Ιστορίαι Ηροδότου, Τόμος 2

Part 28

Chapter 2871 wordsPublic domain

107. Όσοι δε εκ των βαρβάρων είχον καταφύγει εις τα όρη της Μυκάλης, οίτινες δεν ήσαν πολλοί, ούτοι εκομίσθησαν εις τας Σάρδεις. Ενώ δε επορεύοντο, ο Μασίστης του Δαρείου, όστις παρευρέθη εις την καταστροφήν του στρατού, έλεγε καθ' οδόν εις τον Αρταΰντην πολλά και κακά, και προς τοις άλλοις ότι κατά την στρατηγίαν εκείνην εφάνη και γυναικός ανανδρότερος και ότι ήτο άξιος παύσης τιμωρίας ως βλάψας τον οίκον του βασιλέως. Παρά τοις Πέρσαις να είπης τινά ανανδρότερον γυναικός, ήναι ύβρις μεγίστη. Όθεν ο Αρταΰντης, ακούσας τούτο και αγανακτήσας, έσυρε τον ακινάκην και ηθέλησε να φονεύση τον Μασίστην· αλλ' ο Αλικαρνασσεύς Ξεναγόρας του Πραξίλου, όστις ίστατο όπισθεν του Αρταΰντου, ιδών αυτόν ορμήσαντα, τον αρπάζει από την μέσην και υψώσας τον ρίπτει κατά γης· συγχρόνως δε έφθασαν οι δορυφόροι του Μασίστου και ετέθησαν έμπροσθέν του. Έπραξε δε ταύτα ο Ξενοκράτης θέλων να κάμη χάριν και εις αυτόν τον Μασίστην και εις τον Ξέρξην, σώζων τον αδελφόν του, και διά τούτο το έργον ο Ξενοκράτης εγένετο άρχων όλης της Κιλικίας, την οποίαν έδοσεν εις αυτόν ο βασιλεύς. Πλην δε τούτου ουδέν άλλο συνέβη καθ' οδόν, αλλ' έφθασαν εις τας Σάρδεις όπου ήτο ο βασιλεύς αφότου νικηθείς εις την ναυμαχίαν έφυγεν από τας Αθήνας και έφθασεν εκεί.

108. Διαμένων δε εις τας Σάρδεις ηράσθη της γυναικός του Μασίστου ήτις και αυτή ήτο εκεί. Με όλα όμως τα μέσα τα οποία μετεχειρίσθη, δεν κατώρθωσε τίποτε, δεν ήθελε δε αφ' ετέρου να μεταχειρισθή βίαν σεβόμενος τον αδελφόν του Μασίστην. Η αυτή ιδέα εκράτει και την γυναίκα. Καθότι ήτο βεβαία ότι βίαν δεν ήθελε μεταχειρισθή κατ' αυτής. Αλλ' ο Ξέρξης παραιτήσας όλα τα άλλα, ενύμφευσε τον υιόν του Δαρείον μετά της θυγατρός της γυναικός ταύτης και του Μασίστου, νομίσας ότι διά του μέσου τούτου ευκολώτερον θα δυνηθή να κατορθώση τον σκοπόν του. Συνάψας λοιπόν τον γάμον τούτον και τελέσας τα νόμιμα, ανεχώρησεν εις τα Σούσα. Ότε δε έφθασεν εκεί και εισήγαγεν εις την οικίαν την γυναίκα του Μασίστου έπαυσεν, έτρεψε δε τον έρωτά του προς την γυναίκα του Δαρείου και θυγατέρα του Μασίστου ήτις και ευχαρίστει τας επιθυμίας του· το όνομα δε της γυναικός ταύτης ήτο Αρταΰντη.

