Ιστορίαι Ηροδότου, Τόμος 2

Part 3

Chapter 332 wordsPublic domain

55. Διωχθείς ο Αρισταγόρας εκ της Σπάρτης ήλθεν εις τας Αθήνας, ελευθερωθείσας από τους τυράννους των κατά τον ακόλουθον τρόπον. Αφού ο Αριστογείτων και ο Αρμόδιος, όντες ανέκαθεν εκ του γένους των Γεφυραίων, εφόνευσαν τον Ίππαρχον, υιόν του Πεισιστράτου και αδελφόν του τυράννου Ιππίου, ιδόντα εις τον ύπνον του όραμα αγγέλλον αυτώ εναργέστατα εκείνο το οποίον έμελλε να πάθη, πάλιν οι Αθηναίοι επί τέσσαρας ακόμη μήνας ετυραννεύθησαν όχι ολιγώτερον αλλά μάλιστα περισσότερον ή πρότερον.

56. Το δε δράμα του ενυπνίου του Ιππάρχου ήτο το εξής. Κατά την νύκτα της παραμονής των Παναθηναίων εφάνη εις τον Ίππαρχον ότι είδεν άνδρα μέγαν και ωραίον παρουσιασθέντα ενώπιόν του και ειπόντα τους εξής αινιγματώδεις λόγους· «Υπόμεινον, λέων, με καρδιάν υπομονητικήν, ό,τι πάθης ανυπόφορον. Δεν υπάρχει άνθρωπος αδικών όστις να μη αποτίση την αδικίαν.» Τούτων την εξήγησιν, άμα εγένετο ημέρα, τον είδον να προτείνη εις ονειροκρίτας· έπειτα εξορκίσας το όνειρον, μετέβη εις τον τόπον της πομπής όπου και εφονεύθη.

57. Οι δε Γεφυραίοι, εκ των οποίων κατήγοντο οι φονείς του Ιππάρχου, ως μεν λέγουσιν αυτοί, έχουσι την αρχήν των εκ της Ερετρείας, ως δε έμαθον εγώ εξετάσας, ήσαν Φοίνικες, εκ των Φοινίκων εκείνων οίτινες μετά του Κάδμου ήλθον εκ της Φοινίκης εις την γην την σήμερον καλουμένην Βοιωτίαν, και λαβόντες κλήραν τινα της χώρας ταύτης εγκατεστάθησαν εις την Ταναγρικήν μοίραν. Εντεύθεν αφού πρώτον εδιώχθησαν οι Καδμείοι υπό των Βοιωτών, εδιώχθησαν έπειτα και οι Γεφυραίοι υπό των Αργείων και κατέφυγον εις τους Αθηναίους. Οι δε Αθηναίοι τους εδέχθησαν ως πολίτας των, απαγορεύσαντες αυτοίς διάφορα δικαιώματα τα οποία δεν είναι άξια διηγήσεως.

58. Οι δε Φοίνικες ούτοι οι μετά του Κάδμου ελθόντες, μεταξύ των οποίων ήσαν οι Γεφυραίοι, οικήσαντες την χώραν ταύτην, εδίδαξαν πολλά πράγματα και προς τούτοις τα γράμματα τα οποία κατ' εμέ δεν υπήρχον πρότερον εις τους Έλληνας. Και κατ' αρχάς μεν οι Έλληνες μετεχειρίσθησαν όσα γράμματα μεταχειρίζονται οι Φοίνικες, ύστερον όμως με την πρόοδον του χρόνου ετροποποίησαν την φωνήν αυτών και το σχήμα. Εκ των Ελλήνων οι Ίωνες ήσαν οι κατ' εκείνην την εποχήν κατοικούντες εις τα πλείστα μέρη των πέριξ χωρών· αυτοί λοιπόν μαθόντες παρά των Φοινίκων τα γράμματα, μετεχειρίσθησαν αυτά και τα μετερρύθμισαν ολίγον. Μεταχειριζόμενοι δε αυτά είπον, ως ήτο και δίκαιον, διότι οι Φοίνικες τα εισήγαγον εις την Ελλάδα, να καλώνται Φοινικικά. Προσέτι δε και τας βίβλους καλούσιν οι Ίωνες διφθέρας κατά παλαιάν συνήθειαν, καθότι ούσης της βίβλου σπανίας μετεχειρίζοντο άλλοτε δέρματα αιγών και προβάτων. Ακόμη δε και εις την εποχήν μου πολλοί των βαρβάρων γράφουσιν εις τοιαύτας διφθέρας.

59. Είδον δε και εγώ αυτός Καδμικά γράμματα εις το ιερόν του Ισμηνίου Απόλλωνος εις τας Θήβας της Βοιωτίας, γεγλυμμένα επί τριών τριπόδων, κατά πολύ ομοιάζοντα προς τα Ιωνικά. Ο μεν είς των τριπόδων έχει το εξής επίγραμμα: «Ο ΑΜΦΙΚΤΥΩΝ ΜΕ ΑΝΕΘΗΚΕΝ, ΕΠΙΣΤΡΕΨΑΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΤΗΛΕΒΟΕΙΣ.» Τούτο θα χρονολογήται από την εποχήν του Λαΐου, υιού του Λαβδάκου, υιού του Πολυδώρου, υιού του Κάδμου.

