Part 5
100. Φθάσαντες δε οι Ίωνες με τον στόλον τούτον εις την Έφεσον, τα μεν πλοία άφησαν εις τον λιμένα της Κορησσού πλησίον της Εφέσου, αυτοί δε ανέβαινον με πολλάς δυνάμεις έχοντες οδηγούς Εφεσίους. Ακολουθούντες την όχθην του ποταμού Καϋστρίου, και έπειτα υπερβάντες τον Τμώλον, εκυρίευσαν τας Σάρδεις χωρίς να τοις αντισταθή κανείς. Κατέλαβον δε όλην την πόλιν πλην της ακροπόλεως την οποίαν έσωσεν αυτός ο Αρταφέρνης έχων δύναμιν ανδρών όχι ολίγην.
101. Σύριοι γενόμενοι της πόλεως δεν έλαβον καιρόν να λεηλατήσωσιν αυτήν, εμποδισθέντες υπό της εξής αιτίας. Αι περισσότεραι οικίαι εις τας Σάρδεις ήσαν καλάμινοι, όσαι δε ήσαν πλίνθιναι, είχον και αυταί οροφάς καλαμίνους. Θέσαντος πυρ εις μίαν εξ αυτών στρατιώτου τινός, η πυρκαϊά αμέσως μεταδοθείσα από οικίας εις οικίαν, κατέκαυσεν όλην την πόλιν. Ενώ δε αύτη εκαίετο, οι Λυδοί και όσοι των Περσών ευρέθησαν εκεί, περικυκλωθέντες πανταχόθεν (καθότι το πυρ είχε μεταδοθή μέχρι των άκρων της πόλεως) και μη έχοντες ουδεμίαν έξοδον, συνέρρευσαν εις την αγοράν και εις τας όχθας του Πακτωλού ποταμού, όστις καταβιβάζων από τον Τμώλον ψήγματα χρυσού ρέει διά της αγοράς, έπειτα δε ενούται με τον Έρμον όστις εκβάλλει εις την θάλασσαν. Εις τας όχθας λοιπόν του Πακτωλού και εις την αγοράν συναθροιζόμενοι οι Λυδοί και οι Πέρσαι ηναγκάζοντο να αμύνωνται. Βλέποντες δε οι Ίωνες άλλους μεν εκ των πολεμίων να ανθίστανται, άλλους δε με πολύ πλήθος να επέρχωνται, εφοβήθησαν και ανεχώρησαν πάλιν εις το όρος το καλούμενον Τμώλον, εκείθεν δε, άμα ενύκτωσεν, επέστρεψαν εις τα πλοία.
102. Και αι μεν Σάρδεις εκάησαν, μετ' αυτών δε εκάη και ο ναός επιχωρίας τινός θεάς της Κυβήβης· τούτον δε τον εμπρησμόν προφασιζόμενοι οι Πέρσαι, έκαιον και αυτοί τους ναούς της Ελλάδος. Άμα οι προς δυσμάς του Άλυος ποταμού κατοικούντες Πέρσαι έμαθον τα συμβαίνοντα, συνηθροίσθησαν και έσπευσαν προς βοήθειαν των Λυδών· αλλ' επειδή ένεκα του συμβάντος το οποίον διηγήθην δεν εύρον πλέον τους Ίωνας εις τας Σάρδεις, τους κατεδίωξαν και τους έφθασαν εις την Έφεσον. Και αντετάχθησαν μεν οι Ίωνες, πολεμήσαντες όμως ενικήθησαν ολοσχερώς και οι Πέρσαι εφόνευσαν πλείστους εξ αυτών· μεταξύ δε άλλων ονομαστών και τον Ευαλκίδην, στρατηγόν των Ερετριέων όστις πολλούς αγώνας στεφανηφόρους είχε κερδίσει και όστις πολλάκις είχεν υμνηθή υπό του Κείου Σιμωνίδου. Όσοι δε εξ αυτών διέφυγον τον όλεθρον, ούτοι εσκορπίσθησαν εις διαφόρους πόλεις.
103. Τότε μεν ούτως ηγωνίσθησαν· μετά ταύτα δε οι Αθηναίοι εγκαταλιπόντες ολοτελώς τους Ίωνας ηρνήθησαν, με όλας τας επιμόνους παρακλήσεις και τας επανειλημμένας πρεσβεύσεις του Αρισταγόρου, να τω πέμψωσι βοηθείας τινάς. Οι Ίωνες όμως, μολονότι εστερήθησαν της συμμαχίας των Αθηναίων, επειδή όσα είχον πράξει κατά του Δαρείου δεν τοις επέτρεπον να φερθώσιν άλλως, εξηκολούθησαν ουδέν ήττον τας πολεμικάς παρασκευάς των κατά του βασιλέως, όθεν πλεύσαντες εις τον Ελλήσποντον υπέταξαν το Βυζάντιον και τας άλλας πόλεις τας περί εκείνα τα μέρη· έπειτα δε εξελθόντες του Ελλησπόντου, προσέλαβον εις την συμμαχίαν των τα πλειότερα μέρη της Καρίας. Και αυτή η Καύνος, ήτις πρότερον δεν ήθελε να συμμαχήση, άμα ενέπρησαν τας Σάρδεις, ηνώθη με αυτούς.
