Part 25
28. Οι μεν Αθηναίοι ταύτα απεκρίθησαν, όλος δε ο στρατός των Λακεδαιμονίων ανεβόησεν ότι οι Αθηναίοι μάλλον άξιοι να έχωσι το έν κέρας ή οι Αρκάδες. Τοιουτοτρόπως λοιπόν το έλαβον οι Αθηναίοι και επροτιμήθησαν των Τεγεατών. Μετά ταύτα δε ετάχθησαν ως ακολούθως όσοι Έλληνες ήλθον ύστερον και όσοι είχον έλθει εξ αρχής. Το μεν δεξιόν κέρας έχον δεκακισχίλιοι Λακεδαιμόνιοι, εξ ων οι πεντακισχίλιοι ήσαν Σπαρτιάται και είχον ως βοηθούς τριάκοντα πέντε χιλιάδας ψιλούς είλωτας, επτά έκαστος. Πλησίον των οι Σπαρτιάται έταζαν τους Τεγεάτας τιμής ένεκεν και αρετής· ούτοι δε ήσαν χίλιοι και πεντακόσιοι οπλίται. Μετ' αυτούς ίσταντο πεντακισχίλιοι Κορίνθιοι και πλησίον αυτών έλαβον την άδειαν να σταθώσι τριακόσιοι Ποτιδαιάται ελθόντες εκ της Παλλήνης. Αμέσως μετ' αυτούς ίσταντο Αρκάδες Ορχομένιοι εξακόσιοι, έπειτα τρισχίλιοι Σικυώνιοι, έπειτα οκτακόσιοι Επιδαύριοι. Πλησίον αυτών ήσαν τεταγμένοι χίλιοι Τροιζήνιοι, έπειτα διακόσιοι Λεπρεάται, έπειτα τετρακόσιοι Μυκηναίοι και Κορίνθιοι. Μετ' αυτούς χίλιοι Φλιάσιοι και πλησίον αυτών τριακόσιοι Ερμιονείς. Μετά τους Ερμιονείς ίσταντο εξακόσιοι Ερετριείς και Στυρείς, έπειτα τετρακόσιοι Χαλκιδείς, έπειτα πεντακόσιοι Αμπρακιώται. Μετά τους Αμπρακιώτας ετάχθησαν οκτακόσιοι Λευκάδιοι και Ανακτόριοι μετ' αυτούς διακόσιοι Παλείς εκ της Κεφαλληνίας, μετ' αυτούς πεντακόσιοι Αιγινήται, έπειτα τρισχίλιοι Μεγαρείς, κατόπιν εξακόσιοι Πλαταιείς. Τελευταίοι δε και πρώτοι ετάχθησαν οκτακισχίλιοι Αθηναίοι έχοντες το ευώνυμον κέρας· εστρατήγει δε αυτών Αριστείδης ο Λυσιμάχου.
29. Ούτοι δε, πλην των επτά ειλώτων των τεταγμένων περί έκαστον Σπαρτιάτην, ήσαν οπλίται και όλοι ομού τριάκοντα οκτώ χιλιάδες τον αριθμόν. Όλοι λοιπόν οι οπλίται οι συλλεγέντες κατά του βαρβάρου ήσαν τοσούτοι· των ψιλών δε το πλήθος ήτο το εξής. Τριάκοντα πέντε μεν χιλιάδες εκ του Σπαρτιατικού τάγματος· καθότι επτά ήσαν περί έκαστον Σπαρτιάτην, όλοι παρεσκευασμένοι ως εις πόλεμον. Οι δε ψιλοί των λοιπών Λακεδαιμονίων και Ελλήνων ήσαν τριάκοντα τέσσαρες χιλιάδες και πεντακόσιοι, ως να ήτο είς ψιλός πλησίον ενός οπλίτου. Ώστε όλοι οι μάχιμοι ψιλοί ήσαν εξήκοντα εννέα χιλιάδες και πεντακόσιοι.
30. Όλος δε ομού ο Ελληνικός στρατός ο συνελθών εις τας Πλαταιάς, οπλίται και ψιλοί μάχιμοι, ήτο ένδεκα μυριάδες μείον χιλίων οκτακοσίων (26)· μετά των ελθόντων δε έπειτα Θεσπιέων συνεπληρώθησαν αι ένδεκα μυριάδες· καθότι ήλθον εις το στρατόπεδον όσοι διεσώθησαν Θεσπιείς, χίλιοι οκτακόσιοι τον αριθμόν, αλλ' ούτε αυτοί δεν είχον όπλα. Ούτω διατεταγμένοι οι Έλληνες εστρατοπεδεύοντο εις τας όχθας του Ασωπού.
