Ιστορίαι Ηροδότου, Τόμος 2

Part 26

Chapter 2629 wordsPublic domain

53. Και ούτοι μεν εστρατοπεδεύσαντο περί το Ηραίον· ο δε Παυσανίας, βλέπων αυτούς αναχωρούντας εκ του στρατοπέδου, παρήγγειλεν εις τους Λακεδαιμονίους να αναλάβωσι τα όπλα και να ακολουθήσωσι τους προπορευομένους, νομίσας ότι μεταβαίνουσιν εις το συμφωνηθέν μέρος. Αμέσως οι μεν άλλοι ταξίαρχοι ητοιμάσθησαν να υπακούσωσιν εις τον Παυσανίαν, αλλ' ο Αμομφάρετος του Πολιάδου, διοικών τον λόχον των Πιτανατών, είπεν ότι ποτέ δεν θα φύγη τους ξένους, ούτε εκών θα καταισχύνη την Σπάρτην· μη παρευρεθείς εις την προλαβούσαν συνομιλίαν, εξεπλήττετο διά τα πραττόμενα. Ο δε Παυσανίας και ο Ευρυάναξ εστοχάζοντο μεν άτοπον την απείθειάν του, εστοχάζοντο όμως έτι μάλλον άτοπον, αφού εκείνος έκαμε τοιαύτην απόφασιν και δεν ήθελε να τους ακολουθήση, να αφήσωσι τον λόχον των Πιτανατών, φοβούμενοι μήπως, εάν τον αφήσωσι πράττοντες όσα είχον συμφωνήσει με τους άλλους Έλληνας, απολεσθώσι και ο Αμομφάρετος και οι μετ' αυτού, μείναντες μόνοι. Ταύτα αναλογιζόμενοι, εσταμάτησαν την αναχώρησι του Λακωνικού στρατοπέδου και επειρώντο να πείσωσιν αυτόν ότι δεν ήτο φρόνιμον αυτό το οποίον έπραττε.

54. Και ούτοι μεν συνεβούλευον τον Αμομφάρετον, όστις μόνος εκ των Λακεδαιμονίων και των Τεγεατών είχε μείνει. Οι δε Αθηναίοι έπραξαν τα εξής. Έμενον ήσυχοι εις τας τάξεις των, γνωρίζοντες τα φρονήματα των Λακεδαιμονίων ως άλλα φρονούντων και άλλα λεγόντων. Ότε δε εκινήθη ο στρατός, έπεμψαν ένα ιππέα των διά να ίδη εάν οι Σπαρτιάται ήρχισαν να κινώνται ή εάν εσκόπευον να μη μεταβάλωσι θέσιν, και εν πάση περιπτώσει να ζητήσωσι διαταγάς παρά του Παυσανίου.

55. Ότε δε έφθασεν ο κήρυξ εις τους Λακεδαιμονίους, τους εύρε τεταγμένους εις τας θέσεις των, τους δε πρώτους αυτών φιλονεικούντας καθότι ο Ευρυάναξ και ο Παυσανίας συνεβούλευον τον Αμομφάρετον να μη εκθέση τον λόχον του εις κίνδυνον αναπόφευκτον μένων εκεί μόνος εκ των Λακεδαιμονίων, και δεν ηδύναντο να τον πείσωσιν. Εξηκολούθει λοιπόν η φιλονεικία, ότε ήλθεν ο κήρυξ των Αθηναίων. Τότε ο Αμομφάρετος, φιλονεικών, λαμβάνει λίθον δι' αμφοτέρων των χειρών και ρίψας αυτόν προ των ποδών του Παυσανίου· «Διά ταύτης της ψήφου, είπε, ψηφίζω να μη φεύγωμεν τους ξένους.» Ξένους δε ενόει τους βαρβάρους. Ο δε Παυσανίας αποκαλών αυτόν μαινόμενον και παράφρονα, εστράφη προς τον κήρυκα και απεκρίνετο εις εκείνα τα οποία τον είχον επιφορτίσει οι Αθηναίοι να ερωτήση. Ο Παυσανίας τω παρήγγειλε να αναφέρη εις τους Αθηναίους τα διατρέχοντα και να τους παρακαλέση να πλησιάσωσι τους Λακεδαιμονίους διά να συμφωνώσι τα κινήματά των.

56. Και ο μεν κήρυξ επέστρεψεν εις τους Αθηναίους, τους Λακεδαιμονίους κατέλαβεν η ηώς εισέτι λογομαχούντας. Ο Παυσανίας μείνας αναποφάσιστος μέχρις εκείνης της ώρας εσκέφθη τέλος ότι εάν κινήσωσιν οι άλλοι Λακεδαιμόνιοι δε δυνηθή να μείνη μόνος ο Αμομφάρετος· είπε και εγένετο. Δους λοιπόν το σημείον της αναχωρήσεως, απήγαγεν όλους τους λοιπούς διά των λόφων. Οι Τεγεάται τον ηκολούθησαν, και οι Αθηναίοι εν τάξει έλαβον εναντίον διεύθυνσιν της των Λακεδαιμονίων· καθότι οι μεν Λακεδαιμόνιοι, φοβούμενοι το ιππικόν, δεν εμακρύνοντο από τους λόφους και τας υπωρείας του Κιθαιρώνος, οι δε Αθηναίοι ετράπησαν προς την πεδιάδα.

