Ιστορίαι Ηροδότου, Τόμος 2

Part 6

Chapter 632 wordsPublic domain

9. Των δε βαρβάρων τα πλοία ήσαν εξακόσια. Όταν δε έφθασαν και αυτά απέναντι της Μιλήτου, ήλθε δε και όλος ο πεζός στρατός των, τότε οι στρατηγοί των Περσών, μαθόντες τον αριθμόν των ιωνικών πλοίων εφοβήθησαν μήπως δεν δυνηθώσι να νικήσωσι, και τοιουτοτρόπως ου μόνον την Μίλητον δεν θα λάβωσιν, ως μη όντες κύριοι της θαλάσσης, αλλά και την οργήν του Δαρείου θα επισύρωσι. Ταύτα σκεπτόμενοι, συνεκάλεσαν τους τυράννους των ιωνικών πόλεων όσοι, στερηθέντες των ηγεμονιών των υπό του Αρισταγόρου του Μιλησίου, κατέφυγον εις τους Μήδους, και ευρίσκοντο τότε εις το προ της Μιλήτου στρατόπεδον. Τους παρόντας λοιπόν των ανδρών τούτων συγκαλέσαντες, έλεγον προς αυτούς τα εξής· «Ω Ίωνες, τώρα έκαστος υμών ας φανή ότι υπηρετεί τον οίκον του βασιλέως· ας προσπαθήση έκαστος υμών να αποσπάση τους συμπολίτας του από τους λοιπούς συμμάχους. Είπατε εις αυτούς δι' απεσταλμένων ότι δεν θα πάθωσι τίποτε διά την αποστασίαν των· ότι δεν θα καύσωμεν ούτε τα ιερά των ούτε τας οικίας των, και ότι δεν θα τους μεταχειρισθώμεν αυστηρότερον ή πρότερον. Εάν όμως δεν πράξωσι ταύτα, εάν επιμείνωσιν αμετατρέπτως να λάβωσι μέρος εις τον πόλεμον, απειλήσατε αυτούς τι θα πάθωσιν εάν νικηθώσιν· αυτούς μεν θα εξανδραποδίσωμεν, τους δε παίδας των θα ευνουχίσωμεν, τας δε θυγατέρας των θα μεταφέρωμεν εις τα Βάκτρα, και θα δώσωμεν εις άλλους την χώραν των.»

10. Οι μεν στρατηγοί των Περσών ταύτα έλεγον· οι δε τύραννοι των Ιώνων έπεμπον διά νυκτός απεσταλμένους, έκαστος προς τους συμπολίτας του, και έδιδον τας αγγελίας ταύτας. Οι Ίωνες όμως, εις όσους έφθασαν αι αγγελίαι, τας ήκουον με περιφρόνησιν και δεν εδέχοντο την προδοσίαν· έκαστη δε πόλις ενόμιζεν ότι εις αυτήν μόνην οι Πέρσαι εμήνυον ταύτα. Συνέβησαν λοιπόν ταύτα ευθύς ως έφθασαν οι Πέρσαι εις την Μίλητον.

11. Μετά την συνάθροισίν των δε εις την Λάδην οι Ίωνες συνεσκέφθησαν. Εκεί πολλοί άλλοι ωμίλησαν, και προς τούτοις ο στρατηγός των Φωκαέων Διονύσιος, λέγων τα εξής· «Τα πράγματά μας, ω άνδρες της Ιωνίας, ίστανται επί ξυρού ακμής, ή να ελευθερωθώμεν, ή να μείνωμεν δούλοι, και δούλοι δραπέται. Τώρα λοιπόν εάν θελήσετε να υποφέρετε ταλαιπωρίας, θα κουρασθήτε μεν προς καιρόν, θα γίνετε όμως ικανοί να νικήσετε τους εχθρούς σας και να ελευθερωθήτε· εάν δε εξ εναντίας δείξετε μαλθακότητα και αταξίαν, ουδεμίαν ελπίδα έχω να σας ίδω διαφεύγοντας την τιμωρίαν του βασιλέως διά την αποστασίαν σας. Υπακούσατε λοιπόν εις εμέ και αναθέσατέ μοι την σωτηρίαν σας· εάν οι θεοί μείνωσιν ουδέτεροι, σας υπόσχομαι ότι οι πολέμιοι θα αποφύγωσι την μάχην, εάν δε συμπλακώσι, να νικηθώσιν ολοσχερώς.»