31. Οι δε βάρβαροι και ο Μαρδόνιος, αφού απεκήδευσαν τον Μασίστιον μαθόντες ότι οι Έλληνες ήσαν εις τας Πλαταιάς, ήλθον και αυτοί προς εκείνο το μέρος του Ασωπού· ελθόντες δε αντετάχθησαν υπό του Μαρδονίου ως ακολούθως. Απέναντι μεν των Λακεδαιμονίων έστησε τους Πέρσας· και επειδή οι Πέρσαι ήσαν περισσότεροι κατά το πλήθος τους εσχημάτισεν εις πολλάς τάξεις τας οποίας εξέτεινε μέχρι του μετώπου των Τεγεατών· και τους μεν δυνατωτάτους των Περσών εκλέξας έστησεν εναντίον των Λακεδαιμονίων, τους δε ασθενεστέρους παρέταξεν εναντίον των Τεγεατών. Ταύτα έπραξε κατά συμβουλήν των Θηβαίων. Αμέσως δε μετά τους Πέρσας έταξε τους Μήδους απέναντι των Κορινθίων, των Ποτιδαιατών, των Ορχομενίων και των Σικυωνίων. Μετά τους Μήδους έταξε τους Βακτρίους απέναντι των Επιδαυρίων, των Τροιζηνίων, των Λεπρεατών, των Τιρυνθίων, των Μυκηναίων και των Φλιασίων. Μετά τους Βακτρίους έστησε τους Ινδούς απέναντι των Ερμιονέων, των Ερεριέων, των Στυρών και των Χαλκιδέων. Μετά τους Ινδούς έταξε τους Σάκας εναντίον των Αμπρακιωτών, των Ανακτορίων, των Λευκαδίων, των Παλέων και των Αιγινητών. Τελευταίον δε κατά των Αθηναίων και των συμμάχων των Πλαταιέων και Μεγαρέων έταξε τους Βοιωτούς, τους Λοκρούς, τους Μαλιείς, τους Θεσσαλούς και τους χιλίους Φωκείς, διότι όλοι οι Φωκείς δεν εμήδισαν, αλλά τινές εξ αυτών καταφυγόντες εις τον Παρνασσόν εβοήθουν τους Έλληνας και εκείθεν ορμώμενοι έβλαπτον τον στρατόν του Μαρδονίου και τους μεταυτού όντας Έλληνας. Έταξε προσέτι εναντίον των Αθηναίων και τους περί την Θεσσαλίαν κατοικούντας.
32. Ταύτα μεν είναι τα ονόματα των μεγίστων εθνών όσα παρέταξεν ο Μαρδόνιος, και ήσαν τα επιφανέστατα και πλείστου λόγου άξια. Ευρίσκοντο δε μεταξύ αυτών και άλλων εθνών άνδρες αναμεμιγμένοι, Φρυγών, Θρακών, Μυσών, Παιόνων και άλλων· προσέτι και εκ των Αιθιόπων και Αιγυπτίων οι καλούμενοι Ερμοτύβιες και Καλασίριες, μαχαιροφόροι, οίτινες είναι οι μόνοι μάχιμοι εκ των Αιγυπτίων. Τούτους έτι ων εν Φαλήρω ο Μαρδόνιος είχεν αποβιβάσει εκ των πλοίων, διότι ήσαν μεταξύ των πληρωμάτων και διότι εις τον πεζόν στρατόν τον οποίον έφερεν ο Ξέρξης εις τας Αθήνας δεν υπήρχον Αιγύπτιοι. Οι μεν βάρβαροι λοιπόν ήσαν τριακόσιαι χιλιάδες, ως και πρότερον εκδήλωσα· των δε Ελλήνων των συμμάχων του Μαρδονίου ουδείς γνωρίζει τον αριθμόν· καθότι δεν ηριθμήθησαν· εικάζω όμως ότι προσήλθον έως πεντήκοντα χιλιάδες. Ούτοι ήσαν οι παραταχθέντες πεζοί· το δε ιππικόν ήτο τεταγμένον κατά μέρος.
33. Αφού όλοι ούτοι διετάχθησαν κατά έθνη και κατά τάγματα, την δευτέραν ημέραν εγένοντο θυσίαι εις αμφότερα τα μέρη. Και εις μεν τους Έλληνας ο θύων ήτο ο Τισαμενός του Αντιόχου, διότι ούτος ηκολούθει το στράτευμα τούτο ως μάντις· όντα δε εκ της Ήλιδος και κατά το γένος Κλυτιάδην εξ Ιμιδών, οι Λακεδαιμόνιοι έκαμον πολίτην των. Ότε ο Τισαμενός ήλθεν εις τους Δελφούς διά να ζητήση χρησμόν περί τέκνων, η Πυθία τω είπεν ότι θα νικήση πέντε μεγίστους αγώνας. Ούτος δε παρεξηγήσας τον χρησμόν, επεδίδετο εις γυμνικάς ασκήσεις, νομίζων ότι έμελλε να νικήση γυμνικούς αγώνας. Όθεν ασκηθείς εις το πένταθλον, ολίγον έλειψε να νικήση εις μίαν ολυμπιάδα· αλλ' ο εξ Άνδρου Ιερώνυμος τον ενίκησεν εις την πάλην. Οι δε Λακεδαιμόνιοι εννοήσαντες ότι ο περί του Τισαμενού χρησμός δεν απέβλεπεν εις γενικούς αγώνας αλλ' εις πολεμικούς, επειρώντο να πείσωσιν αυτόν επί μισθώ να γίνη αρχηγός των πολέμων ομού με τους βασιλείς των Ηρακλείδας. Βλέπων δε ο Τισαμενός ότι οι Σπαρτιάται περί πολλοί εποιούτο να κάμωσιν αυτόν φίλον, ηύξησε τας αξιώσεις του, προβάλλων ότι, εάν τον δεχθώσιν ως πολίτην των και παρέξωσιν εις αυτόν όλα τα προνόμια, θα πράξη ό,τι επεθύμουν· επ' ουδενί όμως άλλω μισθώ. Οι Σπαρτιάται κατ' αρχάς μεν ακούσαντες τούτο δυσηρεστήθησαν και αδιαφόρησαν περί του χρησμού· επί τέλους όμως, επικρεμασθέντος του μεγάλου φόβου της Περσικής ταύτης εκστρατείας, εδέχθησαν τας αιτήσεις του και τον προσεκάλεσαν. Τότε ο Τισαμενός, ιδών αυτούς μεταβαλόντας γνώμην, είπεν ότι πλέον ούτε με ταύτα μόνα ηρκείτο, αλλ' ότι έπρεπε προσέτι να γίνη Σπαρτιάτης και ο αδελφός του Ηγίας, με τα αυτά δικαιώματα με τα οποία γίνεται και αυτός.