109. Επί τέλους το πράγμα εγένετο γνωστόν κατά τον ακόλουθον τρόπον. Η γυνή του Ξέρξου Άμηστρις, υφάνασα επανωφόριον ευρύ, πολυποίκιλον και αξιοθαύμαστον, προσέφερεν αυτό εις τον Ξέρξην. Ούτος δε, επειδή το ήρεσε πολύ, το εφόρεσε και ήλθεν εις την Αρταΰντην. Ευχαριστηθείς και από αυτήν, τη είπε να τω ζητήση ό,τι θέλει να τη δώση προς αμοιβήν της ευχαριστήσεως την οποίαν τω παρείχε, και την εβεβαίωσεν ότι ήθελεν επιτύχει ό,τι ήθελε ζητήσει. Η δε Αρταΰντη, (επειδή ήτο πεπρωμένον να βλαφθή όλη η οικογένεια αυτής) απεκρίθη προς τον Ξέρξην «Θα με δώσης αρά γε ό,τι ζητήσω;» Εκείνος δε περιμένων να ακούση παν άλλο ή εκείνο το οποίον εζήτησε, τη υπεσχέθη και ώμοσεν. Η δε Αταΰντη, αφού ώμοσεν ο Ξέρξης αφόβως πλέον εζήτησε το επανωφόριον. Ο Ξέρξης πάντα τρόπον μετεχειρίσθη, μη θέλων να το δώση, ουχί δι' άλλο τι, ειμή φοβούμενος την Άμηστριν μήπως τον ανακαλύψη, καθότι και πρότερον αύτη είχε συλλάβει υπονοίας περί των διατρεχόντων. Προσέφερε λοιπόν πόλεις και χρυσόν άφθονον και στρατόν τον οποίον αυτή μόνον να άρχη· συνηθίζεται δε εις την Περσίαν να δίδεται δώρον στρατός. Αλλ' επειδή δεν την έπειθε, τη έδωκε το επανωφόριον. Περιχαρής γενομένη, η Αρταΰντη διά το δώρον, το εφόρεσε και ηγάλλετο.

110. Η Άμηστρις έμαθεν ότι το είχεν αυτή, και μολονότι ενόησε τα συμβαίνοντα, κατ' αυτής μεν της γυναικός καμμίαν οργήν δεν ησθάνθη, νομίζουσα όμως ότι η μήτηρ της ήτο αιτία, και ότι εκείνη ενήργει ταύτα, εμελέτα πώς να την εξολοθρεύση. Φυλάξασα λοιπόν την ημέραν καθ' ην ο Ξέρξης έδιδε δείπνον βασιλικόν (τούτο δε το δείπνον παρασκευάζεται άπαξ του ενιαυτού, καθ' ην ημέραν εγεννήθη ο βασιλεύς, και ονομάζεται Περσιστί μεν Τυκτά, Ελληνιστί δε Τέλειον· τότε μόνον ο βασιλεύς έχει μυρωμένην την κεφαλήν και δίδει δώρα εις τους Πέρσας), ταύτην λοιπόν την ημέραν φυλάξασα η Άμηστρις, εζήτησε παρά του Ξέρξου να τη δοθή η γυνή του Μασίστου. Ο Ξέρξης ζωηράν ησθάνθη θλίψιν να την παραδώση, αφ' ενός μεν διότι ήτο γυνή του αδελφού του, αφ' ετέρου δε διότι ήξευρεν ότι δεν ήτο ένοχος εις το πράγμα τούτο· καθότι ενόησε διατί εζήτησεν αυτήν.

111. Τέλος όμως, επειδή εκείνη μεν επέμενεν ο δε Ξέρξης εβιάζετο από τον νόμον (καθότι δεν είναι δυνατόν, όταν δίδεται δείπνον βασιλικόν, να αποτύχη όστις ήθελε ζητήσει τι), κατένευσεν όλως παρά την θέλησίν του και αφού παρέδωκε την γυναίκα του Μασίστου εις την Άμηστριν, έπραξε τα εξής. Εις εκείνην μεν έδωκε την άδειαν να πράξη ό,τι ήθελεν, αυτός δε προσκαλέσας τον αδελφόν του είπε τα εξής· «Μασίστα, συ είσαι υιός του Δαρείου και εμός αδελφός, προς τούτοις ανήρ αγαθός. Απόπεμψον την γυναίκα μεθ' ης συνοικείς και αντ' αυτής σοι δίδω την εμήν θυγατέρα μεθ' ης να συνοικής· μη έχης δε πλέον γυναίκα αυτήν την οποίαν έχεις τώρα, επειδή ούτω θέλω εγώ. Ο Μασίστης δ' εκπλαγείς επί τοις λόγοις τούτοις, απεκρίθη· «Ω δέσποτα, πόθεν προέρχεται ο άχρηστος ούτος λόγος; διατί με διατάττεις να αποπέμψω γυναίκα κατά την καρδίαν μου, μητέρα τριών υιών νεανιών και θυγατέρων, εξ ων την μίαν κατά την θέλησίν σου έλαβεν ο υιός σου; διατί θέλεις να αποπέμψω αυτήν και να νυμφευθώ την θυγατέρα σου; Εγώ, ω βασιλεύ, μεγάλην τιμήν θεωρώ να γίνω σύζυγός της θυγατρός σου, πλην δεν ειμπορώ να πράξω ούτε το έν ούτε το άλλο, ώστε μη με βιάζης ζητών με τοιούτο πράγμα. Αλλά και διά την θυγατέρα σου θα ευρεθή άλλος ουχί κατώτερός μου και εμέ άφες να έχω την γυναίκα μου.» Ο μεν Μασίστης ταύτα απεκρίθη, ο δε Ξέρξης θυμωθείς επανέλαβεν· «Ούτω φέρεσαι, Μασίστα! Λοιπόν, ούτε την θυγατέρα μου θα σε δώσω εις γυναίκα, ούτε θα συνοικήσης πλειότερον χρόνον μετ' εκείνης την οποίαν έχεις, διά να μάθης να δέχεσαι τα δώρα μου.» Ο δε Μασίστης ταύτα ακούσας εξήλθε τούτο μόνον ειπών· «Δέσποτα, ακόμη δεν με εθανάτωσες.»

