Part 2
30. Και οι μεν Πάριοι ούτως εσυμβίβασαν τους Μιλησίους· εκ τούτων δε των πόλεων τας οποίας ανέφερα ήρχισαν αι συμφοραί να επεκτείνονται ως εξής. Άνδρες τινές της Νάξου εξωρίσθησαν υπό του δήμου και κατέφυγον εις την Μίλητον· επίτροπος τότε της Μιλήτου ήτο ο υιός του Μολπαγόρου Αρισταγόρας, γαμβρός και συγγενής του Ιστιαίου του Λυσαγόρου, τον οποίον ο Δαρείος εκράτει εις τα Σούσα, διότι ο Ιστιαίος ήτο τύραννος της Μιλήτου, και καθ' ον χρόνον οι άλλοτε φίλοι του Νάξιοι ήλθον εις Μίλητον, αυτός ευρίσκετο εις τα Σούσα. Ελθόντες λοιπόν οι Νάξιοι εις την Μίλητον εζήτησαν παρά του Αρισταγόρου εάν ηδύνατο να τους βοηθήση διά να καταβώσιν εις την πατρίδα των. Αυτός δε εννοήσας ότι εάν καταβώσιν εις την πόλιν διά της συνδρομής του θα εγίνετο κύριος της Νάξου, έλαβεν ως πρόφασιν τους δεσμούς της φιλοξενίας οίτινες συνέδεον αυτούς μετά του Ιστιαίου και τοις είπε τα εξής· «Εγώ μεν δεν είμαι τόσον ισχυρός ώστε να σας δώσω δυνάμεις διά να καταβήτε εις την πατρίδας σας άνευ της θελήσεως των εχόντων την εξουσίαν Ναξίων, διότι ακούω ότι έχουσιν οκτακισχιλίους ασπιδοφόρους και μακρά πλοία πολλά· θα καταβάλω όμως πάσαν προσπάθειαν διά να κατορθώσω τούτο. Ιδού λοιπόν τι στοχάζομαι. Έχω φίλον τον Αρταφέρνην· ο Αρταφέρνης δε ούτος είναι υιός του Υστάσπους και αδελφός του βασιλέως Δαρείου· αυτός άρχει όλων των παραθαλασσίων δυνάμεων της Ασίας και έχει στρατόν πολύν και πλοία πολλά. Νομίζω λοιπόν ότι αυτός δύναται να πράξη ό,τι ζητήσωμεν.» Ακούσαντες ταύτα οι Νάξιοι παρεκάλεσαν τον Αρισταγόραν να πράξη παν ό,τι ενόμιζε συμφερότερον και τον επεφόρτισαν να υποσχεθή δώρα και να είπη ότι αυτοί αναδέχονται όλα τα έξοδα της εκστρατείας, ελπίζοντες ότι άμα φανώσιν εις την Νάξον, ου μόνον οι Νάξιοι ήθελον πράξει όσα ζητήσωσιν, αλλά και οι άλλοι νησιώται, διότι εκ των Κυκλάδων τούτων νήσων καμμία ακόμη δεν είχεν υποταγή εις τον Δαρείον.
31. Φθάσας δε ο Αρισταγόρας εις τας Σάρδεις είπεν εις τον Αρταφέρνην ότι η Νάξος ήτο νήσος ουχί μεγάλη κατά το μέγεθος, κατά τα άλλα όμως ωραία, καρποφόρος και γείτων της Ιωνίας, και ότι εκεί ήσαν πολλά πλούτη και ανδράποδα. «Συ λοιπόν στράτευσον κατ' αυτής της χώρας και καταβίβασον εις αυτήν τους φυγάδας. Εάν πράξης τούτο, αφ' ενός μεν εγώ σε υπόσχομαι πολλά χρήματα πλην των εξόδων της εκστρατείας, διότι είναι δίκαιον να υποβληθώμεν εις τα έξοδα ταύτα ημείς οίτινες σε παρακινούμεν εις τον πόλεμον τούτον αφ' ετέρου δε θα υποτάξης εις τον βασιλέα την νήσον ταύτην Νάξον και τας άλλας νήσους τας παρ' αυτής εξαρτωμένας, την Πάρον, την Άνδρον και τας άλλας τας καλουμένας Κυκλάδας. Εκείθεν δε ορμώμενος θα επιτεθής ευχερώς εναντίον της Ευβοίας, νήσου μεγάλης και πλουσίας, ουχί μικροτέρας της Κύπρου, και θα δυνηθής ευκόλως να την κυριεύσης. Αρκούσιν εκατόν πλοία διά να υποτάξωμεν όλας ταύτας τας νήσους.» Ο δε Αρταφέρνης απεκρίθη τα εξής· «Συ δεικνύεις ωφέλιμα πράγματα εις τον οίκον του Δαρείου, αι δε συμβουλαί σου είναι κάλλισται, πλην του αριθμού των πλοίων. Αντί λοιπόν εκατόν, θα σοι ετοιμασθώσι διακόσια κατά το προσεχές έαρ. Απαιτείται όμως εις όλα ταύτα και η συγκατάθεσις του βασιλέως.»
