Ιστορίαι Ηροδότου, Τόμος 2

Part 27

Chapter 2730 wordsPublic domain

81. Αφού λοιπόν εσύναξαν όλα τα πολύτιμα πράγματα και εχώρισαν την δεκάτης διά τον εν Δελφοίς θεόν, εξ ης κατεσκευάσθη ο χρυσούς τρίπους όστις εστήθη πλησίον του βωμού, επί του τρικεφάλου χαλκίνου όφεως· αφού εχώρισαν την δεκάτην διά τον εν Ολυμπία θεόν, εξ ης κατεσκευάσθη ο δεκάπηχυς χάλκινος Ζευς· αφού εχώρισαν και άλλην δεκάτην διά τον εν τω Ισθμώ θεόν, εξ ης κατεσκευάσθη χάλκινος Ποσειδών επτάπηχυς· αφού εχώρισαν ταύτας τας δεκάτας, εμοιράσθησαν όλα τα λοιπά, τας παλλακάς των Περσών, τον χρυσόν, τον άργυρον, τούς άλλους θησαυρούς και τα υποζύγια και έκαστος έλαβε το μερίδιον του οποίου εκρίθη άξιος. Ουδείς αναφέρει πόσα κατ' εξαίρεσιν εδόθησαν εις ους αριστεύσαντας εν τη μάχη ταύτη των Πλαταιών· εικάζω όμως ότι εδόθησαν. Εις δε τον Παυσανίαν εδόθησαν δέκα εξ όλων γυναίκες, ίπποι, κάμηλοι, τάλαντα και άλλα πράγματα.

82. Λέγουσι δε ότι εγένετο και το εξής· ότι ο Ξέρξης, φεύγων εκ της Ελλάδος, άφησεν εις τον Μαρδόνιον, όλην την αποσκευήν του, συγκειμένην εκ χρυσού, αργύρου και παραπετασμάτων ποικίλων. Ιδών τα πλούτη ταύτα ο Παυσανίας διέταξε τους αρτοκόπους και τους οψοποιούς να τω ετοιμάσωσι δείπνον απαραλλάκτως ως το ητοίμαζον διά τον Μαρδόνιον. Αφού ούτοι υπήκουσαν, ο Παυσανίας ιδών κλίνας χρυσάς και αργυράς καλώς εστρωμένας, και τραπέζας χρυσάς και αργυράς, και την ετοιμασίαν δείπνου μεγαλοπρεπούς, κατεπλάγη δι' όσα έβλεπε προ των οφθαλμών του, και γελάσας διέταξε τους υπηρέτας του να τω ετοιμάσωσι δείπνον Λακωνικόν. Αφού ητοιμάσθη το δείπνον, επειδή η μεταξύ των δύο διαφορά ήτο μεγάλη, ο Παυσανίας γελών πάντοτε προσεκάλεσε τους στρατηγούς των Ελλήνων. Συνελθόντων δε τούτων, είπε δεικνύων αυτοίς τα δύο ετοιμασθέντα δείπνα· «Άνδρες, Έλληνες, σας συνήγαγον θέλων να σας δείξω την αφροσύνην του Μήδου, όστις τοιαύτην δίαιταν έχων, ήλθε να μας αφαιρέση ταύτην την ευτελή τροφήν. Ταύτα λέγουσιν ότι είπεν ο Παυσανίας εις τους στρατηγούς των Ελλήνων.

83. Πολύν χρόνον μετά ταύτα διάφοροι Πλαταιείς εύρον θήκας πλήρεις χρυσού, αργύρου και άλλων πολυτίμων πραγμάτων. Παρετηρήθη δε και τούτο ύστερον από τας ανακαλύψεις ταύτα, αφού διελύθησαν αι σάρκες των νεκρών και έμειναν τα οστέα γυμνά, οι Πλαταιείς εσύναξαν αυτά εις έν μέρος· μεταξύ τούτων, λοιπόν ευρέθη κεφαλή ουδεμίαν έχουσα ραφήν, αλλ' ούσα εξ ενός μόνου οστού· ευρέθη προσέτι γνάθος, και το άνω μέρος της γνάθου, έχουσα οδόντας μονοφυείς, ήτοι όλους εξ ενός οστού, και τους εμπροσθίους και τους γομφίους. Εφάνησαν και τα οστά ανδρός πενταπήχεως.

84. Την δευτέραν ημέραν το σώμα του Μαρδονίου εγένετο άφαντον. Ποίος το ήρπασε, δεν ηξεύρω να είπω ακριβώς· ήκουσα όμως παρά πολλών και διαφόρων εθνών ανθρώπων ότι έθαψαν τον Μαρδόνιον, και ηξεύρω ότι πολλοί έλαβον μεγάλα δώρα παρά του Αρτόντου, υιού του Μαρδονίου, διά τούτο το έργον. Δεν ηδυνήθην όμως να εξακριβώσω τις εξ αυτών έκλεψε τωόντι και έθαψε τον νεκρόν του Μαρδονίου. Επικρατεί εν τούτοις φήμη τις ότι ήτο ο Εφέσιος Διονυσοφάνης. Οπωσδήποτε ο μεν Μαρδόνιος τοιουτοτρόπως ετάφη.