12. Ακούσαντες ταύτα οι Ίωνες αφιέρωσαν εαυτούς εις τον Διονύσιον. Αυτός δε εξάγων καθ' ημέραν τον στόλον εις το πέλαγος εν είδει ημικυκλίου, διά να συνειθίζωσιν οι κωπηλάται να κάμνωσι διέκπλους μεταξύ των και να ασκώνται οι πολεμισταί, εκράτει κατά το επίλοιπον της ημέρας τα πλοία ηγκυροβολημένα και εκούραζε τοιουτοτρόπως τους Ίωνας δι' όλης της ημέρας. Και επί επτά μεν ημέρας υπήκουον οι Ίωνες και εξετέλουν όσα τους επρόσταζε· την ογδόην όμως ημέραν, ασυνείθιστοι όντες εις τοιούτους κόπους και βασανιζόμενοι από τας ταλαιπωρίας και τον ήλιον, είπον μεταξύ των· «Εις ποίον θεόν ημαρτήσαμεν και υποφέρομεν αυτά τα δεινά; βεβαίως παρεφρονήσαμεν και εχάσαμεν το λογικόν μας αφιερωθέντες και υπακούοντες εις ένα αλαζόνα Φωκαέα όστις έφερε τρία πλοία και όστις παραλαβών ημάς εις την εξουσίαν του, καταταλαιπωρεί όλους με αφορήτους κόπους. Πολλοί εξ ημών έπεσαν ασθενείς, πολλοί άλλοι είναι έτοιμοι να πάθωσι το ίδιον. Αντί τούτων των κακών, δεν είναι προτιμότερον να πάθωμεν παν άλλο, και αυτήν την δουλείαν ήτις μας περιμένει; διότι οιαδήποτε και αν ήναι αύτη, πάντοτε θα ήναι ολιγώτερον βαρεία της παρούσης. Θάρρος λοιπόν και μη υπακούωμεν πλέον εις αυτόν.» Ταύτα είπον και εις το εξής ουδείς πλέον ήθελε να υπακούη, αλλ' ως οι πεζοί στρατοί έστησαν σκηνάς εις την νήσον, έμενον υπό σκιάν και δεν ήθελαν ούτε εις τα πλοία, να εισέλθωσιν ούτε να επαναλάβωσι τα γυμνάσια.

13. Οι δε στρατηγοί της Σάμου μαθόντες τι έπραττον οι Ίωνες, συνεννοήθησαν μετά του υιού του Συλοσώντος Αιάκους όστις προηγουμένως τοις είχε πέμψει προτάσεις υπαγορευθείσας υπό των Περσών, παροτρύνων αυτούς να εγκαταλίπωσι την ιωνικήν συμμαχίαν. Βλέποντες λοιπόν την επικρατούσαν αταξίαν και σκεπτόμενοι ενταυτώ ότι ήτο αδύνατον να υπερνικήσωσι την δύναμιν του βασιλέως, εδέχθησαν τας προσφοράς του Αιάκους, πεπεισμένοι άλλως τε ότι και αν ο παρών στόλος των νικήση τον του Δαρείου, δεν θα εβράδυνε να έλθη εναντίον των άλλος πενταπλάσιος. Επομένως, άμα είδον τους Ίωνας αποποιουμένους να φανώσιν ανδρείοι, επροφασίσθησαν την ανάγκην ότι έπρεπε να σώσωσιν εκ του κινδύνου τα ιερά και τας κατοικίας των. Ο Αιάκης δε εκείνος του οποίου εδέχθησαν τας προτάσεις ήτο υιός του Συλοσώντος, υιού του Αιάκους· τύραννος δε ων της Σάμου, είχε καθαιρεθή υπό του Μιλησίου Αρισταγόρου, ως και οι άλλοι τύραννοι της Ιωνίας.

14. Τότε λοιπόν, επειδή έπλευσαν εναντίον των οι Φοίνικες, αντεπεξήλθον και οι Ίωνες και παρέταξαν τα πλοία των εν σχήματι ημισελήνου. Ότε όμως επλησίασαν αλλήλους και συνεπλάκησαν, δεν δύναμαι να είπω μετά βεβαιότητος ποίοι εκ των Ιώνων εφάνησαν γενναίοι και ποίοι άνανδροι εις αυτήν την ναυμαχίαν, διότι αιτιώνται αλλήλους. Λέγεται όμως ότι τότε οι Σάμιοι κατά τα συμπεφωνημένα προς τον Αιάκη, αναπετάσαντες τα ιστία και εγκαταλιπόντες την τάξιν των, έπλευσαν εις την Σάμον, πλην ένδεκα πλοίων των οποίων οι τριήραρχοι έμειναν εις την τάξιν των και εναυμάχησαν μη υπακούσαντες εις τους στρατηγούς. Τούτου ένεκα το κοινόν των Σαμίων διέταξε να χαραχθώσι τα ονόματα αυτών και των πατέρων των εις στήλην προς ένδειξιν ότι εφέρθησαν ως άνδρες γενναίοι· σώζεται δε η στήλη αύτη εις την αγοράν. Ιδόντες δε οι Λέσβιοι τους πλησίον των ότι έφευγον, έπραξαν το αυτό και οι πλείστοι των Ιώνων τους εμιμήθησαν.

