμικός, το δε Αρταξέρξης πολεμικώτατος. Τοιουτοτρόπως θα ηδύναντο οι Έλληνες να ονομάσωσιν ορθώς κατά την γλώσσαν των τους βασιλείς τούτους.
99. Οι δε βάρβαροι αναχθέντες εκ της Δήλου προσήγγιζον εις τας νήσους, και εντεύθεν παρελάμβανον στρατόν και ελάμβανον ομήρους τους παίδας των νησιωτών. Ότε δε περιπλεύσαντες τας νήσους έφθασαν εις την Κάρυστον, επειδή οι Καρύστιοι δεν έδιδον ομήρους και είπον ότι δεν στέλλουσι στρατόν εναντίον πόλεων γειτονικών, ως ωνόμαζον την Ερέτριαν και τας Αθήνας τότε επολιόρκησαν αυτούς και κατέστρεφον την χώραν των, μέχρις ου υπέκυψαν εις την θέλησιν των Περσών.
100. Οι δε Ερετριείς ακούσαντες ότι ο Περσικός στόλος έπλεε κατ' αυτών, εζήτησαν συνδρομήν παρά των Αθηναίων· οι δε Αθηναίοι δεν ηρνήθησαν την επικουρίαν, αλλά τοις έπεμψαν βοηθούς τους τετρακισχιλίους άνδρας οίτινες είχον λάβει διά κλήρου την χώραν των ιπποβοτών Χαλκιδέων. Τα βουλεύματα όμως των Ερετριέων δεν ήσαν συνετά· αφ' ενός εμήνυον τους Αθηναίους να έλθωσιν εις βοήθειάν των, αφ' ετέρου είχον άλλα διάφορα σχέδια. Οι μεν ήθελον να αφήσωσι την πόλιν και να φύγωσιν εις τα όρη της Ευβοίας, οι δε, ελπίζοντες να ανταμειφθώσιν από τους Πέρσας, ητοιμάζοντο εις προδοσίαν. Ιδών δε τι συνέβαινεν εις αυτούς ο Αισχίνης του Νόθωνος, είς των πρώτων της πόλεως, εφανέρωσεν εις τους Αθηναίους όλην την παρούσαν των κατάστασιν και τους παρεκάλεσε να αναχωρήσωσι διά να μη απολεσθώσι και αυτοί. Οι Αθηναίοι επείσθησαν εις τον Αισχίνην ταύτα συμβουλεύσαντα, και αυτοί μεν περάσαντες εις τον Ωρωπόν, εξησφάλισαν την σωτηρίαν των.
101. Οι δε Πέρσαι, ελθόντες διά θαλάσσης, ηγκυροβόλησαν εις τας Ταμύνας, Χοιρέας και Αιγίλια της Ερετρικής χώρας· προσεγγίσαντες δε εις ταύτα τα μέρη, εξέβαλον αμέσως τους ίππους και ητοιμάζοντο να επιτεθώσι κατά των εχθρών. Οι Ερετριείς μήτε να αντεπεξέλθωσι μήτε να πολεμήσωσιν εσκέφθησαν, αλλά μόνον πώς να διαφυλάξωσιν ει δυνατόν τα τείχη των, καθότι η γνώμη των περισσοτέρων ήτο να μη αφήσωσι την πόλιν. Κρατεράς δε προσβολής γενομένης κατά του τείχους, πολλοί έπιπτον εκατέρωθεν επί έξ ημέρας, τη δε εβδόμην ο Εύφορβος του Αλκιμάχου και ο Φίλαγρος του Κυνέου, άνδρες έγκριτοι μεταξύ των πολιτών, προδίδουσι την πόλιν εις τους Πέρσας, οίτινες εισελθόντες τα μεν ιερά εσύλησαν και έκαυσαν, εκδικούμενοι διά τα καυθέντα εις τας Σάρδεις ιερά, τους δε ανθρώπους εξηνδραπόδισαν κατά τας εντολάς του Δαρείου.
102. Αφού δε εγένοντο κύριοι της Ερετρίας και έμειναν εκεί ολίγας ημέρας, έπλευσαν έπειτα προς την Αττικήν σπεύδοντες και ελπίζοντες να μεταχειρισθώσι τους Αθηναίους ως μετεχειρίσθησαν τοις Ερετριείς. Επειδή δε ο Μαραθών ήτο μέρος της Αττικής επιτηδειότατον διά το ιππικόν και έκειτο πλησιέστατα της Ερετρίας, ωδήγησεν αυτούς εκεί ο Ιππίας του Πεισιστράτου.