85. Οι δε Έλληνες αφού εμοιράσθησαν τα λάφυρα εις τας Πλαταιάς έθαψαν τους αυτών νεκρούς, ιδιαιτέρως έκαστον έθνος. Και οι μεν Λακεδαιμόνιοι έκαμον τρεις τάφους· εις τον ένα έθαψαν τους ιρένας (28), εκ των οποίων ήσαν ο Ποσειδώνιος, ο Αμομφάρετος, ο Φιλοκύων και ο Καλλικράτης. Εις τον ένα λοιπόν ετέθησαν οι ιρένες· εις τον δεύτερον οι λοιποί Σπαρτιάται, και εις τον τρίτον οι είλωτες. Ούτοι μεν ούτως ετάφησαν· οι δε Τεγεάται έθαψαν τους δικούς των όλους ομού, ομοίως οι Αθηναίοι, και ομοίως οι Μεγαρείς και οι Φλιάσιοι τους φονευθέντας υπό του ιππικού. Και τούτων δεν όλων οι τάφοι ήσαν πλήρεις· όσοι δε τάφοι των άλλων Ελλήνων φαίνονται εις τας Πλαταιάς, ούτοι ως μανθάνω είναι κενοτάφια τα οποία αισχυνόμενοί τινες διά την εκ της μάχης απουσίαν των έκαμον διά να απατώσι τους μεταγενεστέρους, μεταξύ άλλων υπάρχει και τάφος καλούμενος των Αιγινητών, περί του οποίου ήκουσα ότι δέκα έτη μετά την μάχην ταύτην, κατά παράκλησιν των Αιγινητών, έκαμεν ο Πλαταιεύς Κλεάδης του Αυτοδίκου, ων πρόξενος αυτών.

86. Αφού λοιπόν έθαψαν οι Έλληνες τους νεκρούς εις τας Πλαταιάς, αμέσως έκαμον συμβούλιον εις το οποίον απεφάσισαν να στρατεύσωσι κατά των Θηβαίων και να απαιτήσωσι τους μηδίσαντας εξ αυτών, ιδίως τον Τιμαγενίδην και τον Ατταγίνον, οίτινες ήσαν οι αρχηγοί του κόμματος· εάν δε δεν τους δώσωσι, να μη λύσωσι την πολιορκίαν πριν κυριεύσωσι την πόλιν. Αφού απεφάσισαν ταύτα, την ενδεκάτην ημέραν μετά την μάχην έφθασαν και επολιόρκησαν τους Θηβαίους, ζητούντες να τοις παραδώσωσι τους ανθρώπους τούτους· επειδή δε οι Θηβαίοι δεν ήθελον να τους παραδώσωσιν, εδήουν την χώραν των και επετίθεντο κατά του τείχους.

87. Την δε εικοστήν ημέραν, επειδή οι Έλληνες δεν έπαυον βλάπτοντες τους πολιορκουμένους, ο Τιμαγενίδης είπεν εις τους Θηβαίους τα εξής· «Άνδρες Θηβαίοι, επειδή οι Έλληνες έκαμον τοιαύτην απόφασιν, να μη λύσωσι την πολιορκίαν πριν ή τας Θήβας κυριεύσωσιν ή ημάς παραδώσετε εις αυτούς, ας μη πάθη πλειότερα ένεκα ημών η Βοιωτία γη. Εάν χρησιμεύωμεν πρόφασις, εάν κυρίως θέλωσι χρήματα, ας τοις δώσωμεν χρήματα εκ του κοινού, καθότι μετά του κοινού εμηδίσαμεν και ουχί μόνοι· εάν δε τωόντι ζητούσιν ημάς τότε ημείς υπάγομεν προς αυτούς διά να απολογηθώμεν.» Ορθότατοι και έγκαιροι εφάνησαν οι λόγοι των. Όθεν αμέσως οι Θηβαίοι έπεμψαν κήρυκα εις τον Παυσανίαν διά να τω είπωσιν ότι ήσαν έτοιμοι να τω παραδώσωσι τους ανθρώπους.

88. Αφού έκαμαν συνθήκας επί τούτω τω όρω, ο μεν Ατταγίνος απέδρα εκ της πόλεως· αντ' αυτού δε συνέλαβον τα τέκνα του και τα έφερον εις τον Παυσανίαν, όστις τα απέλυσεν ειπών ότι τα τέκνα δεν είναι ένοχα μηδισμού. Οι δε άλλοι όσους παρέδοσαν οι Θηβαίοι, ούτοι μεν ενόμιζον ότι θα λάβωσι την άδειαν να απολογηθώσι και ήλπιζαν να σωθώσι διά χρημάτων· ο Παυσανίας όμως, άμα τους παρέλαβεν, υποπτεύσας ταύτα, διέλυσεν όλον τον στρατόν των συμμάχων, τους δε αιχμαλώτους έφερεν εις την Κόρινθον και τους εθανάτωσε. Ταύτα τα εν Πλαταιαίς και εν Θήβαις γενόμενα.