15. Εκ των παραμεινάντων εις την ναυμαχίαν οι μάλλον βλαβέντες ήσαν οι Χίοι, οίτινες όμως ηνδραγάθησαν και ουδεμίαν έδειξαν αδυναμίαν. Αυτοί, ως ερρέθη ανωτέρω, παρέσχον εκατόν πλοία εις έκαστον των οποίων ήσαν τεσσαράκοντα άνδρες εκλεκτοί μεταξύ των πολιτών. Όταν είδον ότι οι πλειότεροι των συμμάχων επρόδιδον, απεφάσισαν να μη φανώσιν όμοιοι με τους ανάνδρους εκείνους· μείναντες μόνοι μετ' ολίγων συμμάχων διέσχισαν την εχθρικήν γραμμήν και εναυμάχησαν καταστρέψαντες πολλά πλοία, μέχρις ου απώλεσαν όλα σχεδόν τα ιδικά των. Οι επιζήσαντες, με όσα πλοία τοις έμειναν, έφυγον εις την Χίον.

16. Τινές όμως, των οποίων τα πλοία είχον υποστή πολλά τραύματα, αυτοί διωκόμενοι κατέφυγον εις την Μυκάλην· και τα μεν πλοία ρίψαντες εις την ξηράν τα άφησαν εκεί, αυτοί δε επορεύθησαν πεζοί δια της ηπείρου. Όταν δε εισήλθον εις την γην της Εφέσου και έφθασαν προ της πόλεως, είχε νυχτώσει και αι γυναίκες του τόπου εώρταζον τα θεσμοφόρια. Οι Εφέσιοι οίτινες προηγουμένως δεν είχον ακούσει περί της καταστροφής των Χίων, ιδόντες να εισέρχεται στρατός εις την χώραν των, τους εξέλαβον ότι ήσαν κλέπται και ότι ήρχοντο να αρπάσωσι τας γυναίκας των. Τότε ο λαός όλος έδραμεν επί τα όπλα και κατέσφαξε τους Χίους. Οι Χίοι λοιπόν ταύτα τα δυστυχήματα έπαθον.

17. Ο δε φωκαεύς Διονύσιος, αφού είδεν ότι τα πράγματα των Ιώνων κατεστράφησαν, κυριεύσας τρία πλοία των πολεμίων δεν επέστρεψε πλέον εις την Φώκαιαν, καθότι ήτο βέβαιος ότι και η πόλις αύτη ήθελεν εξανδραποδισθή ομού με την άλλην Ιωνίαν, αλλ' άνευ αναβολής έπλευσε κατ' ευθείαν προς την Φοινίκην. Έπειτα, καταβυθίσας γαυλούς τινας και λαβών πλούτη πολλά, έπλευσεν εις την Σικελίαν. Εκείθεν δε ορμώμενος ελήστευεν, ουχί τους Έλληνας, αλλά τους Καρχηδονίους και τους Τυρρηνούς.

18. Οι δε Πέρσαι, αφού ενίκησαν τους Ίωνας εις την ναυμαχίαν, επολιόρκησαν την Μίλητον διά ξηράς και διά θαλάσσης. Υποσκάπτοντες τα τείχη και μεταχειριζόμενοι διαφόρους μηχανάς, εκυρίευσαν την πόλιν κατά το έκτον έτος μετά την αποστασίαν του Αρισταγόρου, και εξηνδραπόδισαν αυτήν· ώστε επηλήθευσε ο χρησμός ο δοθείς περί της Μιλήτου.

19. Ότε οι Αργείοι μετέβησαν εις τους Δελφούς διά να ερωτήσωσι το μαντείον περί της σωτηρίας της πόλεώς των, έλαβον από κοινού απόκρισιν της οποίας μέρος μεν ήρμοζεν εις αυτούς, μέρος δε κατά παρένθεσιν εις τους Μιλησίους. Και το μεν μέρος το αφορών τους Αργείους θα μνημονεύσω όταν φθάσω εις εκείνο το σημείον της ιστορίας μου· όσα δε εχρησμοδοτήθησαν εις τους Μιλησίους, οίτινες δεν ήσαν παρόντες, είναι τα εξής· _Τότε βεβαίως, Μίλητε, εφευρέτρια κακών έργων, θα χρησιμεύσης ως δείπνον εις πολλούς και πηγή πλουσίων δώρων. Αι γυναίκες σου θα νίψωσι τους πόδας πολλών ανδρών με μακράς κόμας και άλλοι θα επιμεληθώσι τον εις τα Δίδυμα ναόν μου._ Τότε λοιπόν αυτά τα δεινά εύρον τους Μιλησίους, ότε οι πλείστοι των ανδρών εφονεύθησαν υπό των Περσών οίτινες είχον μακράν κόμην, αι δε γυναίκες και τα παιδία εγένοντο ανδράποδα, και οι εν Διδύμοις Βραγχίδαι, ναός και χρηστήριον, εσυλήθησαν και επυρπολήθησαν. Περί δε των πραγμάτων όσα υπήρχον εις το ιερόν, πολλάκις εις άλλα μέρη της ιστορίας ανέφερα.

20. Εκείθεν δε, όσοι των Μιλησίων εζωγρήθησαν, εφέρθησαν εις τα Σούσα. Ο βασιλεύς Δαρείος, χωρίς να τους κακοποιήση, τους αποκατέστησεν εις τα παράλια της Ερυθράς θαλάσσης, εις την πόλιν Άμπην, παρά την οποίαν παραρρέων ο Τίγρης ποταμός χύνεται εις την θάλασσαν. Της δε Μιλησίας χώρας την μεν πόλιν και την πεδιάδα εκράτησαν οι Πέρσαι δι' εαυτούς, τα δε ορεινά μέρη έδωσαν εις τους Κάρας Πηδασείς.

