Part 8
69. Και ο μεν Δημάρατος ταύτα είπεν· η δε μήτηρ του απεκρίθη ως εξής· «Επειδή, υιέ μου, με παρακαλείς θερμώς να σε είπω την αλήθειαν, θα σοι την είπω χωρίς να κρύψω τίποτε. Όταν ο Αρίστων με έφερεν εις την κατοικίαν του, την τρίτην νύκτα από της πρώτης, ήλθεν εις την κλίνην μου φάσμα ομοιάζον τον Αρίστωνα και αφού συγκατεκλίθη μετ' εμού με περιέβαλε με τους στεφάνους τους οποίους εκράτει. Και το μεν φάσμα ανεχώρησεν· ελθών δε μετά ταύτα ο Αρίστων και ιδών ότι εφόρουν στεφάνους, με ηρώτησε ποίος μοι έδωκεν αυτούς· εγώ τω απεκρίθην ότι εκείνος. Δεν το παρεδέχετο όμως, εγώ δε το εβεβαίουν μεθ' όρκου και τον επέπληττον διά την άρνησίν του, καθότι ολίγον πρότερον ελθών και συνευνηθής μοι έδωκε τους στεφάνους. Βλέπων με δε ο Αρίστων ότι ωρκιζόμην, ενόησεν ότι το πράγμα ήτο υπερφυσικόν· και τωόντι πρώτον μεν οι στέφανοι εφάνησαν ότι ήσαν από το ηρώον το οποίον ήτο ιδρυμένον πλησίον της αυλείου θύρας και το οποίον καλείται του Αστραβάκου, έπειτα δε και οι μάντεις έλεγον ότι ο επιφανείς εις εμέ ήτο αυτός ούτος ο ήρως Αστράβακος. Ούτω λοιπόν, ω παι, ηξεύρεις όσα επεθύμεις να μάθης· ή εγεννήθης εκ του ήρωος τούτου και ο πατήρ σου είναι ο Αστράβακος, ή ήσαι υιός του Αρίστωνος, καθότι εκείνην την νύκτα σε συνέλαβον εν τη γαστρί. Όσον αφορά δε εκείνο διά το οποίον σε δυσφημίζουσιν οι εχθροί σου λέγοντες ότι αυτός ο Αρίστων, ότε τω ανηγγέλθη η γέννησίς σου, είπεν ενώπιον πολλών ακροατών ότι δεν είσαι ιδικός του διότι τάχα δεν είχον συμπληρωθή ακόμη οι δέκα μήνες, απόδος τον λόγον τούτον εις την άγνοιαν των τοιούτων, διότι αι γυναίκες γεννώσι και εις τους εννέα μήνας και εις τους επτά, δεν συμπληρούσι δε όλαι τους δέκα (11)· εγώ δε, τέκνον μου, σε εγέννησα εις μήνας επτά. Περί τούτου επείσθη και αυτός ο Αρίστων μετ' ολίγον, ότι εξ αγνοίας διέφυγεν εκ του στόματός του ο λόγος ούτος. Όθεν μη πιστεύης όσα λέγουσι περί της γεννήσεώς σου, διότι ήκουσες όλην την αλήθειαν. Από ονοβοσκούς δε είθε να γεννώσι παιδία αι γυναίκες του Λεωτυχίδου και των λεγόντων ταύτα.»
70. Και η μεν μήτηρ ταύτα έλεγεν, ο δε Δημάρατος μαθών όσα επεθύμει και λαβών εφόδια ανεχώρησεν εις την Ήλιδα, προφασισθείς ότι μετέβαινεν εις τους Δελφούς διά να ερωτήση το μαντείον. Οι δε Λακεδαιμόνιοι υποπτεύσαντες ότι ο Δημάρατος εσκόπευε να φύγη, απεφάσισαν να τον καταδιώξωσι και να τον συλλάβωσι. Κατώρθωσεν όμως ο Δημάρατος και επρόφθασε να διαβή εκ της Ήλιδος εις την Ζάκυνθον. Κατόπιν ήλθον και αυτοί, τον εύρον εκεί και ήρπασαν τους υπηρέτας του, αλλ' οι κάτοικοι απεποιήθησαν να τοις τον παραδώσωσι· τότε εκείθεν διέβη εις την Ασίαν προς τον βασιλέαν Δαρείον. Ο δε Δαρείος υποδεξάμενος αυτόν μεγαλοπρεπώς τω έδωκε και γην και πόλεις. Ούτω και μετά τοιαύτα περιστατικά κατέφυγεν εις την Ασίαν ο Δημάρατος όστις και δι' άλλας πράξεις είχε λαμπρυνθή μεταξύ των Λακεδαιμονίων και ιδίως διότι ενίκησεν εις τα Ολύμπια με τέθριππον, πράγμα το οποίον αυτός μόνος εξ όλων των βασιλέων της Σπάρτης κατώρθωσεν.
