Ιστορίαι Ηροδότου, Τόμος 2

Part 4

Chapter 425 wordsPublic domain

83. Τότε δε ακόμη ως και προτού οι Αιγινήται υπήκουον εις τους Επιδαυρίους· δι' όλας των τας υποθέσεις και ιδίως διά να δικάζωνται μεταξύ των μετέβαινον εις την Επίδαυρον. Μετά ταύτα όμως, κατασκευάσαντες πλοία, και φανέντες αγνώμονες, απεστάτησαν από τους Επιδαυρίους. Έχοντες λοιπόν διαφοράς με αυτούς και όντες δυνατοί κατά θάλασσαν, τοσούτον τους εκακοποίησαν ώστε τοις ήρπασαν και τα δύο ταύτα αγάλματα της Δαμίας και της Αυξησίας, τα οποία έφερον και έστησαν εις τα μεσόγαια της χώρας των, εις τόπον τινά καλούμενον Οίαν, απέχοντα δε από της πόλεως περί τα είκοσι στάδια. Αφού έστησαν τα αγάλματα εις τούτον τον τόπον, τα ελάτρευον με θυσίας και με ασέμνους χορούς γυναικών. Δι' εκάστην θεάν διωρίζοντο δέκα χορηγοί, οι δε χοροί δεν περιέπαιζον κανένα άνδρα, αλλά τας εγχωρίας γυναίκας. Τας αυτάς ιερουργίας έχουσιν οι Επιδαύριοι, οίτινες έχουσι και άλλας ιερουργίας τας οποίας δεν αναφέρουσιν.

84. Αφού τοις ηρπάγησαν τα αγάλματα ταύτα, οι Επιδαύριοι έπαυσαν να πληρώνωσιν εις τους Αθηναίους τον συμφωνηθέντα φόρον. Οργισθέντες δε κατ' αυτών οι Αθηναίοι, έπεμψαν και τους επέπληττον, αλλ οι Επιδαύριοι απέδειξαν ότι δεν τους ηδίκουν, καθότι εφ' όσον είχον τα αγάλματα εις τον τόπον των τοις έπεμπον τα θύματα, αφότου όμως τα εστερήθησαν δεν είναι δίκαιον να πληρώνωσιν ακόμη. Παρακίνησαν λοιπόν τους Αθηναίους να απαιτήσωσι τα συμφωνηθέντα από τους Αιγινήτας, διότι αυτοί είχον την Δαμίαν και την Αυξησίαν. Ακούσαντες δε τας αποκρίσεις ταύτας οι Αθηναίοι, έπεμψαν εις την Αίγιναν και απήτουν τας προσφοράς τας οφειλομένας διά τα αγάλματα· οι δε Αιγινήται απήντησαν ότι δεν είχον καμμίαν υπόθεσιν με τους Αθηναίους.

85. Οι Αθηναίοι λέγουσιν ότι μετά την απαίτησιν ταύτην εστάλησαν υπό του λαού ένοπλοι άνδρες μετά τριήρους και ότι οι άνδρες ούτοι φθάσαντες εις την Αίγιναν προσεπάθουν να καταβιβάσωσιν από τα βάθρα των τα αγάλματα, καθό κατασκευασμένα από ξύλα ανήκοντα εις τους Αθηναίους. Το σχέδιόν των ήτο να τα λάβωσι μεθ' εαυτών, αλλά δεν το κατώρθωσαν· τότε τα έδεσαν με σχοινία και τα έσυρον αλλ' ενώ τα έσυρον, εγένετο βροντή, και μετά την βροντήν σεισμός. Τούτου ένεκα οι κωπηλάται παρεφρόνησαν, και εν τη μανία των εφόνευον αλλήλους ως πολεμίους μέχρις ου είς έμεινε ζων, και επέστρεψεν εις το Φάληρον.

86. Οι μεν Αθηναίοι ούτω λέγουσιν ότι συνέβη το πράγμα· οι δε Αιγινήται λέγουσιν ότι οι Αθηναίοι μετέβησαν ουχί με έν μόνον πλοίον (διότι και αν ακόμη δεν είχον πλοία εις την Αίγιναν, πάλιν θα εδίωκον ευκόλως ουχί έν αλλά και περισσότερα.) αλλ' απέπλευσαν εκ της χώρας των με πολύν στόλον· διά τούτο αυτοί ενέδοσαν και δεν εναυμάχησαν. Δεν δύνανται όμως να είπωσι μετά βεβαιότητος εάν ενέδοσαν διότι ησθάνοντο εαυτούς υποδεεστέρους ή διότι εσκόπευον να πράξωσιν ό,τι έπραξαν. Οι Αθηναίοι λοιπόν, μη ευρόντες αντίστασιν, απέβησαν από τα πλοία και εβάδισαν προς τα αγάλματα· επειδή δε δεν ηδύναντο να τα ανασπάσωσιν εκ των βάθρων των, δέσαντες αυτά με σχοινία τα έσυρον προς το μέρος των· ενώ δε τα έσυρον, τότε τα αγάλματα ήρχισαν και αυτά να πράττωσι το ίδιον και να σύρωσι τους Αθηναίους προς το μέρος των. Και εγώ μεν δεν πιστεύω τον λόγον τούτον, αλλ' όμως πιθανόν να τον πιστεύση άλλος. Τα αγάλματα, σύροντα, έπεσαν εις τα γόνατα και έκτοτε διατελούσιν ούτως έχοντα. Ταύτα λέγουσιν οι Αιγινήται· προσθέτουσι δε ότι μαθόντες ότι οι Αθηναίοι έμελλον να εκστρατεύσωσιν εναντίον των, έπεισαν τους Αργείους να τοις πέμψωσιν επικουρίαν. Απέβη λοιπόν ο στρατός των Αθηναίων εις την Αίγιναν και συγχρόνως έφθασαν κρυφίως διά της Επιδαύρου οι εκ του Άργυος επίκουροι οίτινες, λαθόντες τους Αθηναίους, επέπεσαν εξαίφνης κατ' αυτών και τους εχώρισαν από τα πλοία. Τότε συγχρόνως εγένετο η βροντή και ο σεισμός.