21. Ότε έπαθον ταύτα οι Μιλήσιοι από τους Πέρσας, οι Συβαρίται, οίτινες είχον στερηθή της πόλεως των και κατώκουν την Λάον και την Σκίδρον, δεν απέδωκαν τα όμοια εις τους Μιλησίους· διότι, κατά την άλωσιν της Συβάριος υπό των Κροτωνιατών όλοι οι έφηβοι Μιλήσιοι έκοψαν τας κόμας των και έφερον μέγα πένθος. Αι πόλεις αύται, πλειότερον των άλλων τας οποίας γνωρίζομεν, είχον μεταξύ των φιλίαν μεγάλην. Οι Αθηναίοι όμως δεν εφέρθησαν ως οι Συβαρίται, διότι μεταξύ των άλλων τεκμηρίων της λύπης των, ότε ο ποιητής Φρύνιχος συνέθεσε δράμα «την άλωσιν της Μιλήτου» και εδίδαξεν αυτό από σκηνής, το θέατρον ανελύθη εις δάκρυα και οι Αθηναίοι τον κατεδίκασαν εις πρόστιμον χιλίων δραχμών ως αναμνήσαντα οικιακά δυστυχήματα, και διά ψηφίσματος απηγόρευσαν την αναπαράστασιν του δράματος.

22. Η Μίλητος λοιπόν ηρημώθη Μιλησίων. Εκ των Σαμίων δε οι έχοντες περιουσίαν τινά ουδόλως ευχαριστήθησαν δι' εκείνο το οποίον οι στρατηγοί των έπραξαν υπέρ των Μήδων. Όθεν συγκροτήσαντες συμβούλιον αμέσως μετά την ναυμαχίαν, απεφάσισαν, πριν έλθη εις τον τόπον των ο τύραννος Αιάκης, να μεταναστεύσωσι και να μη γίνωσι δούλοι του Αιάκους και των Μήδων μένοντες εις την Σάμον. Κατ' εκείνον τον χρόνον οι Ζαγκλαίοι της Σικελίας είχον προσκαλέσει δι' απεσταλμένων τους Ίωνας να έλθωσιν εις την Καλήν ακτήν, επιθυμούντες να υπάρχη εκεί αποικία Ιώνων. Αύτη δε η Καλή ακτή, ως την ονομάζουσιν, αποτελεί μέρος της Σικελίας και κείται προς το μέρος της νήσου το τετραμμένον προς την Τυρρηνίαν. Μόνοι λοιπόν εκ των Ιώνων οι Σάμιοι εδέχθησαν την πρόσκλησιν, και μετ' αυτών όσοι των Μιλησίων διέφυγον. Συνέβη όμως, τότε το εξής.

23. Οι Σάμιοι, πλέοντες προς την Σικελίαν, έφθασαν εις τους Λοκρούς τους Επιζεφυρίους, ενώ αυτοί οι Ζαγκλαίοι και ο βασιλεύς των όστις ωνομάζετο Σκύθης επολιόρκουν πόλιν τινά των Σικελών, θέλοντες να κυριεύσωσιν αυτήν. Ο τύραννος του Ρηγίου Αναξίλαος, όστις διεφέρετο με τους Ζαγκλαίους, μαθών την άφιξιν των Σαμίων, ήλθεν εις ομιλίαν με αυτούς και τους έπεισε να παραιτήσωσι την Καλήν ακτήν διά την οποίαν ήλθον και να κυριεύσωσι την Ζάγκλην, έρημον ούσαν ανδρών. Τότε οι Ζαγκλαίοι, μαθόντες ότι εκυριεύθη η πόλις των, έδραμον αμέσως επικαλούμενοι εις βοήθειάν των τον τύραννον της Γέλης Ιπποκράτην, όστις ήτο σύμμαχός τους. Ότε όμως ήλθεν ο Ιπποκράτης μετά στρατού προς βοήθειάν των, συνέλαβε τον μονάρχην των Ζαγκλαίων Σκύθην όστις είχε χάσει την πόλιν του, και δέσας με πέδας αυτόν και τον αδελφόν του Πυθογένη, τους έπεμψεν εις την πόλιν Ίνυκον· τους δε λοιπούς Ζαγκλαίους, συνεννοηθείς με τους Σαμίους και συνδεθείς μετ' αυτών δι' όρκων, τους παρέδωκεν εις αυτούς. Ως μισθόν δε της προδοσίας του οι Σάμιοι τω παρεχώρησαν το ήμισυ των επίπλων και των αδραπόδων όσα ήσαν εις την πόλιν και όλα όσα ήσαν εις τους αγρούς. Όθεν έδεσε τους περισσοτέρους των Ζαγκλαίων και τους είχεν ως ανδράποδα, τριακοσίους δε τους επιφανεστέρους, έδωσεν εις τους Σαμίους διά να τους σφάξωσιν. Αλλ' οι Σάμιοι δεν έπραξαν τούτο.