34. Ταύτα λέγων ο Τισαμενός εμιμείτο τον Μελάμποδα, εάν δύναταί τις να παραβάλη την βασιλείαν με την πολιτογράφησιν. Διότι και ο Μελάμπους, ότε εμάνησαν αι γυναίκες του Άργους, επειδή τον εζήτησαν οι Αργείοι να έλθη από την Πύλον επί μισθώ διά να θεραπεύση τας γυναίκας των, εζήτησεν ως μισθόν το ήμισυ της βασιλείας· και επειδή οι Αργείοι δεν ηδυνήθησαν να ανεχθώσι τοιαύτην αξίωσιν και ανεχώρησαν, αι δε γυναίκες των εμαίνοντο πολύ περισσότεραι, τότε αποφασίσαντες να δεχθώσι τας προτάσεις του Μελάμποδος, επέστρεψαν προς αυτόν και τω παρεχώρησαν ό,τι εζήτει. Ο Μελάμπους όμως, ιδών τους Αργείους μεταβληθέντας, εζήτησε περισσότερα λέγων ότι δεν θα κάμη όσα θέλουσιν, εάν δεν μεταδώσωσι και εις τον αδελφόν του Βίαντα τα τριτημόριον της βασιλείας. Οι δε Αχρείοι, ευρισκόμενοι εις τα στενά, εδέχθησαν και τούτο.
35. Ούτω και οι Σπαρτιάται, επειδή είχον μεγάλην ανάγκην του Τισαμενού, έδοσαν ό,τι εζήτησεν. Αφού δε τω παρεχώρησαν ταύτα, τότε ο πλείος Τισαμενός, εγένετο μάντις των εις πέντε μεγάλας μάχας και εθριάμβευσαν ομού. Μόνοι δε ούτοι εξ όλων των ανθρώπων εγένοντο πολίται Σπαρτιάται. Αι δε πέντε μάχαι εισίν αι εξής· πρώτη αύτη η εν Πλαταιαίς έπειτα η εν Τεγέα προς τους Τεγεάτας και τους Αργείους, έπειτα η εν Διπαία προς όλους τους Αρκάδας πλην των Μαντινέων, έπειτα η εν Ιθώμη προς τους Μεσσηνίους, και τελευταίον η εν Τανάγρα προς τους Αθηναίους και τους Αργείους. Αύτη είναι η τελευταία των πέντε μαχών.
36. Ούτος λοιπόν ο Τισαμενός τον οποίον είχον μεθ' εαυτών οι Σπαρτιάται, ήτο ο μάντις των Ελλήνων εις τας Πλαταιάς. Εις δε τους Έλληνας προεμήνυον μεν νίκην τα θύματα εάν μείνωσιν εις αμυντικήν θέσιν, ουχί όμως και εάν διαβάντες τον Ασωπόν αρχίσωσι πρώτοι την μάχην.
