Part 24
6. Εις δε την Σαλαμίνα διέβησαν οι Αθηναίοι διά την εξής αιτίαν. Ενόσω μεν επρόσμενον να έλθη στρατός εκ της Πελοποννήσου προς βοήθειάν των, έμενον εις την Αττικήν· επειδή δε οι μεν Πελοποννήσιοι εβράδυνον πολύ, ο δε Μαρδόνιος εισερχόμενος ηκούετο ότι ήτο εις την Βοιωτίαν, τότε έλαβον τα πράγματά των και διέβησαν εις την Σαλαμίνα. Εις δε την Λακεδαίμονα έπεμψαν απεσταλμένους, άμα μεν διά να μεμφθώσι τους Λακεδαιμονίους ότι άφησαν τον βάρβαρον να εισβάλη εις την Αττικήν και δεν εξήλθον μετ' αυτών να τον απαντήσωσιν εις την Βοιωτίαν, άμα δε διά να τοις υπομνήσωσιν όσα ο Πέρσης υπεσχέθη να τοις δώση εάν εγίνοντο με το μέρος του· προς τούτοις διά να τοις είπωσιν ότι εάν δεν βοηθήσωσι τους Αθηναίους οι Αθηναίοι μόνοι των θα φροντίσωσι περί της σωτηρίας των.
7. Κατ' εκείνας τας ημέρας οι Λακεδαιμόνιοι εώρταζον τα Υακίνθια και πολύ περισσότερον εφρόντιζον να τιμήσωσι τον θεόν τούτον. Συγχρόνως όμως έκτιζον και το τείχος εις τον Ισθμόν το οποίον είχεν ήδη υψωθή μέχρι των επάλξεων. Ότε δε οι απεσταλμένοι των Αθηναίων και συν αυτοίς οι των Μεγάρων και των Πλαταιών έφθασαν εις την Λακεδαίμονα, παρουσιάσθησαν εις τους εφόρους και είπον τα εξής· 1. «Έπεμψαν ημάς οι Αθηναίοι λέγοντες ότι ο βασιλεύς των Μήδων πρώτον μεν αποδίδει εις ημάς την χώραν μας και δεύτερον θέλει να μας κάμη συμμάχους του επί ίσοις και ομοίοις δικαιώμασιν άνευ δόλου και απάτης· πλην δε της Αττικής, προσφέρει να μας δώση και άλλην χώραν την οποίαν να εκλέξωμεν ημείς. Αλλ' ημείς αιδούμενοι τον Ελλήνιον Δία και μη ανεχόμενοι να παραδώσωμεν την Ελλάδα, δεν εδέχθημεν, και απερρίψαμεν τας προτάσεις του, καίπερ αδικούμενοι υπό των Ελλήνων και καταπροδιδόμενοι και ηξεύροντες καλώς ότι θα ήτο συμφερώτερον δι' ημάς να συμφωνήσωμεν με τον Πέρσην μάλλον ή να πολεμώμεν αυτόν. Εκουσίως όμως ουδέποτε θα ειρηνεύσωμεν μετ' αυτού. Και ημείς μεν ειλικρινώς υπηρετούμεν την Ελλάδα. 2. Σεις δε, ενώ τότε κατεφοβήθητε μήπως συμβιβασθώμεν με τον Πέρσην, τώρα επειδή εμάθετε σαφώς τα φρονήματα ημών ότι ουδαμώς θα προδώσωμεν την Ελλάδα, και επειδή το τείχος το οποίον κτίζετε εις τον Ισθμόν είναι περί το τέλος του, αδιαφορείτε εντελώς περί των Αθηναίων, και ενώ εσυμφωνήσατε με ημάς να απαντήσωμεν τον Πέρσην εις την Βοιωτίαν, μας επροδώσατε και αφήσατε τον βάρβαρον να εισβάλη εις την Αττικήν. Σήμερον λοιπόν οι Αθηναίοι είναι ωργισμένοι καθ' υμών, διότι δεν εφέρθητε ως έπρεπε, και σας λέγουσι τώρα να πέμψητε τον στρατόν σας συγχρόνως με ημάς διά να αντισταθώμεν τουλάχιστον κατά του βαρβάρου εις την Αττικήν αφού δεν τον επροφθάσαμεν εις την Βοιωτίαν. Εν τη ημετέρα χώρα το Θριάσιον πεδίον είναι επιτηδειότατον προς μάχην.»