103. Άμα δε έμαθον τούτο οι Αθηναίοι, έδραμον και αυτοί εις τον Μαραθώνα. Ωδήγουν δε αυτούς στρατηγοί δέκα, και ο δέκατος ήτο ο Μιλτιάδης του οποίου, ο πατήρ, Κίμων του Στησαγόρου, είχεν εξορισθή εκ των Αθηνών υπό του Πεισιστράτου του Ιπποκράτους. Ούτος, ενώ ήτο φυγάς, συνέβη να νικήση εις τα Ολύμπια με τέθριππον, την δε νίκην ταύτην μολονότι εκέρδησεν αυτός, έδωκεν εις τον ομομήτριον αδελφόν του Μιλτιάδην. Κατά την ακόλουθον Ολυμπιάδα, νικήσας πάλιν με τας ιδίας ίππους, παρεχώρησεν εις τον Πεισίστρατον να ανακηρυχθή νικητής, και τοιουτοτρόπως αφήσας εις αυτόν την νίκην, εφιλιώθη και κατέβη εις την πατρίδα του. Κερδίσας δε και άλλην Ολυμπιάδα με τας αυτάς ίππους εφονεύθη υπό των υιών του Πεισιστράτου, ότε δεν έζη πλέον αυτός ο Πεισίστρατος. Τον εφόνευσαν δε διά νυκτός προς το μέρος του πρυτανείου, κρύψαντες εκεί ανθρώπους. Και ετάφη ο Κίμων προ του άστεως, πέραν της οδού της καλουμένης _διά Κοίλης_ αντικρύ δε αυτού ετάφησαν αι ίπποι εκείναι, αίτινες ενίκησαν τρεις Ολυμπιάδας. Τοσάκις είχον νικήσει άλλοτε και αι ίπποι του Ευαγόρου υιού του Λάκωνος, αλλ' ήσαν αι μόναι. Και ο μεν πρεσβύτερος των υιών του Κίμωνος Στησαγόρας ευρίσκετο τότε παρά τω πατρικώ θείω του Μιλτιάδη εις την Χερσόνησον, ο δε νεώτερος παρ' αυτώ τω Κίμωνι εις τας Αθήνας, έχων το όνομα Μιλτιάδης από του οικιστού της Χερσονήσου Μιλτιάδου.
104. Ούτος λοιπόν ο Μιλτιάδης, ελθών εκ της Χερσονήσου, ήτο τότε στρατηγός των Αθηναίων αφού διέφυγε δις τον θάνατον· πρώτον ότε οι Φοίνικες, έχοντες μεγάλην επιθυμίαν να τον συλλάβωσι και τον φέρωσιν εις τον βασιλέα, τον κατεδίωξαν μέχρι της Ίμβρου· δεύτερον ότε αποφυγών αυτούς έφθασεν εις την πατρίδα του όπου ενόμισεν ότι εσώθη, οι δε εχθροί του τον υπεδέχθησαν ενάξαντες εις το δικαστήριον και κατηγορήσαντες αυτόν ότι ετυράννευσε της Χερσονήσου. Διαφυγών όμως και τούτους, εγένετο στρατηγός των Αθηναίων εκλεχθείς υπό του δήμου.
105. Και πρώτον μεν, ενώ οι στρατηγοί ήσαν ακόμη εις την πόλιν, έπεμψαν εις Σπάρτην τον κήρυκα Φειδιππίδην, Αθηναίον, όστις ήτο και ταχυδρόμος επιτηδειότατος. Εις τούτον — ως ο ίδιος Φειδιππίδης διηγείτο και ανήγγειλεν εις τους Αθηναίους — ενεφανίσθη ο Παν περί το Παρθένιον όρος το υπεράνω της Τεγέας, και προσαγορεύσας αυτόν ονομαστί, τον διέταξε να ερωτήση τους Αθηναίους διατί δεν φροντίζουσι περί αυτού ποσώς, ενώ είναι εύνους προς αυτούς και εις πολλάς περιστάσεις τοις εφάνη χρήσιμος και θα τους ωφελήση και εις αυτήν την περίστασιν. Οι Αθηναίοι επίστευσαν εις τα λεχθέντα, και όταν ησύχασαν τα πράγματα έκτισαν κάτωθεν της ακροπόλεως ναόν του Πανός, τιμώντες αυτόν δι' επετείων θυσιών και αγώνων λαμπαδικών.
