Part 7
41. Μαθών ο Μιλτιάδης ότι οι Φοίνικες ήσαν εις την Τένεδον, έθεσεν εις πέντε τριήρεις όλα τα πράγματα όσα είχε και απέπλευσε διά τας Αθήνας. Εξελθών της Καρδίας, έπλεε διά του Μέλανος κόλπου· ότε όμως έκαμψε την Χερσόνησον, οι Φοίνικες επέπεσον κατ' αυτού με τα πλοία των. Και αυτός μεν με τέσσαρα εκ των πλοίων του προφθάνει και καταφεύγει εις την Ίμβρον, οι δε Φοίνικες καταδιώκουσι το πέμπτον και το συλλαμβάνουσι. Συνέπεσε δε να ήναι αρχηγός του πλοίου τούτου ο πρεσβύτερος των υιών του Μιλτιάδου Μητίοχος, γεννηθείς ουχί εκ της θυγατρός του Θρακός Ολόρου, αλλ' εξ άλλης. Αυτόν δε μετά του πλοίου συνέλαβον οι Φοίνικες, και μαθόντες ότι ήτο υιός του Μιλτιάδου, τον ανεβίβασαν εις τον βασιλέα, ελπίζοντες ότι θα τύχωσι μεγάλης αμοιβής, καθότι μόνος ο πατήρ του είχε συμβουλεύσει τους Ίωνας να λύσωσι την γέφυραν και να επιστρέψωσιν εις τας κατοικίας των, πειθόμενοι εις τους Σκύθας ζητούντας τούτο. Αλλ' όταν οι Φοίνικες παρέδωκαν εις τον Δαρείον τον υιόν του Μιλτιάδου Μητίοχον, ο βασιλεύς ου μόνον δεν τον εκακοποίησεν αλλ' εξ εναντίας τω έκαμε πολλά καλά, καθότι τω έδωκεν οίκον, κτήματα και γυναίκα Περσίδα εκ της οποίας εγέννησε τέκνα καταταχθέντα εις τους Πέρσας. Ο δε Μιλτιάδης εκ της Ίμβρου ήλθεν εις τας Αθήνας.
42. Και κατά το έτος τούτο τίποτε περισσοτέρον δεν έγινεν εκ μέρους των Περσών εχθρικόν προς τους Ίωνας, εξ εναντίας μάλιστα συνέβησαν τα εξής άτινα πολύ ωφέλησαν τους Ίωνας. Ο ύπαρχος των Σάρδεων Αρταφέρνης, μηνύσας να έλθωσιν απεσταλμένοι εκ των πόλεων, ηνάγκασε τους Ίωνας να κάμωσι μεταξύ των συνθήκας όπως λύωσιν εις το εξής τας διαφοράς των διά της κρίσεως και όχι να άγωσι και να φέρωσιν αλλήλους. Ταύτα τους ηνάγκασε να κάμωσι, και προς τούτοις μετρήσας τας χείρας αυτών κατά παρασάγκας (ούτως ονομάζουσιν οι Πέρσαι τα τριάκοντα στάδια) επέβαλε συμφώνως με την καταμέτρησιν ταύτην φόρους τους οποίους έκτοτε μέχρι της εποχής μου πληρόνουσιν οι ιδιοκτήται της χώρας, όπως διωρίσθησαν υπό του Αρταφέρνους· διωρίσθησαν δε σχεδόν ως ήσαν και πρότερον. Όλα ταύτα τα μέτρα ήσαν ειρηνικά.
43. Άμα δε τω έαρι, παυθέντων των άλλων στρατηγών υπό του βασιλέως, κατέβη ο Μαρδόνιος του Γωβρύου εις το παραθαλάσσιον έχων πολυάριθμον πεζικόν και πολύ ναυτικόν· ήτο νέος και νεωστί είχε νυμφευθή την θυγατέρα του Δαρείου Αρταζώστρην. Άγων δε τον στρατόν τούτον ο Μαρδόνιος και φθάσας εις την Κιλικίαν εισήλθεν εις πλοίον και εκομίζετο μετά των άλλων πλοίων, τον δε πεζόν στρατόν άλλοι ηγεμόνες ωδήγουν προς τον Ελλήσποντον. Αφού δε παραπλεύσας την ασιατικήν παραλίαν έφθασεν ο Μαρδόνιος εις την Ιωνίαν, εκεί (πράγμα παράδοξον το οποίον θα διηγηθώ δι' εκείνους τους Έλληνας οίτινες δεν παραδέχονται ότι ο Οτάνης, είς των επτά, εγνωμοδότησε να καταστήσωσι δημοκρατίαν εις την Περσίαν) καταλύσας όλους τους τυράννους των Ιώνων ανίδρυσε δημοκρατίας εις τας πόλεις. Ταύτα πράξας, έσπευσε προς τον Ελλήσποντον. Αφού δε συνήχθη πολύς αριθμός πλοίων και πολύς πεζός στρατός, διαβάντες με πλοία τον Ελλήσποντον, επορεύοντο διά της Ευρώπης· επορεύοντο δε κατά της Ερετρίας και των Αθηνών.