24. Ο δε μονάρχης των Ζαγκλαίων Σκύθης έφυγεν εκ της Ινύκου και ήλθεν εις την Ιμέραν· εκείθεν δε μετέβη εις την Ασίαν και ανέβη προς τον βασιλέα Δαρείον, όστις τον εκήρυξεν ότι ήτο ο δικαιότερος άνθρωπος από όλους όσοι εκ της Ελλάδος ήλθον πλησίον του, καθότι λαβών άδειαν από τον βασιλέα επέστρεψεν εις την Σικελίαν και εκ της Σικελίας ήλθε πάλιν οπίσω εις τον βασιλέα. Έμεινε δε εκεί μέχρις ου απέθανεν υπό γήρατος, ευτυχέστατος ων.

25. Τοιουτοτρόπως οι Σάμιοι, διαφυγόντες τους Μήδους, εκτήσαντο ακόπως καλλίστην πόλιν την Ζάγκλην. Αφ' ετέρου οι Φοίνικες, μετά την ναυμαχίαν της Μιλήτου, διαταχθέντες από τους Πέρσας, κατεβίβασαν εις την Σάμον τον Αιάκη του Συλοσώντος, καθότι πολύ τους ωφέλησε και κατώρθωσε μεγάλα πράγματα· εξ όλων δε των αποστατησάντων από τον Δαρείον, μόνον των Σαμίων ούτε η πόλις ούτε τα ιερά ενεπρήσθησαν διά την λιποταξίαν των πλοίων ήτις εγένετο κατά την στιγμήν της ναυμαχίας. Κυριευθείσης δε της Μιλήτου, αμέσως οι Πέρσαι κατέλαβον την Καρίαν, της οποίας αι πόλεις, άλλαι μεν υπετάγησαν εκουσίως, άλλαι δε διά της βίας. Ταύτα λοιπόν συνέβησαν εις αυτάς τας χώρας.

26. Εις δε τον Ιστιαίον τον Μιλήσιον, ευρισκόμενον περί το Βυζάντιον και συλλαμβάνοντα τας εκ του Πόντου εκπλεούσας ολκάδας των Ιώνων, ηγγέλθησαν τα διατρέξαντα εις την Μίλητον. Τότε ούτος ανέθεσε την φροντίδα των εν τω Ελλησπόντω πραγμάτων εις την Βισάλτην, υιόν του Απολλοφάνους, πολίτην της Αβίδου, και λαβών μεθ' εαυτού τους Λεσβίους έπλευσεν εις την Χίον, όπου επολέμησεν εις τόπον τινά της νήσου, καλούμενον Κοίλα, του οποίου η φρουρά δεν τον άφινε να πλησιάση. Εξ αυτών εφόνευσε πολλούς, και έπειτα ορμώμενος εκ της Πολίχνης με τους Λεσβίους, ενίκησε και τους λοιπούς Χίους, οίτινες είχον κακοπάθει εκ της ναυμαχίας.

27. Όταν πρόκηται μεγάλαι συμφοραί να επισκήψωσιν εις πόλιν τινά ή έθνος, συμβαίνουσι συνήθως σημεία τινα προαναγγέλλοντα τούτο. Τωόντι, προ των καταστροφών τούτων, μεγάλα σημεία εφάνησαν εις την Χίον. Πρώτον, εκ του χορού των εκατόν νέων, τους οποίους έπεμψαν εις τους Δελφούς, δύο μόνον επέστρεψαν, τους δε άλλους εννενήκοντα οκτώ ήρπασεν ο λοιμός· δεύτερον, κατά τον αυτόν χρόνον, ολίγον προ της ναυμαχίας, έπεσεν η στέγη οικίας επί παιδίων διδασκομένων γράμματα, και εξ εκατόν είκοσι τα οποία ήσαν, έν μόνον εσώθη. Ταύτα τα σημεία τοις προέδειξεν ο θεός, και ολίγον μετά ταύτα συνέβη η ναυμαχία και κατέβαλε την πόλιν. Προς επίμετρον της δυστυχίας ήλθεν ο Ιστιαίος με τους Λεσβίους, και ευρών τους Χίους ήδη δεδαμασμένους, κατέστρεψεν αυτούς, ευκόλως.

28. Εντεύθεν ο Ιστιαίος εστράτευσε κατά της Βάσου, έχων πολλούς Ίωνας και Αιολείς. Ενώ δε επολιόρκει την Θάσον, τω ήλθεν είδησις ότι οι Φοίνικες απέπλευσαν εκ της Μιλήτου διά να επιτεθώσι κατά της άλλης Ιωνίας. Μαθών τούτο, την μεν Θάσον αφήκεν απόρθητον, αυτός δε έσπευσε μεθ' όλου του στρατού εις την Λέσβον. Εκ της Λέσβου δε, επειδή ο στρατός υπέφερεν ένεκεν ελλείψεως τροφών, διέβη αντικρύ διά να θερίση τον σίτον του Αταρνέως και της πεδιάδος του Καΐκου ανηκούσης εις τους Μυσούς. Εις ταύτα τα μέρη έτυχε να ευρίσκεται ο Άρπαγος, ανήρ Πέρσης, στρατηγός όχι ολίγου στρατού, όστις άμα ο Ιστιαίος απέβη εις την ξηράν, επιτεθείς κατ' αυτού τον εζώγρησε και κατέστρεψεν όλον σχεδόν τον στρατόν του.