8. Ακούσαντες ταύτα οι έφοροι, ανέβαλον την απόκρισιν διά την ακόλουθον ημέραν, και την ακόλουθον διά την ακόλουθον, και τούτο έπραττον επί δέκα ημέρας, αναβάλλοντες από ημέρας εις ημέραν. Εν τούτω δε τω χρόνω όλος οι Πελοποννήσιοι ετείχιζον τον Ισθμόν μετά πολλής σπουδής, και ήτο πλέον το τείχος περί το τέλος. Διατί οι Πελοποννήσιοι, ότε μεν ήλθεν ο Μακεδών Αλέξανδρος εις τας Αθήνας, εφοβήθησαν τόσον μη μηδίσωσιν οι Αθηναίοι, τότε δε ουδόλως εφρόντιζον περί αυτών, αιτίαν τούτου δεν ημπορώ να είπω άλλην ειμή ότι όντος του Ισθμού τετειχισμένου, ενόμιζον ότι δεν είχον πλέον την ανάγκην των. Ότε όμως ο Αλέξανδρος μετέβη εις την Αττικήν, το τείχος δεν είχε τελειώσει, και ειργάζοντο μετά σπουδής διά τον φόβον των Περσών.
9. Επί τέλους η απόκρισις και η εκστρατεία των Σπαρτιατών εγένοντο τοιουτοτρόπως. Την προτεραίαν της ημέρας καθ ην έμελλε να γίνη η τελευταία παρουσίασις των απεσταλμένων, ο Τεγεάτης Χίλεος όστις εις την Λακεδαίμονα είχε μεγαλειτέραν επιρροήν από όλους τους ξένους, έμαθεν από τους εφόρους όσα είπον οι Αθηναίοι. Μαθών δε ταύτα τοις είπε τα εξής· «Ω έφοροι, τοιαύτη είναι η κατάστασις των πραγμάτων μας, ώστε εάν οι Αθηναίοι δεν ήναι ηνωμένοι με ημάς και συμμαχήσωσι με τον βάρβαρον, όσον δυνατόν και αν ήναι το τείχος το οποίον εκτίσατε εις τον Ισθμόν, μεγάλαι θύραι είναι αναπεπταμέναι εις την Πελοπόννησον διά τον Πέρσην. Ακούσατε λοιπόν τους Αθηναίους πριν αποφασίσωσιν άλλο τι, το οποίον ήθελεν επιφέρει την πτώσιν της Ελλάδος.»
10. Ο μεν Χίλεος ταύτα συνεβούλευσεν, οι δε έφοροι σκεφθέντες καλώς τους λόγους του, αμέσως, χωρίς να είπωσι τίποτε εις τους απεσταλμένους των πόλεων, προ του τέλους της νυκτός, εξέπεμψαν υπό την στρατηγίαν του Παυσανίου, υιού του Κλεομβρότου, πεντακισχιλίους Σπαρτιάτας, δόντες εις έκαστον επτά είλωτας. Η στρατηγία αύτη ανήκε μεν δικαιωματικώς εις τον Πλείσταρχον του Λεωνίδου, αλλ' ούτος ήτο εισέτι παιδίον, και ο Παυσανίας ήτο επίτροπος του και εξάδελφος. Καθότι ο Κλεόμβροτος, ο πατήρ του Λεωνίδου και υιός του Αναξανδρίδου, δεν έζη πλέον· αλλ' αφού επανέφερεν εκ του Ισθμού τον στρατόν όστις έκτισε το τείχος, μετ' ολίγον απέθανεν. Επανέφερε δε ο Κλεόμβροτος τον στρατόν εκ του Ισθμού διά την εξής αιτίαν. Ενώ εθυσίαζε κατά του Πέρσου, ο ήλιος εσκοτίσθη εν τω ουρανώ. Ο Παυσανίας προσέλαβε συνάρχοντα τον Ευρυάνακτα του Δωριέως, όντα εκ της αυτής οικογενείας. Και ο μεν στρατός, μετά του Παυσανίου, εξήλθε της Σπάρτης.
11. Οι δε πρέσβεις, άμα εγένετο ημέρα, μη ηξεύροντες τίποτε περί της εξόδου, παρουσιάσθησαν εις τους εφόρους, έχοντες κατά νουν να αναχωρήσωσι και αυτοί, έκαστος εις τα ίδια. Παρουσιασθέντες δε είπον τα εξής· «Υμείς μεν, ω Λακεδαιμόνιοι, μένοντες εδώ πανηγυρίζετε Υακίνθια και παίζετε, καταπροδίδοντες τους συμμάχους· οι δε Αθηναίοι, ως αδικούμενοι παρ' υμών, θα ειρηνεύσωσι με τον Πέρσην όπως δυνηθώσι δι' έλλειψιν συμμάχων. Ειρηνεύοντες δε είναι φανερόν ότι γινόμεθα σύμμαχοι του βασιλέως και θα εκστρατεύωμεν μετά των Περσών όπου ήθελον μας οδηγεί. Τότε θα εννοήσετε τι δύναται να σας συμβή εκ τούτου.» Ταύτα ειπόντων των απεσταλμένων, οι έφοροι εβεβαίωσαν μεθ' όρκου ότι οι κατά των ξένων εκπεμφθέντες θα ήσαν πλέον εις το Ορέστιον· ξένους δε εκάλουν τους βαρβάρους. Οι δε απεσταλμένοι μη ηξεύροντες τίποτε ηρώτησαν εκ δευτέρου τι εσήμαινον τα λεγόμενα, και ερωτήσαντες έμαθον ακριβώς όλην την αλήθειαν· ώστε θαυμάσαντες ανεχώρησαν τάχιστα διά να τους φθάσωσι. Συν αυτοίς δε ανεχώρησαν και πεντακισχίλιοι λογάδες οπλίται εκ των περιοίκων Λακεδαιμονίων.