104. Οι δε Κύπριοι όλοι, πλην των Αμαθουσίων, προσετέθησαν εις αυτούς ως εθελονταί, διότι και αυτοί απεστάτησαν από τους Μήδους κατά τον εξής τρόπον. Ο Ονήσιλος ήτο νεώτερος αδελφός του βασιλέως των Σαλαμινίων Γόργου και υιός του Χέρσιος, υιού του Σιρώμου, υιού του Ευέλθοντος. Ούτος ο άνθρωπος πολλάκις μεν και πρότερον επρότεινεν εις τον Γόργον να αποστατήση από τον βασιλέα, τότε δε άμα έμαθεν ότι απεστάτησαν και οι Ίωνες, τον παρεκίνησε μετά πλειοτέρας ζέσεως· επειδή όμως δεν έπειθε τον Γόργον, καιροφυλακτήσας ότε αυτός εξήλθε της πόλεως των Σαλαμινίων, ο Ονήσιλος ομού με τους οπαδούς του, τον έκλεισεν έξω των πυλών. Και ο μεν Γόργος μη δυνηθείς πλέον να εισέλθη κατέφυγεν εις τους Μήδους, ο δε Ονήσιλος μείνας κύριος της Σαλαμίνος έπεισε τους Κυπρίους να αποστατήσωσιν· έπεισε δε όλους πλην των Αμαθουσίων, τους οποίους μη θέλοντας να υπακούσωσιν, ήλθε και τους επολιόρκησεν.
105. Επολιόρκει λοιπόν την Αμαθούντα ο Ονήσιλος όταν ανήγγειλον εις τον βασιλέα ότι αι Σάρδεις εκυριεύθησαν και εκάησαν υπό των Αθηναίων και των Ιώνων, και ότι, κατά πάσαν πιθανότητα, αρχηγός της συστάσεως ταύτης ήτο ο Μιλήσιος Αρισταγόρας. Μαθών τας ειδήσεις ταύτας, χωρίς να φροντίση ποσώς διά τους Ίωνας οίτινες ήτο βέβαιος ότι δεν ήθελον διαφύγει την τιμωρίαν ης ήτο αξία η αποστασία των, ηρώτησε πρώτον τίνες ήσαν οι Αθηναίοι. Αφού δε έλαβε τας πληροφορίας τας οποίας ήθελεν, εζήτησε το τόξον του, το έλαβεν, έθεσεν επ' αυτού βέλος, το ηκόντισε προς τον ουρανόν, και ενώ εκείνο διέσχιζε τον αέρα, είπεν· «Ω Ζευ, είθε να δυνηθώ να τιμωρήσω τους Αθηναίους.» Αφού δε είπε ταύτα, διέταξεν ένα των υπηρετών να ίσταται πλησίον του οσάκις γευματίζη και να τω επαναλαμβάνη τρις· «Δέσποτα, ενθυμού τους Αθηναίους.»
106. Αφού διέταξε ταύτα ο Δαρείος, καλέσας ενώπιόν του τον Ιστιαίον τον Μιλήσιον, τον οποίον εκράτει εκεί προ πολλού, τω είπεν: «Ακούω, Ιστιαίε, ότι ο επίτροπός σου εις τον οποίον ενεπιστεύθης την πόλιν, απεστάτησεν απ' εμού. Με έφερεν άνδρας εκ της άλλης ηπείρου, και πείσας τους Ίωνας (οίτινες θα τιμωρηθώσι δι όσα έπραξαν) να ακολουθήσωσιν εκείνους, με απεστέρησε των Σάρδεων. Τώρα σοι φαίνεται η πράξις καλή; Πώς ετολμήθη άνευ της συμβουλής σου; Πρόσεξον μήπως ύστερον κατηγορήσης συ σεαυτόν. Εις ταύτα ο Ιστιαίος απεκρίθη· «Ποίον λόγον είπες, ω βασιλεύ; Εγώ να συμβουλεύσω πράγμα από το οποίον ηδύνατο να προκύψη εις σε μεγάλη ή μικρά δυσαρέσκεια! Και τι επιθυμών περισσότερον ήθελον πράξει τούτο; τι με λείπει; Απολαμβάνω όλα τα αγαθά όσα απολαμβάνεις συ και είμαι ο εμπεπιστευμένος όλων σου των βουλευμάτων. Εάν ήναι αληθές ότι ο επίτροπός μου έπραξεν αυτό το οποίον είπες, ήξευρε ότι το έπραξεν αφ' εαυτού. Εν πρώτοις όμως εγώ δεν παραδέχομαι ότι οι Μιλήσιοι και ο επίτροπός μου επιβουλεύονται την βασιλείαν σου· εάν εν τούτοις έπραξαν τοιούτο τι, εάν σοι ανέφερον πραγματικόν τι γεγονός, ω βασιλεύ, ενόησον τι κακόν έπραξες καλέσας με πλησίον σου εκ των παραθαλασσίων μερών· διότι οι Ίωνες, απαλλαγέντες της επαγρυπνήσεώς μου, θα απεπειράθησαν ως φαίνεται εκείνο το οποίον επεθύμουν προ πολλού. Εάν εγώ ήμην εις την Ιωνίαν, ουδεμία πόλις θα εκινείτο. Τώρα λοιπόν άφησόν με να επιστρέψω εκεί ταχέως διά να αποκαταστήσω πάλιν την τάξιν εις όλα τα πράγματα, διά να συλλάβω τον επίτροπον τούτον της Μιλήτου, όστις ως λέγεται εμηχανεύθη όλα ταύτα, και τον παραδώσω εις σε. Αφού δε εκπληρώσω ταύτα κατά την επιθυμίαν σου, ομνύω εις τους βασιλικούς θεούς να μη εκβάλω τον χιτώνα με τον οποίον θα καταβώ εις την Ιωνίαν πριν σοι καταστήσω φόρου υποτελή την μεγίστην νήσον Σαρδώ.»
