Ιστορίαι Ηροδότου, Τόμος 2

Part 23

Chapter 2326 wordsPublic domain

126. Ο δε Αρτάβαζος του Φαρνάκους, όστις και πρότερον ήτο επιφανής μεταξύ των Περσών, από δε της εν Πλαταιαίς μάχης εγένετο έτι μάλλον διάσημος, προέπεμψε τον βασιλέα μέχρι του Ελλησπόντου, έχων εξήκοντα χιλιάδας εκ του στρατού τον οποίον είχεν εκλέξει ο Μαρδόνιος. Αφού ο βασιλεύς διέβη εις την Ασίαν, ο Αρτάβαζος επέστρεψεν οπίσω· διερχόμενος δε πλησίον της Παλλήνης εσκέφθη ότι επειδή ο Μαρδόνιος διεχείμαζεν εις την Θεσσαλίαν και την Μακεδονίαν, δεν ήτο καμμία βία να φθάση αυτός ταχέως εις το άλλο στρατόπεδον και εθεώρησεν ανάξιον εαυτού να μη ωφεληθή εκ της γειτνιάσεως διά να εξανδραποδίση τους αποστατήσαντας Ποτιδαιάτας· καθότι οι Ποτιδαιάται, άμα ο βασιλεύς διέβη εκείθεν και ο ναυτικός στρατός των Περσών ενικήθη και έφυγεν εκ της Σαλαμίνος, απεστάτησαν αναφανδόν από τους βαρβάρους· μετ' αυτούς δε απεστάτησαν και οι άλλοι κάτοικοι της Παλλήνης.

127. Ο Αρτάβαζος λοιπόν επολιόρκησε την Ποτίδαιαν. Υποπτεύσας δε και τους Ολυνθίους ότι ήθελον ν' αποστατήσωσιν από τον βασιλέα, επολιόρκησε και τούτους. Είχον δε την Όλυνθον οι εκ του Θερμαίου κόλπου εκδιωχθέντες υπό των Μακεδόνων Βοττιαίοι. Αφού δε τους εκυρίευσε πολιορκών, τους μεν κατοίκους εξαγαγών κατέσφαξεν εις λίμνην τινα, την δε πόλιν παρέδωκεν εις τους Χαλκιδείς, ονομάσας επίτροπον αυτής τον Τορωναίον Κριτόβουλον. Τοιουτοτρόπως την Όλυνθον κατέλαβον Χαλκιδείς.

128. Μετά την άλωσιν της πόλεως ταύτης ο Αρτάβαζος έστρεψε τας δυνάμεις του προς την Ποτίδαιαν· ενώ δε επολιόρκει αυτήν στενώς, ο στρατηγός των Σκιωναίων Τιμόξενος συνεφώνησε μετ' αυτού να τω την παραδώση. Πώς ήρχισεν η συνεννόησις αύτη, δεν ηξεύρω να είπω, διότι δεν αναφέρεται τίποτε, το τέλος όμως της συνεννοήσεως ήτο τοιούτο. Ότε ο Τιμόξενος ήθελε να ειδοποιήση περί τινος τον Αρτάβαζον, ή ο Αρτάβαζος τον Τιμόξενον, γράφοντες ετύλισσον την επιστολήν περί τας γλυφίδας βέλους, και έπειτα θέτοντες πτερόν, ετόξευον εις ωρισμένον μέρος. Ανεκαλύφθη δε ο Τιμόξενος ότι επρόδιδε την Ποτίδαιαν ούτω. Τοξεύσας ο Αράβαζος ημέραν τινά εις το συμπεφωνημένο μέρος, απέτυχε του σκοπού και το βέλος εκτύπησεν εις τον ώμον Ποτιδαιάτην τινά· τούτον κτυπηθέντα περιεκύκλωσαν πολλοί, ως γίνεται τούτο συνήθως εις τον πόλεμον, οίτινες εξαγαγόντες το βέλος και ευρόντες το γράμμα, έφερον αυτό εις τους στρατηγούς, μετά των οποίων ευρίσκετο κατ' εκείνην την στιγμήν επικουρία εξ άλλων Παλληναίων. Οι δε στρατηγοί αναγνώσαντες το γράμμα έμαθον τον αίτιον της προδοσίας, πλην δεν έκρινον καλόν να ενάξωσι τον Τιμόξενον ως προδότην, χαριζόμενοι εις την πόλιν Σκιώνην, μήπως εις τον μετέπειτα χρόνον νομίζονται οι κάτοικοι αυτής πάντοτε προδόται. Και ούτος μεν τοιουτοτρόπως εφανερώθη.