87. Ταύτα λέγουσιν οι Αργείοι και οι Αιγινήται. Ομολογούσι δε και οι Αθηναίοι ότι είς μόνος περιεσώθη εκ των ιδικών των και επέστρεψεν εις την Αττικήν. Πλην οι μεν Αργείοι λέγουσιν ότι αυτοί κατέστρεψαν το αττικόν στρατόπεδον εκ του οποίου εσώθη ο είς· οι δε Αθηναίοι ότι κατέστρεψε τον στρατόν ο θεός, και ότι ούτε ο είς ούτος επέζησεν, αλλ' απέθανε κατά τον ακόλουθον τρόπον. Επανελθών εις τας Αθήνας, διηγήθη την επελθούσαν καταστροφήν· μαθούσαι τούτο αι γυναίκες των ανδρών όσοι εστράτευσαν εις την Αίγιναν, και μη υποφέρουσαι να βλέπωσιν ότι εκείνος μόνος μεταξύ όλων εσώθη, τον περιεκύκλωσαν, και κεντώσαι αυτόν με τας περόνας των ιματίων, τον ηρώτων πού ήσαν οι άνδρες των. Και ούτος μεν τοιουτοτρόπως απέθανεν· οι δε Αθηναίοι, κρίναντες ότι το έργον των γυναικών ήτο δεινότερον του παθήματος και μη έχοντες πώς άλλως να τιμωρήσωσι τας γυναίκας, μετέβαλον την ενδυμασίαν των εις Ιωνικήν· διότι μέχρις εκείνης της εποχής αι γυναίκες των Αθηναίων εφόρουν ενδυμασίαν Δωρικήν, ήτις πολύ ομοιάζει με την Κορινθιακήν. Την αντικατέστησαν λοιπόν διά του λινού χιτώνος, διά να μη μεταχειρίζωνται πλέον περόνας.

88. Διά να είπη τις όμως ακριβώς, η τοιαύτη ενδυμασία δεν είναι Ιωνική ανέκαθεν, αλλά Καρική, διότι η παλαιά ελληνική ενδυμασία όλων των γυναικών ήτο μία, η σήμερον καλούμενη Δωρική. Οι δε Αργείοι και οι Αιγινήται, ένεκα του αυτού συμβάντος, έθεσαν νόμον να κατασκευάζωσιν αι γυναίκες τας περόνας κατά το έν τρίτον μεγαλειτέρας παρ' όσον τας είχον πρότερον, να αφιερώνωσιν εις το ιερόν της Δήμητρος και της Περσεφόνης περόνας προ πάντων και να μη μεταχειρίζονται τίποτε προερχόμενον εκ της Αττικής, μήτε αγγεία πήλινα, αλλά να πίνωσιν εντός του ιερού από πήλινα αγγεία επιχώρια. Αι μεν γυναίκες λοιπόν των Αργείων και των Αιγινητών από της έριδος ταύτης προς τους Αθηναίους εφόρουν μέχρι της εποχής μου περόνας μεγαλειτέρας ή άλλοτε.