71. Παυθέντος δε του Δημαράτου διεδέχθη την βασιλείαν ο Λεωτυχίδης του Μενάρεως, όστις εγέννησεν υιόν ονόματι Ζευξίδαμον τον οποίον τινές των Σπαρτιατών εκάλουν Κυνίσκον. Ο Ζευξίδημος ούτος δεν εβασίλευσεν εις την Σπάρτης διότι απέθανε προ του Λεωτυχίδου καταλιπών υιόν τον Αρχίδαμον. Ο δε Λεωτυχίδης, στερηθείς του Ζευξιδάμου, έλαβε δευτέραν γυναίκα, την Ευρυδάμην, αδελφήν μεν του Μενίου, θυγατέρα δε του Διακτορίδου, εξ ης ουδέν άρρεν τέκνον έσχεν αλλά μίαν θυγατέρα την Λαμπιτώ την οποίαν συνέζευξε με τον εγγονόν του Αρχίδαμον.
72. Αλλ' ουδέ ο Λεωτυχίδης εγήρασεν εις την Σπάρτην, αλλ' επλήρωσε την προς τον Δημάρατον γενομένην αδικίαν κατά τον εξής τρόπον. Ήτο εις την Θεσσαλίαν μετά του στρατού, και ενώ τω ήτο δυνατόν να καθυποτάξη όλην την χώραν, εδωροδοκήθη λαβών χρήματα πολλά. Επειδή δε συνελήφθη επ' αυτοφώρω εκεί εις το στρατόπεδον καθήμενος επί χειρίδος πλήρους αργυρίου, ενήχθη εις δίκην και εξωρίσθη εκ της Σπάρτης, η δε οικία του κατεσκάφη. Έφυγε δε εις την Τεγέαν και ετελεύτησεν εν αυτή.
73. Ταύτα εγένοντο μετά καιρόν· τότε δε, επειδή ο Κλεομένης επέτυχεν εις την κατά του Δημαράτου επιβουλήν, παραλαβών αμέσως τον Λεωτυχίδην, εκίνησε κατά των Αιγινητών μνησικακών διά την ύβριν. Επειδή δε μετέβησαν αμφότεροι οι βασιλείς, οι Αιγινήται δεν έκρινον πρέπον να αντισταθώσιν. Οι δε Λακεδαιμόνιοι, εκλέξαντες εκ των Αιγινητών δέκα άνδρας τους επισημοτάτους διά τον πλούτον και το γένος, τους έλαβον· μεταξύ των άλλων ήτο και ο Κρίος του Πολυκρίτου και ο Κάσαμβος του Αριστοκράτους, τα μάλιστα ισχύοντες. Μεταγαγόντες δε αυτούς εις την Αττικήν, τους παρέδωκαν ως ομήρους εις τους εχθίστους των Αιγινητών Αθηναίους.
74. Μετά ταύτα ο Κλεομένης, επειδή εγένετο γνωστή η προς τον Δημάρατον πανουργία, φοβηθείς τους Σπαρτιάτας έφυγε κρυφίως εις την Θεσσαλίαν· εκείθεν δε μετέβη εις την Αρκαδίαν και ωργάνιζε νεώτερα πράγματα διεγείρων κατά της Σπάρτης τους Αρκάδας, τους οποίους υπεχρέωσε διά πολλών όρκων να τον ακολουθήσωσιν όπου ήθελε τους οδηγήσει· προ πάντων όμως επεθύμει να φέρη τους προεστώτας των Αρκάδων εις την Νώνακριν και να τους εξορκίση εις το ύδωρ της Στυγός· διότι εις ταύτην την πόλιν λέγουσιν οι Αρκάδες ότι φαίνεται το ύδωρ της Στυγός, και ιδού πώς. Ολίγον ύδωρ εξερχόμενον εκ βράχου στάζει εντός κοιλώματος, το δε κοίλωμα είναι περιπεφραγμένον. Η δε Νώνακρις, εν τη οποία ευρίσκεται η πηγή αύτη, είναι πόλις της Αρκαδίας πλησίον του Φενιού.
75. Μαθόντες οι Λακεδαιμόνιοι ότι ο Κλεομένης ωργάνιζε ταύτα, και φοβηθέντες, τον επανέφεραν εις την Σπάρτην και τω απέδωκαν την προτέραν αρχήν. Άμα όμως επέστρεψε, τον κατέλαβε νόσος μανίας ήτις και πρότερον τον κατείχεν ολίγον. Άμα συνήντα Σπαρτιάτην τινά, τον εκτύπα εις το πρόσωπον με το σκήπτρον. Βλέποντες δε οι συγγενείς του αυτόν πράττοντα ταύτα και παραφρονήσαντα, τον έδεσαν εις ξυλίνας πέδας. Μόλις όμως εδέθη, ιδών ότι είς μόνον φύλαξ τον επετήρει αποχωρισθείς των άλλων, τω εζήτησε την μάχαιράν του. Ο φύλαξ κατ' αρχάς δεν ήθελε να την δώση, αλλά τόσον τον ηπείλησεν ώστε ο άνθρωπος (όστις ήτο Είλως) φοβηθείς τω έδωκε την μάχαιραν. Ο Κλεομένης λαβών τον σίδηρον ήρχισε να κόπτηται πρώτον από τας κνήμας, και σχίζων τας σάρκας του κατά μήκος, προέβαινεν εκ των κνημών εις τους μηρούς, και εκ των μηρών εις τα ισχία και τας λαγόνας, μέχρις ου έφθασεν εις την κοιλίαν, την οποίαν κόψας εις λωρία απέθανε τοιουτοτρόπως, ως μεν λέγουσιν οι περισσότεροι Έλληνες διότι ανέπεισε την Πυθίαν να είπη τα εις τον Δημάρατον γινόμενα, ως δε λέγουσι μόνοι οι Αθηναίοι διότι κατά την εν Ελευσίνι εισβολήν έκοψε το ιερόν δάσος των θεών, ως δε οι Αργείοι διότι προσκαλέσας έξω του ιερού του Άργους τους εις αυτό μετά τινα μάχην καταφυγόντας Αργείους κατέκοψεν αυτούς, και διότι ενέπρησε προς περιφρόνησιν και αυτό το άλσος.