37. Ομοίως και εις τον Μαρδόνιον προθυμούμενον να αρχίση την μάχην τα θύματα δεν εφαίνοντο καλά, εκτός εάν πολεμήση αφού τον προσβάλωσι πρώτοι οι εναντίοι· καθότι και ούτος μετεχειρίζετο ελληνικάς μαντείας, έχων μάντιν τον Ηλείον Ηγησίστρατον, τον επιφανέστατον των Τελλιαδών τον οποίον προ του πολέμου τούτου συλλαβόντες οι Σπαρτιάται έρριψαν εις τα δεσμά διά να τον θανατώσωσιν, ως παθόντες υπ' αυτού πολλά και απρεπή. Εις τοιαύτην κατάστασιν ευρισκόμενος ο Ηγησίστρατος και τρέχων κίνδυνον περί της ζωής του, και προσέτι μέλλων προ του θάνατον να υποστή πολλά και δεινά, έπραξεν έργον μείζον παντός λόγου. Ενώ ήτο δεδεμένος εις ξύλον σιδηρόδετον, έλαβε μάχαιραν την οποίαν βεβαίως τω έφερέ τις εντός της φυλακής και αμέσως εμηχανήθη έργον ανδρειότατον από όσα ημείς ηξεύρομεν. Αφού εμέτρησεν ακριβώς πόσον μέρος του ποδός ηδύνατο να εξέλθη της ποδοκάκης, έκοψε τον ταρσόν. Τούτου γενομένου, όπως λάθη τους φύλακας, διετρύπησε τον τοίχον και απέδρα εις την Τεγέαν, τας μεν νύκτας πορευόμενος, τας δε ημέρας κρυπτόμενος εις δάση και διημερεύων εκεί· ώστε με όλας τας αναζητήσεις τας οποίας έκαμνον όλοι οι Λακεδαιμόνιοι, αυτός την τρίτην νύκτα ήτο εις την Τεγέαν. Οι δε Σπαρτιάται εθαύμαζον μεγάλως διά την τόλμην του, και βλέποντες κείμενον χαμαί το ήμισυ του ποδός, εκείνον δεν ηδύναντο να εύρωσι. Και τότε μεν ούτω διαφυγών τους Λακεδαιμονίους εύρεν άσυλον εις τους Τεγεάτας, οίτινες κατ' εκείνην την εποχήν δεν ήσαν φίλοι των Λακεδαιμονίων. Ιαθείς δε και κατασκευάσας ξύλινον πόδα, εγένετο φανερός εχθρός των Λακεδαιμονίων· πλην η έχθρα αύτη την οποίαν συνέλαβε κατά των Λακεδαιμονίων δεν τον ωφέλησε μέχρι τέλους, καθότι μετεσχόμενος την μαντικήν εις την Ζάκυνθον, συνελήφθη παρ' αυτών και εφονεύθη.
38. Αλλ' ο μεν θάνατος του Ηγησιστράτου συνέβη μετά τα Πλαταιικά· τότε δε εις τον Ασωπόν, μεμισθωμένος υπό του Μαρδονίου αντί μεγάλης ποσότητος, εθυσίαζε και ήτο πρόθυμος υπέρ αυτού τόσον διά την προς τους Λακεδαιμονίους έχθραν του, όσον και χάριν κέρδους. Επειδή δε τα θύματα δεν επέτρεπον την έναρξιν του πολέμου ούτε εις τους Πέρσας ούτε εις τους μετ' αυτών όντας Έλληνας (καθότι και ούτοι είχαν ωσαύτως ιδικόν των μάντιν, τον Λευκάδιον Ιππόμαχον) και επειδή συνέτρεχον πανταχόθεν οι Έλληνες και ηύξανεν ο αριθμός αυτών, ο Θηβαίος Τιμηγενίδης του Έρπυος συνεβούλευσε τον Μαρδόνιον να φυλάξη τας διόδους του Κιθαιρώνος, λέγων ότι ανά πάσαν ημέραν συρρέουσιν εκείθεν οι Έλληνες και ήτο ελπίς να συλλάβη πολλούς.
39. Ότε ο Μαρδόνιος έλαβε την συμβουλήν ταύτην είχον παρέλθει οκτώ ημέραι αφότου οι δύο στρατοί ήσαν εστρατοπεδευμένοι απέναντι αλλήλων. Ευρών δε ο Μαρδόνιος την συμβουλήν ταύτην καλήν άμα ενύκτωσεν, έπεμψε το ιππικόν εις τας διόδους του Κιθαιρώνος αίτινες απολήγουσιν εις τας Πλαταιάς. Ταύτας οι μεν Βοιωτοί καλούσι Τρεις κεφαλάς, αι δε Αθηναίοι Δρυός κεφαλάς. Πεμφθέντες οι ιππείς εκεί, δεν ήλθον ματαίως· καθότι συνέλαβον πεντακόσια υποζύγια, τα οποία εισήρχοντο εις την πεδιάδα φέροντα τροφάς εκ Πελοποννήσου εις το στρατόπεδον, και ανθρώπους οίτινες ηκολούθουν τα ζεύγη ταύτα. Οι Πέρσαι, γενόμενοι κύριοι τούτων, εφόνευον αφειδώς, μη φειδόμενοι ούτε υποζυγίου ουδενός ούτε ανθρώπου. Αφού δε εκορέσθησαν φονεύοντες, έβαλον εμπρός τα λοιπά και τα ήλαυνον προς τον Μαρδόνιον και εις το στρατόπεδον.