89. Η δε έχθρα των Αργείων και των Αιγινητών ήτο αυτή την οποίαν διηγήθην. Τότε δε, επειδή εκάλεσαν αυτούς οι Θηβαίοι εις βοήθειάν των, ενθυμηθέντες τα ένεκα των αγαλμάτων γενόμενα, εβοήθησαν τους Βοιωτούς. Ελεηλάτουν λοιπόν οι Αιγινήται τα παράλια της Αττικής. Ότε δε οι Αθηναίοι ητοιμάζοντο να στρατεύσωσι κατά των Αιγινητών, τοις ήλθε χρησμός από τους Δελφούς να περιμείνωσι τριάκοντα έτη από της αδικίας των Αιγινητών, κατά δε το τριακοστόν πρώτον, αφού αφιερώσωσι τέμενος εις τον Αιακόν, να αρχίσωσι τον πόλεμον, όστις τότε θα αποβή κατά την επιθυμίαν των. Αν όμως αμέσως κινήσωσι στρατεύματα κατά των Αιγινητών, θα υποστώσι και θα επιφέρωσι κατά το διάστημα τούτο πολλάς ζημίας. Άμα λοιπόν ήλθεν ο χρησμός ούτος και τον ήκουσαν οι Αθηναίοι, αφιέρωσαν εις τον Αιακόν το τέμενος το οποίον και σήμερον υπάρχει πλησίον της αγοράς, αλλά δεν ηθέλησαν να περιμείνωσι τριάκοντα έτη μολονότι ήκουσαν ότι έπρεπε να υπομείνωσιν επί τοσούτον χρόνον τας ύβρεις των Αιγινητών.

90. Ενώ δε αυτοί παρεσκευάζοντο να εκδικηθώσι, τους εμπόδισεν άλλη τις υπόθεσις την οποίαν εκίνησαν οι Λακεδαιμόνιοι. Μαθόντες ούτοι τας μηχανορραφίας των Αλκμαιωνιδών όπως προσελκύσωσι την Πυθίαν και όσα η Πυθία έπραξε προς αυτούς και τους Πεισιστρατίδας, εθεώρησαν τούτο ως διπλήν συμφοράν, επειδή είχον εξώσει προηγουμένως άνδρας οίτινες ήσαν ξένοι των και επειδή οι Αθηναίοι ουδεμίαν εδείκνυον ευγνωμοσύνην διά την υπηρεσίαν ταύτην. Δεν ήρκει τούτο· χρησμοί τοις ανεκοινώθησαν, προλέγοντες ότι έμελλον να υποστώσι πολλάς ύβρεις εκ μέρους των Αθηναίων· οι χρησμοί ούτοι, επί πολύ αγνοούμενοι, δεν εγένοντο εις αυτούς γνωστοί ειμή όταν επέστρεψεν ο Κλεομένης εις την Σπάρτην. Εύρε δε τους χρησμούς τούτους ο Κλεομένης εις την ακρόπολιν των Αθηναίων· πρότερον είχον αυτούς οι Πεισιστρατίδαι, διωχθέντες όμως τους άφησαν εις το ιερόν και ο Κλεομένης τους έλαβε καταλειφθέντας εκεί.

91. Τότε δε λαβόντες εις χείρας των οι Λακεδαιμόνιοι τους χρησμούς και βλέποντες αυξάνοντας τους Αθηναίους και μη θέλοντας κατ' ουδένα τρόπον να γίνωσιν υπήκοοί των, ενόησαν ότι ελεύθερος μεν ο λαός της Αττικής ηδύνατο να γίνη ισοδύναμός των, αποτεταγμένος όμως εις τύραννον ήθελεν απολέσει την δύναμίν του και καταστή ευπειθώς. Ταύτα λοιπόν σκεπτόμενοι έπεμψαν και έφερον τον Ιππίαν, του Πεισιστράτου από του εν Ελλησπόντω Σιγείου, όπου είχον καταφύγει οι Πεισιστρατίδαι. Αφού δε εκάλεσαν τον Ιππίαν και ήλθε, μηνύσαντες να έλθωσι πρέσβεις και εκ των συμμάχων πόλεων, είπον προς αυτούς οι Σπαρτιάται τα εξής· «Αναγνωρίζομεν, ω σύμμαχοι, ότι δεν εφέρθημεν καλώς διότι παρακινηθέντες υπό χρησμών απατηλών, εδιώξαμεν εκ της πατρίδος των άνδρας οίτινες ήσαν συνδεδεμένοι μεθ' ημών διά στενωτάτης ξενίας και οίτινες μας είχον υποσχεθή να υποτάξωσιν εις ημάς τας Αθήνας· έπειτα, ενεπιστεύθημεν την πόλιν ταύτην εις λαόν αχάριστον όστις μείνας ελεύθερος χάρις εις ημάς, ύψωσε την κεφαλήν και μας εδίωξεν υβριστικώς, ημάς και τον βασιλέα ημών. Η υπόληψις αυτού ήρξατο προβαίνουσα και ήδη η δύναμίς του αυξάνει, ως το έμαθον προ πάντων οι περίοικοι αυτού Βοιωτοί και Χαλκιδείς, ως θα το μάθωσιν όλοι εκείνοι όσοι περιπέσωσιν εις το αυτό λάθος εις το οποίον περιεπέσαμεν ημείς. Αλλ' εάν εσφάλομεν εκείνα πράξαντες, θα προσπαθήσωμεν τώρα ομού με σας να διορθώσωμεν το λάθος μας και να τους τιμωρήσωμεν. Επί τω σκοπώ τούτω προσεκαλέσαμεν τον Ιππίαν τούτον και υμάς από τας πόλεις, ίνα διά κοινής αποφάσεως και κοινής εκστρατείας εισαγάγωμεν αυτόν εις τας Αθήνας και τω αποδώσωμεν όσα τω αφηρέσαμεν.»