44. Και αύται μεν αι πόλεις ήσαν πρόσχημα της εκστρατείας· οι Πέρσαι όμως είχον κατά νουν να υποτάξωσιν όσας δυνηθώσι περισσοτέρας πόλεις της Ελλάδος. Και πρώτον μεν διά του στόλου υπέταξαν τους Θασίους οίτινες ουδέ χείρας ύψωσαν εναντίον των· αφ' ετέρου διά του στρατού της ξηράς υπεδούλωσαν τους Μακεδόνας και τους προσέθεσαν εις τους υπάρχοντας υπηκόους των, καθότι όλαι αι παραθαλάσσιαι επαρχίαι της Μακεδονίας ήσαν ήδη εις αυτούς υποτεταγμέναι. Οι δε μετά του στόλου εξελθόντες της Θάσου, παρέπλευσαν την ήπειρον, έφθασαν εις την Άκανθον και εκ της Ακάνθου ηθέλησαν να κάμψωσι τον Άθωνα· αλλ' ενώ παρέπλεον, σφοδρός και ενάντιος βορράς άνεμος επέπεσε κατ' αυτών και τους έβλαψε μεγάλως ρίψας έξω εις τον Άθωνα πολλά πλοία, καθότι λέγεται ότι πλοία μεν κατεστράφησαν τριακόσια, άνθρωποι δε υπέρ τους εικοσακισχιλίους. Επειδή δε η περί τον Άθωνα θάλασσα αύτη είναι πλήρης τεράτων, άλλοι μεν κατεβροχθίζοντο αρπαζόμενοι υπ' αυτών, άλλοι συνετρίβοντο κατά των πετρών, και άλλοι επνίγοντο μη ηξεύροντες να κολυμβώσιν· άλλοι τέλος απέθανον ένεκα του ψύχους. Ο ναυτικός λοιπόν στρατός ταύτα έπαθε.
45. Τον δε Μαρδόνιον και τον πεζόν στρατόν, εστρατοπεδευμένους εις την Μακεδονίαν εκτύπησαν νύκτα τινά οι Βρύγοι Θράκες, και εφόνευσαν εξ αυτών πολλούς, επλήγωσαν δε αυτόν τον Μαρδόνιον. Πλην ούτε αυτοί απέφυγον την υποδούλωσιν των Περσών, καθότι ο Μαρδόνιος δεν ανεχώρησεν εκ των χωρών τούτων πριν ή τους υποτάξη. Αφού δε τους υπέταξεν, απήγαγε τον στρατόν οπίσω, καθότι και το πεζόν εβλάφθη πολύ από τους Βρύγους και το ναυτικόν περί τον Άθωνα. Ούτος λοιπόν ο στρατός, αδεξίως αγωνισθείς, επανέκαμψεν εις την Ασίαν.
46. Κατά το επόμενον δε έτος μετά τα συμβάντα ταύτα ο Δαρείος, επειδή οι Θάσιοι διεβλήθησαν υπό των αστυγειτόνων των ότι εμελέτων αποστασίαν, τους διέταξε διά κήρυκος να καθαιρέσωσι το τείχος των και να μεταφέρωσι τα πλοία των εις τα Άβδηρα. Είναι αληθές ότι οι Θάσιοι, πολιορκηθέντες άλλοτε υπό του Μιλησίου Ιστιαίου, επειδή είχον μεγάλας προσόδους, μετεχειρίζοντο τα χρήματά των εις το να ναυπηγώσι πλοία μακρά και να κτίζουσι περί την πόλιν ισχυρότατον τείχος. Προήρχοντο δε αι πρόσοδοι εκ της ηπείρου και εκ των μεταλλείων. Εκ των εν τη Σαπτή Ύλη μεταλλείων του χρυσού τοις ήρχοντο συνήθως ογδοήκοντα τάλαντα, εξ εκείνων δε τα οποία ήσαν εν αυτή τη Θάσω μικρότεραι μεν ποσότητες, αλλά τόσον συχναί ώστε, επειδή ήσαν απηλλαγμένοι παντός φόρου, εισέπραττον κατ' έτος εκ της ηπείρου και των μεταλλείων διακόσια τάλαντα, έτυχε δε έτος να εισπράξωσι και τριακόσια.
47. Εγώ αυτός είδον τα μεταλλεία ταύτα· εκ τούτων τα μάλλον θαυμάσια είναι εκείνα τα οποία ανεκάλυψαν οι Φοίνικες όταν μετά του Θάσου αποίκισαν την νήσον ταύτην ήτις σήμερον έχει το όνομα από του Θάσου τούτου. Τα Φοινικικά ταύτα μεταλλεία είναι εν τη Θάσω μεταξύ δύο τόπων καλουμένων Αινύρων και Κοινύρων, απέναντι της Σαμοθράκης· είναι δε όρος υψηλόν, ανεστραμμένον υπό των ανασκαφών. Ταύτα τα μεταλλεία.