89. Ο δε Αρτάβαζος του Φαρνάκους, φυγών εκ των Πλαταιών, είχεν ήδη προχωρήσει πολύ· ότε δε έφθασεν εις την Θεσσαλίαν, προσεκάλεσαν αυτόν εις φιλοξενίαν οι Θεσσαλοί και τον ηρώτησαν περί του άλλου στρατού, μη ηξεύροντες τι συνέβη εις τας Πλαταιάς. Ο Αρταβάζος ενόησεν ότι εάν τοις έλεγεν όλην την αλήθειαν περί της μάχης, και αυτός θα κινδυνεύση να απολεσθή και το μετ' αυτού στράτευμα, καθότι ουδεμία αμφιβολία υπήρχεν ότι έκαστος ήθελε σπεύσει να κινηθή εναντίον των. Ταύτα σκεπτόμενος ούτε προς τους Φωκείς εμαρτύρησέ τι, και προς τους Θεσσαλούς είπε τα εξής· «Εγώ μεν, ω άνδρες Θεσσαλοί, τρέχω ως βλέπετε να φθάσω όσον τάχιστα εις την Θράκην, και σπεύδω σταλείς εκ του στρατοπέδου μετά των στρατιωτών τούτων δι' υπόθεσιν σπουδαίαν. Αυτός δε ο Μαρδόνιος και ο στρατός αυτού ερχόμενος κατόπιν μου θέλουν φθάσει εντός ολίγου. Τούτον ξενίσατε· και εις αυτόν φανήτε πρόθυμοι, καθότι τούτο πράττοντες δεν θα μεταμεληθήτε εις το μέλλον.» Ταύτα ειπών έλαβε τον στρατόν και ανεχώρησε ταχέως διά της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας κατ' ευθείαν εις την Θράκην· σπεύδων δε άφινε τας μεγάλας οδούς και διήρχετο διά των αγρών. Έφθασε δε τοιουτοτρόπως εις το Βυζάντιον, αφού υπέστη πολλάς απωλείας· καθότι άλλοι μεν εκ των στρατιωτών του κατεκόπησαν υπό των Θρακών, άλλοι δε απέθανον υπό του λιμού και του καμάτου. Εκ του Βυζαντίου δε διέβη με πλοιάρια. Ούτος μεν τοιουτοτρόπως επέστρεψεν εις την Ασίαν.

90. Την αυτήν δε ημέραν καθ' ην εγένετο η μάχη των Πλαταιών συνέπεσε να γίνη και εν τη Μυκάλη της Ιωνίας. Ενώ οι Έλληνες ήταν εις την Δήλον με τα πλοία τα υπό την αρχηγίαν του Λακεδαιμονίου Λεωτυχίδου, ήλθον προς αυτούς πρέσβεις εκ της Σάμου, ο Λάμπων του Θρασυκλέους, ο Αθηναγόρας του Αρχεστρατίδου και ο Ηγησίστρατος του Αρισταγόρου πεμφθέντες υπό των Σαμίων εν αγνοία των Περσών και του Θεομήστορος, υιού του Ανδρομάδαντος, τον οποίον οι Πέρσαι είχον καταστήσει τύραννον της Σάμου. Αφού παρουσιάσθησαν ούτοι εις τους στρατηγούς, είπεν ο Ηγησίστρατος πολλά και διάφορα ότι αν τους ίδωσι μόνοι οι Ίωνες, θα αποστατήσωσιν από τους Πέρσας, ότι οι βάρβαροι δεν θα ηδύναντο να αντισταθώσι, και ότι εάν επιμείνωσι, καλλιτέραν άλλην άγραν δεν είναι δυνατόν να εύρωσιν οι Έλληνες. Αναφέρων δε τα ονόματα των κοινών θεών, προέτρεπεν αυτούς να λυτρώσωσιν εκ της δουλείας άνδρας Έλληνας και να διώξωσι τον βάρβαρον. Είπε δε ότι το εύκολον να γίνωσι ταύτα, καθότι τα πλοία των βαρβάρων και κακώς πλέουσι και δεν είναι αξιόμαχα με τα των Ελλήνων, και ότι αυτοί είναι έτοιμοι να μείνωσιν εις τα πλοία των ως όμηροι εάν υποπτεύωσιν οι Έλληνες ότι ζητούσι διά δόλου να τους ελκύσωσιν εις εκείνα μέρη.