92. Οι μεν Σπαρτιάται ταύτα είπον, οι πλειότεροι όμως των συμμάχων δεν επεδοκίμασαν τους λόγους τούτους. Ενώ δε οι άλλοι εσιώπων, ο Κορίνθιος Σωσικλής είπε τα εξής.

1. «Βεβαίως ο ουρανός θα καταβή υπό την γην, και η γη θα αναβή υπεράνω του ουρανού, και οι άνθρωποι θα ζήσωσιν εν τη θαλάσση, και οι ιχθύες όπου ήσαν πρότερον οι άνθρωποι, αφού υμείς, ω Λακεδαιμόνιοι, ανατρέποντες τας ισοκρατίας, ετοιμάζεσθε να εισαγάγετε την τυραννίαν εις τας πόλεις, από το οποίον ούτε αδικώτερον άλλο έργον υπάρχει εις τον κόσμον, ούτε μιαιφονώτερον. Εάν σας φαίνεται ότι είναι καλόν να κυβερνώνται αι πόλεις υπό τυρράνων, υμείς πρώτοι καταστήσατε τύραννον εις την πόλιν σας και έπειτα προσπαθήσατε να καταστήσετε και εις τας άλλας. Τώρα δε χωρίς να δοκιμάσετε τι είναι τύραννος και προσέχοντες επιμελώς μη γίνη τοιούτο τι εις την Σπάρτην, θέλετε να δωρήσετε τοιούτους εις τους συμμάχους. Εάν όμως είχετε πείραν του πράγματος ως ημείς, θα ηδύνασθε να μας δώσετε περί του αντικειμένου τούτου συμβουλάς καλλιτέρας εκείνης την οποίαν μας εδώσατε προ ολίγου.

2. «Ενθυμηθήτε την διοίκησιν ήτις είχεν εγκατασταθή εις την πόλιν των Κορινθίων· ήτο ολιγαρχία και οι καλούμενοι Βακχιάδαι είχον την αρχήν· έδιδον δε αυτοί και ελάμβανον γυναίκας πάντοτε μεταξύ των. Είς των ανδρών τούτων, ο Αμφίων, εγέννησε θυγατέρα χωλήν, ήτις ωνομάσθη Λάβδα. Ο Ηετίων, υιός του Εχεκράτους, εκ του δήμου της Πέτρας, μολονότι κατήγετο εκ των Λαπιθών και του Καινέως, ενυμφεύθη αυτήν, διότι κανείς των Βακχιάδων δεν την ήθελε διά γυναίκα. Επειδή όμως μήτε εξ αυτής μήτε εξ άλλης ετεκνοποίει, ήλθεν εις τους Δελφούς διά να ερωτήση περί τέκνου· ενώ δε εισήρχετο ευθύς η Πυθία τον προσηγόρευσε διά των εξής λόγων.

_Ηετίων ουδείς σε τιμά και είσαι άξιος πολλών τιμών· η γυνή σου είναι έγκυος και θα γεννήση τροχοειδή πέτραν ήτις θα πέση επί των μοναρχών και θα εκδικήση την Κόρινθον._

ταύτα τα εις τον Ηετίωνα χρησμοδοτηθέντα δεν ηξεύρω πώς εκοινοποιήθησαν εις τους Βακχιάδας, οι οποίοι και αυτοί είχον λάβει πρότερον χρησμόν περί της Κορίνθου, όστις όμως ήτο ανεξήγητος και είχε την αυτήν έννοιαν την οποίαν είχε και ο χρησμός του Ηετίωνος. Έλεγε δε ούτω·

_Ο αετός συλλαμβάνει εις τας πέτρας· θα γεννήση δε λέοντα ισχυρόν, ωμοφάγον, όστις πολλών θα κόψη τα γόνατα. Προσέξατε λοιπόν, ω Κορίνθιοι, οίτινες κατοικείτε περί την ωραίαν Πειρήνην και την υψηλήν ακρόπολιν της Κορίνθου._