112. Εν τούτω δε τω διά μέσου χρόνω, εν τω οποίω ο Ξέρξης συνδιελέγετο μετά του αδελφού του, η Άμηστρις καλέσασα τους δορυφόρους του Ξέρξου ηκρωτηρίαζε την γυναίκα του Μασίστου· κόψασα τους μαστούς της, έρριψεν αυτούς εις τους κύνας ομοίως κόψασα την ρίνα, τα ώτα, τα χείλη και την γλώσσαν, την απέπεμψεν ούτως ηκρωτηριασμένην.

113. Ο δε Μασίστης τίποτε εκ τούτων δεν είχεν ακούσει ακόμη· υποπτεύων όμως ότι ήθελε τω συμβή κακόν τι, έσπευσεν εις την οικίαν του· ιδών δε την γυναίκα του εις τοιαύτην οικτράν κατάστασιν, αμέσως συνεβουλεύθη τους υιούς του και εκίνησε διά τα Βάκτρα μετ' αυτών και μετά τινων άλλων επί τω σκοπώ να επαναστατήση τον Βάκτριον νομόν και να βλάψη τον βασιλέα όσον το δυνατόν περισσότερον· όπερ και ηδύνατο να γίνη, ως νομίζω, εάν επρόφθανε να αναβή εις τους Βακτρίους και τους Σάκας, καθότι ήτο ύπαρχος των Βακτρίων και τον ηγάπων. Ο Ξέρξης όμως μαθών τα διενεργούμενα, έπεμψε κατ' αυτού στρατόν και εφόνευσεν αυτόν, τους υιούς του και την συνοδίαν του. Τοιούτος ο έρως του Ξέρξου και ο θάνατος του Μασίστου.

114. Οι δε Έλληνες, ελθόντες εκ της Μυκάλης εις τον Ελλήσποντον, πρώτον μεν καταληφθέντες υπό τρικυμίας ηγκυροβόλησαν εις το Λεκτόν· εκείθεν δε ήλθον εις την Άβυδον, όπου εύρον τας γεφύρας διαλελυμίας, τας οποίας ενόμιζον ότι θα εύρωσιν ακόμη σώας και διά τούτο ήλθον εις τον Ελλήσποντον. Τότε ο μεν Λεωτυχίδης και οι Πελοποννήσιοι απεφάσισαν να αποπλεύσωσιν εις την Ελλάδα· ο δε Ξάνθιππος και οι Αθηναίοι, μείναντες αυτού, να κάμωσιν απόπειραν κατά της Χερσονήσου. Και ούτως οι μεν απέπλευσαν· οι δε διαβάντες εκ της Αβύδου εις την Χερσόνησον, επολιόρκησαν την Σηστόν.

115. Εις ταύτην δε την Σηστόν, ήτις ήτο η ισχυροτάτη πόλις της χώρας ταύτης, άμα ήκουσαν ότι οι Έλληνες έφθασαν εις τον Ελλήσποντον, συνήλθον πολλοί εκ των πέριξ πόλεων, και ιδίως ο Πέρσης Οιόβαζος εκ της Καρδίας, όπου είχε μεταφέρει το υλικόν των γεφυρών, εφύλαττον δε την Σηστόν επιχώριοι Αιολέες, μεθ' ων ήσαν αναμεμιγμένοι και Πέρσαι και πολλοί εκ των άλλων συμμάχων.