91. Επειδή δε ο ξένος Σάμιος επέμενε παρακαλών, ο Λεωτυχίδης, είτε θέλων ν' ακούση, μάντευμά τι εκ των λέξεων του Σαμίου, είτε κατά θείαν έμπνευσιν, τον ηρώτησεν· «Ω ξένε Σάμιε, ποίον είναι το όνομά σου;» Εκείνος, δε απεκρίθη· «Ηγησίστρατος.» Τότε ο Λεωτυχίδης, φοβηθείς μήπως προσθέση περισσότερα, τον διέκοψε και είπεν «Ηγησίστρατος (29)! δέχομαι τον οιωνόν, ω ξένε Σάμιε. Πριν όμως συ και οι μετά σου αναχωρήσετε, δώσατέ μας τα πιστά ότι οι Σάμιοι θα γίνωσι πρόθυμοι σύμμαχοί μας.»

92. Η πράξις παρακολούθησε τον λόγον· καθότι αμέσως οι Σάμιοι έδωκαν τα πιστά και ωρκίσθησαν συμμαχίαν με τους Έλληνας. Τούτων γενομένων οι μεν άλλοι απέπλευσαν, ο δε Λεωτυχίδης εκράτησε τον Ηγησίστρατον διά να πλεύση μετ' αυτού, έχων το όνομά του ως καλόν οιωνόν. Οι δε Έλληνες μείναντες ήσυχοι την ημέραν εκείνην, συνεβουλεύθησαν την ακόλουθον ημέραν τα θύματα τα οποία ήσαν καλά· μάντις δε αυτών ήτο ο Απολλωνιάτης Δηίφονος του Ευηνίου, εκ της εν τω Ιονίω κόλπω Απολλωνίας, εις του οποίου τον πατέρα Ευήνιον ηκολούθησε το εξής.

93. Εις την Απολλωνίαν ταύτην υπάρχουσι πρόβατα ιερά του ηλίου, τα οποία την μεν ημέραν βόσκουσι παρά τον ποταμόν όστις εκ του όρους Λάκμωνος ρέει διά της Απολλωνίας χώρας εις την θάλασσαν πλούσιον του λιμένος Ωρίκου, την δε νύκτα άνδρες εκλελεγμένοι μεταξύ των πολιτών, οι σημαντικώτατοι κατά τον πλούτον και το γένος, ούτοι τα φυλάττουσιν επί ένα εν αυτόν έκαστος· καθότι ένεκα χρησμού τινος, οι Απολλωνιάται πολύ επιμελούνται τα πρόβατα ταύτα, τα οποία κλείουσι την νύκτα εις άντρον τι μακράν της πόλεως, όπου ο Ευήνιος ούτος εκλεχθείς τότε τα εφύλαττεν. Αποκοιμηθείς όμως νύκτα τινά ημέλησε την φυλακήν και εισελθόντες λύκοι εις το άντρον διέφθειρον περί τα εξήκοντα πρόβατα. Όταν ο Ευήνιος είδε τούτο, εσιώπησε και δεν είπε τίποτε εις κανένα, έχων κατά νουν να τα αντικαταστήση δι' άλλων τα οποία ήθελεν αγοράσει. Αλλά το γενόμενον δεν διέλαθε τους Απολλωνιάτας, οίτινες άμα το έμαθον ενήγαγον τον άνθρωπον εις δίκην και τον κατεδίκασαν, διότι εκοιμήθη και ημέλησε την φυλακήν, να στερηθή της δράσεως. Μόλις όμως εξετύφλωσαν τον Ευήνιον, αμέσως μετά ταύτα ούτε τα ποίμνιά των εγέννων, ούτε η γη των έδιδε καρπόν ως πρότερον. Τότε οι πολίται έπεμψαν εις την Δωδώνην και εις τους Δελφούς διά να μάθωσι την αιτίαν της παρούσης συμφοράς· τα δε μαντεία είπον εις αυτούς ότι αδίκως εστέρησαν της οράσεως τον φύλακα των ιερών προβάτων Ευήνιον, ότι αυτοί οι θεοί είχον πέμψει τους λύκους, και ότι δεν θα παύσωσιν εκδικούντες αυτόν ενόσω οι Απολλωνιάται δεν δώσωσι διά την πράξιν των ταύτην ικανοποίησιν, οίαν ο Ευήνιος ήθελε κρίνει δικαίαν· εάν γίνη τούτο, τότε και οι θεοί θα δώσωσιν εις τον Ευήνιον δώρον διά το οποίον θα τον μακαρίζωσι πολλοί άνθρωποι.