12. Ούτοι μεν έσπευδον να φθάσωσι εις τον Ισθμόν οι δε Αργείοι, οίτινες είχον υποσχεθή πρότερον εις τον Μαρδόνιον να εμποδίσωσι τους Σπαρτιάτας από του να εκστρατεύσωσιν, άμα έμαθον ότι ο στρατός του Παυσανίου εξήλθε της Σπάρτης, έπεμψαν εις την Αττικήν κήρυκα, τον καλλίτερον ημεροδρόμον τον οποίον ηδυνήθησαν να εύρωσι. Φθάσας ούτος εις τας Αθήνας, είπε τα εξής· «Μαρδόνιε, με έπεμψαν οι Αργείοι διά να σε είπω ότι η νεολαία εξήλθε της Λακεδαίμονος και ότι δεν ηδυνήθησαν να την εμποδίσωσιν. Ήξευρε λοιπόν τούτο και πράξον ό,τι νομίσης καλόν.» Ο μεν κήρυξ ταύτα ειπών ανεχώρησε.
13. Ο δε Μαρδόνιος, ως ήκουσε ταύτα, δεν ηθέλησε πλέον να μείνη, εις την Αττικήν· και πρότερον μάλιστα, δεν έμενεν εκεί ειμή διότι ήθελε να μάθη τι ήθελαν αποφασίσει οι Αθηναίοι· και ούτε έβλαπτε τίποτε ούτε έφθειρε την Αττικήν, ελπίζων πάντοτε ότι οι Αθηναίοι ήθελον συνθηκολογήσει μετ' αυτού. Ότε όμως είδεν ότι δεν τους έπειθε και έμαθε τα συμβαίνοντα, πριν φθάσωσιν οι μετά του Παυσανίου εις τον Ισθμόν, εξήλθε της Αττικής αφού προηγουμένως ενέπρησε τας Αθήνας και κατεκρήμνισε παν ό,τι ίστατο ακόμη ορθόν εκ των τειχών ή των οικημάτων ή των ναών. Έφυγε δε εκείθεν διά την εξής αιτίαν. Η Αττική δεν ήτο χώρα κατάλληλος εις ιππικούς ελιγμούς, και εάν ενικάτο εις μάχην δεν είχεν άλλην έξοδον ειμή από στενόν τι μέρος, όπου και ολίγοι άνθρωποι ηδύναντο να εμποδίσωσι τον στρατόν του. Εσκόπευε λοιπόν να επιστρέψη εις τας Θήβας, διά να πολεμήση πλησίον πόλεως φιλικής και χώρας επιτηδείας εις το ιππικόν.
14. Ενώ ο Μαρδόνιος ανεχώρει εκ της Αττικής, συνήντησε καθ' οδόν ταχυδρόμον όστις τον ειδοποίησεν ότι άλλος στρατός εκ χιλίων Λακεδαιμονίων ήτο εις τα Μέγαρα. Ακούσας τούτο εσκέφθη να κυριεύση πρώτον τούτους· όθεν στρέψας προς αριστερά, έλαβε την προς τα Μέγαρα οδόν, το δε ιππικόν προπορευόμενον κατεπάτει την χώραν της Μεγαρίδος. Τούτο είναι το δυτικώτατον της Ευρώπης μέρος εις το οποίον έφθασεν ο Περσικός ούτος στρατός.
15. Μετά ταύτα ήλθεν εις τον Μαρδόνιον αγγελία ότι οι Έλληνες όλοι ήσαν συνηθροισμένοι εις τον Ισθμόν· και ούτω πάλιν επέστρεφεν οπίσω διά της Δεκελείας, καθότι οι βοιωτάρχαι είχον πέμψει ως οδηγούς τους πλησιοχώρους των Ασωπίων, και ούτοι τον έφερον εις τους Σφενδαλείς και εκείθεν εις την Τάναγραν. Διατρίψας δε εις την Τάναγραν μίαν νύκτα, την ακόλουθον ημέραν ετράπη προς την Σκώλον και εισήλθεν εις την γην των Θηβαίων. Εκεί, μολονότι οι Θηβαίοι εμήδιζον, εδενδροτόμησε την χώραν, ουχί ένεκα έχθρας προς αυτούς, αλλ' ευρεθείς εις μεγάλην ανάγκην· καθότι ήθελε να οχυρώση το στρατόπεδον και ητοίμαζε καταφύγιον εν περιπτώσει καθ' ην η έκβασις του πολέμου απέβαινεν εναντία προς τας επιθυμίας τους. Το στρατόπεδον τούτο, τεταγμένον εις τας όχθας του Ασωπού ποταμού, ήρχιζεν από τας πλησίον των Υσιών Ερυθράς και εξετείνετο μέχρι της Πλαταιίδος γης. Δεν ήγειρον όμως οι βάρβαροι τόσον εκτεταμένον τείχος, αλλ' έν τετράγωνον του οποίου έκαστον μέτωπον είχε δέκα σταδίους. Ενώ δε οι βάρβαροι ειργάζοντο εις τούτο, ο Θηβαίος Ατταγίνος του Φρύνωνος έκαμε μεγάλας ετοιμασίας και προσεκάλεσεν εις φιλοξενίαν τον Μαρδόνιον και πεντήκοντα εκ των μάλλον εγκρίτων Περσών. Κληθέντες δε ούτοι εδέχθησαν, και το δείπνον εγένετο εις τας Θήβας.