76. Ότε ο Κλεομένης ηρώτησε το μαντείον των Δελφών, τω εδόθη χρησμός ότι θα κυριεύση το Άργος· όθεν άγων τους Σπαρτιάτας έφθασε μέχρι του ποταμού Ερασίνου όστις ως λέγεται ρέει εκ της Στυμφαλίδος λίμνης· καθότι η λίμνη αύτη εις χάσμα αφανές βυθιζομένη, αναφαίνεται εις το Άργος, και εκείθεν πλέον το ύδωρ τούτο καλείται υπό των Αργείων Ερασίνος. Φθάσας λοιπόν ο Κλεομένης εις τον ποταμόν τούτον, τω προσέφερε θύματα, και επειδή οι οιωνοί δεν ήσαν αίσιοι διά την διάβασιν είπεν ότι επαινεί μεν τον Ερασίνον μη προδίδοντα τους πολίτας, αλλ' ας μη χαίρωσι διά τούτο οι Αργείοι. Μετά ταύτα αναχωρήσας έφερε τον στρατόν εις την Θυρέαν, εξ ης, αφού εθυσίασεν εις την θάλασσαν ταύρον, διέβη διά πλοίων εις την Τιρυνθίαν χώραν και την Ναυπλίαν.
77. Μαθόντες τούτο οι Αργείοι έδραμον εις την παραλίαν· πλησιάσαντες δε εις την Τίρυνθον εστρατοπέδευσαν εις το μέρος όπου είναι η λεγομένη Σήπεια, αφήσαντες μεταξύ των δύο στρατών μικρόν διάστημα. Οι Αργείοι μάχην μεν εκ του φανερού δεν εφοβούντο, εφοβούντο όμως μήπως νικηθώσι με δόλον, διότι τοιαύτην είχεν έννοιαν ο χρησμός τον οποίον η Πυθία έδωκεν επίκοινον δι' αυτούς και τους Μιλησίους, λέγοντα ούτω: «_Όταν η θήλεια νικήσασα τον άρρενα διώξη αυτόν και δοξασθή μεταξύ των Αργείων, τότε θα γίνη αιτία πολλοί Αργείοι να σχίσωσι τα ιμάτιά των· ώστε μεταγενέστερός τις να ειπή ότι τριέλικτος όφις απώλετο δαμασθείς υπό του δόρατος._» Όλαι αύται αι περιστάσεις συντρέχουσαι ενέπλησαν τους Αργείους φόβου και απεφάσισαν να ακολουθώσι τον κήρυκα των πολεμίων. Τούτο απαφίσαντες, έπραττον ως εξής· ότε ο Σπαρτιάτης κήρυξ ανήγγελλε κίνημά τι των Λακεδαιμονίων, οι Αργείοι έπραττον το αυτό.
78. Μαθών ο Κλεομένης ότι οι Αργείοι έπραττον ό,τι εσήμαινεν ο ιδικός του κήρυξ, παρήγγειλε τους Λακεδαιμονίους, όταν ο κήρυξ τους σημάνη να αριστήσωσι, τότε να αναλάβωσι τα όπλα και να βαδίσωσι κατά του εχθρού, όπερ και έπραξαν. Ώστε όταν οι Αργείοι εκάθησαν να φάγωσι κατά το κήρυγμα, επέπεσαν κατ' αυτών και εφόνευσαν πολλούς, πολύ δε περισσοτέρους περικύκλωσαν καταφυγόντας εις το άλσος του Άργου.