94. Τοιούτοι χρησμοί εδόθησαν εις τους Απολλωνιάτας. Ούτοι δε φυλάξαντες αυτούς μυστικούς, επεφόρτισαν πολίτας τινάς να τελειώσωσι την υπόθεσιν, οίτινες και ετελείωσαν αυτήν ως εξής. Καθημένου του Ευηνίου επί έδρας μακράς, ήλθον ούτοι και καθήσαντες πλησίον του ωμίλουν περί διαφόρων άλλων αντικειμένων, μέχρις ου κατέληξαν συλλυπούμενοι αυτόν διά το πάθημά του. Αφού λοιπόν η συνομιλία ήλθεν εις τούτο το αντικείμενον, τον ηρώτησαν ποίαν ικανοποίησιν ήθελε ζητήσει εν περιπτώσει καθ' ην οι Απολλωνιάται ήθελον τω προτείνει δι' όσα τον έκαμον. Ο Ευήνιος, μη γνωρίζων τας αποκρίσεις των θεών, εξελέξατο και είπεν ότι εάν τω εδίδοντο αγροί (και είπε τα ονόματα των πολιτών τους οποίους ήξευρεν ότι είχον δύο κλήρους γης τους καλλίστους εις την Απολλωνίαν) και οίκος τις τον οποίον εγνώριζεν ότι ήτο ο κάλλιστος εν τη πόλει, ταύτα είπεν εάν τω εδίδοντο δεν θα εμνησικάκει του λοιπού και αύτη η ικανοποίησις τω ήρκει, αν εγίνετο. Και ούτος μεν ταύτα είπεν, οι δε παρακαθήμενοι απεκρίθησαν· «Ευήνιε, οι Απολλωνιάται, κατά τον δοθέντα αυτοίς χρησμόν, σοι δίδουσι ταύτα προς ικανοποίησιν της εκτυφλώσεως.» Τότε ο μεν Ευήνιος, εννοήσας εκ των ολίγων τούτων λέξεων όλην την υπόθεσιν, ανεγνώρισεν ότι ηπατήθη και ελυπήθη πολύ· οι δε Απολλωνιάται αγοράσαντες από τους ιδιοκτήτας τω έδοσαν τα κτήματα τα οποία εξελέξατο. Αμέσως δε μετά ταύτα τω εχάρισαν οι θεοί μαντικήν δύναμιν τοιαύτην ώστε εγένετο ονομαστές.

95. Τούτου λοιπόν του Ευηνίου ο υιός Δηίφονος προσελήφθη υπό των Κορινθίων και ήτο μάντις εις τον στρατόν. Ήκουσα όμως και τούτο, ότι οικειοποιούμενος τον τίτλον υιού του Ευηνίου χωρίς να ήναι τοιούτος, περιήρχετο την Ελλάδα και παρείχε τας υπηρεσίας του επί μισθώ.

96. Επειδή λοιπόν τα σημεία εκηρύχθησαν ευνοϊκά εις τους Έλληνας, οι στρατηγοί ανήγαγον τα πλοία εκ της Δήλου εις την Σάμον. Ότε δε έφθασαν εις τους Καλάμους της Σάμου, ούτοι μεν προσωρμίσθησαν πλησίον του Ηραίου το οποίον είναι εις εκείνα τα μέρη και παρεσκευάζοντο εις ναυμαχίαν· οι δε Πέρσαι μαθόντες ότι επλησίαζον οι Έλληνες, έπλευσαν προς την ξηράν μεθ' όλων των πλοίων, πλην των Φοινικικών εις τα οποία επέτρεψαν να αποπλεύσωσι. Νομίζοντες ότι αι δυνάμεις των δεν ήσαν αξιόμαχοι, απεφάσισαν να μη δώσωσι ναυμαχίαν, αλλά να πλησιάσωσιν εις την ήπειρον διά να ώσιν υπό την σκέπην του πεζού στρατού όστις κατείχε την Μυκάλην και όστις τη διαταγή του Ξέρξου είχεν αποσπασθή από τον άλλον στρατόν διά να φυλάττη την Ιωνίαν. Το απόσπασμα τούτο ανέβαινεν εις εξήκοντα χιλιάδας άνδρα, και αρχηγός ήτο ο Τιγράνης όστις υπερέβαινε τους Πέρσας κατά το κάλλος και το μέγεθος. Υπό την σκέπην λοιπόν του στρατού τούτου απεφάσισαν οι στρατηγοί του ναυτικού να καταφύγωσι και ανελκύσαντες εις την γην τα πλοία, να τα περικλείσωσι διά περιφράγματος το οποίον να χρησιμεύση ως οχύρωμα εις τα πλοία και καταφύγιον εις αυτούς.

97. Ταύτα αποφασίσαντες εν συμβουλίω, ανήχθησαν εις το πέλαγος και διήλθον προ του ναού των Σεβαστών (30) όστις είναι επί της παραλίας της Μυκάλης. Έφθασαν δε ούτω εις τας εκβολάς του Γαίσωνος και του Σκολοπόεντος όπου υπάρχει ναός της Ελευσινίας Δήμητρος, τον οποίον ίδρυσεν ο Φίλιστος του Πασικλέους όταν μετά του Νηλέως του Κόδρου μετέβαινε να κτίση την Μίλητον. Εκεί είλκυσαν τα πλοία εις την ξηράν και περιεκύκλωσαν αυτά με περίφραγμα εκ λίθων και ξύλων, κόψαντες προς τούτο δένδρα ήμερα· έμπροσθεν δε του περιφράγματος ενέπηξαν πασσάλους και ήσαν έτοιμοι να πολιορκηθώσι και να νικήσωσι, καθότι είχον προΐδει αμφότερα ταύτα, και κατά συνέπειαν ητοιμάσθηοαν.