16. Τα δε επίλοιπα, όσα θα είπω τώρα, ήκουσα από τον Ορχομένιον Θέρσανδρον, άνδρα επιφανή και εκ των πρώτων του Ορχομενού. Με είπε δε ο Θέρσανδρος ότι και αυτός προσεκλήθη υπό του Ατταγίνου εις το δείπνον τούτο ομού με πεντήκοντα άλλους Θηβαίους· προς τούτοις ότι ο Ατταγίνας δεν κατέκλινε περί την τράπεζαν χωριστά τους Πέρσας από τους Έλληνας, αλλ' εις εκάστην κλίνην έθεσεν ένα Πέρσην και ένα Θηβαίον. Μετά το δείπνον ήρχισαν να πίνωσι και ο ομόκλινός του Πέρσης, ομιλών Ελληνιστί, τον ηρώτησε πόθεν ήτο· ο Θέρσανδρος απεκρίθη ότι ήτο Ορχομένιος. Τότε ο Πέρσης είπεν· «Επειδή τώρα έγινες ομοτράπεζος και ομόσπονδός μου, θέλω να σε αφήσω ανάμνησιν της σκέψεως την οποίαν έχω, διά να προηξεύρης και συ, και να δύνασαι να φροντίσης περί των συμφερόντων σου. Βλέπεις τους Πέρσας τους συμποσιάζοντας εδώ και τον στρατόν τον οποίον αφήσαμεν εστρατοπεδευμένον παρά τον ποταμόν; Δεν θα παρέλθη πολύς χρόνος και εξ όλων τούτων ολίγους μόνον θα ίδης να σωθώσι.» Ταύτα είπεν ο Πέρσης και αίφνης έχυσε πολλά δάκρυα. Ο δε Θέρσανδρος εκπλαγείς διά τους λόγους τούτους είπε· «Λοιπόν πρέπει να είπης ταύτα εις τον Μαρδόνιον και τους μετ' εκείνον εγκρίτους Πέρσας.» Ο δε Πέρσης είπε μετά ταύτα· «Φίλε, ό,τι είναι πεπρωμένον να συμβή εκ θείας βουλήσεως, οι άνθρωποι δεν δύνανται να το εμποδίσωσι, διότι κανείς δεν θέλει να πιστεύση εκείνους οίτινες ομιλούσι φρονίμως. Μολονότι πολλοί εξ ημών ηξεύρομεν ταύτα, ακολουθούμεν όμως δεδεμένοι υπό της ανάγκης. Η πικροτέρα οδύνη την οποίαν δύναται να υποστή άνθρωπος, είναι να εννοή πολλά πράγματα και να μη δύναται να πράξη τίποτε.» Ταύτα ήκουσα να λέγη ο Ορχομένιος Θέρσανδρος και προς τούτοις ότι τα είπεν αμέσως εις πολλούς ανθρώπους πριν γίνη η εν Πλαταιαίς μάχη.