129. Τρεις μήνες δε είχον παρέλθει αφότου ο Αρτάβαζος επολιόρκει την Ποτίδαιαν, και μεγάλη άμπωτις εγένετο της θαλάσσης ήτις διήρκεσε πολύν χρόνον. Ιδόντες δε οι βάρβαροι ότι το πέραμα ήτο διαβατόν, εκίνησαν διά την Παλλήνην. Είχον δε διανύσει τα δύο πέμπτα της οδοιπορίας και έμενον ακόμη τρία διά να εισέλθωσιν εις την πόλιν, όταν επλημμύρησε πάλιν η θάλασσα τόσον, όσον ουδέποτε κατά το λέγειν των επιχωρίων, μολονότι πολλάκις εγένοντο τοιαύται πλημμύραι. Όσοι λοιπόν εκ των βαρβάρων δεν ήξευρον να κολυμβώσιν, επνίγησαν· εκείνοι δε οίτινες ήξευραν εφονεύθησαν υπό των Ποτιδαιατών, οίτινες ήρχοντο με πλοιάρια και τους εφόνευον. Λέγουσι δε οι Ποτιδαιάται ότι αιτία της αμπώτιδος, της πλημμυρίδος και της φθοράς των Περσών ήτο η εξής· ότι αυτοί οίτινες επνίγησαν είχον βεβηλώσει εις το προάστειον της πόλεως ταύτης τον ναόν και το άγαλμα του Ποσειδώνος. Αποδίδοντες εις το γεγονός τούτο τοιαύτην αιτίαν, με φαίνεται ότι λέγουσιν ορθώς. Τους δε περισωθέντας έλαβεν ο Αρτάβαζος και τους έφερεν εις την Θεσσαλίαν προς τον Μαρδόνιον. Τοιαύτη υπήρξεν η τύχη των προπεμψάντων τον βασιλέα.

130. Ο δε περισωθείς στόλος του Ξέρξου, αφού έφθασεν εις την Ασίαν φυγών εκ της Σαλαμίνος, και διεπόρθμευσε τον Βασιλέα και τον στρατόν εκ της Χερσονήσου εις την Άβυδον, διεχείμασεν εις την Κύμην. Άμα δε τη επανόδω του έαρος, συνηθροίσθη εις την Σάμον, όπου μάλιστα πλοία τινά, είχον διαχειμάσει. Εις ταύτα οι πλειότεροι πολεμισταί ήσαν Πέρσαι και Μήδοι· και στρατηγοί διωρίσθησαν ο Μαρδόνιος του Βαγαίου και ο Αρταΰντης του Αρταχαίου, έχοντες συνάρχοντα και τον Ιθαμίτρην ανεψιόν του Αρταΰντου, τον οποίον αυτός ο ίδιος προσέλαβεν. Επειδή δε είχον πάθει καιρίως, δεν επροχώρησαν περισσότερον προς δυσμάς, αλλά μένοντας εις την Σάμον με τριακόσια πλοία, συμπεριλαμβανομένων και των Ιωνικών, εφύλαττον την Ιωνίαν μήπως αποστατήσει. Ποτέ δεν ήλπιζον ότι οι Έλληνες θα έλθωσιν εις την Ιωνίαν, αλλ' ότι θα αρκεσθώσι να φυλάττωσι τα μέρη των, εικάζοντες τούτο ότι φεύγοντας εκ της Σαλαμίνος δεν κατεδίωξαν αυτούς, αλλ' άσμενοι ανεχώρησαν και αυτοί. Κατά θάλασσαν λοιπόν οι βάρβαροι εθεώρουν εαυτούς ηττημένους· κατά ξηρά όμως δεν είχον αμφιβολίαν ότι ο Μαρδόνιος ήθελεν υπερισχύσει κατά πολύ. Μένοντες δε εις την Σάμον, αφ' ενός μεν εβουλεύοντο, ίσως δυνηθώσι να βλάψωσι τους πολεμίους, αφ' ετέρου δε επρόσεχον να μάθωσι ποίαν έκβασιν θα λάβη η εκστρατεία του Μαρδονίου.

131. Η επάνοδος του έαρος και η εις την Θεσσαλίαν παρουσία του Μαρδονίου ήγειρον πάλιν τους Έλληνας. Και ο μεν πεζός στρατός δεν είχεν εισέτι συναθροισθή, ο δε στόλος ήλθεν εις την Αίγιναν, πλοία εκατόν δέκα τον αριθμόν. Στρατηγός και ναύαρχος ήτο ο Λεωτυχίδης του Μενάρεως, του Αγησιλάου, του Ιπποκρατίδου, του Λεωτυχίδου, του Αναξιλάου, του Αρχιδάμου, του Αναξανδρίδου, του Θεοπόμπου, του Νικάνδρου, του Χαρίλλου, του Ευνόμου, του Πολυδέκτους, του Πρυτάνεως, του Ευρυφώντος, του Προκλέους, του Αριστοδήμου, του Αριστομάχου, του Κλεοδαίου, του Ύλλου, του Ηρακλέους ων εκ της άλλης βασιλικής οικογενείας. Όλοι ούτοι τους οποίους απηρίθμησα υπήρξαν βασιλείς της Σπάρτης, πλην των δύο πρώτων μετά τον Λεωτυχίδην. Των δε Αθηναίων εστρατήγει ο Ξάνθιππος του Αρίφρονος.