57. Ο δε Αμομφάρατος, νομίσας κατ' αρχάς ότι ο Παυσανίας δεν ήθελε τολμήση και να τους εγκαταλείψη επέμενε να μείνωσιν αυτού και να μη αφήσωσι τας τάξεις των· όταν όμως είδε τον Παυσανίαν και τους μετ' αυτού μακρυνομένους, πεισθείς πλέον ότι τον άφινον άνευ προσποιήσεως διέταξε τον λόχον του να αναλάβη τα όπλα και τον ωδήγησε βραδέως επί τα βήματα των άλλων Σπαρτιατών. Ούτοι είχον διανύσει ήδη δέκα στάδια, και σταθέντες περί τον ποταμόν Μολόεντα εις τόπον τινα καλούμενον Αρμόπιον, όπου ευρίσκεται και ιερόν της Ελευσινίας Δήμητρος, περιέμενον τον λόχον του Αμομφαράτου. Τον περιέμενον δε δια την εξής αιτίαν· εάν ο Αμομφάρετος και ο λόχος του δεν αφήσωσι την θέσιν εις ην είχον εξ αρχής ταχθή, αλλά μείνωσιν αυτό, να επιτρέψωσιν οπίσω εις βοήθειάν των. Μόλις δε ο Αμομφάρετος και οι μετ' αυτού έφθασαν, αμέσως εφάνη όλον το ιππικόν των βαρβάρων· καθότι οι ιππείς ήρχισαν πάλιν να κάμνωσιν εκείνην την ημέραν ό,τι συνείθιζον να πράττωσι κατά τας προλαβούσας. Ιδόντες δε κενόν τον χώρον όπου κατά τας προηγουμένας ημέρας ήσαν τεταγμένοι οι Έλληνες, ήλασαν τους ίππους επί τα πρόσω, και φθάσαντες τον Άμομφάρετον κατεδίωκον αυτόν.

58. Άμα ο Μαρδόνιος έμαθεν ότι οι Έλληνες απεχώρησαν κατά την νύκτα και είδε τον χώρον έρημον, καλέσας τον Λαρισσαίον Θώρακα και τους αδελφούς αυτού Ευρύπυλον και Θρασυδαίον, τοις είπε τα εξής· «Ω παίδες του Αλεύου, τι θα ειπήτε ακόμη βλέποντες το μέρος τούτο έρημον; Υμείς οι πλησιόχωροι ελέγετε ότι οι Λακεδαιμόνιοι δεν φεύγουσιν εις τας μάχας, αλλ' είναι πρώτοι άνδρες εις τα πολεμικά. Είδετε αυτούς πρότερον μετακινηθέντας από τας θέσεις των, και τώρα βλέπομεν όλοι ότι κατά την παρελθούσαν νύκτα έφυγον. Καθ' ην στιγμήν έπρεπε ν' αντιταχθώσι προς ανθρώπους αληθώς ανδρειοτάτους, έδειξαν φανερά ότι είναι μηδέν και ότι επεδεικνύοντο εις τους Έλληνας, ανθρώπους όντας ομοίως μηδέν. Και υμάς μεν, επειδή δεν εδοκιμάσατε τους Πέρσας, συγχωρώ εάν επαινήτε τους ανθρώπους τούτους των οποίων είδετε ποτέ πράξεις τινάς· εκπλήττομαι όμως πως ο Αρτάβαζος εφοβείτο τους Λακεδαιμονίους, και φοβούμενος αυτούς έδιδε συμβουλήν δειλοτάτην, να εγείρωμεν το στρατόπεδον και να υπάγωμεν εις την πόλιν των Θηβαίων να πολιορκηθώμεν. Αυτήν την συμβουλήν του θα αναφέρω και εις τον βασιλέα. Αλλά περί μεν τούτων και άλλοτε θα συνομιλήσωμεν. Τώρα δε δεν πρέπει να αφήσωμεν τους Έλληνας φεύγοντας, αλλ' ας τους καταδιώξωμεν μέχρις ού τους φθάσωμεν και τους τιμωρήσωμεν δι' όσα κακά έκαμον εις τους Πέρσας.»

59. Ταύτα ειπών διέβη τον Ασωπόν (27) με τους Πέρσας τους οποίους ήγεν επί τα ίχνη των Ελλήνων, καθότι ενόμιζεν ότι έφευγον· διευθύνθη δε μόνον εναντίον των Λακεδαιμονίων και των Τεγεατών, καθότι ένεκα των όχθων δεν έβλεπε τους Αθηναίους καταβάντας εις την πεδιάδα. Οι λοιποί αρχηγοί των βαρβάρων, βλέποντες τους Πέρσας διώκοντας ζωηρώς τους Έλληνας, ύψωσαν όλοι τα σημεία και ήρχισαν να καταδιώκωσιν όσον ταχύτερον ηδύνατο έκαστος, άνευ τάξεως, άνευ κοσμιότητος. Και ούτοι μεν ώρμησαν μετά βοής και θορύβου, νομίζοντες ότι θα αναρπάσωσι τους Έλληνας.