60. Έτερος τρίπους φέρει το εξής επίγραμμα εις εξαμέτρους στίχους: «Ο ΣΚΑΙΟΣ, ΝΙΚΗΣΑΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΠΥΓΜΗΝ, ΜΕ ΑΝΕΘΗΚΕΝ ΕΙΣ ΣΕ ΤΟΝ ΜΑΚΡΑΝ ΡΙΠΤΟΝΤΑ ΤΑ ΒΕΛΗ ΑΠΟΛΛΩΝΑ, ΑΓΑΛΜΑ ΠΕΡΙΚΑΛΛΕΣ.» Ο Σκαίος δε ούτος θα ήτο ο υιός του Ιπποκόωντος, εάν αυτός είναι ο αφιερώσας και όχι άλλος, έχων τα ίδιον όνομα με τον υιόν του Ιπποκόωντος και σύγχρονος με τον Οιδίποδα του Λαΐου.

61. Ο δε τρίτος τρίπους λέγει και ούτος εν εξαμέτρω: «ΑΥΤΟΣ Ο ΜΟΝΑΡΧΩΝ ΛΑΟΔΑΜΑΣ ΑΦΙΕΡΩΣΕ ΤΡΙΠΟΔΑ ΕΙΣ ΣΕ ΤΟΝ ΚΑΛΟΝ ΤΟΞΟΤΗΝ ΑΠΟΛΛΩΝΑ, ΑΓΑΛΜΑ ΠΕΡΙΚΑΛΛΕΣ» Επί της μοναρχίας του Λαοδάμαντος τούτου υιού του Ετεοκλέους εδιώχθησαν οι Καδμείοι υπό των Αργείων και έφυγον εις τους Εγχέλεις, οι δε Γεφυραίοι μείναντες, εβιάσθησαν ύστερον υπό των Βοιωτών να αναχωρήσωσιν εις Αθήνας. Και υπάρχει ακόμη ο ναός αυτών εις τας Αθήνας, ουδείς δε των άλλων πολιτών εισέρχεται εις αυτόν. Διαφέρει των άλλων ναών και προ πάντων του ναού όπου τελούνται τα μυστήρια της Αχαίας Δήμητρος.

62. Διηγήθην λοιπόν το όνειρον το οποίον είδεν ο Ίππαρχος και πόθεν κατήγοντο οι Γεφυραίοι εκ των οποίων ήσαν οι φονείς του Ιππάρχου. Πρέπει λοιπόν τώρα να επαναλάβω την διήγησιν την οποίαν ήρχισα και να είπω πώς οι Αθηναίοι ηλευθερώθησαν των τυράννων. Τυραννεύοντες του Ιππίου και φερομένου σκληρώς προς τους Αθηναίους διά τον θάνατον του Ιππάρχου, οι Αλκμαιωνίδαι, Αθηναίοι το γένος και εξορισθέντες υπό του Πεισιστράτου ομού με άλλους Αθηναίους, απεπειράθησαν να επιστρέψωσιν εις τας Αθήνας διά της βίας, αλλ' απέτυχον και ηττήθησαν ολοσχερώς ζητήσαντες να καταβώσι και να ελευθερώσωσι τας Αθήνας. Τότε ετείχισαν το Λειψύδριον το οποίον είναι άνωθεν της Παιονίας· εκεί δε οι Αλκμαιωνίδαι, τα πάντα μηχανώμενοι κατά των Πεισιστρατιδών, συνεφώνησαν με τους Αμφικτύονας και έκτισαν ναόν εις τους Δελφούς, αυτόν όστις είναι σήμερον και δεν υπήρχε τότε. Επειδή δε ήσαν πλούσιοι και σημαντικοί ανέκαθεν, ωκοδόμησαν ναόν καλλίτερον του υποδείγματος, και μολονότι συνεφώνησαν να κτίσωσιν αυτόν εκ μαρμάρου κοινού, κατεσκεύασαν την πρόσοψιν αυτού εκ μαρμάρου Παρίου.