106. Ούτος δε ο Φειδιππίδης πεμφθείς τότε υπό των στρατηγών όπως εκτελέση την υπηρεσίαν εκείνην εις την οποίαν, ως διηγήθη, τω επεφάνη ο Παν, έφθασεν εις δύο ημέρας από την πόλιν των Αθηναίων εις την Σπάρτην. Παρουσιασθείς δε εις τους άρχοντας είπεν· «Ω Λακεδαιμόνιοι, οι Αθηναίοι σας παρακαλούσι να τους βοηθήσετε και να μη αφήσετε αρχαιοτάτην πόλιν της Ελλάδος να δουλωθή υπό βαρβάρων. Η Ερέτρια ηνδραποδίσθη και η Ελλάς εγένετο ασθενεστέρα ένεκα της απωλείας αξιολόγου πόλεως.» Είπε λοιπόν τα εντεταλμένα, και εκείνοι ενέκρινον μεν να βοηθήσωσι τους Αθηναίους, πλην ήτο αδύνατον να πράξωσι τούτο αμέσως, καθότι δεν ήθελον να παραβιάσωσι τον νόμον. Ήτο τωόντι εννάτη του μηνός, και είπον ότι δεν ηδύναντο να εκστρατεύσωσι πριν γίνη πλήρης ο κύκλος της σελήνης. Και ούτοι μεν περιέμενον την πανσέληνον.
107. Ο δε Ιππίας του Πεισιστράτου ωδήγησε τους βαρβάρους εις τον Μαραθώνα, ιδών την προλαβούσαν νύκτα το εξής όνειρον. Τω εφάνη ότι συνεκοιμήθη μετά της μητρός του και εκ του ονείρου τούτου εσυμπέρανεν ότι θα επανέλθη εις τας Αθήνας, ότι θα αναλάβη πάλιν την αρχήν, και ότι θα αποθάνη εις την κατοικίαν του γηραιός. Ταύτα εσυμπέρανεν εκ του δράματος. Τότε δε οδηγών τον στρατόν αφ' ενός μεν εξήγαγε τους αιχμαλώτους της Ερετρίας εις την νήσον των Στυρέων την καλουμένην Αιγίλιαν, αφ' ετέρου δε προσώρμιζε τα πλοία εις τον Μαραθώνα και παρέτασσε τους βαρβάρους εις μάχην καθ' όσον απέβαινον. Ενώ επεστάτει ταύτα τω επήλθε πταρμός και βηξ ισχυρότερος του συνήθους, και επειδή ήτο πλέον γέρων οι περισσότεροι οδόντες του εσείσθησαν· υπό της βίας δε του βηχός ετινάχθη είς εξ αυτών και έπεσεν εις την άμμον. Ο Πεισίστρατος πολλήν φροντίδα κατέβαλε διά να τον εύρη, αλλ' επειδή δεν ευρίσκετο ουδαμού, αναστενάξας είπε προς τους παρισταμένους. «Η γη αύτη δεν είναι ημετέρα ούτε θα δυνηθώμεν να την υποτάξωμεν· όσον δε μέρος μοι ήτο επιτετραμμένον να ελπίζω, το κατέχει ο οδούς.»
108. Ο μεν Ιππίας λοιπόν ούτως ενόμισεν ότι ηλήθευσε το όνειρόν του· εις δε τους Αθηναίους, παρατεταγμένους εις το τέμενος του Ηρακλέους, ήλθον πανδημεί οι Πλαταιείς ως επίκουροι, καθότι οι Πλαταιείς είχον αφιερωθή εις τους Αθηναίους οίτινες πολλούς αγώνας είχον αναλάβει δι' αυτούς. Αφιερώθησαν δε κατά τον ακόλουθον τρόπον· πιεζόμενοι υπό των Θηβαίων, κατ' αρχάς μεν προσεφέρθησαν εις τον Κλεομένη του Αναξανδρίδου και τους Λακεδαιμονίους οίτινες έτυχον να ευρίσκωνται εις τα περίχωρα. Αλλ' ούτοι δεν τους εδέχθησαν και τοις είπον τα εξής· «Ημείς κατοικούμεν μακράν και η βοήθειά μας πιθανόν να σας βλάψη, καθότι πολλάκις ειμπορείτε να υποδουλωθήτε πριν το μάθωμεν ημείς. Σας συμβουλεύομεν λοιπόν να αφιερωθήτε εις τους Αθηναίους οίτινες είναι πλησιόχωροι και ισχυροί διά να σας βοηθήσωσι.» Συνεβούλευον δε ταύτα οι Λακεδαιμόνιοι ουχί τόσον υπό ευνοίας προς τους Πλαταιείς, αλλ' επί τω σκοπώ να