132. Αφού έφθασαν όλα τα πλοία εις την Αίγιναν, ήλθον πρέσβεις των Ιώνων εις το στρατόπεδον των Ελλήνων. Ούτοι, μεταξύ των οποίων ήτο και ο Ηρόδοτος του Βασιλείδου, ολίγον πρότερον μεταβάντες εις την Σπάρτην παρεκάλουν τους Λακεδαιμονίους να ελευθερώσωσι την Ιωνίαν. Κατ' αρχάς ήσαν επτά και είχον συνομόσει να φονεύσωσι τον Στράττιν, τύραννον της Χίου· επειδή όμως είς των συνωμοτών απεκάλυψε την συνωμοσίαν, οι άλλοι έξ έφυγον εκ της Χίου και ήλθον πρώτον εις την Σπάρτην και έπειτα εις την Αίγιναν, παρακαλούντες τους Έλληνας να πλεύσωσιν εις την Ιωνίαν. Μόλις όμως τους έπεισαν να έλθωσι μέχρι της Δήλου· καθότι εφοβούντο να προχωρήσωσι περισσότερον οι Έλληνες, μη γνωρίζοντες καλώς τα μέρη και νομίζοντες ότι όλα ήσαν πλήρη στρατευμάτων· η δε Σάμος ενομίζετο ότι απείχεν όσον αι Ηράκλειαι στήλαι. Συνέπιπτε δε ώστε οι μεν βάρβαροι καταφοβημένοι να μη τολμώσι να πλεύσωσι προς δυσμάς ανωτέρω της Σάμου, οι δε Έλληνες προς ανατολάς κατωτέρω της Δήλου, με όλας τας παρακλήσεις των Χίων. Τοιουτοτρόπως ο φόβος εφύλαττε το μεταξύ αυτών διάστημα.

133. Οι μεν Έλληνες λοιπόν έπλεον εις την Δήλον, ο δε Μαρδόνιος διεχείμαζεν ακόμη εις την Θεσσαλίαν. Πριν δε κινήση εκείθεν έπεμψεν εις τα χρηστήρια άνδρα τινά, Ευρωπέα το γένος, ου το όνομα ήτο Μυς, παραγγείλας αυτώ να μεταβή και ζητήση χρησμούς από όλα τα μαντεία όσα ηδύνατο να συμβουλευθή. Τι θέλων να μάθη από τα χρηστήρια έδιδε τας διαταγάς ταύτας, αγνοώ, καθότι δεν αναφέρεται· νομίζω όμως ότι έπεμψε να ερωτήση περί των παρόντων πραγμάτων και ουχί περί άλλου τινός.

134. Ούτος ο Μυς είναι γνωστόν ότι ήλθε και εις Λεβάδειαν και έπεισε διά χρημάτων άνδρα τινά επιχώριον να καταβή εις το άντρον του Τροφωνίου· ήλθε και εις το χρηστήριον το εις τας Άβας των Φωκέων, και προσέτι εις τας Θήβας όπου άμα έφθασε πρώτον μεν εζήτησε χρησμόν παρά του Ισμηνίου Απόλλωνος (λαμβάνουσι δε εκεί χρησμούς, ως και εις την Ολυμπίαν, διά του καπνού των θυμάτων·) έπειτα δε έπεισε διά χρημάτων ξένον τινά και όχι Θηβαίον και τον εκοίμισεν εις τον ναόν του Αμφιαράου· καθότι εις ουδένα Θηβαίον είναι επιτετραμμένον να ζητήση εκεί χρησμόν, διά την εξής αιτίαν. Ο Αμφιάραος χρησμοδοτών ηρώτησεν αυτούς τι εκ των δύο ήθελον να εκλέξωσιν, ως μάντιν να τον έχωσιν ή ως σύμμαχον, παραιτούμενοι των μαντειών· εκείνοι δε επροτίμησαν να τον έχωσι σύμμαχον. Και τούτου ένεκα δεν είναι επιτετραμμένον εις κανένα Θηβαίον να κοιμηθή εις τον ναόν του.

135. Οι Θηβαίοι αναφέρουσι γεγονός το οποίον εις εμέ φαίνεται καταπληκτικώτατον. Ο Ευρωπεύς ούτος Μυς, περιερχόμενος όλα τα χρηστήρια, έφθασεν εις το τέμενος του Πτώου Απόλλωνος. Τούτο δε το ιερόν, καλούμενον Πτώον, είναι των Θηβαίων και κείται υπέρ την Κωπαΐδα λίμνην, παρά τους πρόποδας όρους και πλησίον της πόλεως Ακραιφίας. Εις τούτο το ιερόν ότε εισήλθεν ο καλούμενος Μυς, τον ηκολούθουν τρεις άνδρες εκλεχθέντες από του κοινού διά να γράψωσιν ό,τι έμελλε να χρησμοδοτήση ο θεός. Αίφνης όμως ο πρόμαντις απήγγειλε χρησμούς εις γλώσσαν βαρβαρικήν. Και οι μεν ακολουθούντες Θηβαίοι ήσαν εις απορίαν ακούοντες γλώσσαν βάρβαρον αντί Ελληνικής, και δεν ήξευρον τι να πράξωσιν· ο δε Ευρωπεύς Μυς, αρπάσας από τας χείρας αυτών την πινακίδα την οποίαν εκράτουν, έγραψεν εις αυτήν τα λεγόμενα υπό του προφήτου, ειπών ότι η γλώσσα εκείνη ήτο Καρική. Γράψας δε όλα ανεχώρησε και επέστρεψεν εις την Θεσσαλίαν.