63. Ως λέγουσι λοιπόν οι Αθηναίοι, καθήμενοι οι άνθρωποι ούτοι εις τους Δελφούς εδελέαζον την Πυθίαν με χρήματα ώστε, οσάκις ήρχοντο οι Σπαρτιάται διά να ζητήσωσι χρησμόν είτε δι' ιδιωτικάς υποθέσεις είτε διά δημοσίας, να τοις λέγη πάντοτε ότι πρέπει να ελευθερώσωσι τας Αθήνας. Όθεν οι Λακεδαιμόνιοι, βλέποντες ότι η Πυθία τοις επανελάμβανε τον αυτόν χρησμόν, έπεμψαν μετά στρατού τον Αγχιμόλιον, υιόν του Αστέρος, Σπαρτιάτην έγκριτον, διά να διώξη από τας Αθήνας τους Πεισιστρατίδας, μολονότι ήσαν άκροι φίλοι των· διότι εσέβοντο πλειότερον την διαταγήν του θεού ή τας φιλίας των ανθρώπων. Έπεμψαν δε τον στρατόν τούτον με πλοία, και ο Αγχιμόλιος αγκυροβολήσας εις το Φάληρον απεβίβασε τους στρατιώτας. Εν τούτοις οι Πεισιστρατίδαι, ειδοποιηθέντες προηγουμένως περί τούτον, προσεκάλεσαν επικουρίαν εκ της Θεσσαλίας, διότι είχον συνθήκην συμμαχίας με τους Θεσσαλούς. Οι δε Θεσσαλοί, εις αυτήν την αίτησιν, αποφασίσαντες από κοινού τοις έστειλαν χίλιους ιππείς υπό τον βασιλέα Κινέαν, άνδρα Κονιαίον, τους οποίους αφού έλαβον ως συμμάχους οι Πεισιστρατίδαι εμηχανήθησαν τα εξής. Έκοψαν τα δένδρα της πεδιάδος του Φαλήρου και κατέστησαν αυτήν ιππάσιμον· έπειτα αφήκαν το ιππικόν κατά του στρατοπέδου των Λακεδαιμονίων. Εμπεσόν δε τούτο, άλλους μεν διέφθειρε, μεταξύ των οποίων και τον Αγχιμόλιον· τους δε περισωθέντας τους ηνάγκασε να καταφύγωσιν εις τα πλοία. Και η μεν πρώτη εκστρατεία των Λακεδαιμονίων τοιαύτην τύχην έλαβε· σώζεται δε ο τάφος του Αγχιμολίου εις τας Αλωπεκάς της Αττικής, πλησίον του εις το Κυνόσαργες ναού του Ηρακλέους.

64. Μετά ταύτα δε οι Λακεδαιμόνιοι ετοιμάσαντες μεγαλείτερον στρατόν έπεμψαν αυτόν κατά των Αθηνών, καταστήσαντες στρατηγόν αυτού τον βασιλέα Κλεομένη, υιόν του Αναξανδρίδου· έπεμψαν δε αυτόν ουχί πλέον διά θαλάσσης, αλλά διά ξηράς. Ενώ όμως εισήρχοντο εις την Αττικήν, επετέθησαν κατ' αυτών οι ιππείς των Θεσσαλών, οίτινες μετ' ου πολύ ετράπησαν εις φυγήν απολέσαντες άνδρας υπέρ τους τεσσαράκοντα. Οι λοιποί, όσοι εσώθησαν, έφυγον ως είχον κατ' ευθείαν προς την Θεσσαλίαν. Εισελθών δε εις την πόλιν ο Κλεομένης με τους Αθηναίους όσοι ήθελον να ήναι ελεύθεροι, επολιόρκησε τους τυράννους κλεισθέντας εις το Πελασγικόν τείχος.

65. Βεβαίως οι Λακεδαιμόνιοι δεν ήθελον δυνηθή να εξώσωσι τους Πεισιστρατίδας, ούτε εσκέπτοντο να κάμωσι τακτικήν πολιορκίαν κατ' ανθρώπων εχόντων άφθονον προμήθειαν τροφών και ύδατος, μετά πολιορκίαν δε ολίγων τινών ημερών θα επέστρεφον εις την Σπάρτην· πλην επήλθε συμβάν τι δι' αυτούς μεν ευνοϊκόν, διά δε τους Πεισιστρατίδας ολέθριον. Πεμπόμενοι οι παίδες των Πεισιστρατιδών έξω της χώρας συνελήφθησαν· απ' εκείνης λοιπόν της στιγμής τα πράγματα περιεπλέχθησαν. Διά να λάβωσι δε τα τέκνα των οι Πεισιστρατίδαι εδέχθησαν τους όρους τους οποίους ήθελον οι Αθηναίοι, και ηναγκάσθησαν να εξέλθωσι της Αττικής εντός πέντε ημερών. Μετέβησαν λοιπόν εις το επί του Σκαμάνδρου ποταμού Σίγειον, αφού εκυβέρνησαν τας Αθήνας επί έτη τριάκοντα και έξ, όντες και αυτοί ανέκαθεν εκ της Πύλου και Νηλείδαι, και καταγόμενοι εκ των ιδίων προγόνων εξ ων κατήγοντο ο Κόδρος και ο Μέλανθος οίτινες μολονότι επήλυδες εγένοντο βασιλείς των Αθηναίων. Τούτου ένεκα ο Ιπποκράτης προς ανάμνησιν ωνόμασε τον υιόν του Πεισίστρατον, επονομάσας αυτόν από τον Πεισίστρατον τον υιόν του Νέστορος. Τοιουτοτρόπως οι Αθηναίοι απηλλάγησαν των τυράννων. Όσα δε αφού ηλευθερώθησαν έπραξαν και έπαθον άξια διηγήσεως, πριν ή αποστατήση η Ιωνία από τον Δαρείον και πριν έλθη εις τας Αθήνας ο Μιλήσιος Αρισταγόρας διά να ζητήση βοήθειαν, ταύτα πρώτα θέλω διηγηθή.