προξενήσωσι κόπους εις τους Αθηναίους φέροντες αυτούς εις θέσιν να συμπλακώσι με τους Βοιωτούς. Οι μεν Λακεδαιμόνιοι λοιπόν ταύτα συνεβούλευον τους Πλαταιείς, ούτοι δε δεν εδυσπίστησαν, και περιμείναντες την στιγμήν καθ' ην οι Αθηναίοι ετέλουν θυσίας εις τους δώδεκα θεούς εκάθισαν ως ικέται εις τον βωμόν και αφιέρωσαν εαυτούς. Μαθόντες ταύτα οι Θηβαίοι εξεστράτευσαν κατά των Πλαταιέων· αλλ' οι Αθηναίοι έσπευσαν εις βοήθειάν των. Ενώ δε έμελλον να συμπλακώσι, τους εμπόδισαν οι Κορίνθιοι, διότι παρατυχόντες εκεί και γενόμενοι δεκτοί υπ' αμφοτέρων των μερών ως διαιτηταί τους συνεβίβασαν και έθεσαν τα όρια της χώρας υπό τας εξής συμφωνίας· οι Θηβαίοι να αφίνωσιν ελευθέρους τους Βοιωτούς, όσοι δεν ήθελον να ανήκωσιν εις την Βοιωτίαν. Και οι μεν Κορίνθιοι ταύτα αποφασίσαντες ανεχώρησαν· τους δε Αθηναίους επιστρέφοντας εκτύπησαν οι Βοιωτοί, αλλ' ενικήθησαν εις την μάχην, και τότε οι νικηταί ηύξησαν μέχρι του Ασωπού ποταμού και των Υσιών τα όρια τα οποία οι Κορίνθιοι είχον προσδιορίσει διά την χώραν των Πλαταιέων. Είχον λοιπόν παραδοθή οι Πλαταιείς εις τους Αθηναίους κατά τον τρόπον τον οποίον ανέφερα, και τότε ήλθαν εις τον Μαραθώνα ως βοηθοί των.
109. Δύο γνώμαι υπήρχον μεταξύ των Αθηναίων στρατηγών· οι μεν δεν ήθελον να πολεμήσωσι λέγοντες ότι ήσαν ολίγοι διά να συμπλακώσι με τον στρατόν των Μήδων, οι άλλοι ήθελον τούτο, και μεταξύ αυτών ήτο και ο Μιλτιάδης. Ήσαν λοιπόν διηρημένοι και τούτου ένεκα μάλιστα, ενίκα η χείρων των γνωμών· ευτυχώς έμενεν ενδέκατος ψηφοφόρος, εκείνος όστις διά της ψήφου του δήμου ανελάμβανε το αξίωμα του πολεμάρχου, και ήτο τότε πολέμαρχος ο Καλλίμαχος ο Αφιδναίος. Προς αυτόν παρευθείς ο Μιλτιάδης είπε τα εξής· «Παρά σού εξαρτάται, ω Καλλίμαχε, ή να καταδουλώσης τας Αθήνας ή να καταστήσης αυτάς ελευθέρας και να αφήσης μνήμην αιωνίαν οποίαν δεν άφησαν ο Αρμόδιος και ο Αριστογείτων, διότι αφότου υπάρχουσιν οι Αθηναίοι ουδέποτε διέτρεξαν τοιούτον μέγιστον κίνδυνον. Εάν μεν υποκύψωσιν εις τους Μήδους, είναι γνωστόν τι θα πάθωσι παραδεδομένοι εις τον Ιππίαν, αλλ' εάν περισωθή η πόλις είναι αρκετά ισχυρά ώστε να γίνη πρώτη των Ελληνίδων πόλεων. Πώς θα συμβώσι ταύτα και πώς παρά σου εξαρτάται η εκτέλεσις αυτών, θα σε είπω αμέσως. Δύο γνώμαι υπάρχουσι μεταξύ των στρατηγών· οι μεν θέλουσι να πολεμήσωμεν, οι δε να μη πολεμήσωμεν. Εάν μεν δεν πολεμήσωμεν, φοβούμαι μήπως αναφυή διχόνοιά τις και κλονίση τας πεποιθήσεις των Αθηναίων ώστε να μηδίσωσιν· εάν όμως πολεμήσωμεν πριν διαφθαρή η καρδία πολιτών τίνων, δυνάμεθα, εάν οι θεοί μείνωσιν ουδέτεροι, να νικήσωμεν εις την μάχην. Εις σε λοιπόν στηρίζονται όλα ταύτα και από σου εξαρτώνται. Εάν προστεθής τη εμή γνώμη, έχεις πατρίδα ελευθέραν και πόλιν πρώτην των Ελληνίδων· εάν όμως προτιμήσης την γνώμην των μη σπευδόντων την μάχην, θέλεις έχει τα εναντία εκείνων τα οποία ανέφερα.»