116. Ετυράννευε δε του νομού τούτου ο ύπαρχος του Ξέρξου Αρταΰκτης, ανήρ μεν Πέρσης, σκληρός δε και ασεβής, όστις και αυτόν τον βασιλέα εξηπάτησε στρατεύοντα κατά των Αθηνών, και υπεξήρεσεν εκ της Ελαιούντος τους θησαυρούς του Πρωτεσιλάου υιού του Υφίκλου· καθότι εις την Ελαιούντα της Χερσονήσου υπάρχει τάφος του Πρωτεσιλάου, και περί τον τάφον τέμενος, όπου ήσαν πολλά αντικείμενα πολύτιμα, φιάλαι χρυσαί και αργυραί, και χαλκός, και εσθήτες και άλλα διάφορα αναθήματα τα οποία εσύλησεν ο Αρταΰκτης με την άδειαν του βασιλέως. Ηπάτησε δε τον βασιλέα λέγων τοιαύτα· «Δέσποτα, είναι εδώ οίκος Έλληνός τινος, όστις στρατεύσας κατά της χώρας ήτις σοι ανήκει, ετιμωρήθη δικαίως και απέθανε. Τούτου τον οίκον δος μοι, διά να μάθη και πας τις άλλος να μη στρατεύη κατά της ιδικής σου γης.» Ταύτα λέγων ευκόλως έμελλε να πείση τον Ξέρξην να τω δώση τον οίκον ενός ανθρώπου, καθότι ο βασιλεύς ποτέ δεν ηδύνατο να υποπτεύση τον υποκεκρυμμένον σκοπόν. Έλεγε δε ο Αρταΰκτης ότι ο Πρωτεσίλαος εστράτευσε κατά της γης του βασιλέως, εννοών, κατά την δόξαν των Περσών, ότι όλη η Ασία ανήκει εις αυτούς και εις τον κατά καιρόν βασιλεύοντα. Αφού λοιπόν τω εδόθησαν οι θησαυροί, μετέφερεν αυτούς εκ της Ελαιούντος εις τον Σηστόν, έσπειρε δε και ενέμετο το τέμενος, και οσάκις ήρχετο εις την Ελαιούντα, ηνούτο με γυναίκας εντός του αδύτου. Ο άνθρωπος ούτος επολιορκήθη τότε από τους Αθηναίους χωρίς να ήναι προητοιμασμένος εις πολιορκίαν, ούτε προσμένων τους Έλληνας, οίτινες επέπεσον κατ' αυτού απροσδοκήτως.

117. Επειδή δε έφθασε το φθινόπωρον και αυτοί ακόμη επολιορκούντο, αγανακτούντες οι Αθηναίοι διά την τοσούτον μακροχρόνιον εκ της πατρίδος των αποδημίαν και μη δυνάμενοι να κυριεύσωσι το τείχος, εζήτησαν από τους στρατηγούς να τους επαναφέρωσιν οπίσω. Αλλ' οι στρατηγοί είπον ότι δεν επιστρέφουσι πριν ή την Σηστόν κυριεύσωσιν ή το κοινόν των Αθηναίων τους ανακαλέση. Ούτω λοιπόν υπέμενον τους παρόντας κόπους.

118. Οι δε πολιορκούμενοι εις το τείχος είχον περιέλθει εις τοιαύτας στερήσεις ώστε έβραζον τα λωρία των κλινών και τα έτρωγον. Ότε όμως εξήντλησαν και την τελευταίαν ταύτην τροφήν, τότε ωφεληθέντες εκ του σκότους της νυκτός οι Πέρσαι, ο Αρταΰκης και ο Οιόβαζος, κατέβησαν εκ του όπισθεν μέρους του τείχους και έφυγον. Άμα δε εφάνη η ημέρα, οι Χερσονησίται ανήγγειλαν από τους πύργους εις τους Αθηναίους το γεγονός και ήνοιξαν τας πύλας. Τότε οι μεν περισσότεροι των Αθηναίων ώρμησαν προς καταδίωξιν των βαρβάρων, οι δε άλλοι έλαβον την πόλιν υπό την κατοχήν των.