66. Αι Αθήναι αίτινες ήσαν και πρότερον μεγάλαι, ελευθερωθείσαι τότε από τους τυράννους εγένοντο μεγαλείτεραι. Εις αυτάς δύο άνδρες είχον μεγάλην δύναμιν, ο Κλεισθένης, ανήρ Αλκμαιωνίδης, όστις εφημίζετο ότι είχεν αγοράσει την Πυθίαν και ο Ισαγόρας του Τισάνδρου, όστις ήτο μεν από περιφανή οικογένειαν, δεν ηξεύρω όμως τίποτε περί της καταγωγής του ειμή μόνον ότι οι συγγενείς του θυσιάζουσιν εις τον Κάριον Δία. Οι δύο ούτοι άνδρες διήγειρον ταραχάς διαφιλονεικούντες την εξουσίαν. Ηττηθείς ο Κλεισθένης ενεκολπώθη το κόμμα του δήμου· μετά ταύτα δε, όντας διηρημένους τους Αθηναίους εις τέσσαρας φυλάς, διήρεσεν εις δέκα και απαλείψας τας επωνυμίας του Γελέοντος, του Αιγικόρους, του Αργάδου και του Όπλητος, οίτινες ήσαν παίδες του Ίωνος, έθεσεν επωνυμίας άλλων ηρώων επιχωρίων, πλην του Αίαντος τον οποίον, μολονότι ξένον, τον προσέθεσεν ως αστυγείτονα και σύμμαχον.

67. Ταύτα πράττων ο Κλεισθένης, εμιμείτο ως νομίζω τον προς μητρός πάππον του Κλεισθένη, τύραννον της Σικυώνος· διότι ο Κλεισθένης της Σικυώνος, ελθών εις πόλεμον προς τους Αργείους, αφ' ενός μεν απηγόρευσε τους ραψωδούς να ψάλλωσιν εις τους αγώνας εν Σικυώνι στίχους του Ομήρου, καθότι οι στίχοι ούτοι είναι ως επί το πλείστον έπαινος των Αργείων και του Άργους· αφ' ετέρου δε, επειδή υπήρχε και υπάρχει μέχρι της σήμερον εις την αγοράν των Σικυωνίων ηρώον προς τιμήν του Αδράστου υιού του Ταλαού, ο Κλεισθένης επεθύμησε να το εκβάλη της χώρας, καθότι ο Άδραστος ήτο Αργείος. Μετέβη λοιπόν εις τους Δελφούς και ηρώτησε το μαντείον, εάν πρέπη να εξώση τον Άδραστον· αλλ' η Πυθία απεκρίθη ότι ο μεν Άδραστος ήτο βασιλεύς των Σικυωνίων, αυτός δε άξιος λιθοβολήσεως. Επειδή λοιπόν ο θεός δεν τω έδωκε την άδειαν, επέστρεψεν οπίσω μηχανώμενος παν μέσον όπως απαλλαγή του Αδράστου. Ότε δε ενόμισεν ότι εύρε το μέσον τούτο, έπεμψεν εις τας Θήβας της Βοιωτίας διά να είπη ότι ήθελε να μεταφέρη εκείθεν εις την Σικυώνα τον Μελάνιππον του Αστακού. Επιτρεψάντων τούτο των Θηβαίων, ο Κλεισθένης έφερε τον Μελάνιππον και τω αφιέρωσε τέμενος εν αυτώ τω πρυτανείω και τον έστησεν εκεί εις το καλλίτερον μέρος. Έφερε δε τον Μελάνιππον εις την Σικυώνα ο Κλεισθένης (επειδή πρέπει να διηγηθώ και τούτο) ως όντα έχθιστον του Αδράστου, του οποίου εφόνευσε τον αδελφόν Μηκιστέα και τον γαμβρόν Τυδέα. Αφού δε τω αφιέρωσε το τέμενος τούτο, αφήρεσεν από τον Άδραστον τας θυσίας και τας εορτάς και τας έδωκεν εις τον Μελάνιππον. Οι δε Σικυώνιοι είχον συνειθίσει να τιμώσι πολύ τον Άδραστον, διότι η χώρα των ανήκεν άλλοτε εις τον Πόλυβον, ο δε Άδραστος ήτο υιός της θυγατρός του Πολύβου όστις αποθνήσκων άπαις, τω αφήκε την αρχήν. Και δι' άλλας ακόμη αιτίας οι Σικυώνιοι ετίμων τον Άδραστον, και προς τούτοις εώρταζον τα παθήματά του διά χορών τραγικών, προσφέροντες εις αυτόν τιμάς αίτινες ανήκον εις τον Διόνυσον. Ο δε Κλεισθένης τους μεν χορούς απέδωκεν εις τον Διόνυσον, τας δε λοιπάς θυσίας εις τον Μελάνιππον. Ταύτα έπραξεν ο Κλεισθένης διά τον Άδραστον.