107. Διά των λόγων τούτων ο Ιστιαίος ηπάτησε τον Δαρείον όστις επείσθη και τον απέστειλε, παραγγέλλων αυτώ, άμα εκπληρώση τας υποσχέσεις του, να επιστρέψη πάλιν εις τα Σούσα.
108. Ενώ η περί των Σάρδεων αγγελία έφθασεν εις τον βασιλέα, και ο Ιστιαίος λαβών την άδειαν παρά του Δαρείου επορεύετο εις την θάλασσαν, καθ όλον τούτο το διάστημα συνέβαινον τα εξής: Ανηγγέλθη εις τον Σαλαμίνιον Ονήσιλον, πολιορκούντα τους Αμαθουσίους, ότι ο Πέρσης Αρτύβιος, έχων μεθ' εαυτού στρατόν πολύν περιμένεται μετά πλοίων εις την Κύπρον. Μαθών τούτο ο Ονήσιλος έσπευσε να πέμψη κήρυκα προς τους Ίωνας διά να επικαλεσθή την βοήθειάν των· ούτοι δε χωρίς να σκεφθώσι πολύ έφθασαν μετά μεγάλου στόλου. Ότε δε έφθασαν οι Ίωνες εις την Κύπρον, τότε και οι Πέρσαι διαβάντες με πλοία εκ της Κιλικίας εχώρουν πεζοί προς την Σαλαμίνα, οι δε Φοίνικες μετά του στόλου των περιέπλεον την άκραν ήτις καλείται Κλείδες της Κύπρου.
109. Εν τούτω τω αναμεταξύ οι τύραννοι της Κύπρου, συγκαλέσαντες τους στρατηγούς των Ιώνων, τοις είπον· «Άνδρες της Ιωνίας, σας αφίνομεν να εκλέξετε ό,τι θέλετε εκ των δύο· ή τους Πέρσας να κτυπήσετε ή τους Φοίνικας. Εάν μεν θέλετε να παραταχθήτε πεζοί και να πολεμήσετε τους Πέρσας, είναι καιρός να εξέλθετε από τα πλοία και να ταχθήτε εις μάχην, ενώ ημείς θα εισέλθωμεν εις τα πλοία σας και θα ανταγωνισθώμεν προς τους Φοίνικας· εάν δε προτιμάτε να πολεμήσετε κατά των Φοινίκων, πράξατε τούτο. Ό,τι όμως από τα δύο εκλέξετε, προσέξατε να φερθήτε ούτως ώστε δι' υμών να γίνωσιν ελεύθεραι η Κύπρος και η Ιωνία.» Εις ταύτα οι Ίωνες απεκρίθησαν· «Το κοινόν των Ιώνων μας έπεμψε διά να φυλάττωμεν την θάλασσαν και όχι διά να παραδώσωμεν τα πλοία μας εις τους Κυπρίους και να πολεμήσωμεν πεζοί τους Πέρσας. Θα προσπαθήσωμεν λοιπόν να φανώμεν χρήσιμοι εκεί όπου διετάχθημεν να μείνωμεν· υμείς δε οφείλετε, ενθυμηθέντες όσα επάθετε ότε ήσθε υπό την κυριαρχίαν των Μήδων, να φανήτε άνδρες γενναίοι.» Ταύτα απεκρίθησαν οι Ίωνες.