40. Μετά το έργον τούτο ετέρας δύο ημέρας δέτριψαν μη θέλοντες μήτε οι μεν μήτε οι δε ν' αρχίσωσι πρώτοι τον πόλεμον. Οι βάρβαροι επροχώρουν μόνον μέχρι του Ασωπού διά να προκαλέσωσι τους Έλληνας· δεν διέβαινον όμως τον ποταμόν ούτε αυτοί ούτε οι Έλληνες. Εν τούτοις το ιππικόν του Μαρδονίου δεν έπαυεν επιτιθέμενον και βλάπτον τους Έλληνας· καθότι οι Θηβαίοι μηδίζοντες μεγάλως, προθύμως διήγειρον τον πόλεμον και έδιδον αίτιον να αρχίση, έπειτα δε διεδέχοντο την μάχην οι Πέρσαι και οι Μήδοι και ούτοι ήσαν οι πράττοντες ανδραγαθίας.
41. Μέχρι μεν των δέκα ημερών ουδέν περισσότερον τούτων εγένετο· ήτο δε η ενδεκάτη ημέρα αφ' ης ήσαν αντιστρατοπεδευμένοι εις τας Πλαταιάς, και οι μεν Έλληνες είχον λάβει πολλάς επικουρίας, ο δε Μαρδόνιος ηγανάκτει απρακτών. Τότε συνωμίλησαν ο Μαρδόνιος του Γωβρύου και ο Αρτάβαζος του Φαρνάκους όστις έχαιρε παρά τω Ξέρξη υπόληψιν όσην ολίγοι Πέρσαι. Κατά την διάσκεψιν ταύτην, αι γνώμαι των υπήρξαν διάφοροι· ο μεν Αρτάβαζος εγνωμοδότησεν ότι έπρεπε να σηκώσωσι τάχιστα όλον τον στρατόν και να εισέλθωσιν εις τα τείχη των Θηβαίων όπου είχον αποθηκεύσει πολλάς τροφάς και χόρτον διά τα υποζύγια· εκεί δε καθήμενοι ήσυχοι να τελειώσωσι τον πόλεμον διά του ακολούθου τρόπου. Επειδή είχον πολύν χρυσόν εις νομίσματα, πολύν άργυρον και ποτήρια, μη φειδόμενοι ουδενός τούτων να πέμπωσιν, εις τους Έλληνας, και μάλιστα εις τους προεστώτας των πόλεων, οίτινες δεν θα βραδύνωσι να παραδώσωσι την ελευθερίαν των διά να αποφύγωσι τους κινδύνους νέας μάχης. Η γνώμη αύτη συνεφώνει με την των Θηβαίων, και ο Αρτάβαζος ήτο προνοητικώτερος του Μαρδονίου, του οποίου η γνώμη ήτο βιαιοτέρα, αποφασιστικωτέρα και ουδεμιάς διαπραγματεύσεως επιδεκτική. Ο Μαρδόνιος έλεγεν, ότι ο στρατός των ήτο πολυαριθμότερος του Ελληνικού και ότι έπρεπε να πολεμήσωσιν όσον τάχιον και όχι να παρορώσι τους Έλληνας εισχυομένους ολοέν· προσέτι να αδιαφορήσωσι διά τα σφάγια του Ηγησιστράτου, και μη παραβαίνοντες τα Περσικά έθιμα να επιτεθώσι φυλάττοντες αυτά.
42. Τούτου ταύτην την γνώμην εξενεγκόντος, ουδείς ετόλμησε να αντείπη, και τοιουτοτρόπως υπερίσχυσε, καθότι εις αυτόν και ουχί εις τον Αρτάβαζον είχεν αναθέσει ο βασιλεύς την αρχηγίαν του στρατεύματος. Όθεν καλέσας τους ταξιάρχους των ταγμάτων και τους στρατηγούς των ακολουθούντων αυτόν Ελλήνων, ηρώτα εάν εγνώριζον χρησμόν τινα προλέγοντα ότι οι Πέρσαι έμελλον να απολεσθώσιν εις την Ελλάδα. Επειδή δε οι προσκληθέντες εσιώπων άλλοι μεν διότι δεν ήξευρον τους χρησμούς, άλλοι δε διότι τους ήξευρον μεν, δεν είχον όμως την τόλμην να τους είπωσι, τότε ο Μαρδόνιος είπεν· «Αφού λοιπόν ή δεν ηξεύρεις τίποτε ή δεν τολμάτε να ειπήτε τίποτε, εγώ θα σας είπω εκείνο περί του οποίου είμαι βέβαιος. Υπάρχει χρησμός ότι είναι πεπρωμένον οι Πέρσαι ελθόντες εις την Ελλάδα να διαρπάσωσι τον ναόν των Δελφών, και μετά την διαρπαγήν να απολεσθώσιν όλοι. Ημείς λοιπόν γνωρίζοντες τούτο ούτε εις τον ναόν τούτον θα υπάγωμεν, ούτε θα επιχειρήσωμεν να τον διαρπάσωμεν· επομένως διά την αιτίαν ταύτην δεν θα απολεσθώμεν. Ώστε όσοι εξ υμών τυγχάνετε ευνοϊκώς διατεθειμένοι υπέρ των Περσών, χαρήτε διά τούτο, καθότι είμεθα προωρισμένοι να νικήσωμεν τους Έλληνας.» Αφού είπε ταύτα, διέταξεν έπειτα να ετοιμασθώσι και να θέσωσι τα πάντα εις τάξιν, λέγων ότι άμα τη πρωία της επομένης ημέρας έμελλε να γίνη η συμπλοκή.