60. Ο δε Παυσανίας, επειδή επιέζετο υπό του ιππικού, έπεμψε προς τους Αθηναίους ιππέα και τοις είπεν «Άνδρες Αθηναίοι, αγώνος μεγίστου προκειμένου, ή να μείνη ελευθέρα ή να δουλωθή η Ελλάς, ημείς οι Λακεδαιμόνιοι και υμείς οι Αθηναίοι επροδόθημεν υπό των συμμάχων φυγόντων κατά την προλαβούσαν νύκτα. Νομίζομεν λοιπόν ότι εις το εξής τούτο πρέπει να κάμωμεν αμυνόμενοι όσον δυνάμεθα καλλίτερον, ας υποστηρίζωμεν αλλήλους. Και επειδή, εάν το ιππικόν ώρμα πρώτον εναντίον σας, έπρεπε να σας βοηθήσωμεν ημείς και οι μεθ' ημών μη προδώσαντες την Ελλάδα Τεγεάται· τώρα, επειδή όλον το ιππικόν επέπεσεν εναντίον ημών, είναι δίκαιον υμείς να έλθετε προς υπεράσπισιν της βαρέως πιεζομένης μοίρας. Εάν δε ευρίσκεσθε εις ανάγκην και σας είναι αδύνατον να έλθετε εις βοήθειάν μας, κάμετέ μας την χάριν να μας πέμψετε τους τοξότας σας. Εκ των διαφόρων συμβάντων του παρόντος πολέμου εγνωρίσαμεν ότι είσθε προθυμότατοι, ώστε να εισακούσετε και την παράκλησιν ταύτην.»

61. Άμα ήκουσαν ταύτα οι Αθηναίοι απεφάσισαν αμέσως να υπάγωσι και να βοηθήσωσι τους Λακεδαιμονίους πάση δυνάμει. Ενώ όμως επορεύοντο, επετέθησαν κατ' αυτών οι μηδίζοντες Έλληνες όσοι ήσαν αντιτεταγμένοι εναντίον των και τους ημπόδισαν να βοηθήσωσι τους Λακεδαιμονίους· καθότι οι ενάντιοι ακολουθούντες έβλαπτον αυτούς. Τοιουτοτρόπως μονωθέντες οι Λακεδαιμόνιοι και οι Τεγεάται, όντες οι μεν πρώτοι ομού με τους ψιλούς πεντήκοντα χιλιάδες, οι δε δεύτεροι, οίτινες δεν απεχωρίζοντο από τους Λακεδαιμονίους, τρισχίλιοι, έκαμνον θυσίας δια να συμπλακώσι με τον Μαρδόνιον και τον στρατόν αυτού. Αλλά τα θύματα δεν απέβαινον αίσια δι' αυτούς, και εφονεύοντο πολλοί και ετραυματίζοντο πολύ περισσότεροι· καθότι Πέρσαι σχηματίζοντες ως φράκτην έμπροσθέν των τας ασπίδας, έρριπτον τόσον άφθονα τοξεύματα ώστε ο Παυσανίας, βλέπων τας απωλείας των Σπαρτιατών και τους κακούς οιωνούς των θυμάτων, έστρεψε τα βλέμματα προς το Ηραίον των Πλαταιών κα επεκαλέσατο την θεάν, ικετεύων αυτήν να μη ψευσθώσιν οι Έλληνες εις τας ελπίδας των.

62. Ενώ ακόμη ο Παυσανίας επικαλείτο την θεάν, πρώτοι, οι Τεγεάται αναστάντες εχώρησαν κατά των βαρβάρων· αμέσως δε μετά την ευχήν του Παυσανίου εφάνησαν και τα θύματα αίσια εις τους Λακεδαιμονίους. Αφού δε τέλος εγένοντο αίσια, εχώρησαν και ούτοι κατά των Περσών, οίτινες διά να αντισταθώσιν απέθεσαν τα τόξα. Εγένετο δε κατά πρώτον η μάχη περί το πρόφραγμα των ασπίδων· αφού δε τούτο ανετράπη, εξηκολούθησεν ισχυρά και επί πολλήν ώραν περί τον ναόν της Δήμητρος, μέχρις ου συνεπλάκησαν τέλος σώμα προς σώμα· καθότι οι βάρβαροι δράττοντες τα δόρατα τα έθραυον, και δεν ήσαν οι Πέρσαι κατώτεροι των Ελλήνων κατά το θάρρος και την δύναμιν· δεν είχον όμως αμυντικά όπλα, δεν εγνώριζον τον τρόπον του πολεμείν των Ελλήνων, και ήσαν ολιγώτερον επιτήδειοι των αντιπάλων των. Χωριζόμενοι ανά είς ή ανά δέκα, και γινόμενοι σώματα μάλλον ή ήττον πολυάριθμα, έπιπτον ατάκτως εις τας τάξεις των Σπαρτιατών και εφονεύοντο.