68. Τα δε ονόματα των Δωρικών φυλών· διά να μη ήναι τα ίδια εις την Σικυώνα και εις το Άργος, μετέβαλεν εις άλλα με τα οποία περιέπαιξε παραπολύ τους Σικυωνίους· διότι λαβών τα ονόματα ταύτα εκ των ονομάτων του χοίρου και του όνου, εμήκυνε μόνον την κατάληξιν, πλην της ιδικής του φυλής εις την οποίαν έδωκεν όνομα παραγόμενον εκ της ιδίας εαυτού αρχής. Ούτοι μεν εκαλούντο Αρχέλαοι, οι άλλοι δε Υάται, Ονεάται και Χοιρεάται. Αυτά τα ονόματα των φυλών μετεχειριζοντο οι Σικυώνιοι και επί του Κλεισθένους και προσέτι επί εξήκοντα έτη μετά τον θάνατον αυτού. Μετά ταύτα όμως συσκεφθέντες τα μετέβαλον εις τους Υλλείς, Παμφύλους και Δυμανάτας· εις ταύτα τα ονόματα προσέθεσαν και τέταρτον, το των Αιγιαλέων, λαβόντες την επωνυμίαν εκ τον Αιγιαλέως, υιού του Αδράστου.

69. Ταύτα έπραξεν ο Σικυώνιος Κλεισθένης. Ο δε Αθηναίος Κλεισθένης, υιός ων της θυγατρός του Σικυωνίου τούτου και έχων το αυτό όνομα, προς περιφρόνησιν των Ιώνων και διά να μη έχωσιν αι φυλαί των Αθηναίων τα αυτά ονόματα με τα ιδικά των, εμιμήθη ως νομίζω τον ομώνυμόν του Κλεισθένη· διότι, άμα έλαβε με το μέρος του τον δήμον των Αθηναίων, όστις πρότερον ήτο αντίπαλός του, μετωνόμασε τας φυλάς και ηύξησε τον αριθμόν αυτών. Αντί τεσσάρων, κατέστησε δέκα αρχηγούς φυλών και διένειμε τους πολίτας εις τας δέκα φυλάς. Οικειοποιηθείς δε τον δήμον ήτο πολύ ισχυρότερος των αντιπάλων μερίδων.

70. Ο δε Ισαγόρας, νικηθείσης της μερίδος του, αντέταξε το εξής μηχάνημα, εις τον νικητήν. Επεκαλέσθη τον Λακεδαιμόνιον Κλεομένη όστις είχε γίνει ξένος του από της εποχές καθ' ην επολιόρκησαν τους Πεισιστρατίδας, και όστις εκατηγορείτο μάλιστα ότι είχε σχέσεις με την γυναίκα του Ισαγόρου. Όθεν ο Κλεομένης πέμψας πρώτον κήρυκα εις τας Αθήνας εζήτει να εξώσωσι τον Κλεισθένη και άλλους πολλούς Αθηναίους μετ' αυτού, αποκαλών αυτούς εναγείς. Έπεμψε δε και έλεγε ταύτα εκ διδαχής του Ισαγόρου· διότι οι μεν Αλκμαιωνίδαι και οι οπαδοί αυτών ήσαν ένοχοι του φόνου τον οποίον θα διηγηθώ αμέσως, αυτός όμως δεν μετέσχεν, ουδέ οι φίλοι αυτού.

71. Οι δε εναγείς των Αθηναίων ωνομάσθησαν διά την εξής αιτίαν. Ήτο Κύλων τις Αθηναίος Ολυμπιονίκης· αυτός επόθησε να τυραννεύση· όθεν εταιρείαν ποιησάμενος μετ' άλλων ηλικιωτών απεπειράθη να καταλάβη την ακρόπολιν. Επειδή όμως δεν ηδυνήθη να την κυριεύση, εκάθισεν ικέτης προ του αγάλματος της Αθηνάς. Και ανήγειρον μεν αυτόν και τους μετ' αυτού οι πρυτάνεις των ναυκράρων οίτινες τότε είχον την διοίκησιν των Αθηνών, κατηγορούνται δε ότι εφόνευσαν αυτούς οι Αλκμαιωνίδαι. Ταύτα εγένοντο προ της εποχής του Πεισιστράτου.

72. Επειδή λοιπόν πέμψας ο Κλεομένης εζήτει να εξώσωσι τον Κλεισθένη και τους εναγείς, ο μεν Κλεισθένης έφυγεν· ουχ ήττον όμως μετ' ολίγον ήλθεν ο Κλεομένης εις τας Αθήνας όχι με μεγάλας δυνάμεις, και ελθών εξώρισεν επτακοσίας οικογενείας Αθηναίων τας οποίας τω επέδειξεν ο Ισαγόρας. Τούτου γενομένου, επειράθη έπειτα να διαλύση την βουλήν και να αναθέση την αρχήν εις τριακοσίους οπαδούς του Ισαγόρου. Αντισταθείσης δε της βουλής και μη θελούσης να υπακούση, ο Κλεομένης, ο Ισαγόρας και η μερίς αυτού καταλαμβάνουσι την ακρόπολιν· τότε οι λοιποί Αθηναίοι ομοφρονήσαντες επολιόρκησαν αυτούς επί δύο ημέρας, την δε τρίτην, όσοι εξ αυτών ήσαν Λακεδαιμόνιοι, εξήλθον της χώρας διά συνθήκης, και τοιουτοτρόπως εξεπληρώθη εκείνο το οποίον είχεν ειπεί η ιέρεια εις τον Κλεομένη· διότι ότε ούτος ανέβη εις την ακρόπολιν, σκοπεύων να εγκατασταθή εκεί και ηθέλησε να εισέλθη εις το άδυτον της θεάς διά να την χαιρετίση, η ιέρεια εξαναστάσα εκ του θρόνου, πριν ή εκείνος υπερβή το κατώφλιον της θύρας, είπεν· «Ω ξένε Λακεδαιμόνιε, ύπαγε οπίσω και μη εισέλθης εις το ιερόν, διότι δεν είναι επιτετραμμένον εις τους Δωριείς να εισέρχωνται ενταύθα.» Ο δε Κλεομένης απεκρίθη· «Ω γύναι, δεν είμαι Δωριεύς, αλλ' Αχαιός.» Αψηφήσας λοιπόν τον χρησμόν έμεινεν εις την ακρόπολιν, αλλά και τότε πάλιν εδιώχθη μετά των Λακεδαιμονίων. Τους δε άλλους έδεσαν οι Αθηναίοι διά να τους θανατώσωσι· μεταξύ δε αυτών και τον Τιμησίθεον τον Δελφόν του οποίου δύναμαι να απαριθμήσω πολλά έργα δεικνύοντα δύναμιν και γενναιότητα μεγάλην. Αυτοί λοιπόν δεθέντες εθανατώθησαν.