29. Εζωγρήθη δε ο Ιστιαίος τοιουτοτρόπως· όταν επολέμουν οι Έλληνες με τους Πέρσας εις την Μαλήνην της Αταρνίτιδος χώρας, κατ' αρχάς μεν εμάχοντο ισορρόπως, ύστερον όμως επήλθε κατ' αυτών το ιππικόν και έκλινε την νίκην προς το μέρος των Περσών. Αφού δε ετράπησαν οι Έλληνες εις φυγήν, τότε ο Ιστιαίος ελπίζων ότι ο βασιλεύς δεν ήθελε τον θανατώσει διά το αμάρτημά του εκείνο, έδειξε μεγάλην φιλοζωίαν· επειδή φεύγοντα επρόφθασεν αυτόν στρατιώτης Πέρσης και ήθελε να τον πληγώση, ομιλήσας περσιστί εφανέρωσεν εαυτόν ότι ήτο Ιστιαίος ο Μιλήσιος.

30. Εάν άμα εζωγρήθη, εφέρετο εις τον βασιλέα, φρονώ ότι πιθανόν να μη υπέφερε κανέν κακόν και να τον συνεχώρει ο Δαρείος. Ακριβώς όμως διά τούτο και διά να μη ισχύση πάλιν παρά τω βασιλεί, ο ύπαρχος των Σάρδεων Αρταφέρνης και ο ζωγρήσας αυτόν Άρπαγος, άμα τον έφερον εις τας Σάρδεις τον εσταύρωσαν και έστειλαν την κεφαλήν του τεταριχευμένην προς τον βασιλέα Δαρείον εις τα Σούσα. Ο δε Δαρείος μαθών τα γενόμενα και μεμφθείς τους πράξαντας, διότι δεν τον αναβίβασαν να τον παρουσιάσωσι ζώντα προς αυτόν, διέταξε να πλύνωσι την κεφαλήν του Ιστιαίου, να την περιτυλίξωσι με πανιά και να την θάψωσιν ευπρεπώς, ως ανδρός μεγάλας εκδουλεύσεις παρασχόντος εις αυτόν και εις τους Πέρσας. Ταύτα τα συμβάντα του Ιστιαίου.

31. Ο δε ναυτικός στρατός των Περσών διαχειμάσας περί την Μίλητον, εκυρίευσεν ευκόλως κατά το δεύτερον έτος του πλοός του τας προς την ήπειρον κειμένας νήσους, Χίον, Λέσβον, Τένεδον. Άμα οι βάρβαροι εγίνοντο κύριοι τινός εκ τούτων των νήσων, εσαγήνευον τους κατοίκους· σαγηνεύουσι δε κατά τον εξής τρόπον· κρατούμενοι εκ των χειρών και αποτελούντες γραμμήν απ' άρκτου προς μεσημβρίαν, αρχίζουσιν από το παράριον και διέρχονται όλην την νήσον θηρεύοντες τους ανθρώπους. Εκυρίευσαν επίσης και τας εις την ήπειρον ιωνικάς πόλεις, αλλά δεν εσαγήνευσαν τους ανθρώπους, καθότι δεν ήτο δυνατόν.

32. Τότε οι στρατηγοί των Περσών εφάνησαν πιστοί εις τας απειλάς τας οποίας έκαμον προς τους απέναντι αυτών εστρατοπεδευμένους Ίωνας· καθότι, άμα υπέταξαν τας πόλεις, εκλέξαντες τους ευειδεστάτους παίδας απέκοψαν τα αιδοία των και κατέστησαν αυτούς ευνούχους· έπειτα δε έπεμψαν εις τον βασιλέα τας μάλλον ωραίας παρθένους. Αυτά έπραττον εις τους ανθρώπους, και συγχρόνως έκαιαν τας πόλεις και τα ιερά. Τοιουτοτρόπως δε το τρίτον εδουλώθησαν οι Ίωνες· πρώτον μεν υπό των Λυδών, δις δε κατά συνέχειαν υπό των Περσών.