63. Εις το μέρος δε όπου ευρίσκετο αυτός ο Μαρδόνιος και εμάχετο επί ίππου λευκού έχων περί εαυτόν χιλίους λογάδας Πέρσας τους αρίστους, εκεί προ πάντων επίεσαν τα μάλιστα τους εναντίους. Ενόσω έζη ο Μαρδόνιος, αντείχον και αμυνόμενοι κατέβαλλον πολλούς των Λακεδαιμονίων. Άμα όμως εφονεύθη ο Μαρδόνιος και έπεσαν οι περί αυτόν τεταγμένοι οίτινες ήσαν ισχυρότατοι πάντων, τότε και οι άλλοι έστρεψαν τα νώτα παραχωρήσαντες την νίκην εις τους Λακεδαιμονίους. Πάμπολυ δε τους έβλαπτεν η ενδυμασία των, καθότι δεν είχον ισχυρούς θώρακας, αλλ' όντες γυμνήται ηγωνίζοντο εναντίον οπλιτών.

64. Τότε εδόθη ικανοποίησις διά τον φόνον του Λεωνίδου, την οποίαν κατά τον χρησμόν ώφειλε να δώση ο Μαρδόνιος εις τους Σπαρτιάτας, και ο Παυσανίας του Κλεομβρότου του Αναξανδρίδου εκέρδισε την αρίστην των νικών από όσας ημείς ηξεύρομεν. Είπομεν ανωτέρω τα ονόματα των προγόνων του Λεωνίδου· είναι τα αυτά εις αμφοτέρους. Ο δε Μαρδόνιος εφονεύθη υπό του Αειμνήστου, πολίτου επιφανούς της Σπάρτης, όστις ύστερον, μετά τον Μηδικόν πόλεμον, έχων τριακοσίους άνδρας, επολέμησε με όλους τους Μεσσηνίους εις το Στενύκληρον, όπου απέθανε και αυτός και οι τριακόσιοι.

65. Οι δε Πέρσαι, άμα ενικήθησαν υπό των Λακεδαιμονίων εις τας Πλαταιάς, έφυγον ατάκτως εις το στρατόπεδόν των και εκλείσθησαν εις το ξύλινον τείχος το οποίον είχον κατασκευάσει εις μέρος τι της Θηβαΐδος. Θαυμάζω δε πώς, ενώ εγίνετο ο πόλεμος πλησίον του άλσους της Δήμητρος, δεν εφάνη κανείς Πέρσης, ούτε να εισέλθη εις το τέμενος, ούτε να φονευθή εντός αυτού· αλλ' οι περισσότεροι έπεσον περί το ιερόν, επί εδάφους βεβήλου. Εικάζω λοιπόν (εάν ήναι επιτετραμμένον να εκφράζη τις εικασίας επί πραγμάτων θείων) ότι αύτη ης θεά δεν τους εδέχθη, ως εμπρήσαντας τον εν Ελευσίνι σεβαστόν ναόν της. Τοιαύτη υπήρξεν η μεγάλη αύτη μάχη.

66. Ο δε Αρτάβαζος του Φαρνάκους, όστις και εξ αρχής είχεν αποδοκιμάσει την απόφασιν την οποίαν έλαβεν ο βασιλεύς να αφήση τον Μαρδόνιον εις την Ελλάδα, και βραδύτερον πολλάκις ζητήσας να μεταπείση τον Μαρδόνιον από το να δώση μάχην δεν κατώρθωσε τίποτε, ούτος λοιπόν μη αρεσκόμενος εις τας πράξεις του Μαρδονίου, έπραξε τα εξής· άμα ήρχισεν η μάχη, ο Αρτάβαζος ηξεύρων το αποβησόμενον, έθεσεν εις τάξιν τους υπό την στρατηγίαν του (είχε δε όχι ολίγην δύναμιν, αλλά τετρακισμυρίους περίπου άνδρας περί εαυτόν) εβάδιζε παραγγείλας να τον ακολουθήσωσιν όλοι όπου ήθελον τον ίδει διευθυνόμενον ταχέως. Ταύτα παραγγείλας εκίνησεν, ως να τους ωδήγει τάχα εις την μάχην προπορευόμενος δε είδε τους Πέρσας φεύγοντας. Τότε πλέον δεν εβάδισε με την αυτήν ευταξίαν, αλλ' ήρχισε να τροχάζη τάχιστα φεύγων ουχί εις το ξύλινον τείχος ούτε εις το τείχος των Θηβαίων, αλλ' εις τους Φωκείς, θέλων εκείθεν να φθάση τάχιστα εις τον Ελλήσποντον. Και ούτοι μεν ταύτην την οδόν ετράπησαν.