136. Ο δε Μαρδόνιος, αφού ανέγνωσε τους διαφόρους χρησμούς, έπεμψε μετά ταύτα εις τας Αθήνας κήρυκα, τον Μακεδόνα Αλέξανδρον του Αμύντου. Έπεμψε δε τον Αμύνταν άμα μεν διά τους συγγενικούς δεσμούς τους οποίους είχεν ούτος μετά των Περσών (καθότι την αδελφήν του Αλεξάνδρου Γυγαίαν, θυγατέρα δε του Αμύντου, είχε λάβει γυναίκα ο Πέρσης Βουβάρης, και εκ ταύτης εγεννήθη ο εν τη Ασία Αμύντας, όστις είχε το όνομα του προς μητρός πάππου του και όστις έλαβε παρά του βασιλέως την μεγάλην πόλιν της Φρυγίας Αλάβανδα διά να την νέμεται), άμα δε διότι ήξευρεν ότι ούτος ήτο πρόξενος και ευεργέτης των Αθηναίων. Ήλπιζε δε πολύ να προσελκύση δι' αυτού τους Αθηναίους, περί των οποίων ήκουεν ότι ήτο λαός πολυάριθμος και ισχυρός προσέτι δε ήξευρεν ότι όσα κακά τοις συνέβησαν κατά θάλασσαν, οι Αθηναίοι υπέρ πάντας τους άλλους τα επροξένησαν. Όθεν εάν ούτοι ηνούντο μετ' αυτού, μεγάλας είχεν ελπίδας ότι ευκόλως ήθελε θαλασσοκρατήσει, όπερ και ήτο δυνατόν. Εις την ξηράν δε ενόμιζεν ότι αι δυνάμεις του ήταν πολύ ανώτεραι των ελληνικών. Ίσως δε και οι χρησμοί τούτο τω προείπον, συμβουλεύοντες να κάμη τους Αθηναίους συμμάχους, και ες τούτο πειθόμενος έπεμψε κήρυκα.

137. Του δε Αλεξάνδρου τούτου ο έβδομος πρόγονος ήτο ο Περδίκκας όστις έλαβε την τυραννίδα των Μακεδόνων κατά τον ακόλουθον τρόπον. Τρεις αδελφοί εκ των απογόνων του Τημένου, Γαυάνης, Αέροπος και Περδίκκας, έφυγον εξ Άργους και ήλθον εις τους Ιλλυριούς. Εκ δε των Ιλλυριών, διελθόντες διά των ορέων εις την άνω Μακεδονίαν έφθασαν εις την πόλιν Λεβαίαν, και εκεί ειργάζοντο επί μισθώ παρά τω βασιλεί, ο μεν νέμων ίππους, ο δε βόας, ο δε νεώτατος αυτών Περδίκκας μικρά ζώα. Κατά τους αρχαίους τούτους χρόνους, ου μόνον ο λαός, αλλά και οι βασιλείς ήσαν πτωχοί, η δε γυνή του βασιλέως αυτή κατεσκεύαζε τους άρτους. Οσάκις δε εψήνετο ο άρτος του μισθωτού παιδός, πάντοτε εγίνετο διπλάσιος παρ' ό,τι ήτο· και επειδή πάντοτε συνέβαινε το αυτό, η γυνή διηγήθη το πράγμα εις τον άνδρα της. Ούτος δε ακούσας ενόησεν αμέσως ότι ήτο θαύμα και ότι προεμήνυε μέγα τι συμβησόμενον· όθεν προσκαλέσας τους μισθωτούς είπεν εις αυτούς να αναχωρήσωσιν εκ της χώρας του. Εκείνοι δε απεκρίθησαν ότι τοις ωφείλετο μισθός και ότι άμα ελάμβανον αυτόν θα ανεχώρουν. Τότε ο βασιλεύς ακούσας περί του μισθού, ως να τον εμώρανε θεός τις, είπε προς αυτούς· «Μισθόν πρέποντα εις υμάς τούτον σας δίδω», και έδειξε τον ήλιον όστις έτυχε να εισέρχεται εις την οικίαν εκ της καπνοδόχης. Και οι μεν πρεσβύτεροι αδελφοί Γαυάνης και Αέροπος, ακούσαντες ταύτα, ίσταντο απορούντες· ο δε νεώτατος, όστις έτυχε να έχη μάχαιραν, είπε ταύτα· «Δεχόμεθα, ω βασιλεύ, αυτά τα οποία δίδεις·» και περιέγραψε διά της μαχαίρας επί του εδάφους της οικίας το υπό του ηλίου φωτιζόμενον διάστημα. Αφού δε περιέγραψεν αυτό, έλαβε τρεις φοράς από τον ήλιον και έθεσεν εις τον κόλπον του· έπειτα εξήλθε της οικίας μετά των αδελφών του. Τοιουτοτρόπως αυτοί μεν ανεχώρησαν.