17. Ότε δε ο Μαρδόνιος ήτο εστρατοπεδευμένος εις την Βοιωτίαν, οι μεν άλλοι (όσοι εκ των εις εκείνα τα μέρη κατοικούντων Ελλήνων εμήδιζον) όλοι έδοσαν στρατόν και συνεισέβαλον εις τας Αθήνας· μόνοι δε οι Φωκείς δεν συνεισέβαλον, καθότι εμήδιζον μεν και ούτοι σφόδρα, αλλ' ακουσίως και εξ ανάγκης. Ολίγας δε ημέρας μετά την άφιξιν του Μαρδονίου εις τας Θήβας, ήλθον και εκ των Φωκέων χίλιοι οπλίται, των οποίων αρχηγός ήτο ο Αρμοκύδης, ο μάλλον επιφανής των πολιτών. Μόλις δε έφθασαν εις τας Θήβας, έπεμψεν ο Μαρδόνιος προς αυτούς ιππείς και τους διέταξε να στρατοπεδεύσωσι χωριστά εις την πεδιάδα. Αφού έπραξαν τούτο, αμέσως έδραμεν εκεί όλον το ιππικόν. Μετά ταύτα δε διεδόθη φήμη μεταξύ των Ελλήνων των όντων με τους Μήδους ότι ο Μαρδόνιος είχε σκοπόν να κατακοντίση τους Φωκείς. Τότε ο στρατηγός αυτών Αρμοκύδης τους ενεθάρρυνε διά των λόγων τούτων· «Ω Φωκείς, είναι πρόδηλον ότι οι άνθρωποι ούτοι θέλουσιν εκ προμελέτης να μας θανατώσωσι, διότι ως εικάζω μας διέβαλον οι Θεσσαλοί. Τώρα λοιπόν πρέπει έκαστος υμών να φανή γενναίος· διότι προτιμότερον να τελευτήσωμεν τον βίον πράττοντές τι και αμυνόμενοι, ή αφεθέντες ν' απολεσθώμεν με ατιμότατον θάνατον. Ας μάθωσιν οι άνθρωποι ούτοι ότι ατιμωρητί δεν δύνανται βάρβαροι να σκευωρήσωσι τον θάνατον ανδρών Ελλήνων.»
18. Ο μεν Αρμοκύδης τοιαύτα συνεβούλευσεν. Οι δε ιππείς, αφού περικύκλωσαν τους Φωκείς, ώρμησαν εναντίον των δεικνύοντες ότι είχον σκοπόν να τους θανατώσωσι, και έτεινον και τα τόξα διά να ρίψωσι, τινές δε μάλιστα έρριψαν· οι δε Φωκείς, στρεφόμενοι προς όλα τα μέρη και πεπυκνωμένοι, ανθίσταντο. Τότε οι ιππείς υπέστρεψαν και ανεχώρησαν οπίσω. Δεν δύναμαι να είπω μετά βεβαιότητος ούτε εάν τωόντι, κατ' αίτησιν των Θεσσαλών, ήλθον να θανατώσωσι τους Φωκείς, και έπειτα, επειδή τους είδον λαβόντας αμυντικήν θέσιν και εφοβήθησαν μήπως φονευθώσι και εκ των ιδίων των στρατιωτών, τους άφησαν και ανεχώρησαν (καθότι τοιαύτη ήτο η διαταγή του Μαρδονίου), ούτε εάν ηθέλησεν ο Μαρδόνιος να τους δοκιμάση εάν ήναι γενναίοι. Αφού δε επέστρεψαν οι ιππείς, πέμψας κήρυκα ο Μαρδόνιος είπε τα εξής· «Θαρρείτε, ω Φωκείς· διότι εφάνητε ότι είσθε άνδρες γενναίοι και όχι ως ήκουον εγώ. Τώρα λοιπόν δείξατε την προθυμίαν σας εις τον πόλεμον τούτον, και δεν θα υπερβηθήτε εις τας ευεργεσίας. ούτε εμέ ούτε τον βασιλέα». Ταύτα συνέβησαν εις τους Φωκείς.
19. Οι δε Λακεδαιμόνιοι ελθόντας εις τον Ισθμόν εστρατοπεδεύσαντο εκεί. Μαθόντες δε τούτο οι λοιποί Πελοποννήσιοι, οίτινες είχον ασπασθή την πατριωτικήν μερίδα, και βλέποντες ότι εξεστράτευσαν οι Λακεδαιμόνιοι, δεν ενέκρινον να αφήσωσιν αυτούς μόνους. Εκ του Ισθμού λοιπόν, αφού συνεβουλεύθησαν τα θύματα και είδον ότι ήσαν καλά, εκίνησαν όλοι και έφθασαν εις την Ελευσίνα. Αφού δε έκαμον και εκεί θυσίας αίτινες απέβησαν επίσης καλαί, επορεύθησαν επί τα πρόσω· συν αυτοίς δε και οι Αθηναίοι οίτινες ήλθον εκ της Σαλαμίνος και ηνώθησαν μετ' αυτών εις την Ελευσίνα. Ότε δε έφθασαν εις τας Ερυθράς της Βοιωτίας και έμαθον ότι οι βάρβαροι ήσαν εστρατοπεδευμένοι εις τον Ασωπόν, απεφάσισαν και αυτοί να αντιστρατοπεδευθώσιν εις τας υπωρείας του Κιθαιρώνος.
20. Ο δε Μαρδόνιος, επειδή οι Έλληνες δεν κατέβαινον εις την πεδιάδα, έπεμψε κατ' αυτών όλον το ιππικόν, του οποίου ίππαρχος ήτο ο Μασίστιος, ανήρ μεγάλην φήμην χαίρων παρά τοις Πέρσαις, τον οποίον οι Έλληνες καλούσι Μακίστιον. Ούτος είχεν ίππον Νισαίον χρυσοχάλινον και καθ' όλα τα άλλα κεκοσμημένον καλώς. Εκεί πλησιάσαντες οι ιππείς και εις τάγματα διαιρεθέντες, προσέβαλον τους Έλληνας, επροξένησαν εις αυτούς μεγάλην βλάβην και τους απεκάλεσαν γυναίκας.