43. Εκείνος δε ο χρησμός τον οποίον ο Μαρδόνιος είπεν ότι εδόθη εις τους Πέρσας, ενώ ηξεύρω ότι ανεφέρετο εις τους Ιλλυριούς και τον στρατόν των Εγχελέων και όχι εις τους Πέρσας. Υπάρχουσιν όμως οι εξής στίχοι του Βάκιδος αναφερόμενοι εις ταύτην την μάχην.
_Επί του Θερμώδοντος και των χλοηφόρων οχθών του Ασωπού γενήσεται συνάθροισις Ελλήνων και βοή βαρβαρόφωνος. Εκεί, όταν φθάση η διωρισμένη ημέρα, πολλοί τοξοφόροι Μήδοι θα φονευθώσι παρακαίρως και πριν αποφασίσωσι, τούτο αι Μοίραι._
Ταύτα και άλλα παραπλήσια τούτων γνωρίζω αναφερόμενα εις τους Πέρσας. Ο δε Θερμώδων ποταμός ρέει μεταξύ Τανάγρας και Γλίσαντος.
44. Μετά τας περί των χρησμών ερωτήσεις ταύτας και την παρακίνησιν του Μαρδονίου, επήλθεν η νυξ και ετοποθετήθησαν αι φυλακαί. Ότε δε επροχώρησεν η νυξ και εφαίνετο ότι ήτο ησυχία εις τα στρατόπεδα και οι άνθρωποι εκοιμώντο, τότε πλησιάσας έφιππος εις τας φυλακάς των Αθηναίων ο Αλέξανδρος του Αμύντου, όστις ήτο στρατηγός και βασιλεύς των Μακεδόνων, εζήτει να ομιλήση εις τους στρατηγούς. Οι μεν πλειότεροι φύλακες έμειναν εις τας θέσεις των τινές δε έδραμον προς τους στρατηγούς· ελθόντες δε είπον ότι έφθασεν άνθρωπος έφιππος εκ του στρατοπέδου των Μήδων, όστις τίποτε άλλο δεν εδήλου, ειμή μόνον αναφέρων τα ονόματα των στρατηγών έλεγεν ότι επεθύμει να ομιλήση εις αυτούς.
45. Οι δε στρατηγοί, άμα ήκουσαν ταύτα, αμέσως μετέβησαν εις τας φύλακας· ότε δε έφθασαν, τοις είπεν ο Αλέξανδρος τα εξής· «Άνδρες Αθηναίοι, σας εμπιστεύομαι τους λόγους τούτους και σας παρακαλώ να τους φυλάξετε μυστικούς, χωρίς να τους ειπήτε εις άλλον τινά ειμή εις τον Παυσανίαν, εκτός εάν θέλετε να με θανατώσετε. Δεν θα τους έλεγον δε εάν δεν εκηδόμην μεγάλως περί απάσης της Ελλάδος· καθότι είμαι Έλλην την καταγωγήν και δεν θέλω να βλέπω την Ελλάδα δεδουλωμένην αντί ελευθέρας. Σας λέγω λοιπόν ότι τα θύματα δεν ηδυνήθησαν να αποβώσιν αίσια προς τον Μαρδόνιον και τον στρατόν· άλλως προ πολλού ηθέλετε πολεμήσει. Τώρα όμως απεφάσισε να μη δώση προσοχήν εις τα θύματα και να προσβάλη άμα τη ημέρα υποφωσκούση, καθότι ως εικάζω φοβείται μήπως συναχθήτε περισσότεροι. Ηξεύρετε λοιπόν τούτο και ετοιμάζεσθε. Εάν δε τυχόν ο Μαρδόνιος αναβάλη την επίθεσιν και δεν επιχειρήση· αυτήν, εγκαρτερείτε προσμένοντες, καθότι μόνον δι' ολίγας ημέρας έχει τροφάς. Και εάν ο πόλεμος ούτος τελειώση κατ' ευχήν, ας ενθυμηθή έκαστος υμών και περί της ελευθερώσεως εμού όστις χάριν των Ελλήνων έπραξα υπό ζήλου τόσον επικίνδυνον έργον, θέλων να σας φανερώσω τους σκοπούς του Μαρδονίου διά να μη επιπέσωσιν οι βάρβαροι εξαίφνης καθ' υμών χωρίς ακόμη να τους περιμένετε. Ειμί δε Αλέξανδρος ο Μακεδών.»
Ούτος μεν ταύτα ειπών, έστρεψε τον ίππον και επανήλθεν εις το στρατόπεδον και εις την τάξιν του.