138. Είς δε των παρόντων εξήγησεν εις τον βασιλέα τι εσήμαινεν εκείνο το οποίον έκαμεν ο παις, ειπών ότι ο νεώτατος των αδελφών δεν εδέχθη ασκόπως ό,τι τοις εδόθη. Ακούσας ταύτα ο βασιλεύς και ταραχθείς, έπεμψε κατόπιν των ιππείς διά να τους θανατώσωσιν. Υπάρχει δε εις την χώραν ταύτην ποταμός εις τον οποίον ως εις σωτήρα θυσιάζουσιν οι απόγονοι των Αργείων τούτων· καθότι ο ποταμός ούτος, αφού διέβησαν οι Τημενίδαι, κατέβη τόσον ορμητικός, ώστε οι ιππείς δεν ηδυνήθησαν να τον διαβώσι και αυτοί. Οι Τημενίδαι λοιπόν, φθάσαντες εις άλλην γην της Μακεδονίας, κατώκησαν πλησίον των κήπων οίτινες λέγονται ότι είναι του Μίδου, υιού του Γορδίου. Εις τούτους τους κήπους φύονται ρόδα αυτόματα, ων έκαστον έχει εξήκοντα φύλλα, και υπερβαίνουσι κατά την ευωδίαν όλα τα άλλα ρόδα. Εις τούτους επίσης τους κήπους συνέλαβαν τον Σιληνόν, ως λέγουσιν οι Μακεδόνες. Ανωτέρω τούτων των κήπων υπάρχει όρος, Βέρμιον καλούμενον, άβατον ένεκα του εκεί επικρατούντος αδιακόπου χειμώνος. Οι τρεις αδελφοί γενόμενοι κύριοι του μέρους τούτον, ωρμώντο εκείθεν και καθυπέτασσον την άλλην Μακεδονίαν.

139. Εκ τούτου του Περδίκκου κατήγετο ο Αλέξανδρος. Ο Αλέξανδρος ήτο υιός του Αμύντου, ο Αμύντας υιός του Αλκέτα, ο Αλκέτας είχε πατέρα τον Αέροπον, ο Αέροπος τον Φίλιππον, ο Φίλιππος τον Αργαίον και ο Αργαίος τον Περδίκκαν όστις πρώτος εκτήσατο την αρχήν. Τοιαύτη ήτο η γενεαλογία του Αλεξάνδρου, υιού του Αμύντου.

140. Ότε δε έφθασεν εις τας Αθήνας, πεμφθείς υπό του Μαρδονίου, είπε τα εξής· 1. «Άνδρες Αθηναίοι, ο Μαρδόνιος τάδε λέγει· Με ήλθεν αγγελία από τον βασιλέα λέγουσα ούτω. Συγχωρώ τους Αθηναίους δι' όσα μοι έπταισαν, και πράξον, Μαρδόνιε, τα εξής. Πρώτον απόδος την γην των, δεύτερον όντες αυτόνομοι ας εκλέξωσιν εκτός αυτής και άλλην γην, οίαν θέλουσι· προσέτι ανοικοδόμησον τα ιερά των όσα εγώ έκαυσα, αν θέλωσι να συνθηκολογήσωσι με εμέ. Επειδή τοιαύται με ήλθον διαταγαί, λέγει ο Μαρδόνιος, είναι ανάγκη να τας εκτελέσω, εάν εκ μέρους σας δεν εύρω αντίστασιν. Σας λέγω δε οίκοθεν τούτο· διατί μαίνεσθε πολεμούντες εναντίον του βασιλέως, αφού ούτε να υπερισχύσετε θα δυνηθήτε ούτε να ανθέξετε είσθε ικανοί; Είδατε το πλήθος των στρατευμάτων του Ξέρξου και τι έπραξεν· ηξεύρετε πόσας δυνάμεις έχω ακόμη περί εμέ. Εάν υπερισχύσετε και μας νικήσετε, το οποίον δεν πρέπει να ελπίζετε εάν σκέπτεσθε ορθώς, πάλιν θα έλθη άλλος στρατός πολλαπλάσιος. Μη θέλετε λοιπόν, ζητούντες να εξισωθήτε με τον βασιλέα, να στερηθήτε της χώρας σας και να διακινδυνεύετε πάντοτε την ύπαρξίν σας, αλλά παύσατε τον πόλεμον· Τώρα είναι καιρός να παύσετε αυτόν εντίμως, καθότι πρώτος ο βασιλεύς προτείνει τούτο. Έστε ελεύθεροι, ποιούντες συμμαχίαν μεθ' ημών άνευ δόλου και απάτης.» 2. Ταύτα με διέταξεν ο Μαρδόνιος, ω Αθηναίοι, να είπω προς υμάς. Εγώ δε περί μεν της προς υμάς ευνοίας μου ουδέν λέγω, διότι δεν θα την μάθετε τώρα κατά πρώτον. Σας παρακαλώ δε εκ μέρους μου να ενδώσετε εις τον Μαρδόνιον, καθότι προβλέπω ότι δεν θα δυνηθήτε να πολεμήτε πάντοτε τον Ξέρξην. Εάν έβλεπα ότι έχετε τοιαύτην δύναμιν, δεν θα ηρχόμην ποτέ θα σας είπω τούτους τους λόγους. Σκεφθήτε ότι η δύναμις του βασιλέως είναι υπέρ άνθρωπον και ότι η χειρ του εκτείνεται μακράν. Εάν δεν δεχθήτε τον συμβιβασμόν αμέσως τώρα, ότε αι Πέρσαι σας υπόσχονται μεγάλα και είναι πρόθυμοι να συμβιβασθώσι με τοιούτους όρους, φοβούμαι δι υμάς οίτινες είσθε εις τον δρόμον πλειότερον των άλλων συμμάχων και πάντοτε καταστρέφεσθε μόνοι, καθότι η γη σας είναι κατ' εξοχήν το μεταίχμιον του πολέμου. Όθεν πεισθήτε· δεν είναι αρκούσα δόξα δι' υμάς ότι ο βασιλεύς εις υμάς μόνους εξ όλων των Ελλήνων συγχωρεί τα αμαρτήματά σας και θέλει να γίνη φίλος σας;» Ο μεν Αλέξανδρος ταύτα είπεν.