110. Ύστερον δε, ότε ήλθον εις την πεδιάδα των Σαλαμινίων οι Πέρσαι, οι βασιλείς των Κυπρίων παρετάχθησαν εις μάχην, αντιτάξαντες τους μεν άλλους Κυπρίους κατά των συμμαχικών στρατευμάτων των Περσών, εκ δε των Σαλαμινίων και των Σολίων εκλέξαντες τους ανδρειοτέρους παρέταξαν αυτούς εναντίον των Περσών. Εναντίον δε του στρατηγού των Περσών Αρτυβίου ετάχθη εθελοντής ο Ονήσιλος.
111. Ο Αρτύβιος είχεν ίππον όστις ήτο δεδιδαγμένος να ίσταται ορθός εναντίον του οπλίτου. Μαθών τούτο ο Ονήσιλος είπε προς τον υπασπιστήν του, Κάρα μεν το γένος, δοκιμώτατον δε περί τα πολεμικά και τολμηρότατον· «Έμαθον ότι ο ίππος του Αρτυβίου ορθούται επί των οπισθίων ποδών, διά δε του στόματος και των εμπροσθίων ποδών προσβάλλει εκείνον κατά του οποίου ήθελεν επιπέσει. Σκέφθητι λοιπόν και ειπέ μοι αμέσως ποίον επιφορτίζεσαι να προσέξης και να κτυπήσης, τον ίππον ή αυτόν τον Αρτύβιον.» Απεκρίθη εις ταύτα ο ακόλουθός του· «Βασιλεύ, είμαι έτοιμος να πράξω αμφότερα ή μόνον το έν εκ των δύο, αφεύκτως όμως εκείνο το οποίον με διατάξης· εν τούτοις θα σοι είπω εκείνο το οποίον νομίζω διά σε συμφερώτερον. Η γνώμη μου είναι ότι είς βασιλεύς, είς στρατηγός, οφείλει να επιτεθή κατά βασιλέως, κατά στρατηγού· διότι εάν καταστρέψης στρατηγόν, ποία δόξα διά σε! Εάν πάλιν σε καταστρέψη εκείνος (ό μη γένοιτο) είναι ημίσεια συμφορά να φονευθή τις υπό ευγενούς χειρός. Ημείς οι υπηρέται οφείλομεν να πολεμώμεν τους υπηρέτας· όσον δ' αφορά τον ίππον, μη φοβηθής παντάπασι τα τεχνάσματά του, διότι σε υπόσχομαι ότι δεν θα ορθωθή πλέον κατ' ουδενός ανθρώπου.»
112. Ταύτα είπε και μετά ταύτα εγένετο η συμπλοκή κατά ξηράν και κατά θάλασσαν. Και εις μεν το ναυτικόν οι Ίωνες εφάνησαν κατ' εκείνην την ημέραν αξιώτατοι και ενίκησαν τους Φοίνικας, μεταξύ δε αυτών οι Σάμιοι ηρίστευσαν· εις δε πεζικόν, άμα επλησίασαν τα στρατεύματα, συνεπλάκησαν και εμάχοντο. Όσον αφορά τους δύο στρατηγούς, συνέβησαν εις αυτούς τα εξής· ενώ ο Αρτύβιος έφιππος ώρμα εναντίον του Ονησίλου, ο Ονήσιλος τον εκτύπησε κατά την συμβουλήν του υπασπιστού του· εν τούτοις ο ίππος ητοιμάζετο να κτυπήση διά των εμπροσθίων ποδών την ασπίδα του Ονησίλου, ότε ο ακόλουθος πλήξας με δρέπανον απέκοψε τους πόδας του ίππου και ο στρατηγός των Περσών Αρτύβιος έπεσεν εκεί εις τον τόπον συγχρόνως με τον ίππον.
113. Ενώ δε εμάχοντο και οι άλλοι, ο τύραννος του Κουρίου Στησήνωρ, έχων περί εαυτόν δύναμιν ανδρών ου σμικράν, ηυτομόλησεν εις τους Πέρσας· λέγονται δε οι Κουριείς ούτοι άποικοι των Αργείων. Ότε λοιπόν επρόδωσαν, αμέσως και τα πολεμιστήρια άρματα των Σαλαμινίων έπραξαν το αυτό με τους Κουριείς. Γενομένων δε τούτων υπερίσχυσαν οι Πέρσαι και τραπέντος εις φυγήν του στρατού των Κυπρίων, έπεσον πολλοί εξ αυτών και μεταξύ άλλων ο Ονήσιλος του Χέρσιος, όστις ενήργησε την επανάστασιν των Κυπρίων, και ο βασιλεύς των Σολίων Αριστόκυπρος ο υιός του Φιλοκύπρου, του Φιλοκύπρου εκείνου τον οποίον ο Σόλων ο Αθηναίος ελθών εις την Κύπρον επήνεσε διά στίχων πλειότερον από πάντα άλλον τύραννον.