79. Μετά ταύτα ο Κλεομένης έπραξε το εξής. Έχων αυτομόλους και μανθάνων παρ' αυτών τα ονόματα των περικεκλεισμένων εις το ιερόν δάσος, έπεμπε κήρυκα και εκάλει αυτούς έξω ονομαστί λέγων ότι εκόμιζε τα λύτρα των· είναι δε τα λύτρα προσδιωρισμένα παρά τοις Πελοποννησίοις δύο μναι κατ' άτομον. Καλών λοιπόν έξω ο Κλεομένης τους Αργείους κατά πεντήκοντα, εφόνευεν αυτούς· οι λοιποί όσοι ήσαν εντός του τεμένους δεν ήξευρον τι συνέβαινεν έξω, διότι το άλσος ήτο πυκνόν, και οι εντός δεν έβλεπον τους εκτός τι έκαμνον, μέχρις ου είς των Αργείων αναβάς εις δένδρον είδε τα πραττόμενα, και απ' εκείνης της στιγμής όσοι προσεκαλούντο δεν εξήρχοντο πλέον.
80. Τότε ο Κλεομένης διέταξε τους Είλωτας να συσσωρεύσωσι ξύλα περί το άλσος· αφού δε ούτοι υπήκουσαν εις την διαταγήν του, ενέπρησε το άλσος. Καιομένου δε αυτού, ηρώτησεν ένα των αυτομόλων εις τίνα θεόν ήτο αφιερωμένον. Ο δε είπεν ότι είναι του Άργου. Άμα δε άκουσε τούτο ο Κλεομένης, στενάξας βαθέως είπεν· «Ω Άπολλον χρησμοδότα, πολύ με ηπάτησες ειπών με ότι θα κυριεύσω το Άργος. Εννοώ ότι ο χρησμός σου εξεπληρώθη.»
81. Μετά ταύτα ο Κλεομένης τον μεν περισσότερον στρατόν αφήκε να επιστρέψη εις την Σπάρτην, αυτός δε λαβών χιλίους εκλεκτούς μετέβη εις τον ναόν της Ήρας διά να θυσιάση. Θέλοντα δε να θυσιάση επί του βωμού, ο ιερεύς απηγόρευε λέγων ότι ήτο ανόσιον να θυσιάση ξένος εκεί. Αλλ' ο Κλεομένης διέταξε τους Είλωτας να σύρωσι τον ιερέα έξω του βωμού και να τον μαστιγώσωσιν· έπειτα δε εθυσίασεν. Αφού δε έπραξε ταύτα, επέστρεψεν εις την Σπάρτην.
82. Ότε δε επέστρεψε, τον ενεκάλεσαν οι εχθροί του εις τους εφόρους λέγοντες ότι έλαβε δώρα και δεν εκυρίευσε το Άργος, ενώ ηδύνατο να το κυριεύση ευκόλως. Εκείνος δε απεκρίθη, είτε ψευδόμενος είτε λέγων αληθή, δεν δύναμαι να το βεβαιώσω, ότι αφού εκυρίευσε το ιερόν δάσος του Άργους ενόμισεν ότι εξεπληρώθη ο χρησμός του θεού, και ότι τούτο φρονών δεν έκρινε πλέον δίκαιον να επιχειρήση τι κατά της πόλεως πριν συμβουλευθή τα θύματα και μάθη εάν ο θεός επιτρέπη ή εμποδίζη τούτο. Ενώ δε εθυσίαζεν εις τον ναόν της Ήρας, εξήλθεν εκ των στηθών του αγάλματος φλοξ πυρός, και εκ τούτου εβεβαιώθη ότι δεν θα εκυρίευε το Άργος· διότι εάν μεν η φλοξ εξήρχετο εκ της κεφαλής του αγάλματος θα εκυρίευε την πόλιν και την ακρόπολιν· αλλ' επειδή εξήλθεν εκ των στηθών, ετελείωσαν όλα όσα ο θεός ήθελε να γίνωσι. Ταύτα λέγων, εφάνη εις τους Σπαρτιάτας ότι έλεγε πιστά και ορθά και απελύθη διά μεγάλης πλειοψηφίας.
83. Τοσούτον δε ηρημώθη ανδρών το Άργος, ώστε οι δούλοι έλαβον όλην την εξουσίαν, άρχοντες και διοικούντες, μέχρις ου ηλικιώθησαν οι παίδες των φονευθέντων, οίτινες αναλαβόντες την κατοχήν του Άργους εδίωξαν τους δούλους. Διωχθέντες δε ούτοι, εκυρίευσαν με μάχην την Τίρυνθον. Και επί τινα μεν χρόνον τα δύο μέρη έζησαν ειρηνικώς· αλλά μάντις τις ονόματι Κλέανδρος, εκ της εν Αρκαδία Φιγαλείας καταγόμενος, υπήγεν εις τους δούλους και τους έπεισε να επιτεθώσι κατά των δεσποτών των. Από της στιγμής δε εκείνης μακρός πόλεμος ηκολούθησε, και μόλις επί τέλους επεκράτησαν οι Αργείοι.