3. «Αυτός λοιπόν ο χρησμός ο δοθείς προηγουμένως εις τους Βακχιάδας ήτο ακατανόητος· τότε όμως, άμα ήκουσαν τον του Ηετίωνος ενόησαν και τον προλαβόντα· διότι ήτο σύμφωνος με τον του Ηετίωνος. Καίτοι όμως εννοήσαντες αυτόν, εσιώπων, διότι είχον απόφασιν να θανατώσωσι το εκ του Ηετίωνος, γεννηθησόμενον τέκνον. Άμα λοιπόν εγέννησεν η γυνή, έπεμψαν εις τον δήμον όπου κατώκει ο Ηετίων δέκα από τους ιδικούς των διά να φονεύσωσι το παιδίον. Φθάσαντες ούτοι εις την Πέτραν και εισελθόντες εις την αυλήν του Ηετίωνος, εζήτουν το παιδίον. Η Λάβδα, μη γνωρίζουσα ποσώς τον σκοπόν διά τον οποίον ήλθον και νομίζουσα ότι εκ φιλίας προς τον πατέρα επεθύμουν να το ίδωσι, το έφερε και το ενεχείρισεν εις ένα εξ αυτών. Είχον δε ούτοι συμφωνήσει καθ' οδόν, όστις πρώτος λάβη το παιδίον να το κτυπήση καταγής. Αλλ' όταν η Λάβδα φέρουσα το παρέδωκε, κατά θείαν τύχην το παιδίον εμειδίασε προς τον άνθρωπον όστις το έλαβεν· ούτος δε παρατηρήσας τούτο κατελήφθη υπό οίκτου όστις τον εμπόδισε να το θανατώση, και όλος συγκεκινημένος παρέδωκεν αυτό εις τον δεύτερον, ο δεύτερος εις τον τρίτον και τοιουτοτρόπως παραδιδόμενον διεξήλθε διά πάντων των δέκα, μηδενός θέλοντος να το θανατώση. Αφού δε απέδωκαν το παιδίον εις την μητέρα, και εξήλθον έξω, εστάθησαν προ της θύρας και επέπληττον αλλήλους αιτιώμενοι προ πάντων εκείνου όστις πρώτος έλαβεν αυτό, διότι δεν έπραξε συμφώνως προς τα αποφασισθέντα. Τέλος, αφού παρήλθε χρόνος τις, απεφάσισαν να εισέλθωσι και να μεθέξωσι του φόνου όλοι.

4. «Ήτο όμως πεπρωμένον να αναβλαστήσωσι συμφοραί εις την Κόρινθον εκ του υιού του Ηετίωνος. Η Λάβδα, ισταμένη πλησίον της θύρας, ήκουσε πάντα ταύτα και φοβηθείσα μήπως μετανοήσαντες διά την πρώτην των συμπάθειαν ζητήσωσιν εκ δευτέρου το παιδίον διά να το φονεύσωσι, το έλαβε και το έκρυψεν εις μέρος το οποίον ενόμιζε δυσκολώτατον να φαντασθώσιν, εις κυψέλην, βεβαία ούσα ότι εάν επέστρεφον διά να το ζητήσωσι θα ηρεύνων πανταχού, όπερ και εγένετο. Εισήλθον, ηρεύνησαν αλλά δεν εύρον το παιδίον· τέλος απεφάσισαν να αναχωρήσωσι και να είπωσιν εις εκείνους οίτινες τους έπεμψαν ότι έπραξαν όλα όσα τους παρήγγειλαν. Και ούτοι μεν απελθόντες ταύτα είπον.

5. «Ο δε υιός του Ηετίωνος μετά ταύτα ηύξανε, και επειδή κρυφθείς εις την Κυψέλην διέφυγε τον κίνδυνον τούτον, επωνομάσθη Κύψελος. Ότε δε ο Κύψελος εγένετο ανήρ, ηρώτησε το μαντείον των Δελφών και έλαβεν απόκρισιν διφορουμένην, εις την οποίαν πεισθείς επεχείρησε την καθυπόταξιν της Κορίνθου. Ήτο δε ο χρησμός ο εξής.

_Ευδαίμων ο ανήρ ούτος όστις εισέρχεται εις την κατοικίαν μου, ο Κύψελος Ηετίδης, βασιλεύς της ενδόξου Κορίνθου, αυτός και οι παίδες αυτού, ουχί όμως και οι παίδες των παίδων αυτού._

Τοιούτος ήτο ο χρησμός. Τυραννεύσας δε ο Κύψελος, τοιούτος ανήρ εγένετο· πολλούς μεν των Κορινθίων εξώρισε, πολλούς απεστέρησε των χρημάτων των, πολλοτάτους δε απέκτεινεν.

6. «Αφού εβασίλευσεν επί τριάκοντα έτη και ετελείωσε τον βίον καλώς, διάδοχος της τυραννίδος εγένετο ο υιός αυτού Περίανδρος· Ούτος ο Περίανδρος κατ' αρχάς μεν ήτο ηπιώτερος του πατρός· αφού όμως διά πρέσβεων εσχετίσθη με τον τύραννον της Μιλήτου Θρασύβουλον, εγένετο πολύ μιαιφονώτερος του Κυψέλου· καθότι πέμψας κήρυκα προς τον Θρασύβουλον, ηρώτα ποίον τρόπον πολιτεύματος ασφαλέστατον να μεταχειρισθή διά να διοική την πόλιν ασφαλώς. Ο δε Θρασύβουλος λαβών τον παρά του Περιάνδρου αποσταλέντα, εξήγαγεν αυτόν έξω της πόλεως και εισελθών εις γην εσπαρμένην διήρχετο διά των αγρών ερωτών εκ νέου και εξετάζων τον κήρυκα το αίτιον της εκ Κορίνθου αφίξεώς του· εν τούτοις έκοπτε και έρριπτε κατά γης όπου έβλεπε στάχυν τινά υπερέχοντα των άλλων, και τοιουτοτρόπως εξηκολούθησε μέχρις ου κατέστρεψε τους αξιολογωτάτους και υψηλοτάτους των σταχύων του αγρού. Αφού δε διέτρεξεν όλον τον εσπαρμένον τόπον, απέπεμψε τον κήρυκα χωρίς να δώση εις αυτόν ουδεμίαν απόκρισιν. Επιστρέψαντος δε του κήρυκος εις την Κόρινθον, ο Περίανδρος πολλήν προθυμίαν είχε να μάθη την συμβουλήν την οποίαν τω έφερεν· αλλ' ο κήρυξ είπεν ότι ο Θρασύβουλος ουδεμίαν συμβουλήν τω έδωκε και ότι απορεί πώς τον έστειλε προς τοιούτον άνθρωπον παράφρονα όστις καταστρέφει τα ίδια κτήματά του.