119. Τον δε Οιόβαζον, όστις φυγών ήλθεν εις την Θράκην, συλλαβόντες οι Αψίνθιοι Θράκες, εθυσίασαν κατά τον ιδικόν των τρόπον εις τον επιχώριον θεόν Πλείστωρον· τους δε μετ' αυτού εφόνευσαν κατ' άλλον τρόπον. Ο δε Αρταΰκτης και οι μετ' αυτού εξελθόντες τελευταίοι διά να φύγωσι, καταληφθέντες υπό των Αθηναίων ολίγον υπεράνω των Αιγός Ποταμών και αντισταθέντες επί αρκετήν ώραν άλλοι μεν εφονεύθησαν, άλλοι δε συνελήφθησαν ζώντες. Δέσαντες αυτούς οι Έλληνες έφερον εις την Σηστόν, μετ' αυτών δε και τον Αρταΰκτην δεδεμένον, αυτόν και τον υιόν του.

120. Λέγουσι δε οι Χερσονησίται ότι ενώ είς των φυλάκων έψηνεν ιχθύας ταριχευτούς, εγένετο το εξής θαύμα. Οι επί του πυρός ιχθύες επήδων και ήσπαιρον ως ιχθύες νεωστί αλιευθέντες. Και οι μεν φύλακες συναθροισθέντες εθαύμαζον, ο δε Αρταΰκτης ως είδε το θαύμα εκάλεσε τον φύλακα και τω είπεν· «Ω ξένε Αθηναίε μη φοβείσαι ποσώς το θαύμα τούτο, καθότι δεν εφάνη διά σε αλλά δείκνυε εις εμέ ότι ο εις την Ελαιούντα Πρωτεσίλαος, και νεκρός και τεταριχευμένος ων, έχει την δύναμιν από τους θεούς να τιμωρή εκείνον όστις τον ηδίκησε. Τώρα λοιπόν θέλω να εξαγοράσω την αδικίαν την οποίαν έπραξα και δίδω εκατόν μεν τάλαντα εις τον θεόν δι' όσα έλαβον εκ του τεμένους του, διακόσια δε τάλαντα εις τους Αθηναίους προς εξαγόρασιν της ζωή, εμού και του υιού μου, εάν θελήσωσι να μοι χαρίσωσι την ζωήν». Ταύτα υποσχόμενος δεν έπειθε τον στρατηγόν Ξάνθιππον· καθότι οι Ελαιούντιοι, εκδικούντες τον Πρωτεσίλαον εζήτουν να φονευθή ο Αρταΰκτης· προσέτι δε και αυτού του στρατηγού η γνώμη έκλινεν εις τούτο: Όθεν απαγαγόντες αυτόν εις την ακτήν όπου ο Ξέρξης έζευξε τον πόρον, κατ' άλλους δε εις τον λόφον τον υπέρ την πόλιν Μάδυτον, τον εκάρφωσαν εις σανίδα και τον ανεκρέμασαν, τον δε υιόν ελιθοβόλησαν προ των οφθαλμών του Αρταΰκτου.

121. Ταύτα πράξαντες απέπλευσαν εις την Ελλάδα φέροντες μετά των άλλων θησαυρών και τα υλικά των γεφυρών, διά να αφιερώσωσιν αυτά εις διαφόρους ναούς. Και κατά το έτος τούτο ουδέν πλέον τούτων εγένετο.

122. Τούτου δε του ανακρεμασθέντος Αρταΰκτου ο προπάτωρ Αρτεμβάρης είπεν εις τους Πέρσας λόγον τον οποίον ούτοι δεχθέντες ανέφερον εις τον Κύρον· ήτο δε ο λόγος τοιούτος· «Επειδή ο Ζευς δίδει την ηγεμονίαν εις τους Πέρσας, και εκ των Περσών εις σε, ω Κύρε, ήτις κατέστρεψες τον Αστυάγη, και επειδή, ημείς έχομεν γην ολίγην και τραχείαν, ας αφήσωμεν αυτήν και ας αποκατασταθώμεν εις άλλην καλλιτέραν. Υπάρχουσι πολλαί και καλαί γαίαι πλησίον μας, πολλαί δε και απωτέρω· μίαν εκ τούτων εάν λάβωμεν, θα μας θαυμάζωσι περισσότερον, ως αρμόζει εις εκείνους οίτινες είναι άξιοι να άρχωσι. Πότε άλλοτε θα εύρωμεν καλλιτέραν ευκαιρίαν ή τώρα ότε άρχομεν πολλών ανθρώπων και όλης της Ασίας;» Ο δε Κύρος ακούσας, μολονότι δεν ενέκρινε τον λόγον, τοις επέτρεψεν όμως να πράξωσιν ό,τι ήθελον και τοις προείπεν ενταυτώ να ετοιμασθώσιν όχι να άρχωσι πλέον, αλλά να άρχωνται· καθότι εκ των μαλακών χωρών συνήθεις γίνονται άνδρες μαλακοί, και δεν είναι ίδιον μιας και της αυτής γης να δίδη καρπούς θαυμαστούς και άνδρας φιλοπολέμους. Εννοήσαντες τούτο οι Πέρσαι εμακρύνθησαν πεισθέντες υπό του Κύρου· επροτίμησαν δε μάλλον έχοντες άγονον γην να άρχωσιν, ή σπείροντες πεδιάδα να δουλεύωσιν άλλους.