110. Ταύτα λέγων ο Μιλτιάδης προσλαμβάνει με το μέρος του τον Καλλίμαχον· προστεθείσης δε της γνώμης του πολεμάρχου, απεφασίσθη να πολεμήσωσι. Μετά ταύτα οι στρατηγοί, οι ψηφίσαντες υπέρ της μάχης, καθ' όσον ήρχετο η σειρά εκάστου να έχη την αρχηγίαν της ημέρας, παρέδιδον αυτήν εις τον Μιλτιάδην όστις καίπερ δεχόμενος δεν έδιδε μάχην μέχρις ου έφθασεν η ημέρα της ιδικής του αρχηγίας.
111. Ότε δε περιήλθεν η αρχηγία εις αυτόν, τότε παρέταξε τους Αθηναίους εις μάχην κατά τον ακόλουθον τρόπον· του μεν δεξιού κέρατος ηγεμών ήτο ο πολέμαρχος Καλλίμαχος, διότι ούτως είχε τότε παρά τοις Αθηναίοις ο νόμος, να έχη ο πολέμαρχος το δεξιόν κέρας· κατόπιν δ' αυτού ήσαν αι φυλαί, η μία πλησίον της άλλης· τελευταίοι δε ετάχθησαν οι Πλαταιείς, έχοντες το αριστερόν κέρας. Από ταύτης της μάχης, όταν οι Αθηναίοι τελώσι τας θυσίας και τας πανηγύρεις αίτινες επαναλαμβάνονται κατά πενταετίαν, ο Αθηναίος κήρυξ εύχεται λέγων· «Είθε να δίδωσιν οι θεοί τα αγαθά εις τους Αθηναίους και εις τους Πλαταιείς ομού.» Όταν ο στρατός των Αθηναίων παρετάχθη εις μάχην, αι τάξεις αυτού εξηπλώθησαν όσον και αι τάξεις των Μήδων· τοιουτοτρόπως το κέντρον εσχηματίζετο υπό ολίγων μόνον τάξεων κατά βάθος και ήτο το ασθενέστερον μέρος του στρατού, αμφότερα όμως τα κέρατα είχον αρκετόν πλήθος και ήσαν ισχυρά.
112. Αφού έλαβον τας θέσεις των και οι οιωνοί εφάνησαν αίσιοι, οι Αθηναίοι αφέθησαν και επροχώρησαν κατά των βαρβάρων με βήμα ταχύ· το δε μεταξύ των δύο στρατών διάστημα δεν ήτο ολιγώτερον των οκτώ σταδίων. Οι Πέρσαι βλέποντες τους εναντίους ερχομένους με βήμα ταχύ, ητοιμάζοντο να δεχθώσι την επίθεσιν και ενόμιζον ότι τους κατέλαβε παραφροσύνη, και παραφροσύνη ολεθρία, διότι έβλεπον ότι ήσαν ολίγοι, και τόσοι όντες ήρχοντο με σπουδήν, χωρίς να έχωσιν ούτε ιππικόν ούτε τοξότας. Ταύτα εσυμπέραινον οι βάρβαροι. Οι δε Αθηναίοι, άμα επλησίασαν αθρόοι τους βαρβάρους, ήρχισαν την μάχην και επολέμησαν με ανδρίαν αξίαν μνήμης, διότι πρώτοι πάντων των Ελλήνων όσους ημείς γνωρίζομεν επέπεσαν με βήμα ταχύ κατά των πολεμίων, και πρώτοι επίσης είδον αταράχως την Μηδικήν ενδυμασίαν και τους φορούντας αυτήν άνδρας. Μέχρι τότε, και το όνομα μόνον των Μήδων ακουόμενον επροξένει φόβον εις τους Έλληνας.
113. Η μάχη αύτη του Μαραθώνος διήρκεσε πολύ· και εις μεν το μέσον του στρατοπέδου, όπου ήσαν τεταγμένοι οι Πέρσαι και οι Σάκαι, ενίκων οι βάρβαροι, και ρήξαντες τους αντιπάλους εδίωκον αυτούς προς τα μεσόγεια· εις τα δύο όμως κέρατα ενίκων οι Αθηναίοι και οι Πλαταιείς. Νικώντες δε, τους μεν τραπέντας βαρβάρους άφινον να φεύγωσιν, αυτοί δε ενώσαντες τα δύο κέρατα εστράφησαν κατ' εκείνων οίτινες είχον ρήξει το μέσον. Η νίκη των Αθηναίων υπήρξε τελεία. Ακολουθούντες τούς Πέρσας φεύγοντας έκοπτον αυτούς, και όταν έφθασαν εις την θάλασσαν, εζήτησαν πυρ και ώρμησαν κατά των πλοίων.