48. Οι δε Θάσιοι, υπακούοντες εις την διαταγήν του βασιλέως, και το τείχος των εκρήμνισαν και τα πλοία των έφερον εις τα Άβδηρα. Έπειτα ο Δαρείος ηθέλησε να δοκιμάση τι είχον κατά νουν οι Έλληνες, να τον πολεμήσωσιν ή να παραδοθώσιν. Έπεμψε λοιπόν κήρυκας ανά την Ελλάδα όλην διατάξας αυτούς να ζητήσωσι διά τον βασιλέα γην και ύδωρ. Και τούτους μεν έπεμψεν εις την Ελλάδα, άλλους δε έπεμψεν εις τας διαφόρους υποτελείς παραθαλασσίους πόλεις, προστάξας να κατασκευάσωσι πλοία μακρά και πλοία ιππαγωγά.
49. Και ούτοι μεν ητοίμαζον ταύτα· εις δε τους ελθόντας εις την Ελλάδα κήρυκας, και ηπειρώται πολλοί έδοσαν εκείνα τα οποία επροσποιείτο ότι εζήτει ο Πέρσης, και όλοι οι νησιώται εις τους οποίους ήλθον οι κήρυκες να ζητήσωσι. Δίδουσι λοιπόν γην και ύδωρ εις τον Δαρείον όλοι οι νησιώται και μεταξύ των άλλων οι Αιγινήται. Άμα έμαθον τούτο οι Αθηναίοι εχολώθησαν καθότι ενόμιζον ότι οι Αιγινήται έδοσαν γην και ύδωρ διά να τους βλάψωσι και να στρατεύσωσιν εναντίον των μετά του Πέρσου. Όθεν προθύμως ευρόντες πρόφασιν, μετέβησαν εις την Σπάρτην και κατηγόρησαν τους Αιγινήτας ως προδίδοντας την Ελλάδα.
50. Ακούσας την κατηγορίαν ταύτην ο Κλεομένης του Αναξανδρίδου, βασιλεύς των Σπαρτιατών, διέβη εις την Αίγιναν διά να συλλάβη τους πρωταιτίους των Αιγινητών. Αλλ' ενώ επειράθη να τους συλλάβη, αντέστησαν όλοι οι πολίται και μάλιστα ο Κρίος του Πολυκρίτου όστις τω είπεν ότι θα μετανοήση εάν λάβη έστω και ένα μόνον Αιγινήτην, διότι πράττει ταύτα άνευ της συναινέσεως του κοινού των Σπαρτιατών, αλλά αγορασθείς διά χρημάτων υπό των Αθηναίων· εάν είχεν άλλως το πράγμα, θα συνώδευεν αυτόν και έτερος βασιλεύς. Έλεγε δε ταύτα ο Κρίος κατά παραγγελίαν του Δημαράτου. Διωκόμενος δε ο Κλεομένης εκ της Αιγίνης ηρώτησε τον Κρίον πώς ωνομάζετο, αυτός δε το είπε. Τότε ο Κλεομένης είπε προς αυτόν· «Καιρός είναι, ω κριέ, να χαλκώσης τα κέρατά σου, διότι έχεις να παλαίσης προς μέγα κακόν.»
51. Κατά το διάστημα τούτο ο μείνας εις την Σπάρτην Δημάρατος του Αρίστωνος, εκατηγόρησε τον Κλεομένη, ων και ούτος βασιλεύς των Σπαρτιατών αλλ' εξ οικογενείας ολίγον κατωτέρας, κατωτέρας δε ουχί κατά άλλο τι (διότι αμφότεροι έχουσι την αυτήν καταγωγήν) αλλά, διά την πρωτοτοκίαν η οικογένεια του Εύρυσθένους ετιμάτο περισσότερον.