114. Οι δε Αμαθούσιοι τους οποίους επολιόρκησεν ο Ονήσιλος κόψαντες την κεφαλήν αυτού την έφερον εις την Αμαθούντα και την εκρέμασαν υπεράνω των πυλών. Κρεμαμένης δε της κεφαλής και γενομένης κοίλης, σμήνος μελισσών εισήλθεν εις αυτήν και την επλήρωσε μέλιτος. Τούτου γενομένου ηρώτησαν οι Αμαθούσιοι το μαντείον και τοις εδόθη χρησμός την μεν κεφαλήν να καταβιβάσωσι και να θάψωσιν, εις δε τον Ονήσιλον να κάμνωσι κατ' έτος θυσίας ως εις ήρωα, και ότι, εάν πράξωσι ταύτα, θα τοις αποβή εις καλόν. Και οι μεν Αμαθούσιοι έπραττον ταύτα μέχρι των ημερών μου.
115 Οι δε Ίωνες οι ναυμαχήσαντες εις την Κύπρον, μαθόντες ότι τα πράγματα του Ονησίλου είχον καταστραφή και ότι αι άλλαι πόλεις των Κυπρίων επολιορκούντο, πλην της Σαλαμίνος όπου, μετά την αποστασίαν των κατοίκων, εισήλθε πάλιν ο αρχαίος βασιλεύς Γόργος, άμα μαθόντες ταύτα οι Ίωνες απέπλευσαν εις την Ιωνίαν. Εκ δε των εν Κύπρω πόλεων μόνη η πόλις Σόλοι αντέστη πλειότερον χρόνον, αλλ' οι Πέρσαι υποσκάψαντες πέριξ το τείχος την εκυρίευσαν κατά τον πέμπτον μήνα.
116. Τοιουτοτρόπως οι Κύπριοι, μείναντες επί έν έτος ελεύθεροι, κατεδαυλώθησαν αύθις εκ νέου· ο δε Λαυρίσης όστις είχε μίαν των θυγατέρων του Δαρείου, ο Υμέης, ο Οτάνης και άλλοι Πέρσαι στρατηγοί, έχοντες και αυτοί θυγατέρας του Δαρείου, καταδιώξαντες τους εις τας Σάρδεις εκστρατεύσαντας Ίωνας και αναγκάσαντες αυτούς να εισέλθωσιν εις τα πλοία, εμοίρασαν ως νικηταί τας πόλεις μεταξύ των και τας ελεηλάτουν.
117. Και ο μεν Δαυρίσης τραπείς προς τας πόλεις του Ελλησπόντου εκυρίευσε το Δάρδανον, την Άβυδον, την Περκώπην, την Λάμψακον και την Παισόν· ταύτας εκυρίευε μίαν καθ' ημέραν. Ενώ όμως εξήρχετο από την Παισόν διά να μεταβή εις την πόλιν Πάριον, τω ήλθεν αγγελία ότι οι Κάρες ομοφρονήσαντες με τους Ίωνας απεστάτησαν από τους Πέρσας. Αναχωρήσας λοιπόν εκ του Ελλησπόντου, ωδήγησε τον στρατόν κατά της Καρίας.
118. Πριν όμως φθάση εκεί, οι Κάρες έμαθαν φαίνεται τούτο και συνηθροίσθησαν εις τας Λευκάς καλουμένας Στήλας και εις τον ποταμόν Μαρσύαν όστις ρέων εκ της Ιδριάδος χώρας εκβάλλει εις τον Μαίανδρον. Εκεί συναθροισθέντες συνεκρότησαν συμβούλιον εις το οποίον πολλαί και διάφοροι γνώμαι εδόθησαν εξ ων η αρίστη κατ' εμέ ήτο η του Πιξωδάρου, υιού του Μαυσώλου, πολίτου Κινδυέως και γαμβρού του βασιλέως των Κιλίκων Συεννέσεως. Τούτου του ανδρός η γνώμη ήτο να διαβώσιν οι Κάρες τον Μαίανδρον. και έχοντες εις τα νώτα τον ποταμόν, να πολεμήσωσι, διά να μη δύνανται να φύγωσιν οπίσω, και αναγκαζόμενοι να μείνωσιν εκεί, να γίνωσιν ανδρειότεροι παρ' όσον ήσαν εκ φύσεως. Η γνώμη όμως αύτη δεν υπερίσχυσεν, αλλ' ήθελον μάλλον οι Πέρσαι να έχωσιν όπισθέν των τον ποταμόν ή οι Κάρες, με την ελπίδα βεβαίως ότι εάν νικηθώσιν εις την μάχην οι Πέρσαι και θελήσωσι να φύγωσι, να μη δυνηθώσι να επιστρέψωσιν οπίσω πίπτοντες εις τον ποταμόν.