21. Κατά συντυχίαν δε οι Μεγαρείς έτυχον να ώσι παρατεταγμένοι εις την μάλλον ευπρόσβλητον όλων των θέσεων, και εκεί ώρμα το ιππικόν περισσότερον. Πιεζόμενοι λοιπόν οι Μεγαρείς υπό των ιππέων, έπεμψαν προς τους στρατηγούς των Ελλήνων κήρυκα. Ελθών δε ο κήρυξ είπε προς αυτούς τα εξής· «Οι Μεγαρείς λέγουσιν: Ω σύμμαχοι, ημείς δεν είμεθα ικανοί να αντιστώμεν μόνοι κατά του ιππικού των Περσών, έχοντες την θέσιν εις ην ετάχθημεν εξ αρχής· αλλά και έως τώρα αντέχομεν καρτερικώς και ανδρείως, καίπερ πιεζόμενοι. Τώρα δε εάν δεν στείλετε άλλους να μας αντικαταστήσωσι, μάθετε ότι θα αφήσωμεν την θέσιν.» Ο μεν κήρυξ ταύτα απήγγειλεν, ο δε Παυσανίας προσεκάλεσε τους Έλληνας και εζήτησεν εθελοντάς διά να υπάγωσιν εις εκείνο το μέρος και διαδεχθώσι τους Μεγαρείς. Μη θελόντων δε των άλλων, εδέχθησαν οι Αθηναίοι, και εκ των Αθηναίων οι τριακόσιοι επίλεκτοι των οποίων λοχαγός ήτο ο Ολυμπιόδωρος του Λάμπωνος.
22. Ούτοι ήσαν οι δεχθέντες και οι προ των άλλων Ελλήνων, όσοι ήσαν εις τας Ερυθράς, ταχθέντες μετά των τοξοτών. Εμάχοντο δε επί αρκετήν ώραν και το τέλος της μάχης εγένετο τοιούτο. Ότε ώρμησε το ιππικόν κατά τάγματα, ο ίππος του Μασιστίου προέχων των άλλων, εβλήθη υπό βέλους εις τα πλευρά· αλγήσας δε, έστη ορθός και ετίναξε τον Μασίστιον. Τούτου πεσόντος, πρόσδραμον οι Αθηναίοι. Τότε και τον ίππον αυτού έλαβον και αυτόν αμυνόμενον εφόνευσαν, ουχί άνευ δυσκολίας καθότι ήτο ωπλισμένος ως εξής. Έσωθεν είχε χρυσόν θώρακα, λεπιδωτόν και άνωθεν του θώρακος εφόρει χιτώνα φοινικούν. Όθεν τύπτοντες εις τον θώρακα δεν έκαμνον τίποτε, μέχρις ου νοήσας τις το πράγμα εκτύπησεν αυτόν εις τον οφθαλμόν και τοιουτοτρόπως έπεσε και απέθανε. Ταύτα πάντα πραττόμενα διέλαθον τους άλλους ιππείς, καθότι ούτε πεσόντα από του ίππου τον είδον, ούτε αποθνήσκοντα. Δεν είδον δε τα γενόμενα καθότι κατ' εκείνην την ώραν είχον στρέψει τους χαλινούς και ανεχώρουν. Ότε όμως εστάθησαν, αμέσως τον εζήτησαν, μη έχοντες πλέον κανένα διά να τους οδηγήση· μαθόντες δε το γεγονός και εξοτρύναντες αλλήλους, επανέλαβον την επίθεσιν διά να λάβωσι τον νεκρόν.
23. Ιδόντες δε οι Αθηναίοι ότι οι ιππείς επήρχοντο ουχί κατά τάγματα αλλ' όλοι ομού, εζήτησαν την συνδρομήν του άλλου στρατού. Ενώ δε ο πεζός στρατός ήρχετο εις βοήθειαν, μάχη βιαία εγένετο περί τον νεκρόν. Και ενόσω μεν ήσαν οι τριακόσιοι μόνοι, υπενέδιδον και εμακρύνοντο από τον νεκρόν· ότε δε έφθασεν εις βοήθειάν των το πλήθος, τότε πλέον οι ιππείς δεν ηδυνήθησαν να ανθέξωσιν ούτε κατώρθωσαν να λάβωσι τον νεκρόν, αλλά πλην εκείνου προσαπώλεσαν και άλλους εκ των ιππέων. Μακρυθέντες δε δύο περίπου στάδια συνεσκέφθησαν τι έπρεπε να πράξωσι· δι' έλλειψιν δε αρχηγού απεφάσισαν να επιστρέψωσι προς τον Μαρδόνιον.