7. «Εννοήσας ο Περίανδρος τα πραχθέντα και αποφασίσας, ως συνεβούλευσεν αυτόν ο Θρασύβουλος, να φονεύση τους επισημοτέρους των πολιτών, έδειξε τότε πάσαν σκληρότητα προς αυτούς, διότι όσους εφείσθη ο Κύψελος, τούτους απετελείωσεν ο Περίανδρος θανατώσας ή εξορίσας. Ημέραν τινά, ένεκα της γυναικός του Μελίσσης (5), εγύμνωσεν όλας τας γυναίκας της Κορίνθου· είχεν αποστείλει εις τους παρά τον Αχέροντα ποταμόν Θεσπρωτούς απεσταλμένους διά να ερωτήσωσι το νεκρομαντείον περί τινος παρακαταθήκης γενομένης υπό τινος ξένου· φανείσα η Μέλισσα είπεν εις αυτούς ότι ούτε διά σημείων ούτε διά λόγου δεν θα φανερώση εις ποίον μέρος είναι ο θησαυρός· «διότι, είπε, ριγώ, είμαι γυμνή· τα φορέματα τα οποία συγκατέθαψαν μετ' εμού δεν με ωφελούσιν εις τίποτε, καθότι δεν εκάησαν.» Προς απόδειξιν ότι έλεγεν αλήθειαν, προσέθηκεν ότι ο Περίανδρος έθεσε τον άρτον της εις κάμινον ψυχράν. Όταν οι λόγοι ούτοι ανεκοινώθησαν εις τον Περίανδρον (και δι' αυτόν υπεστηρίζοντο υπό μαρτυρίας την οποίαν δεν ηδύνατο να αμφισβητήση, καθότι εμίγη με την Μέλισσαν νεκράν ούσαν), αμέσως μετά την αγγελίαν εξέδωκε κήρυγμα να μεταβώσιν όλαι αι γυναίκες των Κορινθίων εις τον ναόν της Ήρας. Αύται λοιπόν, ως εις εορτήν, μετέβησαν εστολισμέναι με όλα τα καλλίτερα ενδύματά των· ο δε Περίανδρος θέσας τους δορυφόρους τας εγύμνωσεν όλας, και τας ελευθέρας και τας δούλας, και συναθροίσας όλα τα φορέματα εις λάκκον κατέκαυσεν αυτά επικαλούμενος την Μέλισσαν. Αφού έπραξε τούτο, έπεμψεν εκ δευτέρου τους απεσταλμένους του, και η σκιά της Μελίσσης τοις είπεν εις ποίον μέρος έκρυψε τον θησαυρόν του ξένου. Τοιαύτη λοιπόν, ω Λακεδαιμόνιοι, είναι η τυραννίς, και τοιαύτα τα έργα αυτής. Ημείς οι Κορίνθιοι κατ' αρχάς μεγάλως εθαυμάσαμεν ότε σας είδομεν να προσκαλέσητε τον Ιππίαν, τώρα δε θαυμάζομεν πολύ περισσότερον ακούοντες τους λόγους σας. Όθεν επικαλούμενοι τους θεούς των Ελλήνων, σας ικετεύομεν να μη καταστήσητε τυραννίδας εις τας πόλεις. Εάν όμως δεν παύσητε, αλλ' εξακολουθήσετε παρά το δίκαιον προσπαθούντες να καταβιβάσητε τον Ιππίαν εις τας Αθήνας, μάθετε ότι οι Κορίνθιοι δεν είναι σύμφωνοι με την γνώμην σας.»

93. Ο μεν πρέσβυς της Κορίνθου Σωσικλής ταύτα είπεν· ο δε Ιππίας τους αυτούς θεούς επικαλεσθείς απεκρίθη ότι περισσότερον από όλους τους άλλους Έλληνας οι Κορίνθιοι θα ποθήσωσι κατόπιν τους Πεισιστρατίδας, όταν φθάσωσι δι' αυτούς αι αναπόφευκτοι ημέραι καθ' ας θέλουσιν αδικηθή από τους Αθηναίους. Έλεγε δε ταύτα ο Ιππίας ως άνθρωπος γνωρίζων καλλίτερον παντός άλλου τους χρησμούς. Οι δε λοιποί σύμμαχοι έως τότε μεν εσιώπων· αφού όμως ήκουσαν τον Σωσικλέα εκφράζοντα ελευθέρως την γνώμην του, τότε όλοι μεγαλοφώνως είπον ότι συνεμερίζοντο την γνώμην του Κορινθίου, και παρεκάλεσαν τους Λακεδαιμονίους να μη επιχειρίσωσι νεωτερισμόν τινα εις πόλιν Ελληνίδα.