98. Οι δε Έλληνες, ως έμαθον ότι οι βάρβαροι απεχώρησαν εις την ήπειρον, ελυπήθησαν διότι διέφυγον και εδίσταζον τι να πράξωσι να επιστρέψωσιν, ή να πλεύσωσι μέχρι του Ελλησπόντου; Τέλος απεφάσισαν να μη πράξωσι μήτε το έν μήτε το άλλο, αλλά να πλεύσωσι κατ' ευθείαν εις την ήπειρον. Ετοιμάσαντες λοιπόν όσα ήσαν αναγκαία προς ναυμαχίαν, και αποβάθρας και τα άλλα απαιτούμενα, έπλευσαν εις την Μυκάλην. Ότε δε επλησίασαν εις το εχθρικόν στρατόπεδον και είδον ότι κανείς δεν εξήρχετο προς απάντησιν των αλλά μόνον πλοία ανειλκυσμένα εις την ξηράν, προασπιζόμενα υπό προφράγματος, και πολύ πεζικόν παρατεταγένον εις το παραθαλάσσιον, τότε πρώτον μεν ο Λεωτυχίδης πλησιάσας με το πλοίον του όσον ηδυνήθη περισσότερον, παρήγγειλε διά κήρυκος εις τους Ίωνας τα εξής· «Άνδρες της Ιωνίας, όσοι δύνασθε να με ακούσετε, προσέξατε εις όσα λέγω, καθότι οι Πέρσαι δεν θα εννοήσωσι βεβαίως τίποτε εξ όσων σας παραγγέλλω. Όταν συμπλακώμεν, πρέπει προ πάντων έκαστος υμών να ενθυμηθή περί της ελευθερίας όλων και ακολούθως το σύνθημα Ήβη (31). Όστις δε εξ υμών δεν είναι παρών διά να με ακούση, ας μάθη ταύτα παρά του ακούσαντος.» Εις την περίστασιν ταύτην ο σκοπός του Λεωτυχίδου ήτο ο αυτός ον έσχεν ο Θεμιστοκλής εις το Αρτεμίσιον, ή να προσελκύσωσι τους Ίωνας διά των ακαταλήπτων τούτων εις τον βάρβαρον λέξεων, ή να καταστήσωσιν αυτούς υπόπτους εν περιπτώσει καθ' ην ήθελον ανακοινωθή εις τους βαρβάρους.

99. Αφού ο Λεωτυχίδης εκήρυξε ταύτα, οι Έλληνες έπραξαν έπειτα τα εξής. Πλησιάσαντες τα πλοία εις την ξηράν απέβησαν εις τον αιγιαλόν. Και ούτοι μεν παρετάσσοντο εις μάχην, οι δε Πέρσαι, άμα είδον τους Έλληνας παρασκευαζομένους εις μάχην και ομιλήσαντας προς τους Ίωνας, πρώτον μεν υποπτεύσαντες τους Σαμίους ότι ευνοούσι τους Έλληνας, τους αφώπλισαν· καθότι όλους τους Αθηναίους τους οποίους μείναντας εις την Αττικήν έλαβον αιχμαλώτους τα στρατεύματα του Ξέρξου και έφερον εις τα πλοία, τούτους λυτρώσαντες οι Σάμιοι και εφοδιάσαντες απέπεμψαν εις τας Αθήνας· ώστε ελευθερώσαντες πεντακοσίας κεφαλάς εκ των εχθρών του Ξέρξου, ήσαν διά τούτο έτι μάλλον ύποπτοι. Δεύτερον δε, επί προφάσει ότι οι Μιλήσιοι εγνώριζον την χώραν, διέταξαν αυτούς να φυλάττωσι τας διόδους τας φερούσας εις τα όρη της Μυκάλης. Έλαβον δε το μέτρον τούτο διά να απομακρύνωσι τους Μιλησίους εκ του πεδίου της μάχης. Με τοιούτους λοιπόν τρόπους προεφυλάσσοντο οι Πέρσαι από τους Ίωνας όσους υπώπτευον ότι παρουσιαζομένης ευκαιρίας ηδύναντο να κάμωσι νεωτερισμόν τινα. Αυτοί δε συνεσώρευσσαν τας ασπίδας των διά να τας έχωσιν ως περίφραγμα.