24. Ότε το ιππικόν έφθασεν εις το στρατόπεδον, όλος ο στρατός και προ πάντων ο Μαρδόνιος επένθησαν τον Μασίστιον, κείραντες εαυτούς και τους ίππους και τα υποζύγια και αφέντες θρήνον μέγαν. Εις όλην δε την Βοιωτίαν αντήχησεν ότι απώλετο ανήρ τα μέγιστα τιμώμενος μετά τον Μαρδόνιον υπό των Περσών και του βασιλέως. Και οι μεν βάρβαροι κατά τα έθιμα των ετίμησαν τον Μαστίστιον αποθανόντα.
25. Οι δε Έλληνες επειδή εδέχθησαν την επίθεσιν του ιππικού και απώθησαν αυτά, έλαβον θάρρος πολύ περισσότερον, και πρώτον θέσαντες τον νεκρόν εις άμαξαν περιέφερον αυτόν εις τας τάξεις. Ο δε νεκρός ήτο άξιος θαυμασμού διά το μέγα του ανάστημα και το κάλλος· εκείνο δε το οποίον τους ηνάγκασε να τον περιφέρωσιν εις τας τάξεις ήτο διά να μη εγκαταλείπωσιν αυτάς οι στρατιώται και έρχωνται να τον βλέπωσι. Μετά ταύτα απεφάσισαν να καταβώσιν εις τας Πλαταιάς, διότι ο Πλαταιικός χώρος τοις εφαίνετο επιτηδειότερος του Ερυθραίου προς στρατοπέδευσιν, και διότι το ύδωρ εκεί ήτο καλλίτερον. Εις τούτον λοιπόν τον χώρον και πλησίον της εν τω χώρω τούτω ούσης Γαργαφίας κρήνης έκρινον ότι έπρεπε να έλθωσι και να στρατοπεδευθώσι. Αναλαβόντες λοιπόν τα όπλα διήλθον πλησίον των Υσιών διά της υπωρείας του Κιθαιρώνος και έφθασαν εις την Πλαταιίδα γην. Φθάσαντες εκεί ετάχθησαν κατά έθνη πλησίον της Γαργαφίας κρήνης και του τεμένους του ήρωος Ανδροκράτους, οι μεν εις όχθους όχι υψηλούς οι δε εις μέρος επίπεδον.
26. Τότε κατά την διάταξιν εγένετο πολλή λογομαχία μεταξύ Τεγεατών και Αθηναίων. Αμφότερα τα έθνη ηξίουν να έχωσι το έν κέρας, προβάλλοντες εις υποστήριξιν των δικαιωμάτων των παλαιά και νέα κατορθώματα. Αφ' ενός μεν οι Τεγεάται έλεγον· «Ημείς πάντοτε εις όσας εκστρατείας κοινάς έκαμον οι Πελοποννήσιοι παλαιάς και νέας, εκρίθημεν άξιοι της τιμής ταύτης παρ' όλων των συμμάχων. Από της εποχής δε καθ' ην οι Ηρακλείδαι μετά τον θάνατον του Ευρυσθέως επειράθησαν να καταβώσιν εις την Πελοπόννησον, ελάβομεν το δικαίωμα τούτο διά την εξής αιτίαν. Ότε μετά των Αχαιών και των Ιώνων, των κατοικούντων τότε εις την Πελοπόννησον, εξεστρατεύσαμεν εις τον Ισθμόν διά να αντιταχθώμεν κατά των θελόντων να καταβώσιν εις την Πελοπόννησον Ηρακλειδών· τότε λέγουσιν ότι επειδή ο Ύλλος είπεν ότι δεν έπρεπε να συμπλακώσιν οι δύο στρατοί, αλλ' όστις ήθελε κριθή μάλλον άξιος εκ του Πελοποννησιακού στρατού, αυτός να μονομαχήση μετά του Ύλλου επί συμπεφωνημένοις όροις, ενέκριναν οι Πελοποννήσιοι να πράξωσι τούτο και θυσιάσαντες ωρκίσθησαν τα εξής· εάν μεν ο Ύλλος νικήση τον ηγεμόνα των Πελοποννησίων, να καταβώσιν οι Ηρακλείδαι εις τα πατρώα· εάν δε εξ εναντίας νικηθή, να αναχωρήσωσιν εκείθεν οι Ηρακλείδαι και να απαγάγωσι τον στρατόν, επί εκατόν δε έτη να μη ζητήσωσι κάθοδον εις την Πελοπόννησον. Ο βασιλεύς ημών και στρατηγός Έχεμος, υιός του Φηγέως Αερόπου, προσεφέρθη εκουσίως και όλοι οι σύμμαχοι εδέχθησαν· μονομαχήσας δε εφόνευσε τον Ύλλον. Εκ του έργου τούτου, ημείς ελάβομεν τότε μεταξύ των Πελοποννησίων και άλλα μεγάλα προνόμια τα οποία διετηρήσαμεν μέχρι σήμερον, και προσέτι να διοικώμεν πάντοτε έν κέρας οσάκις γίνεται κοινή εκστρατεία. Εις υμάς μεν, ω Λακεδαιμόνιοι, δεν εναντιούμεθα· σας αφίνομεν να εκλέξετε το κέρας το οποίον θέλετε, και εκ των προτέρων δίδομεν την συγκατάθεσίν μας· το άλλο όμως λέγομεν ότι εις ημάς ανήκει να έχωμεν ως πάντοτε. Πλην δε του έργου τούτου το οποίον ανεφέραμεν, ημείς είμεθα μάλλον άξιοι των Αθηναίων να έχωμεν αυτήν την τάξιν, καθότι πολλάκις επολεμήσαμεν ανδρείως και καθ' υμών, ω Σπαρτιάται, και κατ' άλλων Ελλήνων. Ούτω λοιπόν είναι δίκαιον ημείς να έχωμεν το έν κέρας και όχι οι Αθηναίοι, καθότι ουδέποτε έπραξαν τόσα κατορθώματα όσα ημείς, ούτε παλαιά ούτε νέα.» Οι μεν Τεγεάται ταύτα είπον.