84. Εις τα συμβάντα ταύτα αποδίδουσιν οι Αργείοι την μανίαν υπό της οποίας καταληφθείς ο Κλεομένης απώλετο κακώς. Οι δε Σπαρτιάται λέγουσιν ότι ουδείς θεός ετάραξε τας φρένας του, αλλ' ότι συναναστραφείς με Σκύθας εγένετο οινοπότης και εκ τούτου εξεμάνη. Τωόντι οι νομάδες Σκύθαι, μετά την εισβολήν του Δαρείου, εζήτουν πρόφασιν να τον εκδικηθώσιν. Όθεν πέμψαντες εις την Σπάρτην εζήτουν να κάμωσι συμμαχίαν και να συμφωνήσωσιν ώστε αυτοί μεν οι Σκύθαι να αποπειραθώσι την διάβασιν του Φάσιδος και να εισέλθωσιν εις την Μηδικήν, οι δε Σπαρτιάται να κινήσωσιν από την Έφεσον και να αναβώσι προς συνάντησίν των. Λέγουσι λοιπόν οι Σπαρτιάται ότι ότε ήλθον οι Σκύθαι εις την Σπάρτην δι' αυτήν την υπόθεσιν, ο Κλεομένης συνανεστράφη πολύ με τους Σκύθας και έμαθε παρ' αυτών να πίνη άκρατον οίνον. Αύτη ήτο η αιτία της μανίας του Κλεομένους ως νομίζουσιν οι Σπαρτιάται. Εκ τούτου όταν θέλωσι να πίωσιν οίνον καθαρόν, λέγουσιν ότι πίνουσιν ως οι Σκύθαι. Ταύτα τα περί του Κλεομένους παρά των Σπαρτιατών λεγόμενα· εγώ όμως φρονώ ότι τούτο ήτο θεία εκδίκησις γενομένη εις τον Κλεομένην διά τον Δημάρατον.
85. Άμα οι Αιγινήται έμαθον ότι απέθανεν ο Κλεομένης, έπεμψαν εις την Σπάρτην πρέσβεις να κατηγορήσωσι τον Λεωτυχίδην διά τους συμπολίτας των όσοι εφυλάσσοντο ως όμηροι εις τας Αθήνας. Οι δε Λακεδαιμόνιοι συγκαλέσαντες δικαστήριον έκρινον ότι μεγάλη ατιμία εγένετο εκ μέρους του Λεωτυχίδου προς τους Αιγινήτας και απεφάσισαν να παραδοθή ούτος εις τους εγκαλούντας προς αντάλλαγμα εκείνων οίτινες εκρατούντο εις τας Αθήνας. Ενώ δε οι Αιγινήται ήσαν έτοιμοι να λάβωσι τον Λεωτυχίδην, ο Θεασίδης του Λεωπρέπους, ανήρ έγκριτος της Σπάρτης, είπεν εις αυτούς· «Τι θέλετε να πράξετε ω Αιγινήται; να λάβετε τον βασιλέα των Σπαρτιατών τον οποίον σας παραδίδουσιν οι πολίται; Αλλ' εάν τώρα υπό θυμού οι Σπαρτιάται απεφάσισαν ούτω, προσέξατε μήπως ύστερον, εάν πράξετε ταύτα, έλθωσι και εξολοθρεύσωσι την χώραν σας.» Ταύτα ακούσαντες οι Αιγινήται παρητήθησαν του σκοπού των και συνεβιβάσθησαν ως εξής· να τους συνοδεύση ο Λεωτυχίδης εις τας Αθήνας και να τοις αποδώση τους ομήρους.
86. Ελθών ο Λεωτυχίδης εις τας Αθήνας απήτει την παρακαταθήκην, αλλ' οι Αθηναίοι απέφευγον το πράγμα υπό διαφόρους προφάσεις, λέγοντες μεταξύ άλλων ότι ότε παρεκατέθεσαν τους ανθρώπους εκείνους ήσαν δύο βασιλείς και ότι δεν ήτο εύλογον να τους αποδώσωσιν εις τον ένα άνευ της παρουσίας και του άλλου. 1. Επειδή λοιπόν οι Αθηναίοι είπον ότι δεν τους δίδουσιν, ο Λεωτυχίδης τους ωμίλησεν ως εξής. «Πράξατε, ω Αθηναίοι, ό,τι θέλετε εκ των δύο· εάν μεν τους αποδώσετε, θα πράξετε όσια, εάν δε δεν τους αποδώσετε, τα εναντία τούτων. Εγώ εν τούτοις θα σας διηγηθώ τι συνέβη εις την Σπάρτην σχετικόν ως πρός τινα παρακαταθήκην. Λέγομεν ημείς οι Σπαρτιάται ότι τρεις γενεάς προ εμού έζη εις την Λακεδαίμονα Γλαύκος ο Επικύδους. Ο άνθρωπος ούτος, ως λέγομεν ημείς, επρώτευε δι' όλα του τα προτερήματα, αλλά προ πάντων διά τον σεβασμόν του προς τους κανόνας της δικαιοσύνης προς τους οποίους υπήκουεν όσον ουδείς άλλος εκ των κατοικούντων