119. Μετά ταύτα δε, ότε ήλθον οι Πέρσαι και διέβησαν τον ποταμόν, οι Κάρες συνεπλάκησαν με αυτούς εις τας όχθας του ποταμού Μαρσύου και επολέμησαν επί πολλήν ώραν και επιμόνως· τέλος όμως ενικήθησαν υπό του πλήθους των πολεμίων. Και εκ μεν των Περσών έπεσον περί τους δισχιλίους, εκ δε των Καρών περί τους μυρίους. Όσοι των Καρών διέφυγαν, εκλείσθησαν εις το εν Λαβράνδοις ιερόν του Πολεμιστού Διός, όπερ είναι άλσος μέγα και άγιον εκ πλατάνων. Από όσους δε ημείς γνωρίζομεν, μόνοι οι Κάρες προσφέρουσι θυσίας εις τον Πολεμιστήν Δία. Κατακλεισθέντες λοιπόν εκεί, συνεσκέπτοντο ποίον ήτο συμφερώτερον διά την σωτηρίαν των, να παραδοθώσιν εις τους Πέρσας, ή να εγκαταλείψωσι διά παντός την Ασίαν και να φύγωσιν,
120. Ενώ εσκέπτοντο ταύτα, ήλθον εις βοήθειαν αυτών οι Μιλήσιοι και οι σύμμαχοι αυτών. Τότε οι Κάρες παρήτησαν πάσαν περαιτέρω διάσκεψιν και ητοιμάσθησαν να επαναλάβωσι τον πόλεμον. Συνεπλάκησαν λοιπόν με τους Πέρσας ελθόντας εναντίον των, και πολεμήσαντες ενικήθησαν πλειότερον ή πρότερον. Πλήθος εξ αυτών έπεσον· μεγαλειτέραν όμως φθοράν υπέστησαν οι Μιλήσιοι.
121. Μετά την καταστροφήν δε ταύτην ανέλαβον πάλιν οι Κάρες και επολέμησαν· διότι μαθόντες ότι οι Πέρσαι εστράτευσαν κατά των πόλεών των, έστησαν ενέδραν εις την οδόν της Πηδάσου και εμπεσόντες εις αυτήν οι Πέρσαι κατά την νύκτα διεφθάρησαν αυτοί και οι στρατηγοί των Δαυρίσης, Αμόργης και Σισιμάκης. Μετ' αυτών απώλετο και ο Μύριος του Γύγου. Αρχηγός της ενέδρας ήτο ο υιός του Ιβανώλιος Ηρακλείδης, πολίτης Μυλασσεύς. Και ούτοι μεν οι Πέρσαι τοιουτοτρόπως απώλοντο.
122. Ο δε Υμέης, είς εξ εκείνων οίτινες είχον καταδιώξει τους εις τας Σάρδεις στρατεύσαντας Ίωνας, τραπείς προς την Προποντίδα, εκυρίευσε την Κίον της Μυσίας. Ότε δε έμαθεν ότι ο Δαυρίσης ανεχώρησεν από τον Ελλήσποντον και εξεστράτευσε κατά της Καρίας, αφήσας την Προποντίδα, έφερε τον στρατόν εις τον Ελλήσποντον και εκυρίευσεν όλους τους Αιολείς όσοι νέμονται την Τρωικήν χώραν· εκυρίευσεν ομοίως τους Γέργιθας οίτινες είχον μείνει από την εποχήν των αρχαίων Τευκρών. Αυτός δε ο Υμέης, αφού υπέταξε τα έθνη ταύτα, απέθανεν εξ ασθενείας εις την Τρωάδα.
123. Και ούτος μεν ούτως ετελεύτησεν· ο δε Αρταφέρνης, ο ύπαρχος των Σάρδεων, και ο Οττάνης ο τρίτος στρατηγός, διετάχθησαν να εκστρατεύσωσι κατά της Ιωνίας και της πλησιοχώρου αυτής Αιολίδος. Και της μεν Ιωνίας εκυρίευσαν τας Κλαζομενάς, της δε Αιολίδος την Κύμην.
124. Ενώ δε εκυριεύοντο αι πόλεις αύται, ο Μιλήσιος Αρισταγόρας (όστις ως απεδείχθη δεν είχε μεγαλοψυχίαν, διότι αφού ανεστάτωσε την Ιωνίαν και υπεκίνησε μεγάλας ταραχάς, εσκέπτετο πώς να φύγη) ακούσας ταύτα και σκεπτόμενος ότι ήτο αδύνατον να υπερτερήση τον βασιλέα Δαρείον, συνήθροισε τους συστασιώτας και συνεσκέπτετο μετ' αυτών λέγων ότι είναι συμφέρον εις αυτούς να έχωσιν έτοιμον καταφύγιον εις περίστασιν καθ' ην ήθελον εξωσθή εκ της Μιλήτου, και προτείνων να τους φέρη ως αποίκους είτε εις την Σαρδώ είτε εις την Μύρκινον των Ηδωνών, την οποίαν ο Ιστιαίος έλαβεν από τον Δαρείον και την ετείχισε. Ταύτα συνεβούλευεν ο Αρισταγόρας.