67. Εκ δε των Ελλήνων όσοι ήσαν με τον βασιλέα, οι μεν άλλοι εδεικνύοντο εκουσίως νωθροί, μόνοι δε οι Βοιωτοί επολέμησαν αρκετήν ώραν με τους Αθηναίους· καθότι οι μηδίζοντες εκ των Θηβαίων εδείκνυον υπερβάλλοντα ζήλον και δεν εφαίνοντο άνανδροι, τόσον ώστε τριακόσιοι εξ αυτών οι πρώτοι και ανδρειότατοι εφονεύθησαν εκεί υπό των Αθηναίων. Ότε δε ηττήθησαν και ούτοι, έφυγον εις τας Θήβας, και ουχί εις το αυτό μέρος όπου κατέφυγον οι Πέρσαι και όλον το πλήθος των άλλων συμμάχων, οίτινες ούτε επολέμησαν μετ' ουδενός ούτε έπραξαν λαμπρόν τι έργον.

68. Ότι δε η επιτυχία ή η αποτυχία των βαρβάρων εξηρτάτο από τους Πέρσας, το βλέπω και εκ τούτου, ότι τότε ούτοι, χωρίς να έλθωσιν εις χείρας με τους πολεμίους, ετράπησαν εις φυγήν βλέποντες τους Πέρσας φεύγοντας. Τοιουτοτρόπως δε έφυγον όλοι πλην του ιππικού, τόσον του άλλου όσον και του Βοιωτικού. Τούτο μάλιστα μεγάλην ωφέλειαν παρέσχε, καθότι ακολουθούν τους πολεμίους εκ του σύνεγγυς εβοήθει τους φίλους του φεύγοντας από τους Έλληνας. Οι Έλληνες λοιπόν νικώντες δεν έπαυον διώκοντες και φονεύοντες τους ηττηθέντας.

69. Διαρκούντος δε του διωγμού τούτου, αγγέλλεται εις τους Έλληνας τους τεταγμένους περί το Ηραίον και αποχωρήσαντας της μάχης, ότι οι μείναντες μετά του Παυσανίου εμάχοντο και ενίκων. Ταύτα ακούσαντες χωρίς να τεθώσιν εις καμμίαν τάξιν, οι μεν Κορίνθιοι ετράπησαν διά της υπωρείας και των λόφων κατ' ευθείαν προς το ιερόν της Δήμητρος· οι Μεγαρείς και οι Φλιάσιοι έλαβον διά της πεδιάδος την λειοτάτην των οδών· αλλ' όταν ούτοι επλησίαζον τους μαχομένους, οι ιππείς των Θηβαίων· των οποίων ίππαρχος ήτο ο Ασωπόδωρος του Τιμάνδρου, ιδόντες αυτούς ότι ήρχοντο με βίαν και χωρίς τάξιν, απέλυσαν εναντίον των τους ίππους, και επιπεσόντες κατ' αυτών εξακόσιους μεν εφόνευσαν, τους δε λοιπούς διώκοντες απέκλεισαν εις τον Κιθαιρώνα. Και ούτοι μεν απώλοντο αδόξως.

70. Οι δε Πέρσαι και το άλλο πλήθος των βαρβάρων, άμα κατέφυγον εις το ξύλινον τείχος, επρόφθασαν και ανέβησαν εις τους πύργους πριν έλθωσιν οι Λακεδαιμόνιοι· αναβάντες δε ησφάλισαν το τείχος όσον ηδύναντο καλλίτερον. Ότε επλησίασαν οι Λακεδαιμόνιοι, συνεκροτήθη τειχομαχία με πολλήν επιμονήν. Ενόσω οι Αθηναίοι έλειπον, οι βάρβαροι ημύνοντο και υπερίσχυον των Λακεδαιμονίων, οίτινες δεν ήξευρον να τειχομαχώσιν· ότε όμως προσήλθον οι Αθηναίοι, τότε ήρχισε τειχομαχία ισχυρά ήτις διήρκεσε πολλήν ώραν. Τέλος οι Αθηναίοι, ανδρείως και επιμόνως, πολεμήσαντες, ανέβησαν εις το τείχος και το εκρήμνισαν. Πρώτοι εισήλθον οι Τεγεάται, και ούτοι ήσαν οι διαρπάσαντες την σκηνήν του Μαρδονίου, όπου μεταξύ άλλων ήτο και η φάτνη των ίππων, όλη χαλκίνη και θαυμασμού αξία. Ταύτην την φάτνην του Μαρδονίου αφιέρωσαν οι Τεγεάται εις τον ναόν της Αλέας Αθηνάς, τα δε άλλα έφερον αμέσως εις το μέρος όπου οι άλλοι Έλληνες απέθετον τα λάφυρα. Πεσόντος του τείχους, οι βάρβαροι δεν συνεκρότησαν πλέον σώμα διά να αντισταθή, ούτε τις αυτών εφρόντιζε να φανή, ανδρείος, αλλά περιέπεσαν εις φόβον πολύν, ως συμβαίνει όταν περιορισθώσιν εις τόπον ολίγον πολλαί μυριάδες ανθρώπων. Ο Έλληνες λοιπόν δεν είχον ή να φονεύωσιν, εις τρόπον ώστε εκ τριάκοντα μυριάδων στρατού, πλην των τεσσάρων τας οποίας έλαβεν ο Αρτάβαζος και έφυγεν, εκ των λοιπών δεν εσώθησαν μήτε τρεις χιλιάδες. Εκ των εκ Σπάρτης Λακεδαιμονίων απέθανον εις την μάχην ταύτην όλοι εννενήκοντα και είς, εκ των Τεγεατών δεκαέξ και εκ των Αθηναίων πεντήκοντα δύο.