100. Ότε δε ητοιμάσθησαν οι Έλληνες καθ' όλα, εβάδισαν κατά των βαρβάρων· ενώ δε επλησίαζον, φήμη διεδόθη εις όλον το στρατόπεδον και εφάνη κείμενον επί της παραλίας κηρύκειον. Η απροσδοκήτως ελθούσα αύτη φήμη ήτο η εξής· ότι οι Έλληνες, μαχόμενοι εις την Βοιωτίαν, ενίκησαν τον Μαρδόνιον. Είναι φανερόν, και πολλαί υπάρχουσιν αποδείξεις, ότι εν τω συμβάντι τούτω ενεφιλοχώρησε θεία ενέργεια, αφού η είδησις της καταστροφής των Περσών εν Πλαταιαίς έφθασε την ιδίαν ημέραν εις Μυκάλην, όπου έμελλον να υποστώσι και άλλην ήτταν, διά να εγκαρδιώση περισσότερον τον ελληνικόν στρατόν και να καταστήση αυτόν προθυμότερον εις τον πόλεμον.

101. Παρετηρήθη προσέτι και η εξής σύμπτωσις· αμφότεραι αι μάχαι εγένοντο εις μέρη όπου έτυχον να ευρίσκωνται τεμένη της Ελευσινίας Δήμητρος. Τωόντι εις τας Πλαταιάς, ως είπον ανωτέρω, συνεπλάκησαν πλησίον του ναού της Δήμητρος, το αυτό δε έμελλε να συμβή και εις την Μυκάλην. Η δε διαδοθείσα φήμη περί της νίκης των μετά του Παυσανίου Ελλήνων συνεβιβάζετο με τον χρόνον καθ' ον εγένοντο τα πράγματα· καθότι εις τας Πλαταιάς επολέμησαν περί την πρωίαν, και εις την Μυκάλην προς το εσπέρας. Ότι δε συνέπεσε να γίνωσι ταύτα την αυτήν ημέραν και τον αυτόν μήνα, το έμαθον μετ' ολίγον εξετάζοντες τα πράγματα. Πριν έλθη η φήμη αύτη, ο στρατός ήτο εις μέγαν φόβον ουχί τόσον περί εαυτού όσον περί της Ελλάδος, μήπως πάθη τι αύτη υπό του Μαρδονίου. Άμα όμως διεδόθη εις τας τάξεις η φήμη αύτη, ώρμησαν κατά των εχθρών μετά περισσοτέρας ταχύτητος. Οι Έλληνες λοιπόν και οι βάρβαροι συνεπλάκησαν μετά της αυτής προθυμίας, καθότι άθλα της μάχης ήσαν ο Ελλήσποντος και αι νήσοι.

102. Οι μεν Αθηναίοι και οι πλησίον αυτών τεταγμένοι, το ήμισυ περίπου του στρατού, επροχώρουν διά του αιγιαλού και εδάφους ομαλού· οι δε Λακεδαιμόνιοι και οι μετ' αυτούς τεταγμένοι επροχώρουν διά χαράδρας τινός και των ορέων, ούτως ώστε μέχρις ου οι Λακεδαιμόνιοι κάμνωσι τον κύκλον, οι εις στο έτερον κέρας ήρχισαν ήδη τον πόλεμον. Και ενόσω μεν αι ασπίδες των Περσών ήσαν όρθιαι, οι βάρβαροι ημύνοντο και δεν ήσαν κατώτεροι εις την μάχην· ότε όμως οι Αθηναίοι και οι μετ' αυτών, επιθυμούντες να ανήκη το κατόρθωμα εις αυτούς και όχι εις τους Λακεδαιμονίους, παρακέλευσαν αλλήλους και ώρμησαν προθυμότερον, τότε το πράγμα ήλλαξε φάσιν· καθότι ανατρέψαντες τας ασπίδας επέπεσαν συμπεπυκνωμένοι κατά των Περσών οίτινες εδέχθησαν μεν την επίθεσιν και υπέμειναν επί αρκετήν ώραν αμυνόμενοι, τέλος όμως διεσπάσθησαν και έφυγον εις το τείχος. Οι Αθηναίοι και οι κατόπιν αυτών τεταγμένοι Κορίνθιοι, Σικυώνιοι και Τροιζήνιοι, ηκολούθησαν τους φεύγοντας και προσέβαλον το τείχος. Αφού δε εκυριεύθη και το τείχος, οι βάρβαροι ουδεμίαν πλέον έδειξαν αντίστασιν, αλλ' όλοι οι άλλοι, πλην των Περσών· ετράπησαν εις φυγήν· ούτοι δε μόνοι, μολονότι έμειναν ολίγοι, δεν έπαυσαν πολεμούντες προς τους αδιακόπως εισπίπτοντας εις το τείχος Έλληνας. Εκ των στρατηγών των δύο μεν εσώθησαν, δύο δε εφονεύθησαν· ο Αρταΰντης και ο Ιθαμίτρης, στρατηγοί του ναυτικού, εσώθησαν· ο Μαρδόνιος και ο του πεζού στρατηγός Τιγράνης μαχόμενοι ετελεύτησαν.