Τ Ε Λ Ο Σ

1) Τω 1132 π. Χ.

2) Η ισότης εν τη αγορά ή η ελευθερία της συζητήσεως.

3) Τα αγάλματα των επί του Αιακού καταγομένων ηρώων.

4) Της Δήμητρος και της Περσεφόνης.

5) Βιβλίον Ι' § 50.

6) Κατά τον μύθον ήτο υιός του Διός και της αγάμου Δανάης.

7) Ο Ηρακλής ήτο μεν υιός του Διός και της Αλκμήνης, αλλ' η Αλκμήνη είχεν άνδρα τον Αφιτρύωνα.

8) Οι Αιγύπτιοι ιερείς οι μνημονευόμενοι παρά του Ηροδότου εις Βιβλ Β' § 91.

9) Σπαρτιάται επιφορτισμένοι να φιλοξενώσι τους πρέσβεις των πόλεων.

10) Του εφεστίου Διός του οποίου βωμός ήτο εστημένος εις την αυλήν πάσης μεγάλης οικίας.

11) Εννοείται ότι ενταύθα επρόκειτο περί σεληνιακών μηνών, δέκα δε σεληνιακοί μήνες αντιστοιχούσι με εννέα τριακονθημέρους και τινας ημέρας.

12) Τον ψευδή όρκον

13) Ο Απόλλων και η Άρτεμις.

14) Τω 485 π. Χ.

15) Δεν είναι αληθές τούτο, καθότι τω 480 δεν εγένετο έκλειψις ηλίου κατά το έαρ αλλά κατά τον οκτώβριον.

16) Ίδε βιβλίον Γ. § 106.

17) Το όνομα τούτο δεν υπάρχει εν τω κειμένω, αλλά προκύπτει εκ της § 23 του βιβλίου Α.

18) Ίδε § 91.

19) Σαρίκια.

20) Βιβλ. Α § 171.

21) Κατά το δεύτερον έτος του Πελοποννησιακού πολέμου, 430 π. Χ.

22) Οι έχοντες δηλαδή μοίραν γης. Κατήγοντο ούτοι από τους εκ Κορίνθου Δωριείς κατακτητάς και είχον ως δούλους τους αρχαίους κυρίους τους οποίους εκάλουν ειρωνικώς Κυλλυρίους ή Καλικυρίους (καλούς κυρίους).

23) Ο Μινεσθεύς.

24) Ή δεν ετήρησε την υπόσχεσίν του ο Ηρόδοτος, ή το μέρος τούτο του έργου του απώλετο.

25) Ερμηνευτού των αυτοσχεδίων στίχων της Πυθίας.

26) Ήτοι 108,200 άνδρες.

27) Η μάχη των Πλαταιών εγένετο τον ιούλιον ή τον αύγουστον του 479 έτους π. Χ. έν έτος περίπου μετά την εν Θερμοπύλαις μάχην.

28) Νέοι εικοσαετείς οίτινες παρετάσσοντο προ των άλλων συστρατιωτών των.

29) Οδηγός στρατού.

30) Δήμητρος και Περσεφόνης.

31) Σύνθημα φανταστικόν λεγόμενον διά να κάμη τους Πέρσας να πιστεύσωσιν ότι υπήρχον τωόντι συνεννοήσεις μεταξύ Ελλήνων και Ιώνων.

End of Project Gutenberg's Stories of Herodotus Vol. 2, by Herodotus