71. Ηρίστευσε εκ των βαρβάρων το πεζόν των Περσών και το ιππικόν των Σακών, εκ των ανδρών δε ιδιαιτέρως ο Μαρδόνιος. Εκ των Ελλήνων μολονότι οι Τεγεάται και οι Αθηναίοι εφάνησαν ανδρείοι, υπερέβησαν όμως όλους οι Λακεδαιμόνιοι κατά την ανδρίαν. Λέγω δε τούτο ουχί δι' άλλο τι, καθότι όλοι ενίκων εκείνους εναντίον των οποίων ετάχθησαν αλλά διότι οι Λακεδαιμόνιοι εκτυπήθησαν με το ισχυρότατον μέρος του εχθρικού στρατού και το ενίκησαν. Κατά την γνώμην μου, ο Αριστόδημος, ο μόνος εκ των τριακοσίων όστις εσώθη εις τας Θερμοπύλας και ένεκα τούτου είχεν όνειδος και ατιμίαν, εφάνη ανδρειότατος. Μετά τούτον ηρίστευσαν ο Ποσειδώνιος, ο Φιλοκύων και ο Σπαρτιάτης Αμομφάρετος. Εν τούτοις εις την συνδιάλεξιν ήτις εγένετο διά να γνωσθή τις εφάνη όλων ανδρειότατος, οι παρευρεθέντες Σπαρτιάται έκρινον ότι ο μεν Αριστόδημος θέλων αναμφιβόλως να αποθάνη διά να εκπλύνη το αρχαίον στίγμα, διά τούτο ως λυσσών αφήσας την τάξιν του έπραξεν έργα μεγάλα· ο δε Ποσειδώνιος, χωρίς να θέλη να αποθάνη, εφάνη ανδρείος, και διά τούτο αυτός έπρεπε να προτιμηθή. Ίσως όμως είπον ταύτα εκ φθόνου. Εκ των αποθανόντων λοιπόν εις την μάχην ταύτην, ετιμήθησαν ούτοι τους οποίους απηρίθμησα, πλην του Αριστοδήμου. Δεν ετιμήθη δε ο Αριστόδημος, καθότι ήθελε να αποθάνη διά την προειρημένην αιτίαν.

72. Ούτοι ήσαν οι ονομαστότατοι των εν Πλαταιαίς πεσόντων· καθότι ο Καλλικράτης εφονεύθη έξω της μάχης. Ήτο ούτος ο ωραιότατος άνθρωπος του στρατού, ου μόνον μεταξύ των Λακεδαιμονίων, αλλά και μεταξύ όλων των Ελλήνων. Ούτος ότε έσφαζε τα θύματα ο Παυσανίας, καθήμενος εις την τάξιν του, ετραυματίσθη υπό βέλους εις τα πλευρά. Και οι μεν άλλοι εμάχοντο, αυτός δε εκκομισθείς απέθνησκε λυπημένος, και έλεγε προς Πλαταιέα Αρίμνηστον ότι δεν τον έμελε διότι απέθνησκεν υπέρ της Ελλάδος, αλλά διότι δεν μεταχειρίσθη τον βραχίονά του, ούτε έπραξέ τι άξιον εαυτού και της προθυμίας ην είχε να πράξη.

73. Εκ δε των Αθηναίων λέγουσιν ότι ευδοκίμησεν ο Σωφάνης του Ευτυχίδου εκ του δήμου της Δεκελείας. Οι δε Δεκελείς, ως λέγουσιν αυτοί οι Αθηναίοι, έπραξαν έργον διά παντός ωφέλιμον εις εαυτούς. Ότε το πάλαι οι Τυνδαρίδαι ζητούντες την Ελένην εισέβαλον εις την Αττικήν μετά στρατού πολυαρίθμου και ανεστάτονον τους δήμους μη ηξεύροντες πού ήτο κεκρυμμένη, τότε λέγεται ότι ο δήμος της Δεκελείας, ή κατ' άλλους αυτός ο Δέκελος, αγανακτών διά την θρασύτητα του Θησέως και φοβούμενος δι' όλην την χώραν των Αθηναίων, απεκάλυψεν όλην την υπόθεσιν εις τους Τυνδαρίδας και τους ωδήγησεν εξ τας Αφίδνας τας οποίας τοις παρέδωκεν είς των αυτοχθόνων ο Τιτακός. Από της εποχής ταύτης οι Δεκελείς εν Σπάρτη εισίν απηλλαγμένοι φόρου και έχουσι θέσιν τιμής· το δε προνόμιον τούτο διατηρείται μέχρι σήμερον, ούτως ώστε κατά τον πόλεμον όστις εγένετο πολλά έτη ύστερον μεταξύ Αθηναίων και Πελοποννησίων, οι Λακεδαιμόνιοι, δηώσαντες όλην την Αττικήν, εφείσθησαν της Δεκελείας.