τότε την Λακεδαίμονα. Εις τούτον λέγομεν ότι συνέβη τότε το εξής. Μιλήσιός τις ελθών εις την Σπάρτην εζήτησε να τω ομιλήση και τω προέτεινε τα εξής· «Είμαι Μιλήσιος και ήλθον, ω Γλαύκε, θέλων να απολαύσω την δικαιοσύνην σου· καθότι εις όλην την Ελλάδα και την Ιωνίαν ήκουσα να γίνεται λόγος πολύς διά την δικαιοσύνην σου. Εσκέφθην ότι η Ιωνία είναι πάντοτε εκτεθειμένη εις ταραχάς, ενώ η Πελοπόννησος ένεκα της θέσεώς της είναι ασφαλεστάτη· παρ' ημίν τα πλούτη δεν μένουσι πάντοτε εις τους αυτούς ανθρώπους. Ταύτα βλέπων και σκεφθείς έκρινα καλόν να μετατρέψω εις μετρητά το ήμισυ της περιουσίας μου και να το παρακαταθέσω εις σε, βέβαιος ων ότι θα το διαφυλάξης αβλαβές. Όθεν δέχθητι σε παρακαλώ τα χρήματα, και λαβών φύλαξον το σημείον τούτο· θέλεις δε τα αποδώσει εις εκείνον όστις σε τα ζητήσει δεικνύων όμοιον σημείον.» 2. Ούτως ωμίλησεν ο Μιλήσιος ξένος, ο δε Γλαύκος επ' αυτή τη συμφωνία εδέχθη την παρακαταθήκην. Μετά παρέλευσιν πολλού χρόνου ήλθον εις την Σπάρτην οι παίδες αυτού του παρακαταθέσαντος τα χρήματα· ευρόντες δε τον Γλαύκον και δεικνύοντες το σημείον, απήτουν παρ' αυτού τα χρήματα. Αλλ' ο Γλαύκος τους απέβαλεν αποκρινόμενος τα εξής· «Ούτε ενθυμούμαι την υπόθεσιν ταύτην, ούτε ελαχίστην έχω ιδέαν περί του πράγματος περί του οποίου με ομιλείτε. Εάν το ενθυμηθώ, θα πράξω ό,τι είναι δίκαιον· εάν έλαβον, θα αποδώσω αμέσως, και εάν δεν έλαβον τίποτε, θα μεταχειρισθώ καθ' υμών τους Ελληνικούς νόμους. Περί τούτου δε θέλω σας δώσει απόκρισιν μετά τέσσαρας μήνας από της σήμερον.» 3. Και οι μεν Μιλήσιοι ανεχώρησαν τεθλιμμένοι, ως στερηθέντες τα χρήματά των· ο δε Γλαύκος μετέβη εις τους Δελφούς διά να συμβουλευθή το χρηστήριον. Όταν δε ηρώτησεν εάν δύναταί τις να οικειοποιηθή τα χρήματα με όρκον, η Πυθία τον ετιμώρησε διά των εξής λόγων· «_Γλαύκε, υιέ του Επικύδους, προς το παρόν τούτο είναι επικερδέστερον, να κερδήση τις την υπόθεσίν του δι' όρκου και να οικειοποιηθή τα ξένα χρήματα. Ας ομόση καθότι και ο φυλάττων και ο μη φυλάττων τον όρκον του οφείλει να αποθάνη. Αλλ' ο όρκος έχει υιόν ανώνυμον (12),όστις δεν έχει μεν μήτε χείρας μήτε πόδας, καταδιώκει όμως ταχέως τον άνθρωπον μέχρις ου καταστρέψη όλην την οικίαν και την γενεάν του. Η γενεά όμως του ανθρώπου όστις φυλάττει τον όρκον του ευδαιμονεί επί μάλλον και μάλλον._» Ταύτα ακούσας ο Γλαύκος παρεκάλεσε τον θεόν να συγχωρήση την ερώτησίν του· η δε Πυθία απεκρίθη ότι το να ερωτήση τις τον θεόν περί τοιούτου πράγματος είναι ως και να το έπραξε. 4. Ο Γλαύκος λοιπόν προσκαλέσας τους Μιλησίους ξένους, απέδωκεν αυτοίς τα χρήματα. Διά ποίαν δε αιτίαν, ω Αθηναίοι, παρεκινήθην να είπω τον λόγον τούτον, ακούσατε. Του Γλαύκου τούτου σήμερον ούτε απόγονός τις περιεσώθη ούτε εστία την οποίαν να δύναταί τις να είπη ότι είναι του Γλαύκου· όλα ταύτα πρόρριζα κατεστράφησαν εις την Σπάρτην. Είναι λοιπόν καλόν, προκειμένου περί παρακαταθήκης, να μη σκέπτεταί τις άλλο ειμή πώς να την αποδώση εις εκείνους οίτινες την ζητήσωσιν» Και ο μεν Λεωτυχίδης ταύτα είτε, και επειδή οι Αθηναίοι πάλιν δεν τον εισήκουον ανεχώρησεν.