141. Οι δε Λακεδαιμόνιοι μαθόντες ότι ο Αλέξανδρος μετέβη εις τας Αθήνας διά να συμβιβάση τους Αθηναίους με τους βαρβάρους, ανεμνήσθησαν του χρησμού κατά τον οποίον αυτοί και οι άλλοι Δωριείς έμελλον να διωχθώσιν εκ της Πελοποννήσου υπό των Μήδων και των Αθηναίων· φοβούμενοι λοιπόν μήπως οι Αθηναίοι συμφωνήσωσι με τον Πέρσην, απεφάσισαν να πέμψωσιν αμέσως πρέσβεις εις τας Αθήνας. Συνέπεσε δε να παρουσιασθώσιν οι πρέσβεις ούτοι εις τον δήμον συγχρόνως με τον Αλέξανδρον, καθότι οι Αθηναίοι ηργοπόρουν και επερίμενον, όντες βέβαιοι ότι οι Λακεδαιμόνιοι θα μάθωσιν, ότι απεσταλμένος επέμφθη παρά των βαρβάρων εις τας Αθήνας προς συμβιβασμόν, και ότι μανθάνοντες τούτο θα σπεύσωσι να πέμψωσι και αυτοί πρέσβεις. Επίτηδες λοιπόν έκαμνον τούτο, θέλοντες να δείξωσι την γνώμην των εις τους Λακεδαιμονίους.

142. Αφού δε έπαυσε λέγων ο Αλέξανδρος, διεδέχθησαν αυτόν οι εκ της Σπάρτης ελθόντες πρέσβεις και είπον τα εξής· «Εμάς δε έπεμψαν οι Λακεδαιμόνιοι διά να σας παρακαλέσωμεν, μήτε νεωτερισμόν τινα να κάμετε εις την Ελλάδα, μήτε να δεχθήτε τους λόγους του βαρβάρου, διότι τούτο δεν είναι δίκαιον κατ' ουδένα τρόπον· ουδείς Έλλην θα το έπραττεν άνευ ατιμίας, και πολύ ολιγώτερον υμείς διά πολλάς αιτίας. Υμείς υπεκινήσητε τον πόλεμον τούτον χωρίς να θέλωμεν ημείς, και ο αγών ήτο πρώτον διά την χώραν σας· τώρα δε εγένετο κοινός δι' όλην την Ελλάδα. Έπειτα, ότε τα πράγματα ήλθον εις αυτήν την κατάστασιν, σεις οι Αθηναίοι να γίνετε αίτιοι της δουλείας των Ελλήνων, τούτο θα ήτο ανυπόφορον· σεις οίτινες πάντοτε και εκ παλαιών χρόνων εφάνητε ελευθερωταί πολλών λαών. Λυπούμεθα δι' όσα δεινά σας πιέζουσι· καθότι επί δύο έτη εστερήθητε των καρπών σας και αι οικίαι σας είναι κατεστραμμέναι. Διά να σας αποζημιώσωσιν όμως οι Λακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοι σας υπόσχονται, εφ' όσον διαρκέση ο πόλεμος ούτος, να τρέφωσι τας γυναίκας σας και όσους άλλους οικέτας έχετε μη δυναμένους να σας ήναι χρήσιμοι εις τον πόλεμον. Ας μη σας μεταπείση ο Μακεδών Αλέξανδρος λεαίνων τους λόγους του Μαρδονίου. Ούτος πράττει ό,τι οφείλει να πράξη, καθότι τύραννος ων συμπράττει με τύραννον. Υμείς όμως δεν πρέπει να μιμηθήτε το παράδειγμά του, εάν φρονήτε ορθώς, ηξεύροντες ότι παρά τοις βαρβάροις ούτε πίστις υπάρχει, ούτε αλήθεια.» Ταύτα είπον οι πρέσβεις.