33. Αναχωρήσας από την Ιωνίαν ο ναυτικός στρατός υπέταξε την αριστεράν όχθην του Ελλησπόντου, διότι όλη η δεξιά όχθη είχεν υποταγή προλαβόντως εις τους Πέρσας ως και η άλλη ήπειρος. Επαρχίαι δε του Ελλησπόντου εις την Ευρώπην, τας οποίας εκυρίευσαν, είναι αι εξής· η Χερσόνησος, εις την οποίαν είναι πολλαί πόλεις, η Πέρινθος, τα φρούρια της Θράκης, η Σηλυβρία και το Βυζάντιον. Οι Βυζάντιοι όμως και οι αντιπέραν Χαλκηδόνιοι δεν περιέμεινον τους επερχομένους Φοίνικας, αλλ' εγκατέλιπον τας χώρας των και έφυγον εις τα ενδότερα του Ευξείνου πόντου όπου έκτισαν την πόλιν Μεσαμβρίαν. Οι δε Φοίνικες, αφού κατέκαυσαν ταύτας τας ρηθείσας χώρας, ετράπησαν κατά της Βροκοννήσου και της Αρτάκης, και αφού παρέδωκαν εις το πυρ και ταύτας επανήλθον εις την Χερσόνησον διά να καταστρέψωσι τας επιλοίπους πόλεις όσας δεν είχον διαρπάσει κατά την πρώτην εισβολήν των. Εις την Κύζικον δεν έπλευσαν παντελώς, καθότι οι Κυζικηνοί, προ της αφίξεως των Φοινίκων, υπετάγησαν εις τον βασιλέα συνθηκολογήσαντες με τον Οίβαριν του Μεγαβάζου, ύπαρχον του Δασκυλείου. Πλην δε της Καρδίας, υπέταξαν οι Φοίνικες όλας τας άλλας πόλεις της Χερσονήσου.

34. Ετυράννευε δε των πόλεων τούτων μέχρι τότε ο Μιλτιάδης, υιός του Κίμωνος, υιού του Στησαγόρου· την ηγεμονίαν δε ταύτην εκτήσατο πρότερον ο Μιλτιάδης του Κυψέλου κατά τον εξής τρόπον. Οι Δόλογκοι της Θράκης είχον την Χερσόνησον ταύτην. Ούτοι λοιπόν οι Δόλογκοι, πιεσθέντες υπό των πολεμούντων αυτούς Αψινθίων, έπεμψαν τους βασιλείς των εις τους Δελφούς διά να ερωτήσωσι το μαντείον περί του πολέμου. Η δε Πυθία τοις είπε να φέρωσιν εις τον τόπον των οικιστήν εκείνον όστις, απερχομένους από το ιερόν, πρώτος καλέση αυτούς διά να τους φιλοξενήση. Επειδή όμως οι Δόλογκοι πορευόμενοι την ιεράν οδόν διά της Φωκίδος και της Βοιωτίας ουδένα εύρον διά να τους προσκαλέση, ήλλαξαν πορείαν και ετράπησαν προς τας Αθήνας.

35. Τότε εις τας Αθήνας ήτο πανίσχυρος ο Πεισίστρατος, είχεν όμως καί τινα ισχύν ο Μιλτιάδης του Κυψέλου, καθό ανήκων εις οικογένειαν τεθριπποφόρον και καταγόμενος ανέκαθεν από του Αιακού και της Αιγίνης, μετά δε ταύτα γενόμενος Αθηναίος αφότου ο του Αίαντος υιός Φιλαίος, πρώτος εκ της οικογενείας ταύτης, επολιτογραφήθη εις τας Αθήνας. Ο Μιλτιάδης ούτος, καθήμενος εις τα πρόθυρα της οικίας του και ιδών διαβαίνοντας τους Δολόγκους με ενδύματα και ακόντια ξενικά, τους εκάλεσε πλησίον του, και προσελθόντας τους παρεκάλεσε να εισέλθωσι και δεχθώσι την φιλοξενίαν. Οι Δόλογκοι, δεχθέντες και ξενισθέντες υπ' αυτού, τω ανεκοίνωσαν όλον τον χρησμόν, και αφού διηγήθηκαν το πράγμα, παρεκάλεσαν τον Μιλτιάδην να υπακούση εις τον θεόν. Ακούσας ταύτα ο Μιλτιάδης επείσθη αμέσως, καθότι ήτο δυσηρεστημένος κατά της αρχής του Πεισιστράτου και εζήτει να φύγη από τας Αθήνας. Αμέσως λοιπόν έπεμψεν εις τους Δελφούς διά να ερωτήση το μαντείον αν έπρεπε να πράξη όσα εζήτουν παρ' αυτού οι Δόλογκοι.

36. Επειδή δε τον παρακίνει και η Πυθία εις τούτο, τότε ο Μιλτιάδης του Κυψέλου, όστις προ του συμβεβικότος τούτου είχε νικήσει εις τους Ολυμπιακούς αγώνας με τέθριππον, έλαβε μεθ' εαυτού όλους τους Αθηναίους όσοι ήθελον να μεθέξωσι της αποδημίας ταύτης, και αποπλεύσας μετά των Δολόγκων κατέλαβε την χώραν των εις την οποίαν τον κατέστησαν τύραννον οι προσκαλέσαντες αυτόν Δόλογκοι. Η πρώτη αυτού φροντίς υπήρξε να κλείση διά τείχους τον ισθμόν της Χερσονήσου, από της Καρδίας μέχρι της Πακτύης, διά να μη δύνανται οι Αψίνθιοι να τους βλάπτωσι διά των εισβολών των. Ο ισθμός ούτος έχει πλάτος τριακονταέξ σταδίων· από δε του ισθμού όλη η έσω Χερσόνησος έχει μήκος τετρακοσίων είκοσι σταδίων.