74. Εκ τούτου του δήμου ήτο ο Σωφάνης όστις ηρίστευσε τότε μεταξύ των Αθηναίων. Διηγούνται δε την αρίστευσιν του κατά δύο τρόπους· οι μεν είπον ότι εκ του ζωστήρος του θώρακος είχε δεδεμένην άγκυραν σιδηράν με άλυσιν χαλκίνην· ταύτην δε, ότε ερχόμενος επλησίαζε τους πολεμίους, έρριπτε και εστήριζεν εις την γην, διά να μη δύνανται οι εναντίοι εις τας εφόδους των να τον μετακινώσιν εκ της τάξεως· ότε δε εγίνετο φυγή των πολεμίων και ήθελεν ο ίδιος, εσήκονε την άγκυραν και ούτω τους κατεδίωκεν. Ούτος λέγουσιν ότι ήτο ο είς τρόπος· ο δε άλλος διέφερεν από τον πρότερον λεχθέντα. Λέγουσιν ότι δεν είχεν άγκυραν σιδηράν δεδεμένην εκ του θώρακος, αλλ' έμβλημα αγκύρας επί της ασπίδος του την οποίαν περιέστρεφε πανταχού και δεν άφινεν ουδ' επί στιγμήν ακίνητον.

75. Ο Σωφάνης ούτος έχει πράξει και έτερον έργον. Ότε οι Αθηναίοι επολιόρκουν την Αίγιναν, εφόνευσεν εις μονομαχίαν τον Αργείον Ευρυβάτην, νικητήν πεντάθλου. Αυτός ούτος ο Σωφάνης όστις εφάνη τόσον γενναίος, εφονεύθη βραδύτερον υπό των Ηδωνών εις την Δάτον, ότε διοικών τους Αθηναίους μετά του Λεάγρου του Γλαύκωνος, εμάχετο περί των χρυσών μεταλλείων.

76. Ότε οι βάρβαροι κατετροπώθησαν εις τας Πλαταιάς υπό των Ελλήνων, ήλθεν εκεί αυτόμολος εις τους τελευταίους τούτους γυνή τις, ήτις ούσα παλλακή του Πέρσου Φαρανδάτου του Τεάσπιος, άμα έμαθεν ότι κατεστράφησαν οι Πέρσαι και ενίκησαν οι Έλληνες, κοσμηθείσα διά πολλών χρυσών κοσμημάτων και φορέσασα τα κάλλιστα ενδύματά της, αύτη και αι θεράπαιναί της, κατέβη εκ της αρμαμάξης και ήλθεν εις τους Λακεδαιμονίους, εισέτι ασχολουμένους να φονεύωσιν. Είδεν ότι ο Παυσανίας διεύθυνεν εκεί τα πάντα και εκ τούτου, τον ανεγνώρισεν, ηξεύρουσα προηγουμένως το όνομά του και την πατρίδα του, καθό ακούσασα πολλάκις να γίνεται λόγος περί αυτών εναγκαλισθείσα λοιπόν τα γόνατά του, τω είπε· «Βασιλεύ της Σπάρτης, λύτρωσον την ικέτιδά σου εκ της δουλείας της αιχμαλωσίας· με ωφέλησας ήδη μεγάλως καταστρέψας τους ανθρώπους τούτους οίτινες δεν εσέβοντο ούτε δαίμονας ούτε θεούς. Εγεννήθην εις την Κω και είμαι θυγάτηρ του Ηγητορίδου υιού του Ανταγόρου· με ήρπασε δε βιαίως ο Πέρσης εκ της πατρίδος μου και με είχεν.» Ο δε Παυσανίας απεκρίθη ούτω· «Γύναι, μη φοβού, πρώτον μεν ως ικέτις, και προς τούτοις, εάν ήναι, αληθή όσα λέγεις, ως θυγάτηρ του Κώου Ηγητορίδου, όστις εξ όλων των εις την νήσον ταύτην κατοικούντων είναι ο προσφιλέστατος ξένος μου.» Ταύτα ειπών, τότε μεν την παρέδωκεν εις τους ευρισκομένους εις το στρατόπεδον εφόρους, ύστερον δε την απέπεμψεν εις την Αίγιναν όπου αυτή ήθελε να μεταβή.

77. Αμέσως μετά την άφιξιν της γυναικός έφθασαν οι Μαντινείς, αφού τα πάντα είχον τελειώσει. Μαθόντες δε ότι ήλθον μετά την μάχην, ελυπήθησαν πολύ και είπον ότι είναι άξιοι τιμωρίας· έπειτα δε ακούσαντες ότι έφυγεν ο Αρτάβαζος με τους Μήδους, κατεδίωξαν αυτούς μέχρι Θεσσαλίας, μολονότι οι Λακεδαιμόνιοι απαγόρευσαν την καταδίωξιν των φευγόντων. Επιστρέψαντες εις την χώραν των, κατεδίκασαν τους στρατηγούς των εις εξορίαν. Μετά τους Μαντινείς δε ήλθον οι Ηλείοι, οίτινες ωσαύτως ανεχώρησαν λυπηθέντες, και επιστρέψαντες εις την πατρίδα των εξώρισαν τους στρατηγούς των. Ταύτα τα κατά τους Μαντινείς και τους Ηλείους.