143. Οι δε Αθηναίοι προς μεν τον Αλέξανδρον απεκρίθησαν τα εξής· «Και ημείς ηξεύρομεν ότι η δύναμις του Μήδου είναι ανωτέρα της ιδικής μας, ώστε είναι περιττόν να μας ονειδίζης διά την έλλειψίν μας ταύτην Αλλ' όμως αγαπώντες πολύ την ελευθερίαν θα υπερασπίσωμεν αυτήν όπως αν δυνηθώμεν. Μη πειράσαι λοιπόν να μας συμβιβάσης με τον βάρβαρον, διότι δεν θα πεισθώμεν. Ύπαγε τώρα και ειπέ εις τον Μαρδόνιον ότι οι Αθηναίοι λέγουσιν, ενόσω ο ήλιος ακολουθεί την αυτήν οδόν την οποίαν πορεύεται σήμερον, ποτέ δεν θα συμβιβασθώμεν με τον Ξέρξην, αλλ' έχοντες τας ελπίδας μας εις την συμμαχίαν των θεών και των ηρώων, των οποίων εκείνος ασεβώς ενέπρησε τους ναούς και τα αγάλματα, θα τον πολεμήσωμεν εκδικούμενοι. Συ δε πρόσεξον μη εμφανισθής άλλοτε ενώπιον ημών με τοιαύτας προτάσεις, και υπό το φαινόμενον ότι μας προσφέρεις εκδούλευσιν, μη μας συμβουλεύσης να πράξωμεν έργα παράνομα· καθότι δεν θέλομεν να πάθης τι δυσάρεστον υπό των Αθηναίων, πρόξενος ων και φίλος αυτών.»

144. Προς μεν τον Αλέξανδρον ταύτα απεκρίθησαν, προς δε τους εκ Σπάρτης πρέσβεις είπον τα εξής· «Το να φοβώνται οι Λακεδαιμόνιοι μήπως συμβιβασθώμεν με τον βάρβαρον, τούτο έγκειται εις την ανθρωπίνην φύσιν· εφάνητε όμως πολύ μικροπρεπείς φοβηθέντες τόσον, καθότι ηξεύρετε καλώς το φρόνημα των Αθηναίων, ότι ούτε χρυσός τοσούτος υπάρχει ουδαμού της γης, ούτε χώρα τόσον ωραία και τόσον εύφορος, των οποίων η προσφορά να μας πείση να μηδίσωμεν και να συνεργασθώμεν εις την υποδούλωσιν της Ελλάδος. Είναι πολλά και μεγάλα τα αίτια τα οποία, και αν θελήσωμεν, πάλιν μας εμποδίζουσι να πράξωμεν τούτο. Πρώτον μεν και μέγιστον τα αγάλματα και τα οικήματα των θεών εμπεπρησμένα και συγκεχωσμένα, τα οποία καθήκον έχομεν να εκδικήσωμεν μάλλον ή να συμμαχήσωμεν με τον πράξαντα τας καταστροφάς ταύτας· δεύτερον δε οι Έλληνες όλοι έχουσι το αυτό αίμα, την αυτήν γλώσσαν τα ιδρύματα των θεών είναι κοινά εις αυτούς, ομοίως και αι θυσίαι, και τα ήθη ομοιότροπα· τούτων προδόται να γίνωσιν οι Αθηναίοι, δεν είναι ορθόν. Μάθετε λοιπόν τούτο, εάν πρότερον δεν το ηξεύρατε, ότι ενόσω και είς των Αθηναίων μένη ζων, ουδεμία συνθηκολογία θα υπάρξη μεταξύ Αθηνών και Ξέρξου. Επαινούμεν πολύ την φροντίδα σας διά την καταστροφήν των υπαρχόντων μας και την απόφασιν ην σας ενέπνευσεν αύτη να θέλετε να θρέψετε τας οικογενείας μας. Εκ μέρους σας η χάρις είναι τελεία· ημείς όμως απεφασίσαμεν να μείνωμεν ως έχομεν και να μη γίνωμεν βάρος εις υμάς. Τώρα δε, ούτως εχόντων των πραγμάτων, εκπέμψατε όσον τάχιστα στρατόν, καθότι ως εικάζομεν, όχι μετά πολύ, αλλ' άμα λάβη την είδησιν ότι απορρίπτομεν τας προτάσεις του, ο βάρβαρος θα εισβάλη εις την χώραν μας. Πριν λοιπόν εκείνος εισέλθη εις την Αττικήν, πρέπει ημείς να εκστρατεύσωμεν εις την Βοιωτίαν.» Μετά την απόκρισιν ταύτην των Αθηναίων, οι πρέσβεις επέστρεψαν εις την Σπάρτην.