125. Του δε ιστορικού Εκαταίου του Ηγησάνδρου η γνώμη ήτο να μη εκλέξη ο Αρισταγόρας μήτε την μίαν μήτε την άλλην πόλιν, αλλά να κτίση τείχος εις την νήσον Λέρον και να μείνη εκεί ησυχάζων, εάν διωχθή εκ της Μιλήτου· έπειτα δε, μετά παρέλευσιν χρόνου τινός, να αναχωρήση εκείθεν και να επιστρέψη πάλιν εις την Μίλητον. Ταύτα συνεβούλευσε και ο Εκαταίος.
126. Του Αρισταγόρου όμως η γνώμη έκλινε περισσότερον να απέλθη εις την Μύρκινον. Όθεν την μεν Μίλητον επέτρεψεν εις τον Πυθαγόραν, πολίτην ευπόληπτον, αυτός δε παραλαβών πάντα τον βουλόμενον έπλευσεν εις την Θράκην και εκυρίευσε την χώραν κατά της οποίας ήλθε. Κατά τινα όμως έξοδον εκ της χώρας ταύτης, ο Αρισταγόρας και όλος ο στρατός του εξωλοθρεύθησαν υπό των Θρακών ενώπιον πόλεώς τινος την οποίαν επολιόρκουν και εκ της οποίας οι Θράκες είχον συγκατατεθή να εξέλθωσιν υπόσπονδοι.
ΒΙΒΛΙΟΝ ΕΚΤΟΝ
Ε Ρ Α Τ Ω.
1. Ο Αρισταγόρας λοιπόν αποστατήσας την Ιωνίαν τοιουτοτρόπως ετελεύτησεν· ο δε τύραννος της Μιλήτου Ιστιαίος, αφεθείς υπό του Δαρείου, ήλθεν εις τας Σάρδεις. Άμα δε έφθασεν εκ των Σούσων, τον ηρώτησεν ο ύπαρχος των Σάρδεων Αρταφέρνης διά ποίαν αιτίαν νομίζει ότι απεστάτησαν οι Ίωνες. Ο Ιστιαίος απεκρίθη ότι όχι μόνον δεν ήξευρε τίποτε, αλλά και ότι εθαύμαζε διά το γεγονός. Έλεγε δε ταύτα με ύφος ανθρώπου αγνοούντος εντελώς τα διατρέχοντα. Τότε ο Αρταφέρνης, γνωρίζων την αληθή αιτίαν της αποστασίας και βλέπων αυτόν υποκρινόμενον, είπεν· «Ιδού, ω Ιστιαίε, πώς έχουσιν αυτά τα πράγματα· συ μεν έρραψας το υπόδημα, ο δε Αρισταγόρας το εφόρεσε.»
2. Ταύτα είπεν ο Αρταφέρνης σχετικά προς την αποστασίαν, ο δε Ιστιαίος φοβηθείς την διορατικότητα του Αρταφέρνους, αμέσως εκείνην την νύκτα έφυγεν εις την θάλασσαν, ευχαριστούμενος διότι ηπάτησε τον βασιλέα Δαρείον. Αυτός όστις είχεν υποσχεθή να υποτάξη την μεγίστην νήσον Σαρδώ, δεν εδίστασε να αναλάβη την αρχηγίαν του πολέμου των Ιώνων κατά του Δαρείου. Διαβάς εις την Χίον, εδεσμεύθη υπό των Χίων, οίτινες τον υπώπτευσαν ότι οργανίζει εναντίον των νέα τινά σχέδια προς το συμφέρον του Δαρείου. Όταν έπειτα έμαθον οι Χίοι όλην την ιστορίαν, ότι ήτο πολέμιος του βασιλέως, τον απέλυσαν.
3. Ερωτώμενος τότε ο Ιστιαίος υπό των Ιώνων της Χίου διατί τόσον προθύμως έγραψε προς τον Αρισταγόραν να αποστατήση από τον βασιλέα και επέφερε τόσον κακόν εις τους Ίωνας, την μεν αληθή αιτίαν δεν εφανέρωσεν, είπε δε ότι ο βασιλεύς Δαρείος είχεν απόφασιν να μεταφέρη τους Φοίνικας εις την Ιωνίαν και τους Ίωνας εις την Φοινίκην, και τούτου ένεκα έγραψεν εις τον Αρισταγόραν. Βεβαίως ο βασιλεύς ουδεμίαν τοιαύτην ιδέαν συνέλαβεν, αλλ' ο Ιστιαίος ήθελε να φοβίζη τους Ίωνας.
4. Μετά ταύτα ο Ιστιαίος, μεταχειριζόμενος ως γραμματοκομιστήν τον Αταρνείτην Έρμιππον, έπεμψεν επιστολάς προς τους εις τας Σάρδεις διαμένοντας Πέρσας οίτινες προηγουμένως είχον συνομιλήσει μετ' αυτού περί της αποστασίας. Αλλ' ο Έρμιππος, εις μεν τους Πέρσας προς τους οποίους επέμφθη δεν δίδει τα γράμματα, τα φέρει δε και τα εγχειρίζει εις τον Αρταφέρνην. Μαθών δε ούτος τα διατρέχοντα, διέταξε τον Έρμιππον τας μεν επιστολάς να δώση εις εκείνους προς τους οποίους εστάλη, τας δε άλλας τας παρά των Περσών αντιπεμπομένας εις τον Ιστιαίον, ταύτας να τω παραδώση. Τούτων λοιπόν φανερωθέντων, εφόνευσε τότε ο Αρταφέρνης πολλούς Πέρσας.