52. Οι Λακεδαιμόνιοι, μη συμφωνούντες με κανένα ποιητήν, λέγουσιν ότι ουχί οι παίδες του Αριστοδήμου, αλλ' αυτός ο Αριστόδημος ο υιός του Αριστομάχου, του Κλεοδαίου, του Ύλλου, βασιλεύς ων έφερεν αυτούς εις την χωράν την οποίαν έχουσι σήμερον, και ότι ολίγον μετά ταύτα έτεκεν η γυνή του Αριστοδήμου, ήτις εκαλείτο Αργεία και ήτο θυγάτηρ του Αυτεσίωνος, υιού του Τισαμενού, υιού του Θερσάνδρου, υιού του Πολυνείκους. Έτεκεν αύτη δύο δίδυμα, και αφού ο Αριστόδημος είδε τέκνα απέθανε νοσήσας. Τότε οι Λακεδαιμόνιοι απεφάσισαν κατά τον νόμον να κάμωσι βασιλέα τον πρεσβύτερον· αλλά διετέλουν εις αμηχανίαν ποίον να εκλέξωσι, καθότι αμφότεροι ήταν οι αυτοί και κατά την μορφήν και κατά το μέγεθος· επειδή δε δεν ηδύναντο να τους διακρίνωσιν ή να τους δοκιμάσωσι προηγουμένως, ηρώτησαν την μητέρα. Η δε μήτηρ είπεν ότι και αυτή δεν ηδύνατο να τους διακρίνη, ουχί διότι τωόντι δεν ήξευρε τούτο, αλλά διότι ήθελε να γίνωσιν αμφότεροι βασιλείς. Απορούντες λοιπόν οι Λακεδαιμόνιοι, έπεμψαν εις τους Δελφούς διά να ερωτήσωσι περί του πρακτέου· η δε Πυθία τοις είπε να λάβωσιν ως βασιλείς και τα δύο παιδία, να τιμώσι δε περισσότερον τον πρεσβύτερον. Και η μεν Πυθία ταύτα τοις είπεν, οι δε Λακεδαιμόνιοι ηπόρουν όχι ολιγώτερον περί του πώς να εξεύρωσι τον πρεσβύτερον αυτών. Τότε Μεσσήνιός τις ονόματι Πανίτης τοις έδωκε την εξής συμβουλήν· να παρατηρήσωσι ποίον εκ των δύο η μήτηρ λούει και γαλουχεί πρώτον, και εάν ίδωσιν ότι πράττει πάντοτε το ίδιον, έστωσαν βέβαιοι ότι έχουσι παν ό,τι ζητούσι και θέλουσι να εύρωσιν, εάν δε πλανάται και εκείνη γαλουχούσα εναλλάξ, τότε έστωσαν βέβαιοι ότι ούτε εκείνη ηξεύρει περισσότερόν τι, και τότε πρέπει να καταφύγωσιν εις άλλο μέσον εξευρέσεως. Οι Σπαρτιάται λοιπόν, κατά την συμβουλήν του Μεσσηνίου, παραμονεύσαντες την μητέρα εν αγνοία της είδον ότι απαρεγκλίτως πάντοτε ετίμα τον πρεσβύτερον, λούουσα και γαλουχούσα πρώτον αυτόν. Κρίνοντες λοιπόν ως πρεσβύτερον εκείνον τον οποίον ετίμα η μήτηρ, έτρεφον αυτόν δημοσίαις δαπάναις και το ωνόμασαν Ευρυσθένη, τον δε νεώτερον Προκλέα. Αφού δε ηνδρώθησαν, μολονότι ήσαν αδελφοί, πάντοτε καθ' όλον το διάστημα της ζωής των διαφέροντο προς αλλήλους, και οι απόγονοι των διετέλουν ωσαύτως.
53. Ταύτα λέγουσι μόνοι εκ των Ελλήνων οι Λακεδαιμόνιοι, τα δε εξής γράφω εγώ κατά τα λεγόμενα των άλλων Ελλήνων. Ούτοι οι βασιλείς των Δωριέων μέχρι του Περσέως υιού της Δανάης, τιθεμένου κατά μέρος του θεού, αριθμούνται ακριβώς υπό των Ελλήνων και αποδεικνύονται ότι είναι Έλληνες, καθότι τότε πλέον ήσαν ούτοι Έλληνες. Είπα δε μέχρι του Περσέως και δεν έλαβον εξ αρχής την καταγωγήν των διά τον εξής λόγον, διότι εις τον Περσέα ουδεμία υπάρχει επωνυμία πατρός θνητού (6), όπως εις τον Ηρακλέα ο Αμφιτρύων (7)· όθεν διά τούτον τον λόγον ορθώς είπον μέχρι του Περσέως. Εάν δε από της Δανάης της θυγατρός του Ακρισίου καταριθμήση τις τους προγόνους αυτών των βασιλέων, θέλει φανή ότι οι των Δωριέων ηγεμόνες ήσαν Αιγύπτιοι ιθαγενείς.
54. Τοιαύτη είναι η γενεαλογία των κατά τους Έλληνας· ως λέγουσι δε οι Πέρσαι, αυτός ο Περσεύς Ασσύριος ων εγένετο Έλλην, ουχί όμως και οι πρόγονοι αυτού. Οι δε πρόγονοι του Ακρισίου ουδεμίαν ως λέγουσιν έχουσι συγγένειαν με τον Περσέα, και συνομολογούσι μετά των Ελλήνων ότι ήσαν Αιγύπτιοι.
55. Και περί τούτων μεν αρκούσι τα λεχθέντα· αλλά διατί και διά ποίων πράξεων, όντες Αιγύπτιοι, έλαβον την βασιλείαν των Δωριέων, άλλοι το είπον (8) και εγώ δεν θα προσθέσω τίποτε· θα αναφέρω μόνον εκείνα όσα αυτοί παρέλειψαν.