ΒΙΒΛΙΟΝ ΕΝΝΑΤΟΝ

ΚΑΛΛΙΟΠΗ

1. Ο δε Μαρδόνιος, αφού ο Αλεξάνδρος επιστρέψας τω ανεκοίνωσε τας αποκρίσεις των Αθηναίων, κινήσας εκ της Θεσσαλίας έφερε μετά σπουδής τον στρατόν κατά των Αθηνών, παραλαμβάνων εξ όλων των μερών δι' ων διήρχετο πάντας τους δυναμένους να φέρωσιν όπλα. Οι δε στρατηγοί των Θεσσαλών ου μόνον δεν μετενόησαν διά τας προλαβούσας πράξεις των, αλλά πολύ περισσότερον εξώτρυνον τον Πέρσην· και ο Θώραξ ο Λαρισσαίος ου μόνον συμπροέπεμψε τον Ξέρξην φεύγοντα, αλλά και τότε αναφανδόν ευκόλυνε την είσοδον του Μαρδονίου εις την Ελλάδα.

2. Αφού δε πορευόμενος ο στρατός έφθασεν εις την Βοιωτίαν, οι Θηβαίοι προσεπάθησαν να κρατήσωσι τον Μαρδόνιον εκεί και τον συνεβούλευσαν να στήση το στρατόπεδόν του εις την χώραν των, αρμοδιωτάτην προς τούτο κατ' αυτούς. «Μη προχωρής περισσότερον, τω είπον, και πράξον ούτως ώστε εντεύθεν, χωρίς να πολεμήσης, υποτάξης όλην την Ελλάδα. Σκέφθητι ότι εάν οι Έλληνες ήναι ηνωμένοι ως ήσαν και πρότερον, θα ήναι δύσκολον να τους νικήσωσιν, έστω και αν όλοι οι άνθρωποι έλθωσιν εναντίον των. Εάν δε παραδεχθής το σχέδιον το οποίον θα σε συμβουλεύσωμεν, απόνως θα γίνης κύριος όλων των αποφάσεών των. Πέμψον χρήματα εις τους μάλλον ισχυρούς των πόλεων, και διά των δώρων τούτων θα διαιρέσης την Ελλάδα. Έπειτα δε με τους ομοφρονούντας σου, ευκόλως θα καταστρέψης τους αντιφρονούντας.»

3. Οι μεν Θηβαίοι ταύτα συνεβουλεύον· αλλ' ο Μαρδόνιος δεν επείθετο και είχε μεγάλην επιθυμίαν να κυριεύση τας Αθήνας εκ δευτέρου, άμα μεν υπό αφροσύνης, άμα δε ίνα διά πυρσών από νήσου εις νήσον αναπτομένων αναγγείλη εις τον βασιλέα όντα έτι εις τας Σάρδεις ότι έχει τας Αθήνας. Ελθών όμως εις την Αττικήν, ούτε τότε δεν εύρε τους Αθηναίους· αλλ έμαθεν ότι οι πλειότεροι ήσαν εις την Σαλαμίνα και εις τα πλοία, και εκυρίευσε την πόλιν έρημον. Από της πρώτης δε υπό του βασιλέως αλώσεως μέχρι της δευτέρας της υπό του Μαρδονίου γενομένης παρήλθον μήνες δέκα.

4. Αφού δε έφθασεν εις τας Αθήνας ο Μαρδόνιος, έπεμψεν εις την Σαλαμίνα τον Ελλησπόντιον Μουρυχίδην, φέροντα τους αυτούς λόγους τους οποίους και ο Μακεδών Αλέξανδρος διεπόρθμευσεν εις τους Αθηναίους. Τους εμήνυσε δε ταύτα εκ δευτέρου ο Μαρδόνιος ουχί διότι έλαβε φιλικάς αποκρίσεις την πρώτην φοράν, αλλά διότι ήλπιζεν ότι ήθελε μετριασθή το πείσμα των, αφού έβλεπον ότι όλη η Αττική ήτο πλέον δορυάλωτος και υπό την εξουσίαν του. Τούτων ένεκα έπεμψε τον Μουρυχίδην εις την Σαλαμίνα.

5. Ούτος δε παρουσιασθείς εις το συμβούλιον είπε τα παρά του Μαρδονίου εντεταλμένα, και ο Λυκίδης, των του συμβουλίου, έδωσε γνώμην ότι ενόμιζε συμφέρον να δεχθώσι τας προτάσεις τας οποίας έφερεν ο Ελλησπόντιος και να τας αναφέρωσιν εις τον δήμον. Ο μεν Λυκίδης ταύτην την γνώμην απεφάνθη, είτε δεχθείς χρήματα από τον Μαρδόνιον, είτε ευρίσκων τωόντι τούτο καλόν. Οι δε Αθηναίοι, και οι εν τω συμβουλίω και οι έξωθεν ελθόντες, άμα το ήκουσαν τοσούτον ωργίσθησαν ώστε περικυκλώσαντες τον Λυκίδην τον εφόνευσαν με λίθους· τον δε Ελλησπόντιον Μουρυχίδην απέπεμψαν αβλαβή. Θορύβου δε γενομένου εις την Σαλαμίνα περί του Λυκίδου, έμαθον το πράγμα αι γυναίκες των Αθηναίων και παροτρύνουσαι η μία την άλλην όρμησαν αυθορμήτως εις την οικίαν του Λυκίδου και κατελιθοβόλησαν την γυναίκα του και τα τέκνα του.