37. Τοιχίσας λοιπόν ο Μιλτιάδης τον αυχένα της Χερσονήσου και εμποδίσας τοιουτοτρόπως τους Αψινθίους, επολέμησε πρώτους των άλλων τους Λαμψακηνούς. Οι Λαμψακηνοί ενεδρεύσαντες τον εζώγρησαν· επειδή όμως ο Μιλτιάδης ήτο αγαπητός εις τον Κροίσον τον Λυδόν, μαθών ούτος το πάθημά του, έπεμψε και εκήρυξεν εις τους Λαμψακηνούς να αφήσωσι τον Μιλτιάδην, άλλως ήθελε τους εξολοθρεύσει ως πίτυν. Συσκεπτομένων δε των Λαμψακηνών τι άρα γε εσήμαινεν η απειλή εκείνη ότι ο Κροίσος ήθελε τους εξολοθρεύσει ως πίτυν, μόλις ύστερον είς των γεροντοτέρων ενόησε και τοις εξήγησε το πράγμα ειπών ότι εξ όλων των δένδρων μόνη η πίτυς αφού κοπή δεν αναδίδει πλέον ουδένα βλαστόν αλλά καταστρέφεται ριζηδόν. Φοβηθέντες λοιπόν οι Λαμψακηνοί τον Κροίσον, ηλευθέρωσαν τον Μιλτιάδην και τον απέπεμψαν.

38. Χάριν λοιπόν του Κροίσου ο Μιλτιάδης εσώθη, βραδύτερον όμως απέθανεν άπαις, μεταβιβάσας την αρχήν και τους θησαυρούς του εις τον Στησαγόραν υιόν του ομομητρίου αδελφού του Κίμωνος. Αφού δε απέθανε, θύουσιν εις αυτόν οι Χερσονησίται κατά το έθος ως εις οικιστήν και συγκροτούσιν αγώνα ιππικόν και γυμνικόν, εις τον οποίον ουδείς Λαμψακηνός γίνεται δεκτός να αγωνισθή. Εξακολουθούντος δε του πολέμου προς τους Λαμψακηνούς, συνέβη να αποθάνη και ο Στησαγόρας άπαις πληγείς εις την κεφαλήν διά πελέκεως εν τω πρυτανείω υπό τινος ανθρώπου λόγω μεν αυτομόλου, πράγματι δε πολεμίου και παρατόλμου.

39. Ούτως ετελεύτησε και ο Στησαγόρας· τότε δε οι Πεισιστρατίδαι έπεμψαν μετά τριήρους εις την Χερσόνησον τον Μιλτιάδην του Κίμωνος, αδελφόν του αποθανόντος Στησαγόρου, διά να προφθάσει και καταλάβη την αρχήν. Οι Πεισιστρατίδαι ούτοι και εις τας Αθήνας όντα επεριποιούντο, ως να μη ήσαν ένοχοι διά τον θάνατον του πατρός του Κίμωνος όστις συνέβη ως θα διηγηθώ εις άλλο μέρος της ιστορίας. Ελθών ο Μιλτιάδης εις την Χερσόνησον έμενεν εις την οικίαν του, επί προφάσει ότι επένθει διά τον θάνατον του αδελφού του Στησαγόρου· μαθόντες δε τούτο οι Χερσονησίται, συνηθροίσθησαν οι έγκριτοι όλων των πόλεων και μετέβησαν όλοι ομού διά να τον συλλυπηθώσιν, αλλ' ο Μιλτιάδης τους συνέλαβε και τους έρριψεν εις τα δεσμά. Ακολούθως ο Μιλτιάδης εγένετο κύριος της Χερσονήσου, συνετήρει πεντακοσίους επικούρους και έλαβε γυναίκα την Αγησιπύλην, θυγατέρα του βασιλέως των Θρακών Ολόρου.

40. Ούτος ο Μιλτιάδης του Κίμωνος, ο νεωστί καταλαβών την Χερσόνησον, περιήλθεν αλληλοδιαδόχως εις πολλάς δυσχερείας, τας μεν δεινοτέρας των δε· κατά το τρίτον έτος μετά την έλευσίν του ηναγκάσθη να φύγη από την Χερσόνησον διά τους Σκύθας, οίτινες ερεθισθέντες υπό του βασιλέως Δαρείου είχον συνενωθή και επροχώρησαν μέχρι της Χερσονήσου ταύτης. Ο Μιλτιάδης μη περιμείνας αυτούς επερχομένους, έφυγεν από την Χερσόνησον μέχρις ου ανεχώρησαν οι Σκύθαι και τον επανέφερον οι Δόλογκοι. Ταύτα δε συνέβησαν τρία έτη προ τον σημείου εις ό ευρίσκεται η ιστορία ημών.