5. Εις μεν τας Σάρδεις λοιπόν επεκράτει ταραχή. Τον δε Ιστιαίον, απατηθέντα εις τας ελπίδας του, έφερον οι Χίοι εις την Μίλητον κατ' αίτησίν του. Οι δε Μιλήσιοι, οίτινες ασμένως απηλλάγησαν του Αρισταγόρου, ουδόλως ήσαν πρόθυμοι να δεχθώσιν άλλον τύραννον εις την χώραν, καθότι εγεύθησαν την ελευθερίαν. Και επειδή ο Ιστιαίος έφθασε κατά την νύκτα και επειράθη βιαίως να εισέλθη εις την Μίλητον, επληγώθη εις τον μηρόν υπό τινος των Μιλησίων. Διωχθείς λοιπόν εκ της πατρίδος του, επιστρέφει οπίσω εις την Χίον· εντεύθεν δε, επειδή δεν έπειθε τους Χίους να τω δώσωσι πλοία, διέβη εις την Μιτυλήνην και έπεισε τους Λεσβίους να τω δώσωσι. Πληρώσαντες λοιπόν οι Λέσβιοι οκτώ τριήρεις, έπλευσαν μετά του Ιστιαίου εις το Βυζάντιον, και μένοντες εκεί συνελάμβανον τα εκ του Ευξείνου Πόντου εκπλέοντα πλοία, πλην εκείνων τα οποία έλεγον ότι ήσαν πρόθυμα να υπακούωσιν εις τον Ιστιαίον.
6. Ο μεν Ιστιαίος λοιπόν και οι Μιτυληναίοι ταύτα έπραττον· εις δε την Μίλητον περιεμένετο πολύς στρατός ναυτικός και πεζός· διότι συνενωθέντες οι στρατηγοί των Περσών και σχηματήσαντες έν μόνον στρατόπεδον, ήλαυνον κατά της Μιλήτου, ήκιστα φροντίζοντας διά τας άλλας πόλεις. Εκ των του ναυτικού στρατού οι Φοίνικες ήσαν οι προθυμότατοι· ομού δε με αυτούς είχον ενωθή οι Κύπριοι, προσφάτως υποταγέντες, οι Κίλικες και οι Αιγύπτιοι.
7. Και αυτοί μεν ήρχοντο κατά της Μιλήτου και της λοιπής Ιωνίας, οι δε Ίωνες μαθόντες ταύτα έπεμψαν πρέσβεις εις το Πανιώνιον. Γενομένης δε συνελεύσεως εν τω τόπω τούτω, απεφασίσθη να μη αντιτάξωσι πεζόν στρατόν εναντίον των Περσών, να αναθέσωσι την φύλαξιν της πόλεως εις αυτούς τους Μιλησίους, να πληρώσωσιν όλα τα πλοία χωρίς να αφήσωσιν ουδέν κενόν, να τα φέρωσι τάχιστα εις την Δάδην και να ναυμαχήσωσιν υπέρ της Μιλήτου. Η δε Δάδη είναι νήσος μικρά κειμένη προ της πόλεως των Μιλησίων.
8. Μετά ταύτα, συμπληρωθέντων των πληρωμάτων, ήλθον οι Ίωνες και μετ' αυτών οι Αιολείς οι κατοικούντες την Λέσβον. Ετάχθησαν δε ως εξής· το μεν προς ανατολάς κέρας είχον αυτοί οι Μιλήσιοι οίτινες παρέσχον ογδοήκοντα πλοία· μετ' αυτούς ήσαν οι Πριηνείς με δώδεκα πλοία και οι Μυούσιοι με τρία· πλησίον αυτών ήσαν οι Τήιοι με πλοία δεκαεπτά· μετά τους Τηίους ήσαν οι Χίοι με πλοία εκατόν πλησίον δε αυτών ετάχθησαν οι Ερυθραίοι και οι Φωκαείς, οι μεν Ερυθραίοι έχοντες οκτώ πλοία, οι δε Φωκαείς τρία· μετά τους Φωκαείς ήσαν οι Λέσβιοι με πλοία εβδομήκοντα· τελευταίοι δε παρετάχθησαν οι Σάμιοι με εξήκοντα πλοία, έχοντες το προς δυσμάς κέρας. Όλων τούτων των τριήρεων ο αριθμός συνεποσώθη εις τριακοσίας πεντήκοντα τρεις. Και ταύτα μεν ήσαν τα πλοία των Ιώνων.