56. Έδωκαν δε οι Σπαρτιάται εις τους βασιλείς των τα εξής προνόμια· δύο ιερωσύνας, την του Λακεδαιμονίου Διός και την του Ουρανίου Διός, το δικαίωμα να κηρύττωσι πόλεμον καθ' οιασδήποτε χώρας ήθελον, χωρίς ουδείς Σπαρτιάτης να δύναται να τους εμποδίση, εκείνος δε όστις ήθελε τους εμποδίση να ενάγεται ως ασεβής. Όταν εκστρατεύωσιν οι βασιλείς, αυτοί προπορεύονται και απέρχονται τελευταίοι, εκατόν δε άνδρες λογάδες του στρατού τους φυλάττουσιν. Εις τας εκστρατείας των θύουσιν όσα πρόβατα θέλουσιν, όλων δε των θυμάτων τα δέρματα και τα νώτα είναι ιδικά των. Και ταύτα μεν είναι τα εμπολέμια δικαιώματα.
57. Τα δε ειρηναία δικαιώματα είναι τα εξής. Εάν γίνεται δημοσία θυσία, πρώτοι οι βασιλείς κάθηνται εις το δείπνον και από αυτούς αρχίζει η διανομή, τα δε μερίδιά των είναι διπλάσια των άλλων δαιτυμόνων. Αυτοί πρώτοι σπένδουσι και λαμβάνουσι τα δέρματα των θυομένων ζώων. Ανά πάσαν νεομηνίαν και εβδόμην ημέραν ισταμένου μηνός δίδεται διά δημοσίας δαπάνης εις εκάτερον των βασιλέων έν ιερείον τέλειον όπως θυσιασθή εις τον Απόλλωνα και έν μέδιμνον αλεύρου και το τέταρτον μιας λακωνικής οίνου. Εις όλους τους αγώνας αυτοί έχουσι την πρωτοκαθεδρίαν. Αυτοί προσέτι έχουσι το δικαίωμα να υποδεικνύωσιν ως προξένους (9) εκείνους τους οποίους θέλουσιν εκ των αστών και να εκλέγη εκάτερος δύο Πυθίους. Πύθιοι δε είναι οι πεμπόμενοι εις τους Δελφούς διά χρησμούς και τρεφόμενοι ως οι βασιλείς από το δημόσιον. Όταν οι βασιλείς δεν έλθωσιν εις το δείπνον, στέλλουσιν εις τον οίκον των δύο χοίνικας αλεύρου και μίαν κοτύλην οίνου· διπλάσια δε τοις δίδονται όταν παρευρίσκονται. Τας αυτάς δε τιμάς έχουσι και όταν προσκαλεσθώσιν εις ιδιωτικόν δείπνον. Όταν δίδωνται χρησμοί, τους φυλάττουσιν αυτοί, τους γνωρίζουσι δε και οι Πύθιοι. Οι βασιλείς μόνοι κρίνουσι τας εξής δύο κρίσεις· να υποδεικνύωσι τον σύζυγον παρθένου κληρονόμου, εάν ο πατήρ της δεν επρόφθασε να την μνηστεύση και να κανονίζωσι τα αφορώντα εις τας δημοσίας οδούς. Ο θέλων να υιθετήση παιδίον, οφείλει να πράξη τούτο ενώπιον των βασιλέων. Παρευρίσκονται προσέτι εις τα συμβούλια των γερόντων οίτινες εισίν εικοσιοκτώ· εάν δεν έλθωσι, τότε οι πλησιέστεροι συγγενείς των εκ των γερόντων έχουσι τα προνόμια των βασιλέων, δίδοντες δύο ψήφους και τρίτην την ιδικήν των.
58. Εις τους βασιλείς λοιπόν, ενόσω ζώσι, ταύτα δίδονται εκ του κοινού των Σπαρτιατών όταν δε αποθάνωσι, πέμπονται ιππείς εις όλην την Λακωνικήν και αγγάλλουσι το γεγονός, περιερχόμεναι δε εντός των πόλεων αι γυναίκες κτυπώσι λέβητας. Εις το σημείον τούτο οφείλουσι δύο ελεύθεροι, είς ανήρ και μία γυνή, από πάσαν οικίαν, να μαυροφορήσωσιν· όσοι δε δεν πράξωσι τούτο, υπόκεινται εις μεγάλας ζημίας. Τα έθιμα των Λακεδαιμονίων εις τους θανάτους των βασιλέων είναι τα αυτά ως τα των βαρβάρων της Ασίας, διότι και οι περισσότεροι των βαρβάρων τους αυτούς νόμους μεταχειρίζονται κατά τους θανάτους των βασιλέων. Όταν αποθάνη βασιλεύς των Λακεδαιμονίων, πρέπει εξ όλης της Λακεδαίμονος, πλην των Σπαρτιατών, να στείλωσιν οι περίοικοι κατά την κηδείαν του αριθμόν τινα ανθρώπων. Αφού δε εκ τούτων και εκ των Ειλώτων και εκ των Σπαρτιατών συναχθώσι πολλαί χιλιάδες, αναμεμιγμένοι άνδρες και γυναίκες, κτυπώνται με μέγαν αγώνα και θρηνούσιν απλέτως λέγοντες πάντοτε ότι ο τελευταίος ούτος αποθανών βασιλεύς υπήρξεν ο άριστος. Όταν δε βασιλεύς τις αποθάνη εις τον πόλεμον, στολίσαντες το είδωλόν του εκθέτουτιν αυτό επί κλίνης καλώς εστρωμένης· και αφού το θάψωσι, διακόπτουσιν επί δέκα ημέρας τας συνεδριάσεις της αγοράς και των δικαστηρίων, και καθ' όλας ταύτας τας ημέρας πενθούσι.