114. Εις την μάχην ταύτην πρώτος εφονεύθη ο πολέμαρχος Καλλίμαχος, αγωνισθείς ανδρείως, και εκ τον στρατηγών εφονεύθη ο Στησίλαος του Θρασύλου. Αφ' ετέρου ο Κυνέγειρος του Ευφορίωνος, καθ' ην στιγμήν έδραξε την πρύμνην ενός πλοίου, πίπτει αποκοπείς την χείρα διά πελέκεως· έπεσαν δε και άλλοι Αθηναίοι πολλοί και ονομαστοί.
115. Τοιουτοτρόπως οι Αθηναίοι εκυρίευσαν επτά πλοία, οι δε βάρβαροι αναχωρήσαντες με τα υπολειπόμενα και αναλαβόντες τα εκ της Ερετρίας ανδράποδα εκ της νήσου οπού τα είχον αφήσει περιέπλεον το Σούνιον, θέλοντες να προλάβωσι τους Αθηναίους και να φθάσωσιν εις την πόλιν. Ελέχθη έπειτα εις τας Αθήνας ότι εκ ραδιουργίας των Αλκμαιωνιδών έπραξαν τούτο οι Πέρσαι, και ότι αυτοί συνεννοηθέντες με τους βαρβάρους όντας ήδη εντός των πλοίων, ύψωσαν ασπίδα.
116. Και ούτοι μεν περιέπλεον το Σούνιον· οι δε Αθηναίοι όσον το δυνατόν ταχύτερον έτρεχον εις την πόλιν και έφθασαν πριν έλθωσιν οι βάρβαροι. Αναχωρήσαντες εκ του Ηρακλείου του εν Μαραθώνι, εστρατοπεδεύσαντες εις άλλο Ηράκλειον το εν Κυνοσάργει. Οι δε βάρβαροι ελθόντες με τα πλοία ανωτέρω του Φαλήρου (διότι τούτο ήτο τότε το επίνειον των Αθηναίων) και ανακωχεύσαντες εκεί επί τινα χρόνον, απέπλευσαν οπίσω εις την Ασίαν.
117. Εις την μάχην ταύτην του Μαραθώνος απώλεσαν οι βάρβαροι έξ χιλιάδας και τετρακοσίους, οι δε Αθηναίοι εκατόν εννενήκοντα δύο· τοιούτος ήτο ο αριθμός των πεσόντων εκατέρωθεν. Συνέβη δε κατά την μάχην το εξής θαύμα. Αθηναίος τις ο Επίζηλος του Κουφαγόρου, εμάχετο ανδρειότατα εις την θέσιν του, όταν χωρίς να κτυπηθή μήτε μακρόθεν μήτε εγγύθεν, έχασεν αίφνης την όρασίν του και απ' εκείνης της στιγμής μέχρι τέλους της ζωής του έμεινε τυφλός. Ήκουσα δε ότι ο ίδιος εξήγει το πάθημά του ως εξής. «Μοι εφάνη, έλεγεν, ότι υψηλόσωμος οπλίτης ήτο πλησίον μου· το μακρόν γένειόν του εσκίαζεν όλην την ασπίδα του. Το φάσμα τούτο εμέ μεν παρέτρεξεν, εφόνευσε δε τον παραστάτην μου.» Ταύτα με είπον ότι διηγείτο ο Επίζηλος.
118. Ο Δάτις επιστρέφων εις την Ασίαν μετά του στρατού, ότε έφθασεν εις την Μύκονον είδεν όνειρον εις τον ύπνον του. Και τι μεν ήτο το όνειρον δεν λέγουσιν· άμα όμως εγένετο ημέρα, έκαμεν έρευναν εις τα πλοία και ευρών εις πλοίον Φοινικικόν έν άγαλμα του Απόλλωνος κεχρυσωμένον ηρώτησε πόθεν εσυλήθη· μαθών δε εκ ποίου ιερού, έπλευσε με το πλοίον του εις την Δήλον· και επειδή τότε οι Δήλιοι είχον επιστρέψει εις την νήσον, κατέθεσε το άγαλμα εις το ιερόν και παρήγγειλε τους Δηλίους να το μεταφέρωσιν εις το Δήλιον των Θηβαίων· κείται δε ο ναός ούτος εις την παραθαλασσίαν καταντικρύ της Χαλκίδος. Και ο μεν Δάτις ταύτα εντειλάμενος απέπλευσεν· οι Δήλιοι όμως δεν μετέφερον τον ανδριάντα αλλά μετά είκοσιν έτη αυτοί οι Θηβαίοι, κατά τινα χρησμόν, τον εκόμισαν εις το Δήλιον.