27. Οι δε Αθηναίοι ακούσαντες ταύτα απεκρίθησαν ως εξής· «Ενομίζομεν ότι συνήχθημεν εδώ ουχί διά να λογομαχήσωμεν, αλλά διά να πολεμήσωμεν τον βάρβαρον· επειδή όμως ο Τεγεάτης έδωκε το παράδειγμα να διηγηθή παλαιά και νέα κατορθώματα όσα έπραξεν έκαστος εν παντί χρόνω, ευρισκόμεθα εις την ανάγκην να δηλώσωμεν εις υμάς ότι παρ' ημίν, πλειότερον ή παρά τοις Αρκάσιν, είναι πατροπαράδοτον να αφοσιούμεθα υπέρ της σωτηρίας όλων και να πολεμώμεν εις την πρώτην τάξιν. Τους Ηρακλείδας, των οποίων τον ηγεμόνα λέγουσιν ούτοι ότι εφόνευσαν, τούτους προ της περιστάσεως ταύτης διωκομένους υπό πάντων των Ελλήνων προς ους ήρχοντο φεύγοντες την δουλείαν των Μυκηναίων, μόνοι ημείς εδέχθημεν, και εταπεινώσαμεν την θρασύτητα του Ευρυσθέως, μετ' εκείνων πολεμήσαντες και νικήσαντες τους έχοντες τότε την Πελοπόννησον. Έπειτα, ότε οι Αργείοι ήλασαν μετά του Πολυνείκους κατά των Θηβών και φονευθέντες έκειντο άταφοι, ημείς εκστρατεύσαντες κατά των Καδμείων, ελάβομεν τους νεκρούς και εθάψαμεν αυτούς εις την Ελευσίνα της ημετέρας χώρας. Επίσης ένδοξον είναι το κατόρθωμά μας εναντίον των Αμαζόνων, αίτινες, ελθούσαι ποτε από του Θερμώδοντος ποταμού, εισέβαλον εις την Αττικήν· προσέτι και εις τον Τρωικόν πόλεμον δεν εφάνημεν κατώτεροι ουδενός άλλου έθνους. Πλην η ανάμνησις αυτών, ουδεμίαν δίδει υπεροχήν· καθόσον οι αυτοί άνθρωποι οίτινες τότε ήσαν γενναίοι, τώρα δυνατόν να ήναι ασθενέστεροι, και οι όντες τότε ασθενείς, να ήναι τώρα γενναίοι· όθεν ας αφήσωμεν τα παλαιά έργα. Ημείς, και τίποτε άλλο αν δεν επράξαμεν, μολονότι επράξαμεν πολλά και λαμπρά και ουχί κατώτερα των άλλων Ελλήνων, πάλιν μόνον διά το έργον του Μαραθώνος είμεθα άξιοι να λάβωμεν τούτο το γέρας και άλλα πλην τούτου. Κατ' εκείνην την ημέραν μόνοι των Ελλήνων επολεμήσαμεν κατά του Πέρσου, και επιχειρήσαντες τοιούτο έργον υπερισχύσαμεν και ενικήσαμεν τεσσαράκοντα έξ έθνη. Δεν είναι λοιπόν δίκαιον, δι' αυτό και μόνον το κατόρθωμα να έχωμεν την τάξιν ταύτην; Αλλ' εις την παρούσαν περίστασιν δεν αρμόζει να ερίζωμεν περί τάξεως· είμεθα έτοιμοι να σας υπακούσωμεν, ω Λακεδαιμόνιοι· θα λάβωμεν την θέσιν την οποίαν θέλετε κρίνει κατάλληλον να μας υποδείξετε και εναντίον οιωνδήποτε αντιπάλων. Όπου όμως και αν ταχθώμεν, θα προσπαθήσωμεν να πολεμήσωμεν ανδρείως. Διατάξατε και υπακούομεν.»