59. Συμφωνούσι δε με τους Πέρσας και κατά το εξής· όταν εις την θέσιν του αποθανόντος βασιλέως αναγορεύεται άλλος, αυτός ο αναγορευόμενος απαλλάσσει πάντα Σπαρτιάτην όστις ώφειλέ τι εις τον βασιλέα ή εις το κοινόν. Ομοίως και παρά τοις Πέρσαις, ο νέος βασιλεύς χαρίζει εις όλας τας πόλεις όσον φόρον χρεωστούσιν.
60. Συμφωνούσι δε και με τους Αιγυπτίους οι Λακεδαιμόνιοι κατά τα εξής. Οι κήρυκες αυτών, οι αυληταί και οι μάγειροι διαδέχονται εις τας τέχνας τους πατέρας των· ο αυλητής γεννάται εκ πατρός αυλητού, ο μάγειρος εκ μαγείρου και ο κήρυξ εκ κήρυκος. Ως διάδοχος του κήρυκος δεν εκλέγεται ο έχων λαμπράν φωνή αλλ' ο υιός εξακολουθεί το πατρικόν επάγγελμα. Και ταύτα μεν ούτω γίνονται.
61. Τότε δε τον Κλεομένη όντα εις την Αίγιναν και εργαζόμενον διά το κοινόν καλόν της Ελλάδος, κατηγόρησεν ο Δημάρατος, ουχί τόσον χάριν των Αιγινητών αλλ' υπό μίσους και φθόνου. Ο δε Κλεομένης, επιστρέψας εξ Αιγίνης, απεφάσισε να παύση τον Δημάρατον από την βασιλείαν, και εύρε κατ' αυτού την ακόλουθον αιτίαν. Ο βασιλεύς της Σπάρτης Αρίστων, δύο γυναίκας λαβών, δεν ετεκνοποίησε· και επειδή δεν ενόμιζεν ότι αυτός ήτο ο αίτιος τούτου, έλαβε και τρίτην γυναίκα· την έλαβε δε κατά τον ακόλουθον τρόπον. Είχεν ο Αρίστων φίλον τινά Σπαρτιάτην με τον οποίον είχεν οικειότητα πλειοτέραν ή με πάντα άλλον πολίτην. Ο άνθρωπος ούτος έτυχε να έχη γυναίκα ήτις ου μόνον ήτο η ωραιοτάτη όλων των γυναικών της Σπάρτης, αλλ' ήτις ενώ ήτο ασχημότατη εγένετο ωραιοτάτη. Επειδή ήτο καχεκτικού εξωτερικού, η τροφός αυτής βλέπουσα θυγατέρα ανθρώπων ευτυχούντων να ήναι δυσειδής και τους γονείς της να θλίβωνται μεγάλως διά την δυσμορφίαν αυτής, ταύτα βλέπουσα εστοχάσθη να την λαμβάνη και να την φέρη καθ' ημέραν εις το ιερόν της Ελένης· είναι δε τούτο εις την καλουμένην Θεράπνην, υπεράνω του ιερού του Φοίβου. Φέρουσα δε η τροφός τα παιδίον, το έθετε προ του αγάλματος και ικέτευε την θεάν να απαλλάξη αυτό της δυσμορφίας. Μίαν δέ τινα των ημερών, ενώ ανεχώρει η τροφός από το ιερόν, επεφάνη ως λέγεται ενώπιόν της γυνή τις· επιφανείσα δε την ηρώτησε τι εκράτει εις τας αγκάλας της, και η τροφός απεκρίθη ότι εκράτει παιδίον. Η γυνή πάλιν την παρεκάλεσε να το δείξη εις αυτήν, και η τροφός απεκρίθη ότι δεν ειμπορεί καθότι οι γονείς του την είχον ρητώς απαγορεύσει να μη το δεικνύει εις κανένα. Η γυνή όμως επέμεινε να τη δείξη το παιδίον, η δε τροφός βλέπουσα ότι η γυνή πολύ επεθύμει να το ίδη, έδειξε το παιδίον. Τότε η γυνή ψηλαφήσασα την κεφαλήν του παιδίου είπεν ότι έμελλε να γίνη η ωραιοτάτη όλων των εν Σπάρτη γυναικών, και απ' εκείνης της ημέρας μετεβλήθη η μορφή του. Ελθούσαν εις ώραν γάμου, ενυμφεύθη αυτήν ο Άγητος του Αλκείδου, ο φίλος ούτος του Αρίστωνος.