73. Μετά ταύτα δε οι Αθηναίοι, μετακαλέσαντες τον Κλεισθένη και τας επτακοσίας οικογενείας τας διωχθείσας υπό του Κλεομένους, πέμπουσι πρέσβεις εις τας Σάρδεις, θέλοντες να συνδέσωσι συμμαχίαν μετά των Περσών, καθότι έβλεπον ότι ο πόλεμος προς τους Λακεδαιμονίους και τον Κλεομένη ήτο άφευκτος. Ελθόντων δε των πρέσβεων εις τας Σάρδεις και ειπόντων όσα ήσαν διατεταγμένοι να είπωσιν, ο Αρταφέρνης του Υστάσπους, ύπαρχος των Σάρδεων, τους ηρώτησε τίνες όντες και ποίαν χώραν κατοικούντες ζητούσι την συμμαχίαν των Περσών. Ακούσας τας αποκρίσεις αυτών τοις είπε μετά συντομίας ότι εάν μεν οι Αθηναίοι δίδωσι γην και ύδωρ εις τον βασιλέα Δαρείον, τοις υπόσχεται συμμαχίαν, εάν δε δεν δίδωσι τους διατάττει να φύγωσι. Τότε οι πρέσβεις συσκεφθέντες μεταξύ των, είπον ότι δίδουσι, διότι ήθελον την συμμαχίαν ταύτην. Όταν όμως επέστρεψαν εις τας Αθήνας, εκατηγορήθησαν αυστηρώς.

74. Ο δε Κλεομένης αισθανόμενος ότι περιυβρίσθη από τους Αθηναίους και με λόγους και με έργα, εσύναζεν εξ όλης της Πελοποννήσου στρατόν χωρίς να λέγη προς ποίον σκοπόν· η μόνη του δε επιθυμία ήτο να τιμωρήση τον δήμον των Αθηναίων και να καταστήση τύραννον τον Ισαγόραν, διότι ούτος είχε συνεξέλθει μετ' αυτού εκ της ακροπόλεως. Άγων λοιπόν μέγα στράτευμα εισέβαλεν ο Κλεομένης εις την Ελευσίνα, και συγχρόνως οι Βοιωτοί, εις δοθέν σύνθημα, εκυρίευσαν την Οινόην και τας Υσιάς, δήμους εις τα άκρα της Αττικής, οι δε Χαλκιδείς εισέβαλαν εξ άλλου μέρους δηούντες και καταστρέφοντες. Οι δε Αθηναίοι, μολονότι επιέζοντο εκ δύο μερών, τους μεν Βοιωτούς και τους Χαλκιδείς επεφυλάχθησαν να τιμωρήσωσι βραδύτερον, όλας δε τας δυνάμεις των έστρεψαν τότε κατά των Πελοποννησίων των κατεχόντων την Ελευσίνα.

75. Καθ' ην στιγμήν όμως έμελλον να έλθωσιν εις χείρας οι στρατοί, πρώτοι οι Κορίνθιοι σκεφθέντες ότι έπραττον αδικίαν, μετέβαλον γνώμην και ανεχώρησαν. Μετ' αυτούς ανεχώρησε και ο Δημάρατος του Αρίστωνως, βασιλεύς και αυτός των Σπαρτιατών, όστις ωδήγει τον στρατόν μετά του Κλεομένους και μέχρι της στιγμής εκείνης καθ' όλα σύμφωνος μετ' αυτού. Ένεκα της διχογνωμίας ήτις αναφύη κατά την περίστασιν ταύτην ετέθη νόμος εις την Σπάρτην, όταν γίνεται εκστρατεία, να μη ακολουθώσι και οι δύο βασιλείς, καθότι έως τότε ηκολούθουν και οι δύο. Απαλλαγέντος λοιπόν του χρέους τούτου του ενός των βασιλέων, απεφασίσθη ομοίως να μένη εις την πόλιν το έτερον των αγαλμάτων των Τυνδαριδών τα οποία πρότερον ηκολούθουν αμφότερα τον στρατόν, καθότι οι Σπαρτιάται επικαλούνται εις τας μάχας τους Τυνδαρίδας. Τότε δε εις την Ελευσίνα ιδόντες οι λοιποί των συμμάχων ότι και οι βασιλείς των Λακεδαιμονίων δεν συνεφώνουν και οι Κορίνθιοι εγκατέλιπον τας τάξεις των, εγκατέλιπον και αυτοί τας ιδικάς των και ανεχώρησαν.