119. Ο δε Δάτις και ο Αρταφέρνης, άμα απέβησαν εις την Ασίαν, ανεβίβασαν εις τα Σούσα τους αιχμαλώτους της Ερετρίας. Ο Δαρείος, πριν αιχμαλωτευθώσιν οι Ερετριείς, ήτο κατ' αυτών σφόδρα ωργισμένος, καθότι αυτοί είχον αρχίσει να αδικώσιν· αλλ' ότε τους είδε φερθέντας ενώπιόν του και όντας υποχειρίους του, δεν τους εκακοποίησε και τους αποκατέστησεν εις κτήμα τι ιδικόν του κείμενον εις την Κισσίαν χώραν και καλούμενον Αρδέρικκα. Το χωρίον τούτο από μεν των Σούσων απέχει διακόσια δέκα στάδια, τεσσαράκοντα δε από του φρέατος τα οποίον παρέχει τρεις ιδίας ουσίας, καθότι αντλούσιν εξ αυτού άσφαλτον, άλας και έλαιον κατά τον ακόλουθον τρόπον. Καταβιβάζουσιν εις αυτό κηλώνιον εις το οποίον είναι δεδεμένον αντί υδρίας το ήμισυ ασκού· αφού δε το βυθίσωσιν εις το φρέαρ, το ανασύρουσιν έπειτα και το κενούσιν εις δεξαμενήν, εκ της οποίας χύνεται εις άλλο μέρος και εκεί λαμβάνει τρεις μορφάς. Και η μεν άσφαλτος και το άλας πήγνυνται αμέσως, το δε έλαιον συνάγουσιν εις αγγεία και οι Πέρσαι καλούσιν αυτό ραδινάκην· είναι δε μέλαν και εκβάλλει οσμήν βαρείαν. Εκεί εγκατέστησεν ο βασιλεύς τους Ερετριείς, οίτινες και μέχρι της εποχής μου είχον το χωρίον τούτο φυλάσσοντες την αρχαίαν γλώσσαν. Ταύτα τα αφορώντα τους Ερετριείς.
120. Εις δε τας Αθήνας ήλθον μετά την πανσέληνον δισχίλιοι Λακεδαιμόνιοι, τόσην σπουδήν έχοντες να προφθάσωσιν ώστε την τρίτην ημέραν από της αναχωρήσεώς των ήσαν εις την Αττικήν. Φθάσαντες όμως μετά την μάχην, επεθύμησαν να ίδωσι τουλάχιστον τους Μήδους· όθεν μετέβησαν εις τον Μαραθώνα και τους είδον. Μετά ταύτα επαινέσαντες τους Αθηναίους και το κατόρθωμα αυτών, επέστρεψαν εις την Σπάρτην.
121. Θαύμα φαίνεται εις εμέ και δεν πιστεύω εις τα λεγόμενα ότι οι Αλκμαιωνίδαι ήτο δυνατόν εκ συνεννοήσεως με τους Πέρσας να υψώσωσιν ασπίδα, θέλοντες να υποτάξωσι τας Αθήνας εις τους βαρβάρους και τον Ιππίαν, αυτοί οίτινες ήσαν μισοτύραννοι, αν όχι περισσότερον, τουλάχιστον όσον και ο Καλλίας ο υιός του Φαινίππου και πατήρ του Ιππονίκου, ο μόνος εξ όλων των Αθηναίων όστις, όταν ο Πεισίστρατος εξωρίσθη από τας Αθήνας και ο κήρυξ του δημοσίου επώλει τα πράγματά του, ετόλμησε να αγοράση εξ αυτών και ουδεμίαν παρέλειψε περίστασιν διά να δείξη την προς αυτόν έχθραν του.
122. Τον Καλλίαν τούτον πρέπει πολλάκις να αναφέρη τις τόσον διά τα προλελεγμένα και διά τον ζήλον του υπέρ της απελευθερώσεως της πατρίδος του, όσον και δι εκείνα τα οποία έκαμεν εις την Ολυμπίαν, νικήσας εις την ιππηλασίαν και λαβών τα δευτερεία εις τον διά τεθρίππου αγώνα· προ τούτων δε νικήσας εις τα Πύθια εγένετο γνωστός εις όλους τους Έλληνας διά τας μεγάλας δαπάνας του. Έτι δε πώς εφέρθη εις τας τρεις θυγατέρας του. Όταν αύται έφθασαν εις ώραν γάμου, ου μόνον τας επροίκισε μεγαλοπρεπέστατα, αλλά διά να τας ευχαριστήση ταις επέτρεψε να εκλέξωσιν εξ όλων των Αθηναίων τους συζύγους τους οποίους ήθελον.