87. Οι δε Αιγινήται πριν ακόμη τιμωρηθώσι διά τα προλαβόντα αδικήματα τα οποία έκαμαν εις τους Αθηναίους χαριζόμενοι εις τους Θηβαίους, προσέθεσαν και τα εξής. Μεμφόμενοι τους Αθηναίους και λέγοντες ότι ηδικούντο παρ' αυτών, ητοιμάζοντο να τους εκδικηθώσιν. Οι Αθηναίοι ετέλουν κατά παν πέμπτον έτος θυσίας εις το Σούνιον· λοχήσαντες δε οι Αιγινήται την θεωρίδα ναυν, συνέλαβον αυτήν πλήρη ανδρών εκ των πρώτων Αθηναίων και εδέσμευσαν τους άνδρας.
88. Παθόντες ταύτα οι Αθηναίοι παρά των Αιγινητών δεν ανέβαλον πλέον να επιχειρήσωσιν ό,τι ηδύναντο κατ' αυτών. Ευρίσκετο τότε εις την Αίγιναν Νικόδρομός τις ονομαζόμενος, υιός του Κνοίθου, ανήρ έγκριτος, όστις εμέμφετο τους Αιγινήτας διότι τον εξώρισαν προλαβόντως από την νήσον, και μαθών τότε ότι οι Αθηναίοι ητοιμάζοντο να βλάψωσι τους Αιγινήτας, συνεφώνησε με τους Αθηναίονς να τοις παραδώση την Αίγιναν, προσδιορίσας την ημέραν καθ' ην ήθελεν επιχειρήσει αυτός και καθ' ην οι άλλοι έμελλον να έλθωσι προς βοήθειάν του. Μετά ταύτα ο Νικόδρομος, αφού συνεφώνησε με τους Αθηναίους, κατέλαβε την παλαιάν καλουμένην πόλιν.
89. Οι Αθηναίαι όμως δεν έφθασαν εγκαίρως, καθ' ότι έτυχον να μη έχωσιν ικανά πλοία διά να αντιταχθώσιν εις τα των Αιγινητών. Ενώ λοιπόν διεπραγματεύοντο με τους Κορινθίους να τοις δανείσωσι πλοία, κατεστράφη η υπόθεσις. Οι δε Κορίνθιοι, επειδή κατ' εκείνην την εποχήν ήσαν στενοί φίλοι των Αθηναίων έδοσαν κατά την αίτησίν των εις τους Αθηναίους είκοσι πλοία, πωλήσαντες αυτά προς πέντε δραχμάς έκαστον, καθότι οι νόμοι της Κορίνθου δεν επέτρεπον να κάμνωσι δωρεάς. Ταύτα λοιπόν λαβόντες οι Αθηναίοι, και τα ιδικά των, άτινα εγένοντο εν όλοις εβδομήκοντα, συνεπλήρωσαν τα πληρώματά των και έπλευσαν κατά της Αιγίνης· έφθασαν όμως μίαν ημέραν βραδύτερον της συμφωνηθείσης.
90. Ο δε Νικόδρομος, μη βλέπων τους Αθηναίους φθάνοντας εγκαίρως, εμβάς εις πλοίον έφυγεν εκ της Αιγίνης μετά των οπαδών του, εις τους οποίους οι Αθηναίοι έδοσαν το Σούνιον διά να κατοικήσωσιν. Εντεύθεν δε ούτοι ορμώμενοι ήγον και έφερον τους εν τη νήσω Αιγινήτας. Αλλά ταύτα συνέβησαν βραδύτερον.
91. Οι δε πλούσιοι των Αιγινητών επεκράτησαν του μετά του Νικοδρόμου επαναστατήσαντος δήμου, και έπειτα συλλαμβάνοντες εξήγον αυτούς έξω της πόλεως και τους εθανάτονον. Τότε διέπραξαν και ασέβειάν τινα την οποίαν δεν ηδυνήθησαν να αποτίσωσι με όλους τους εξιλασμούς τους οποίους έκαμον, αλλ' εδιώχθησαν εκ της νήσου πριν εξιλεώσωσι την Δήμητραν. Συλλαβόντες ούτοι επτακοσίους εκ του δήμου, εξήγον διά να τους θανατώσωσιν· είς εξ αυτών, διαφυγών τα δεσμά, κατέφυγεν εις τα πρόθυρα της θεάς και λαβών το δακτύλιον της θύρας εκρατείτο εκεί. Οι δε Αιγινήται, επειδή έλκοντες δεν ηδυνήθησαν να τον αποσπάσωσιν, απέκοψαν τας χείρας αυτού και τοιουτοτρόπως τον έσυρον· αι χείρες δε εκείναι έμειναν προσκεκολλημέναι εις τον κρίκον.