94. Τοιούτον το τέλος της υποθέσεως ταύτης· εις δε τον Ιππίαν διωχθέντα εκείθεν έδωκεν ο Μακεδών Αμύντας την Ανθεμούντα, και συγχρόνως οι Θεσσαλοί τω προσέφερον την Ιωλκόν· αλλ' αυτός δεν ηθέλησε μήτε την μίαν μήτε την άλλην, και επέστρεψεν εις το Σίγειον το οποίον ο Πεισίστρατος ήρπασε διά των όπλων από τους Μιτυληναίους και αφού το εκυρίευσε κατέστησεν εις αυτό τύραννον τον νόθον αυτού υιόν Ηγησίστρατον, τον έκ τινος Αργείας γυναικός γεννηθέντα, όστις διετήρησεν ουχί αμαχητί όσα παρέλαβε παρά του Πεισιστράτου, διότι επί πολύν χρόνον επολέμουν οι Μιτυληναίοι ορμώμενοι εκ της πόλεως Αχιλλείου και οι Αθηναίοι ορμώμενοι εκ του Σιγείου, οι μεν πρώτοι ζητούντες οπίσω την χώραν των, οι δε Αθηναίοι μη συγκατατιθέμενοι να αποδώσωσιν αυτήν αλλ' αποδεικνύοντες διά λόγων ότι οι Αιολείς δεν έχουσιν επί της Τρωικής γης πλειότερα δικαιώματα παρ' όσα έχουσιν αυτοί οι Αθηναίοι και οι άλλοι Έλληνες όσοι εβοήθησαν τον Μενέλαον εις την εκστρατείαν την γενομένην διά την αρπαγήν της Ελένης.

95. Διαρκούντος τον πολέμου τούτου συνέβησαν διάφορα άλλα εις τα πεδία της μάχης, και προς τούτοις ο ποιητής Αλκαίος είς τινα συμπλοκήν κατά την οποίαν ενίκησαν οι Αθηναίοι, αυτός μεν ελυτρώθη διά της φυγής, τα όπλα του όμως έλαβον οι Αθηναίοι και τα εκρέμασαν εις τον εν τω Σιγείω ναόν της Αθηνάς. Περί της μάχης ταύτης ο Αλκαίος συνέθεσεν άσμα λυρικόν το οποίον έπεμψεν εις Μιτυλήνην διά να καταστήση γνωστόν εις τον φίλον Μελάνιππον το πάθημά του. Τους δε Μιτυληναίους και τους Αθηναίους συνεβίβασεν ο Περίανδρος του Κυψέλου, διότι αυτόν εξελέξαντο ως διαιτητήν. Τους συνεβίβασε δε ως εξής· να νέμεται εκάτερον μέρος την χώραν την οποίαν κατέχει. Τοιουτοτρόπως λοιπόν το Σίγειον έμεινεν εις τους Αθηναίους.

96. Επανελθών δε ο Ιππίας εκ της Λακεδαίμονος εις την Ασίαν, πάντα λίθον εκίνησε διαβάλλων τους Αθηναίους εις τον Αρταφέρνη και παν μέσον μεταχειριζόμενος διά να υποπέσωσιν αι Αθήναι εις την ιδικήν του και την του Δαρείου εξουσίαν. Και ο μεν Ιππίας ταύτα έπραττεν· οι δε Αθηναίοι άμα μαθόντες τα γινόμενα έπεμψαν εις τας Σάρδεις απεσταλμένους διά να εμποδίσωσι τους Πέρσας από του να δίδωσι πίστιν εις τους λόγους των φυγάδων. Αλλ' ο Αρταφέρνης διέταξε τους πρέσβεις, εάν ήθελον να σώσωσι τον τόπον των, να δεχθώσι τον Ιππίαν επιστρέφοντα. Οι δε Αθηναίοι, ότε τοις ανεκοινώθη η απόκρισις αύτη, δεν την παρεδέχθησαν και απεφάσισαν να γίνωσι φανεροί πολέμιοι των Περσών.