78. Εις δε το εν Πλαταιαίς στρατόπεδον των Αιγινητών ήτο ο Λάμπων του Πύθου, εις των προκρίτων της Αιγίνης, όστις συλλαβών σκέψεων ανοσιωτάτην, ηθέλησε να ομιλήση προς τον Παυσανίαν πλησιάσας λοιπόν εύρον μετά σπουδής τω είπεν· «Ω παι του Κλεομβρότου, κατωρθώσας έργον υπερφυές διά το μέγεθος και το κάλλος· θεός τις βεβαίως ηθέλησε να λυτρώσης την Ελλάδα και να αφήσης την λαμπροτέραν φήμην από όσας ημείς ηξεύρομεν. Αλλ' εις τα γενόμενα πρόσθες και τούτο όπερ μένει να πράξης, διά να προσκτήσης φήμην μεγαλειτέραν και να μη τολμά εις το εξής κανείς βάρβαρος να πράττη κατά των Ελλήνων έργα ανόσια. Αποθανόντος του Λεωνίδου εις τας Θερμοπύλας, ο Μαρδόνιος και ο Ξέρξης αποκόψαντες την κεφαλήν του ανήρτησαν αυτήν εις πάσσαλον. Αποδίδων λοιπόν συ τα ίσα εις τον Μαρδόνιον, θα επαινεθής πρώτον μεν υπό πάντων των Σπαρτιατών, έπειτα δε και υπό των άλλων Ελλήνων· καθότι εάν ανασκολοπίσης τον Μαρδόνιον, εκδικείσαι τον θείον σου Λεωνίδαν.» Ο μεν Λάμπων ταύτα έλεγε, νομίζων ότι ευαρεστεί τον Παυσανίαν.

79. Αλλ' ο Παυσανίας απεκρίθη ως εξής· «Ω ξένε μου Αιγινήτα, επαινώ μεν την ένδοιαν και την πρόβλεψίν σου, η συμβουλή σου όμως δε είναι αγαθή τωόντι, αφού ανύψωσας και εμέ και την πατρίδα και το έργον, με ρίπτεις έπειτα εις το μηδέν, παραινών με να ατιμάσω νεκρόν, και λέγων ότι εάν πράξω τούτο θα επαινεθώ περισσότερον. Τοιαύται όμως πράξεις αρμόζουσι μάλλον εις τους βαρβάρους ή εις τους Έλληνας, και πάλιν τους μεμφόμεθα όταν τας πράττωσι. Ποτέ να μη αξιωθώ να φανώ ευάρεστος διά τοιούτων ανοσιοτήτων εις τους Αιγινήτας και εις τους αρεσκομένους εις ταύτας· με αρκεί να ευαρεστώ εις τους Σπαρτιάτας, όσια πράττων και όσια λέγων. Ο δε Λεωνίδας τον οποίον με παραινείς να εκδικήσω, ούτος εξεδικήθη λαμπρώς· αυτός και οι μετ' αυτού εν Θερμοπύλαις τελευτήσαντες εξεδικήθησαν διά του θανάτου απείρου πλήθους βαρβάρων. Συ δε εάν έχης τοιαύτας συμβουλάς, μη πλησιάσης άλλοτε εις εμέ, και γνώριζε χάριν ότι δεν ετιμωρήθης.»

80. Και ούτος μεν ταύτα ακούσας ανεχώρησεν· ο δε Παυσανίας εκήρυξε να μη εγγίσωσι τα λάφυρα, και διέταξε τους είλωτας να συγκομίσωσιν όλα τα πράγματα εις έν μέρος. Ούτοι δε περιερχόμενοι εις το στρατόπεδον εύρισκον σκηνάς χρυσάς και αργυράς, κλίνας επιχρύσους και επαργύρους, κρατήρας χρυσούς, φιάλας, και άλλα ποτήρια· προσέτι εύρισκον επί αμαξών σάκκους εντός των οποίων εφαίνοντο ότι ήσαν λέβητες χρυσοί και αργυροί, και εκ των φονευμένων ανθρώπων ελάμβανον ψέλια, περιδέραια και ακινάκας χρυσούς, καθότι διά τα πεποικιλμένα ενδύματα ουδείς εφρόντιζε. Τότε οι είλωτες κλέπτοντες πολλά επώλουν ταύτα εις τους Αιγινήτας, όσα δε δεν ηδύναντο να κρύψωσι τα εφανέρονον. Ώστε τα μεγάλα πλούτη των Αιγινητών ταύτην την αρχήν έχουσιν, επειδή ηγόραζον από τους είλωτας τον χρυσόν ως αν ήτο χαλκός.