92. Ταύτα έπραξαν οι Αιγινήται εις τους επαναστατήσαντας· προς δε τους Αθηναίους, ότε έφθασαν, εναυμάχησαν με εβδομήκοντα πλοία. Ηττηθέντες όμως εις την ναυμαχίαν, επεκαλέσθησαν και πάλιν τους Αργείους. Αλλ' ούτοι δεν τους εβοήθησαν ωργισμένοι διότι πλοία τινα Αιγινητικά αναγκασθέντα υπό του Κλεομένους προσέγγισαν εις την Αργολίδα και οι ναύται αυτών απέβησαν εις την ξηράν ομού με τους Λακεδαιμονίους. Κατά την αυτήν εκστρατείαν έκαμον απόβασιν καί τινες άνδρες από Σικυωνικά πλοία. Οι Αργείοι έπειτα επέβαλον εις τας δύο πόλεις να πληρώσωσι χίλια τάλαντα, πεντακόσια εκάστη. Και οι μεν Σικυώνιοι, αναγνωρίσαντες ότι ηδίκησαν, συνεφώνησαν να πληρώσωσιν εκατόν τάλαντα και να μείνωσιν ακαταδίωκτοι· οι δε Αιγινήται ου μόνον δεν ωμολόγησαν το άδικον, αλλ' εδείκνυον και αυθάδειαν τινά. Διά τούτο λοιπόν ότε έλαβον ανάγκην, ουδείς Αργείος εβοήθησεν αυτούς, ειμή μόνον χίλιοι περίπου εθελονταί. Ωδήγει δε αυτούς ο Ευρυβάτης, ανήρ όστις είχεν ασκηθή εις το πένταθλον. Οι πλείστοι όμως εξ αυτών δεν επέστρεψαν οπίσω, αλλ' εφονεύθησαν υπό των Αθηναίων εις την Αίγιναν. Αυτός δε ο στρατηγός Ευρυβάτης, ων επιτήδειος εις την μονομαχίαν, εφόνευσε τρεις Αθηναίους, αλλ' εφονεύθη υπό του τετάρτου, Σωφάνους του Δεκελέως.
93. Οι Αιγινήται, ενώ ήσαν οι Αθηναίοι εις αταξίαν επιτεθέντες τους ενίκησαν και συνέλαβον τέσσαρα πλοία μετά των πληρωμάτων. Είχε λοιπόν ανάψει ο πόλεμος μεταξύ των Αθηναίων και των Αιγινητών.
94. Ο δε Δαρείος εν τοσούτω επέμενεν εις το σχέδιόν του· και επειδή αφ' ενός μεν ο υπηρέτης του τω ενθύμιζε τους Αθηναίους, αφ' ετέρου δε οι Πεισιστρατίδαι τον επίεζον και δεν έπαυον να κατηγορώσι τους Αθηναίους, ενταυτώ δε ήθελε και αυτός με αυτήν την πρόφασιν να υποτάξη τους Έλληνας όσοι δεν τω έδωσαν γην και ύδωρ· διά ταύτα τον μεν Μαρδόνιον, μη ευδοκιμήσαντα εις την πρώτην εκστρατείαν έπαυσε της στρατηγίας, διορίσας άλλους στρατηγούς, τον Δάτιν, Μήδον το γένος, και τον ανεψιόν του Αρταφέρνην, υιόν του Αρταφέρνους, απέστειλεν αυτούς κατά της Ερετρίας και των Αθηνών, παραγγείλας να τας εξανδραποδίσωσι και να τω φέρωσι τα ανδράποδα.
95. Οι παρά του βασιλέως διορισθέντες και εκπεμφθέντες ούτοι στρατηγοί έφθασαν εις το Αληίον πεδίον της Κιλικίας, έχοντες μεθ' εαυτών στρατόν πολύν και καλώς συγκεκροτημένον. Ενώ δε ήσαν εστρατοπεδευμένοι, έφθασε και ο ναυτικός στρατός όστις επίσης ήτο υπό τας διαταγάς των, και προσέτι τα ιππαγωγά πλοία τα οποία κατά το προλαβόν έτος ο Δαρείος είχε παραγγείλει εις τας φορολογουμένας πόλεις να ναυπηγήσωσιν. Αφού δε εισεβίβασαν τους ίππους και εισήλθεν ο στρατός εις τα πλοία, διευθύνθησαν με εξακοσίας τριήρεις προς την Ιωνίαν. Εκείθεν ο στόλος δεν ηκολούθησε την ακροθαλασσίαν ώστε να πλεύση κατ' ευθείαν προς τον Ελλήσποντον και την Θράκην, αλλ' αναχωρήσας εκ της Σάμου έπλεε το Ικάριον πέλαγος και διά των νήσων, φοβούμενοι τα μάλιστα, ως νομίζω, τον περίπλουν του Άθωνος, καθότι το προλαβόν έτος, θέλοντες να διέλθωσιν εκείθεν, υπέστησαν πολλάς ζημίας. Εκτός τούτου, τους ηνάγκαζεν εις τούτο και η Νάξος, ήτις εισέτι δεν είχε κυριευθή.
96. Ερχόμενοι από το Ικάριον πέλαγος οι Πέρσαι ήραξαν εις την Νάξον, κατά της οποίας ώφειλον κατά πρώτον να εκστρατεύσωσιν. Οι Νάξιοι ενθυμούμενοι τα προλαβόντα γεγονότα, άφησαν τας κατοικίας των και έφυγον εις τα όρη. Οι δε Πέρσαι ανδραποδίσαντες όσους επρόφθασαν να συλλάβωσιν, ενέπρησαν την πόλιν και τα ιερά. Ταύτα πράξαντες, εστράφησαν κατά των άλλων νήσων.