62. Επειδή δε ο Αρίστων ηράτο της γυναικός ταύτης, επενόησε το εξής στρατήγημα· υπόσχεται εις τον φίλον του όστις είχε την ωραίαν γυναίκα, να τω δώση δώρον εξ όλων του των πραγμάτων ό,τι ήθελεν εκλέξει, ζητεί δε να πράξη προς αυτόν ο φίλος του το αυτό. Εκείνος δε, μη φοβηθείς ποσώς διά την γυναίκα του, καθότι έβλεπεν ότι ο Αρίστων είχε γυναίκα, εδέχθη την πρότασιν. Υπεχρεώθησαν λοιπόν αμοιβαίως δι' όρκων, και μετά ταύτα ο Αρίστων έδωκεν εις τον Άγητον εκείνο το οποίον εξελέξατο ούτος εκ των κειμηλίων του· ζητών δε τα ίσα παρά του φίλου του, εζήτει να λάβη την γυναίκα του, αλλ' εκείνος τω παρετήρησεν ότι παν άλλο υπεχρεώθη να παραχωρήση πλην τούτου. Αναγκαζόμενος όμως υπό του όρκου και της απάτης, τον αφήκε να λάβη την γυναίκα του.
63. Ούτω λοιπόν ο Αρίστων, αποπέμψας την δευτέραν γυναίκα, εισήγαγεν εις την οικίαν την τρίτην. Εις διάστημα δε ολιγώτερον, χωρίς να συμπληρώση τους δέκα μήνας, η γυνή εγέννησε τον Δημάρατον τούτον. Ενώ δε ο Αρίστων συνεδρίαζε μετά των εφόρων, προσδραμών είς των υπηρετών τω ανήγγειλεν ότι τω εγεννήθη υιός. Αλλ' ούτος ηξεύρων καλώς πότε έλαβε την γυναίκα και αριθμών επί των δακτύλων τους μήνας είπε μεθ' όρκον «Αδύνατον να ήναι ιδικός μου.» Τούτο ήκουσαν μεν οι έφοροι, αλλά δεν ηθέλησαν να το συζητήσωσι προς το παρόν. Εν τούτοις το παιδίον ηύξησε και ο Αρίστων μετενόησε διά τον λόγον τον οποίον είπε, καθότι ήτο πεπεισμένος τότε ότι ο Δημάρατος ήτο τωόντι υιός του. Τον ωνόμασε δε Δημάρατον διά την εξής αιτίαν. Προ τούτου, επειδή ο Αρίστων ήτο ο κάλλιστος των βασιλέων όσοι υπήρξαν εις την Σπάρτην, τούτου ένεκα όλοι οι Σπαρτιάται ευχήθησαν να γεννήση υιόν. Και διά τούτο ωνομάσθη Δημάρατος.
64. Μετά καιρόν ο Αρίστων απέθανεν, ο δε Δημάρατος έλαβε την βασιλείαν. Ήτο όμως ως φαίνεται πεπρωμένον να κοινολογηθώσιν αι περιστάσεις αύται και να εκθρονίσωσι τον Δημάρατον, καθότι εγένετο εχθρός του Κλεομένους πρώτον μεν ότε έλαβε τον στρατόν και ανεχώρησεν εκ της Ελευσίνος, έπειτα δε ότε ο Κλεομένης διέβη εις την Αίγιναν διά να τιμωρήση τους μηδίσαντας Αιγινήτας.
65. Ερεθισθείς προς εκδίκησιν ο Κλεομένης συνεννοήθη μετά του Λεωτυχίδου, υιού του Μενάρεως του Άγιδος, όντος εκ της αυτής οικογενείας εξ ης ήτο ο Δημάρατος· συνεφώνησαν δε εάν τον καταστήση βασιλέα αντί του Δημάρατου, να τον ακολουθήση κατά των Αιγινητών. Εμίσει δε μεγάλως τον Δημάρατον ο Λεωτυχίδης διά την εξής αιτίαν. Ο Λεωτυχίδης είχε μνηστευθή την Πέρκαλον, θυγατέρα του Χίλωνος του Δημαρμένου, και ο Δημάρατος επιβουλεύσας τον Λεωτυχίδην εστέρησεν αυτόν του γάμου, διότι προλαβών ήρπασε και έλαβεν εις γυναίκα την Πέρκαλον. Και εκ ταύτης μεν της αιτίας προήρχετο η κατά του Δημαράτου έχθρα του Λεωτυχίδου, τότε δε κατά παρακίνησιν του Κλεομένους ο Λεωτυχίδης ώμοσε κατά του Δημαράτου και είπεν ότι παρανόμως βασιλεύει εις την Σπάρτην, διότι δεν είναι υιός του Αρίστωνος. Αφού δε ώμοσε τούτο, εξηκολούθησε τας καταδιώξεις του και υπενθύμισε τον λόγον εκείνον τον οποίον είπεν άλλοτε ο Αρίστων ότε ο οικέτης τω ανήγγειλεν ότι τω εγεννήθη υιός, και ότι αριθμών τους μήνας επί των δακτύλων είπε μεθ' όρκου «αδύνατον να ήναι ιδικός μου.» Επιμένων ο Λεωτυχίδης εις τον λόγον τούτον, απεδείκνυεν ότι ο Δημάρατος ούτε υιός ήτο του Αρίστωνος ούτε νομίμως εβασίλευεν εις την Σπάρτην· έφερε δε ως μάρτυρας τους εφόρους εκείνους οίτινες έτυχον τότε να συγκάθηνται μετά του Αρίστωνος και να ακούσωσι τον λόγον τούτον εκ του στόματός του.