97. Ενώ είχον αποφασίσει ταύτα και ηρέθιζον τους Πέρσας εναντίον των, ο Μιλήσιος Αρισταγόρας, διωχθείς εκ της Σπάρτης υπό του Λακεδαιμονίου Κλεομένους, ήλθεν εις τας Αθήνας· καθότι η πόλις αύτη ήτο τότε η δυνατωτάτη όλων των άλλων. Παρουσιασθείς ο Αρισταγόρας ενώπιον του δήμου είπεν όσα είχεν ειπεί εις την Σπάρτην περί των αγαθών της Ασίας και περί της πολεμικής ικανότητος των Περσών, ότι ούτε ασπίδα ούτε δόρυ μεταχειρίζονται και ότι ευκόλως ηδύναντο να νικηθώσι. Ταύτα έλεγε και προς τούτοις ότι οι Μιλήσιοι ήσαν άποικοι των Αθηνών και ότι ήτο χρέος της πόλεως ταύτης, ήτις έχει τόσην δύναμιν, να τους προστατεύση. Διά την ανάγκην δε την οποίαν είχεν, υπέσχετο τα πάντα, μέχρις ου επί τέλους τους έπεισεν. Εκ τούτου καθίσταται δήλον ότι ευκολώτερον δύναταί τις να απατήση πολλούς ή ένα μόνον άνθρωπον, καθότι ο Αρισταγόρας τον μεν Λακεδαιμόνιον Κλεομένη δεν ηδυνήθη να απατήση, ηπάτησεν όμως τρεις μυριάδας Αθηναίων. Οι Αθηναίοι λοιπόν παρασυρθέντες εψήφισαν να στείλωσιν είκοσι πλοία διά να βοηθήσωσι τους Ίωνας, διορίσαντες στρατηγόν του στόλου τούτου τον Μελάνθιον, πολίτην σημαντικόν υπό όλας τας επόψεις. Ταύτα δε τα πλοία εγένοντο αρχή κακών εις τους Έλληνας και τους βαρβάρους.

98. Ο δε Αρισταγόρας προπλεύσας και φθάσας εις την Μίλητον διενοήθη να πράξη πράγμα το οποίον ουδαμώς ήθελεν ωφελήσει τους Ίωνας, και ούτε αυτός το έκαμε με τοιούτον σκοπόν, αλλά μάλλον διά να λυπήση τον βασιλέα Δαρείον. Έπεμψεν άνθρωπον εις την Φρυγίαν προς τους Παίονας, οίτινες αιχμαλωτευθέντες υπό του Φαρναβάζου επέμφθησαν από τον Στρυμόνα ποταμόν και κατώκουν εις ιδιαιτέραν κώμην της Φρυγίας. Ελθών ο απεσταλμένος εις τους Παίονας τοις είπε τα εξής· Ώ Παίονες, ο τύραννος της Μιλήτου Αρισταγόρας με έδωσεν εντολήν να σας σώσω, εάν θέλετε να με ακούσετε· διότι τώρα όλη η Ιωνία απέσεισε τον ζυγόν του Δαρείου και παρ' υμών εξαρτάται να επιστρέψετε σώοι και αβλαβείς εις την πατρίδα σας. Πώς να καταβήτε εις την θάλασσαν, φροντίσατε οι ίδιοι· τα λοιπά αφορώσιν ημάς.» Ακούσαντες ταύτα οι Παίονες ευχαριστήθησαν πολύ και λαβόντες τας γυναίκας των και τα παιδία των έδραμον προς την θάλασσαν· τινές όμως έμειναν εκεί, διότι εφοβήθησαν. Φθάσαντες οι άλλοι εις την παραλίαν, διέβησαν εις την Χίον. Ήσαν δε πλέον εις την Χίον, ότε εκίνησε κατόπιν των πολύ ιππικόν. Μη δυνηθέντες όμως οι Πέρσαι να τους φθάσωσι, τοις εμήνυσαν εις την Χίον να επιστρέψωσιν. Αλλ' οι Παίονες δεν εδέχθησαν τους λόγους, και εκ μεν της Χίου μετεκόμισαν αυτούς οι Χίοι εις την Λέσβον, εκ δε της Λέσβου οι Λεσβίοι εις τον Δορίσκον, και εκείθεν διά ξηράς έφθασαν εις την Παιονίαν.

99. Εν τούτοις τα πλοία των Αθηναίων έφθασαν ακολουθούμενα υπό πέντε τριήρεων των Ερετριέων οίτινες έλαβον μέρος εις αυτήν την εκστρατείαν ουχί χάριν των Αθηναίων άλλα χάριν αυτών τούτων των Μιλησίων, αποδίδοντες προηγουμένην υποχρέωσιν, καθότι πρότερον οι Μιλήσιοι εβοήθησαν αυτούς εις πόλεμόν τινα τον οποίον είχον κατά των Χαλκιδέων ότε οι Σάμιοι εβοήθησαν τους Χαλκιδείς εναντίον των Ερετρέων και Μιλησίων. Τότε ο Αρισταγόρας συναθροίσας τους Αθηναίους και τους άλλους συμμάχους, διεύθυνε την εκστρατείαν κατά των Σάρδεων, αυτός μεν μη λαβών μέρος, διορίσας όμως στρατηγούς των Μιλησίων πρώτον μεν τον αδελφόν του Χαροπίνον, έπειτα δε τον Ερμόφαντον ένα των αστών.