76. Ήτο δε τότε η τετάρτη φορά καθ' ην οι Δωριείς ήλθον εις την Αττικήν, δις μεν ως πολέμιοι, δις δε προς το συμφέρον του πλήθους των Αθηναίων. Την πρώτην φοράν αποίκισαν τα Μέγαρα (1) (ορθώς δε δύναται να ονομασθή εκστρατεία το επί του Κόδρου, βασιλέως των Αθηνών, συμβάν τούτο)· την δευτέραν και την τρίτην ανεχώρησαν εκ της Σπάρτης διά να εξώσωσι τους Πεισιστρατίδας· και την τετάρτην ο Κλεομένης, άγων τους Πελοποννησίους, εισέβαλεν εις την Ελευσίνα. Τοιουτοτρόπως οι Δωριείς διά τετάρτην τότε φοράν εξεστράτευσαν κατά των Αθηνών.

77. Διαλυθέντος δε του στρατού τούτου ακλεώς, οι Αθηναίοι απεφάσισαν να εκδικηθώσι, και κατά πρώτον εστράτευσαν κατά των Χαλκιδέων· αλλ' οι Βοιωτοί ήλθον εις τον Εύριπον προς βοήθειαν των Χαλκιδέων. Οι δε Αθηναίοι, ιδόντες τους βοηθούς, ενέκρινον να κτυπήσωσι πρώτον τους Βοιωτούς και έπειτα τους Χαλκιδείς. Συνήψαν λοιπόν μάχην μετ' αυτών και ενίκησαν ολοσχερώς· διότι αφού εφόνευσαν παμπόλλους, συνέλαβον και επτακοσίους αιχμαλώτους, την αυτήν ημέραν οι Αθηναίοι διαβάντες εις την Εύβοιαν συνεπλάκησαν με τους Χαλκιδείς· νικήσαντες δε και τούτους, αφήκαν τετρακισχιλίους αποίκους εις τας γαίας των ιπποβοτών· ιπποβόται δε καλούνται οι πλούσιοι των Χαλκιδέων. Επίσης όσους εζώγρησαν εκ τούτων τους εφυλάκισαν ομού με τους ζωγρηθέντας Βοιωτούς, δέσαντες αυτούς με πέδας. Μετά ταύτα, λαβόντες λύτρα δι' έκαστον δύο μνας, τους ηλευθέρωσαν· τας δε πέδας με τας οποίας τους είχον δεδεμένους, τας εκρέμασαν εις την ακρόπολιν, όπου και σήμερον ακόμη σώζονται κρεμάμεναι εκ των υπό του Μήδου περικεκαυμένων τειχών, απέναντι της δυτικής προσόψεως του ναού. Προσέτι δε αφιέρωσαν και το δέκατον εκ των λύτρων, κατασκευάσαντες εξ αυτού τέθριππον χάλκινον άρμα. Τούτο το άρμα είναι εστημένον προς τα αριστερά άμα εισέλθη τις εις την ακρόπολιν, και έχει την ακόλουθον επιγραφήν:

«Οι παίδες των Αθηναίων νικήσαντες τα έθνη των Βοιωτών και των Χαλκιδέων, έσβεσαν την αυθάδειαν αυτών με δεσμά και ζοφεράν φυλακήν· εκ του δεκάτου δε των λύτρων αφιέρωσαν εις την Παλλάδα τας ίππους ταύτας.»

78. Η δύναμις λοιπόν των Αθηναίων ηύξανε, φαίνεται ου μόνον εξ ενός παραδείγματος αλλ' εκ πολλών ότι η ισηγορία (2) είναι εξαίρετον πράγμα· διότι οι Αθηναίοι, ενόσω εκυβερνώντο τυραννικώς, δεν ήσαν εις τα πολεμικά ανώτεροι των γειτονικών εθνών, ελευθερωθέντες όμως από τους τυράννους εγένοντο πρώτιστοι όλων. Τούτο σημαίνει ότι ενόσω εστερούντο της ελευθερίας των, δεν εφιλοτιμούντο να φαίνωνται γενναίοι· διότι όσα και αν έπραττον, θα τα έπραττον προς το συμφέρον δεσπότου· άμα όμως ηλευθερώθησαν, πάντες επροθυμήθησαν να φανώσιν άξιοι, σκεπτόμενοι ότι ειργάζοντο δι' εαυτούς. Και οι μεν Αθηναίοι ταύτα έπραττον.