103. Εμάχοντο δε εισέτι οι Πέρσας ότε οι Λακεδαιμόνιοι και οι μετ' αυτών επρόφθασαν και απετελείωσαν τα λοιπά. Πολλοί των Ελλήνων έπεσον κατ' αυτήν την ημέραν, ιδίως όλοι οι Σικυώνιοι και ο στρατηγός αυτών Περίλαος. Όσοι δε εκ των Σαμίων, ήσαν εις το Μηδικόν στρατόπεδον και από τους οποίους είχον αφαιρέσει τα όπλα, άμα είδον ότι η μάχη εξ αρχής έκλινε προς το μέρος των Ελλήνων, έπραξαν ό,τι ηδυνήθησαν θέλοντες να ωφελήσωσι και αυτοί τους Έλληνας. Ιδόντες δε οι άλλοι Ίωνες ότι πρώτος οι Σάμιοι έκαμον αρχήν, τότε αποστατήσαντες και αυτοί από τους Πέρσας επετέθησαν κατά των βαρβάρων.

104. Οι δε Μιλήσιοι διετάχθησαν μεν υπό των Περσών να φυλάττωσι τας διόδους χάριν της ιδίας εαυτών σωτηρίας, ίνα εν περιπτώσει καθ' ην ήθελε συμβή ό,τι και συνέβη έχοντες οδηγούς σωθώσι φεύγοντες εις τα όρη της Μυκάλης· επί τω σκοπώ λοιπόν τούτω ετάχθησαν οι Μιλήσιοι εις την θέσιν ταύτην, και προσέτι διά να μη ευρίσκωνται εις το στρατόπεδον και επιχειρήσωσι νεωτερισμόν τινα. Ούτοι όμως έπραξαν παν το εναντίον του προστεταγμένου, καθότι εδείκνυον εις τους βαρβάρους άλλας οδούς αίτινες έφερον αυτούς εις τους πολεμίους, και τέλος πάντων εγένοντο σκληρότατοι εχθροί των φονεύοντες αυτούς. Τοιουτοτρόπως εκ δευτέρου απεστάτησεν η Ιωνία από τους Πέρσας.

105. Εις ταύτην την μάχην μεταξύ των Ελλήνων ηρίστευσαν οι Αθηναίοι, και πάλιν μεταξύ των Αθηναίων ο Ερμόλυκος του Ευθύνου, ανήρ εξασκηθείς εις την πυγμήν και την πάλην. Ούτος ο Ερμόλυκος μετά ταύτα, ότε οι Αθηναίοι είχον πόλεμον με τους Καρυστίους, συνέβη να αποθάνη μαχόμενος εις την Κύρνον της Καρυστίας χώρας και να ταφή εις την Γεραισσόν. Μετά δε τους Αθηναίους ηρίστευσαν οι Κορίνθιοι, οι Τροιζήνιοι και οι Σικυώνιοι.

106. Αφού οι Έλληνες εφόνευσαν τους περισσοτέρους βαρβάρους, άλλους μεν μαχομένους, άλλους δε φεύγοντας, ενέπρησαν τα πλοία και όλον το περίφραγμα, αφού πρώτον εσώρευσαν τα λάφυρα εις τον αιγιαλόν, Επιβιβάσαντες δε τους θησαυρούς και καύσαντες τα πλοία και το στρατόπεδον των εχθρών ανεχώρησαν. Επιστρέψαντες δε εις την Σάμον συνεσκέφθησαν περί της επαναστάσεως των Ιώνων και εάν ήτο κατεπείγον να μετοικίσωσιν αυτούς εις μέρος τι της Ελλάδος, του οποίου κύριοι να ήσαν αυτοί και να αφήσωσι την Ιωνίαν εις τους βαρβάρους· καθότι τους εφαίνετο αδύνατον να κάθηνται πάντοτε και να φρουρώσι τους Ίωνας, άνευ του οποίου καμμίαν ελπίδα δεν είχον οι Ίωνες να απαλλαγώσιν από τον ζυγόν των Περσών. Τεθέντος του ζητήματος τούτου, οι μεν Πελοποννήσιοι αρχηγοί εγνωμάτευσαν ότι έπρεπε να εκδιώξωσιν από τους ελληνικούς λιμένας τους Έλληνας όσοι εμήδισαν και να δώσωσι τα κτήματά των εις τους Ίωνας· οι Αθηναίοι όμως ουδόλως ενέκρινον να μετοικισθώσιν οι Ίωνες, ούτε συνεχώρουν εις τους Πελοποννησίους να δίδωσι γνώμην περί ιδικών των αποικιών. Αντιτειθάντων λοιπόν των Αθηναίων, προθύμως υπεχώρησαν οι Πελοποννήσιοι. Τοιουτοτρόπως οι Σάμιοι, οι Χίοι, οι Λέσβιοι και οι άλλοι νησιώται έκαμον μετ' αυτών συνθήκην συμμαχίας δόντες πίστεις και όρκους ότι δεν ήθελον μεταναστεύσει. Αφού δε έγιναν οι όρκοι ούτοι, ο στόλος απέπλευσε διά να καταστρέψη τας γεφύρας τας οποίας ενόμιζεν εισέτι σώας. Και ούτοι μεν έπλεον εις τον Ελλήσποντον.