66. Διά να δοθή λοιπόν τέλος εις αυτάς τας φιλονεικίας, απεφάσισαν οι Σπαρτιάται να ερωτήσωσι το μαντείον των Δελφών εάν ο Δημάρατος ήτο υιός του Αρίστωνος. Ο Κλεομένης είχε προΐδει ότι έμελλον να αναφερθώσιν εις την Πυθίαν και είχεν οικειοποιηθή τον Κόβωνα, υιόν του Αριστοφάντου, όστις ήτο πολύ ισχυρός εις τους Δελφούς και όστις ανέπεισε την μάντιδα Περίαλλαν να είπη ό,τι ήθελεν ο Κλεομένης. Ότε λοιπόν την ηρώτησαν οι απεσταλμένοι, απεκρίθη ότι ο Δημάρατος δεν ήτο υιός του Αρίστωνος. Βραδύτερον αι ραδιουργίαι αύται ανεκαλύφθησαν, και ο μεν Κόβων έφυγεν εκ των Δελφών, η δε μάντις Περίαλλα επαύθη του αξιώματος τούτου.
67. Τοιουτοτρόπως επαύθη της βασιλείας ο Δημάρατος, έφυγε δε εκ της Σπάρτης εις τους Μήδους διά την εξής ύβριν ήτις τω εγένετο. Αφού επαύθη, εξήσκει αρχήν τινα εις την οποίαν εξελέγη, την του άρχοντος των γυμνοπαιδιών. Ενώ δε ημέραν τινά ο Δημάρατος εθεώρει τας γυμνοπαιδίας, ο Λεωτυχίδης όστις είχε τότε γίνει βασιλεύς αντ' αυτού, πέμψας υπηρέτην τω ηρώτησε μετά γέλωτος και περιφρονήσεως πώς τω εφαίνετο το άρχειν μετά το βασιλεύειν. Ο δε Δημάρατος αλγήσας επί τη ερωτήσει· «Εγώ μεν, απεκρίθη, αμφοτέρων ήδη επειράθην, εκείνος όμως όχι· η ερώτησίς του δε αύτη θέλει είσθαι διά τους Λακεδαιμονίους αρχή ή μεγάλης δυστυχίας ή μεγάλης ευδαιμονίας.» Ταύτα ειπών εκάλυψε το πρόσωπον, εξήλθε του θεάτρου και μετέβη εις την οικίαν του όπου πάραυτα εθυσίασε βουν εις τον Δία· αφού δε εθυσίασεν, εκάλεσε την μητέρα του.
68. Ελθούσης δε της μητρός, έθεσεν εις τας χείρας της μέρος των σπλάγχνων του βοός και την ικέτευσε θερμώς λέγων τα εξής· «Ω μήτερ, σε εξορκίζω, εις το όνομα και των άλλων θεών και τούτου του ερκείου Διός (10) να με ειπής την αλήθειαν. Ποίος είναι τωόντι ο πατήρ μου; Ο μεν Λεωτυχίδης ενώ εκρινόμεθα είπεν ότι ούσα έγκυος εκ του προτέρου ανδρός ήλθες εις τον Αρίστωνα, άλλοι δε λέγοντες τολμηρότερα ισχυρίζονται ότι είχες σχέσεις με ένα των οικετών, τον ονοβοσκόν, και ότι εγώ είμαι υιός εκείνου. Όθεν σε ορκίζω εις όλους τους θεούς να με ειπής την αλήθειαν, καθότι εάν έπραξές τι εκ τούτων τα οποία λέγουσι, δεν το έπραξες, μόνη, αλλά και πολλαί άλλαι. Έπειτα ηξεύρεις ότι πολύς λόγος γίνεται εν Σπάρτη ότι ο Αρίστων δεν είχε σπέρμα παιδοποιόν, καθότι αλλέως θα εγέννων και αι πρότεροι γυναίκες του.»