79. Οι δε Θηβαίοι, μετά τα συμβάντα ταύτα, θέλοντες να εκδικηθώσι τους Αθηναίους, έπεμψαν να ερωτήσωσι τον θεόν. Η Πυθία τοις είπεν ότι υπό μόνων αυτών ουδεμία εκδίκησις ηδύνατο να γίνη, τους συνεβούλευσε δε να αναθέτωσι το πράγμα εις τον λαόν και έπειτα να ζητήσωσι βοήθειαν από τους πλησιεστάτους των. Οι ερωτήσαντες λοιπόν το μαντείον επέστρεψαν και εκοινοποίησαν την απόκρισιν εις την συνέλευσιν του λαού. Όταν δε το πλήθος ήκουσε τας λέξεις ταύτας «να ζητήσητε βοήθειαν από τους πλησιεστάτους σας,» είπε· «τάχα δεν κατοικούσι πλησιέστατα ημών οι Ταναγραίοι, οι Κορωναίοι και οι Θεσπιείς; αυτοί πάντοτε δεν πολεμούσιν εις το πλευρόν μας; δεν μας βοηθούσι πάντοτε προθύμως εις όλας τας μάχας; τις η ανάγκη να τους παρακαλέσωμεν; Ως φρονούμεν, άλλην έννοιαν θα έχη ο χρησμός»

80. Ενώ συνεζήτουν ταύτα, είς εξ αυτών, νοημονέστερος, τοις είπε· «Με φαίνεται ότι ενόησα τι θέλει να μας ειπή το μαντείον. Λέγουσιν ότι η Θήβη και η Αίγινα ήσαν θυγατέρες του Ασωπού· επειδή λοιπόν είναι αδελφαί, συμπεραίνω ότι ο θεός εχρησμοδότησεν εις ημάς να ζητήσωμεν παρά των Αιγινητών να γίνωσι βοηθοί μας.» Και επειδή ουδεμία άλλη γνώμη εφαίνετο καλλιτέρα ταύτης, πέμψαντες αμέσως παρεκάλουν τους Αιγινήτας ως συγγενείς, επικαλούμενοι την βοήθειαν των κατά την διαταγήν του χρησμού. Οι δε Αιγινήται εις την αίτησιν επικουρίας τοις απεκρίθησαν ότι τοις πέμπουσι τους Αιακίδας (3).

81. Οι Θηβαίοι έχοντας τους Αιακίδες βοηθούς εδοκίμασαν, αλλά πάλιν έπαθον πολλά δεινά από τους Αθηναίους· τότε απέδωσαν τους Αιακίδας και εζήτησαν στρατιώτας. Οι δε Αιγινήται επαιρόμενοι διά την μεγάλην των ευτυχίαν και ενθυμηθέντες παλαιάν έχθραν την οποίαν είχον κατά των Αθηναίων, ενέδωκαν εις τας παρακλείσεις των Θηβαίων και εκίνησαν πόλεμον ακήρυκτον κατά των Αθηναίων· καθότι, ενώ οι Αθηναίοι επίεζον τους Βοιωτούς, οι Αιγινήται πλεύσαντες με μακρά πλοία διήρπασαν το Φάληρον και πολλούς άλλους παραθαλασσίους δήμους. Διά των επιδρομών δε τούτων έβλαψαν μεγάλως τους Αθηναίους.

82. Η δε έχθρα η προσφειλομένη υπό των Αιγινητών εις τους Αθηναίους τοιαύτην είχε την αρχήν. Εις τους Επιδαυρίους η γη δεν έδιδε κανένα καρπόν· διά την συμφοράν δε ταύτην οι Επιδαύριοι ηρώτησαν το μαντείον των Δελφών και η Πυθία τους διέταξε να στήσωσιν αγάλματα της Δαμίας και της Αυξησίας (4), βεβαιούσα ότι τούτου γενομένου τα πράγματά των θα εβελτιούντο. Ηρώτησαν λοιπόν εκ δευτέρου οι Επιδαύριοι εάν έπρεπε να κατασκευάσωσι τα αγάλματα εκ χαλκού ή εκ λίθου, η δε Πυθία δεν άφινε μήτε εκ του ενός μήτε εκ του άλλου, άλλα τοις είπε να τα κατασκευάσωσιν εκ ξύλου ελαίας ημέρου. Παρεκάλεσαν λοιπόν οι Επιδαύριοι τους Αθηναίους να τοις επιτρέψωσι να κόψωσιν ελαίαν, νομίζοντες ότι τα ελαιόδενδρα των Αθηνών ήσαν ιερώτατα. Λέγουσι προς τούτοις ότι κατ' εκείνον τον καιρόν ουδαμού αλλαχού υπήρχον ελαίαι ειμή μόνον εις τας Αθήνας. Οι δε Αθηναίοι τοις απεκρίθησαν ότι τοις δίδουσι μίαν, αλλά με την συμφωνίαν να φέρωσι κατ' έτος θύματα εις την προστάτιδα της πόλεως Αθηνάν και εις τον Ερεχθέα. Δεχθέντες τας συμφωνίας ταύτας οι Επιδαύριοι έλαβον ό,τι εζήτουν και κατασκευάσαντες αγάλματα εκ ξύλου ελαίας τα έστησαν. Έκτοτε δε και η γη των εκαρποφόρει, και εις τους Αθηναίους έστελλον τα συμφωνηθέντα.