46. Οι δε στρατηγοί των Αθηναίων ελθόντες εις το δεξιόν κέρας είπον εις τον Παυσανίαν όσα ήκουσαν παρά του Αλεξάνδρου. Ο Παυσανίας ακούσας τούτο και φοβηθείς τους Πέρσας είπε τα εξής· «Επειδή λοιπόν η μάχη θα αρχίση από πρωίας, πρέπει υμείς μεν οι Αθηναίοι να σταθήτε απέναντι των Περσών, ημείς δε απέναντι των Βοιωτών και των λοιπών Ελλήνων οίτινες είναι παρατεταγμένοι απέναντί σας, διά την εξής αιτίαν. Υμείς πολεμήσαντες εις τον Μαραθώνα, γνωρίζετε τους Μήδους και την μάχην αυτών, ημείς δε είμεθα άπειροι και αδαείς των ανδρών τούτων, καθότι ουδείς Σπαρτιάτης εδοκίμασε τους Μήδους· εξ εναντίας δε είμεθα έμπειροι των Βοιωτών και των Θεσσαλών. Όθεν πρέπει αναλαβόντες τι όπλα υμείς μεν να έλθετε εις τούτο το κέρας, ημείς δε εις το ευώνυμον.» Προς ταύτα οι Αθηναίοι απεκρίθησαν τα εξής· «Εξ αρχής, ότε είδομεν τους Πέρσας παραταχθέντας απέναντί σας, διενοήθημεν να είπωμεν τούτο το οποίον επρολάβετε και επροτείνετε· αλλ' εφοβούμεθα μήπως δεν σας αρέση η πρότασις. Αφού λοιπόν υμείς αυτοί το εσκέφθητε και ημείς το ακούομεν με πολλήν ευχαρίστησιν, είμεθα έτοιμοι να το πράξωμεν.»
47. Αφού δε εδέχθησαν τούτο προθύμως αμφότεροι, ήρχισε να διαφαίνη η ηώς και αυτοί ήλλαξαν τας τάξεις μεταξύ των. Εννοήσαντες δε το πράγμα οι Βοιωτοί, ανέφερον τούτο εις τον Μαρδόνιον. Ούτος δε ακούσας, διέταξεν αμέσως ομοίαν μεταβολήν και έφερε τους Πέρσας απέναντι των Λακεδαιμονίων. Τότε ο Παυσανίας ιδών ότι ανεκαλύφθη το σχέδιόν του, επανήλθε μετά των Σπαρτιατών εις το δεξιόν κέρας και ο Μαρδόνιος επανέφερε τους Πέρσας εις το αριστερόν.
48. Αφού δε επανέλαβον τας πρώτας θέσεις των, πέμψας ο Μαρδόνιος κήρυκα εις τους Σπαρτιάτας έλεγε τα εξής· «Ω Λακεδαιμόνιοι, οι άνθρωποι των μερών τούτων λέγουσιν ότι είσθε ανδρειότατοι, και σας θαυμάζουσιν ότι ούτε φεύγετε από τον πόλεμον ούτε αφίνετε τας τάξεις σας, αλλά μένοντες ή φονεύετε τους εναντίους ή φονεύεσθε· αλλ ουδέν τούτων είνε αληθές, καθότι πριν ακόμη πλησιάσωμεν και έλθωμεν εις χείρας, σας είπομεν εγκαταλείποντας τας τάξεις σας, αφίνοντας εις τους Αθηναίους να κάμωσι την πρώτην απόπειραν, και τασσομένους απέναντι των ημετέρων δούλων. Ταύτα ουδόλως είναι έργα ανδρών γενναίων και βλέπομεν ότι πολύ εψεύσθημεν εις την ιδέαν την οποίαν είχομεν δι' υμάς. Τωόντι, ένεκα της φήμης σας, περιεμένομεν να πέμψετε κήρυκα εις ημάς προκαλούντες και θέλοντες να πολεμήσετε με μόνους τους Πέρσας· ενώ δε περιεμένομεν να δεχθώμεν τούτο, υμείς ουδέν τοιούτο είπετε, αλλ' εξ εναντίας σας εύρομεν τρέμοντας. Όθεν, επειδή δεν επροτείνατε πρώτοι τον λόγον τούτον, τον προτείνομεν ημείς. Διατί αφού φημίζεσθε ως ανδρειότατοι μεταξύ των Ελλήνων, ως και ημείς μεταξύ των βαρβάρων, διατί να μη πολεμήσωμεν ίσοι προς ίσους τον αριθμόν; Έπειτα δε, εάν μεν φανή εύλογον να πολεμήσωσι και οι άλλοι ας πολεμήσωσιν ύστερον εάν δε δεν φανή εύλογον, και μόνη η ιδική μας μάχη αρκή, ας πολεμήσωμεν ημείς, και εκείνοι εξ ημών οίτινες νικήσωσιν, αυτοί να θεωρούνται ότι ενίκησαν δι' όλον τον στρατόν.»