123. Και οι Αλκμαιωνίδαι ομοίως και ουχί ολιγώτερον ήσαν μισοτύραννοι. Θαυμάζω λοιπόν και δεν δέχομαι την διαβολήν ότι υψώσαντες ασπίδα έκαμον σημείον εις τους βαρβάρους, αυτοί οίτινες ένεκα των τυράννων ήσαν φυγάδες από την πατρίδα των και διά των ενεργειών των έχασαν την τυραννίδα οι Πεισιστρατίδαι. Ώστε, κατά την εμήν κρίσιν, πολύ περισσότερον αυτοί ηλευθέρωσαν τας Αθήνας ή ο Αρμόδιος και ο Αριστογείτων καθότι ο Αρμόδιος και ο Αριστογείτων, φονεύσαντες τον Ίππαρχον, εξηγρίωσαν τους υπολοίπους Πεισιστρατίδας και ουδόλως έπαυσαν αυτούς της τυραννίας, ενώ οι Αλκμαιωνίδαι ηλευθέρωσαν αναντιρρήτως την πόλιν των, εάν ήναι αληθές ότι αυτοί ανέπεισαν την Πυθίαν να παραγγείλη τους Λακεδαιμονίους να ελευθερώσωσι τας Αθήνας, ως πρότερον διηγήθην.
124. Αλλ' ίσως είπη τις ότι παρεκινήθησαν να προδώσωσι την πατρίδα έχοντες παράπονά τινα κατά του δήμου των Αθηναίων· αλλ' είναι γνωστόν ότι εις τας Αθήνας ούτε άλλοι σημαντικώτεροι ήσαν, ούτε ετιμώντο άλλοι περισσότερον. Ώστε ο ορθός λόγος δεν επιτρέπει να πιστεύσωμεν ότι ύψωσαν ασπίδα με τοιούτον σκοπόν. Και ασπίς μεν ότι εφάνη υψωμένη, ουδείς δύναται να αρνηθή, καθότι εγένετο· τις όμως την ύψωσε, δεν έχω τι να προσθέσω.
125. Οι δε Αλκμαιωνίδαι ήσαν μεν ανέκαθεν επιφανείς εις τας Αθήνας, από του Αλκμαίωνος όμως και του Μεγακλέους εγένοντο επιφανέστατοι. Ο Αλκμαίων, υιός του Μεγακλέους, απεδέχθη ποτέ και υπηρέτησε προθύμως τους Λυδούς των Σάρδεων τους οποίους ο Κροίσος είχε στείλει διά να συμβουλευθώσι το μαντείον των Δελφών. Μαθών δε ο Κροίσος από τους επιστρέψαντας Λυδούς τας εκδουλεύσεις αυτού, τον εκάλεσεν εις τας Σάρδεις και τω εχάρισε τόσον χρυσίον όσον ηδύνατο να φέρη επάνω του άπαξ. Ο δε Αλκμαίων προς τοιαύτην δωρεάν τοιούτον τι εμηχανεύθη· φορέσας χιτώνα μέγαν και αφήσας πολλήν ευρυχωρίαν περί το στήθος, και υποδησάμενος τους μάλλον ευρείς κοθόρνους τους οποίους ηδυνήθη να εύρη, εισήλθεν εις το θησαυροφυλάκιον όπου τον ωδήγησαν. Εισπεσών δε εις σωρόν ψήγματος, πρώτον μεν εγέμισε τους κοθόρνους περί τας κνήμας, όσον ηδύναντο να χωρήσωσιν· έπειτα δε γεμίσας όλον τον κόλπον και σκορπίσας και εις τας τρίχας της κεφαλής και άλλο λαβών εις το στόμα εξήλθε του θησαυροφυλακίου, μόλις σύρων τούς κοθόρνους και ομοιάζων παν άλλο ή άνθρωπον, καθότι και το στόμα ήτο πεφραγμένον και το σώμα όλον εξωγκωμένον. Ιδών αυτόν ο Κροίσος κατελήφθη υπό γέλωτος, και ου μόνον εκείνα τω εχάρισεν, αλλά και άλλα ουχί ολιγώτερα εκείνων. Τοιουτοτρόπως επλούτησεν η οικία αύτη μεγάλως, και ο Αλκμαίων ούτος ηδυνήθη να συντηρή ίππους και να κερδίζη νίκας εις τα Ολύμπια αγωνιζόμενος με τέθριππον.