49. Ο μεν κήρυξ ταύτα ειπών, περιέμεινεν ολίγας στιγμάς, αλλ' ουδείς τω απεκρίθη και επέστρεψεν οπίσω· επιστρέψας δε ανέφερεν εις τον Μαρδόνιον τα διατρέξαντα. Ούτος δε περιχαρής γενόμενος και επαρθείς διά την ασήμαντον ταύτην νίκην, έπεμψε το ιππικόν κατά των Ελλήνων. Ορμήσαντες λοιπόν οι ιππείς έβλαπτον όλον τον Ελληνικόν στρατόν ακοντίζοντες και τοξεύοντες εις αυτόν, καθότι ήσαν ιπποτοξόται και δεν ηδύναντο οι Έλληνες να τους πλησιάσωσι και να τους κτυπήσωσι. Συνετάραξαν επίσης και συνέχωσαν την Γαργαφίαν κρήνην εξ ης υδρεύετο όλον το Ελληνικόν στράτευμα. Πλησίον της κρήνης ταύτης ήσαν παρατεταγμένοι μόνοι οι Λακεδαιμόνιοι· εις δε τους άλλους Έλληνας, αναλόγως εκάστης τάξεως, η μεν κρήνη ήτο απωτέρω, ο δε Ασωπός πλησιέστερον οσάκις όμως εμποδίζοντο να υδρεύσωσιν εκ του ποταμού τούτου, ήρχοντο εις την κρήνην. Κατ' εκείνην δε την στιγμήν οι ιππείς και τα τοξεύματα δεν τους άφινον να λάβωσιν τον Ασωπόν.
50. Τούτων ούτως εχόντων, οι στρατηγοί των Ελλήνων βλέποντες ότι ο στρατός εστερήτο ύδατος και εταράσσετο υπό του ιππικού, συνηθροίσθησαν περί τον Παυσανίαν εις το δεξιόν κέρας όπως συσκεφθώσι περί τούτου και περί άλλων πραγμάτων. Τωόντι είχον ακόμη και άλλας σπουδαιοτέρας φροντίδας· τα τρόφιμα είχον εκλείψει, οι δε υπηρέται τους οποίους είχον πέμψει εις την Πελοπόννησον διά να φέρωσι τροφάς, απεκλείσθησαν υπό του ιππικού και δεν ηδύναντο να έλθωσιν εις το στρατόπεδον.
51. Συσκεφθέντες λοιπόν οι στρατηγοί απεφάσισαν, εάν διέλθωσιν εκείνην την ημέραν οι Πέρσαι χωρίς να πολεμήσωσι, να υπάγωσιν αυτοί εις την νήσον την κειμένην απέναντι των Πλαταιών, δέκα στάδια μακράν του Ασωπού και της κρήνης Γαργαφίας, όπου κατ' εκείνην την στιγμήν ήσαν εστρατοπεδευμένοι. Ιδού δε πώς ευρίσκεται νήσος εν μέσω της ηπείρου· σχιζόμενος ο ποταμός άνωθεν εκ του Κιθαιρώνος, ρέει κάτω εις την πεδιάδα, τα δε ρεύματα απέχουσιν αλλήλων περίπου τρία στάδια, και έπειτα ενούνται πάλιν επί το αυτό. Όνομα δε της νήσου είναι Ωερόη, και λέγουσιν οι επιχώριοι ότι αύτη είναι θυγάτηρ του Ασωπού. Εις τούτο λοιπόν το μέρος ήθελον οι Έλληνες να μεταβώσι, διά να έχωσιν ύδωρ άφθονον και να μη ενοχλώνται υπό του ιππικού, ως συνέβαινε τότε ότε είχον αυτό απέναντί των. Συνεφώνησαν δε να μετακινηθώσι περί την δευτέραν φυλακήν της νυκτός, διά να μη τους ίδωσιν οι Πέρσαι αναχωρούντας και τους ταράττωσιν οι ιππείς ερχόμενοι κατόπιν των. Το σχέδιόν των επίσης ήτο, άμα φθάσωσιν εις το μέρος εκείνο όπου σχίζεται ο ποταμός ρέων εκ του Κιθαιρώνος και σχηματίζει την Ασωπίδα Ωερόην, να στείλωσι τους ημίσεις του στρατού προς τον Κιθαιρώνα διά να απαλλάξωσι τους υπηρέτας οίτινες είχον αναχωρήσει διά τροφάς και οίτινες ήσαν εκεί αποκεκλεισμένοι.
52. Αφού απεφάσισαν ταύτα, όλην μεν εκείνην την ημέραν ένεκα των αδιακόπων επιθέσεων του ιππικού υπέφερον πολύ. Ότε δε έληξεν η ημέρα, οι ιππείς έπαυσαν· γενομένης δε νυκτός και ελθούσης της ώρας καθ' ην είχον συμφωνήσει να αναχωρήσωσι, τότε εγερθέντες οι περισσότεροι έφυγον χωρίς να έχωσι παντάπασι κατά νουν να υπάγωσιν εις το συμπεφωνημένον μέρος· καθότι άμα εκινήθησαν, έφευγον ευχαρίστως από το ιππικόν, διευθυνόμενοι προς την πόλιν των Πλαταιέων. Φεύγοντες δε έφθασαν εις το Ηραίον. Είναι δε το Ηραίον απέναντι των Πλαταιών και απέχει είκοσι στάδια από της κρήνης Γαργαφίας. Εκεί φθάσαντες κατέθεσαν τα όπλα προ του ιερού.