32. Ταύτα ακούσας ο Αρισταγόρας, επέστρεψε περιχαρής εις την Μίλητον· ο δε Αρταφέρνης έπεμψεν απεσταλμένον εις τα Σούσα και υπέβαλε την πρότασιν του Αρισταγόρου εις τον Δαρείον. Επιδοκιμάσαντος δε του βασιλέως τα σχέδια ταύτα, ητοίμασε διακοσίας τριήρεις και συνήθροισε πλήθος Περσών και συμμάχων. Τούτων στρατηγόν κατέστησε τον Μεγαβάτην, ένα των Αχεμαινιδών και συγγενή του Δαρείου και ιδικόν του, του οποίου την θυγατέρα, εάν ήναι αληθές το λεγόμενον, εμνηστεύθη μετά ταύτα ο Λακεδαιμόνιος Παυσανίας, υιός του Κλεομβρότου, επιθυμήσας να γίνη τύραννος της Ελλάδος. Καταστήσας δε τον Μεγαβάτην στρατηγόν ο Αρταφέρνης, έπεμψε τον στρατόν εις τον Αρισταγόραν.
33. Παραλαβών δε ο Μεγαβάτης εκ της Μιλήτου τον Αρισταγόραν, τον Ιωνικόν στρατόν και τους Ναξίους, έπλευσε δήθεν εις τον Ελλήσποντον· ότε όμως έφθασεν εις την Χίον, ηγκυροβόλησεν εις τα Καύκασα περιμένων να πνεύση ο βορέας άνεμος όπως πλεύση εις την Νάξον. Επειδή όμως το πεπρωμένον δεν ήθελε να απολεσθώσιν οι Νάξιοι υπ' αυτού του στόλου, συνέβη το εξής· επιθεωρών ο Μεγαβάτης τας φυλακάς των πλοίων, εύρεν άνευ φυλάκων πλοίον Μύνδιον, οργισθείς δε διέταξε τους δορυφόρους του να εύρωσι τον κυβερνήτην τούτου, όστις εκαλείτο Σκύλαξ, και να τον δέσωσι διά μιας οπής των κωπών ούτως ώστε η μεν κεφαλή να ήναι έξω, το δε λοιπόν σώμα έσω. Δεθέντος δε του Σκύλακος έδραμέ τις προς τον Αρισταγόραν και εμήνυσεν αυτώ ότι ο Μεγαβάτης έδεσε τον Μύνδιον ξένον του και τον τιμωρεί. Ο δε Αρισταγόρας ελθών παρεκάλει τον Πέρσην να τον λύση, και επειδή δεν ετύγχανε του ζητουμένου, ήλθεν ο ίδιος και τον έλυσε. Μαθών τούτο ο Μεγαβάτης ωργίσθη υπερβαλλόντως και επέπληξε τον Αρισταγόραν, αλλ' ούτος τω είπε· «Τι σε μέλει περί των πραγμάτων τούτων; δεν σε απέστειλεν ο Αρταφέρνης να υπακούης εις εμέ και να πλέης όπου εγώ σε κελεύσω; διατί λοιπόν αναμιγνύεσαι εις όλα;» Ταύτα είπεν ο Αρισταγόρας, ο δε Μεγαβάτης χολωθείς, άμα εγένετο νυξ, έπεμψεν εις την Νάξον πλοίον με ανθρώπους διά να είπωσιν εις τους Ναξίους τα ενεργούμενα κατ' αυτών.
34. Οι δε Νάξιοι οίτινες πρότερον ουδόλως υπώπτευον ότι ο στόλος εκείνος έμελλε να πλεύση εναντίον των, άμα ήκουσαν τούτο έσπευσαν να φέρωσιν εκ των αγρών εις την πόλιν όλα τα πράγματά των, και επειδή έβλεπον ότι θα πολιορκηθώσιν, ητοιμάσθησαν προμηθευθέντες τροφάς και ποτά. Και αυτοί μεν ητοιμάσθησαν διά τον επικείμενον πόλεμον· οι δε Πέρσαι, περάσαντες τα πλοία εκ της Χίου εις την Νάξον, ήλθον διά να κτυπήσωσι τους Ναξίους· αλλά τους εύρον ησφαλισμένους και τους επολιόρκησαν επί μήνας τέσσαρας. Επειδή δε όλα τα χρήματα όσα είχον μεθ' εαυτών οι Πέρσαι εδαπανήθησαν και αυτός ο Αρισταγόρας εδαπάνησε πολλά, η δε πολιορκία απήτει ακόμη πολλά, τούτου ένεκα οικοδομήσαντες φρούριον διά τους εξορίστους Ναξίους, επέστρεψαν εις την ήπειρον μηδέν κατορθώσαντες.
35. Ο δε Αρισταγόρας μη δυνάμενος να εκπληρώση όσα υπεσχέθη εις τον Αρταφέρνη, πιεζόμενος υπό τη απαιτουμένης δαπάνης της εκστρατείας και φοβούμενος τον στρατόν όστις έπαθε και τον Μεγαβάτην του οποίου επροκάλεσε το μίσος, υπώπτευσεν ότι έμελλον να τον καθαιρέσωσι της κυριαρχίας της Μιλήτου. Φοβούμενος λοιπόν όλα ταύτα, συνέλαβε την ιδέαν να αποστατήση· ενώ δε εσκέπτετο τούτο, ήλθεν εκ των Σούσων, σταλείς από τον Ιστιαίον, άνθρωπος του οποίου η εστιγματισμένη κεφαλή τον εμήνυε να αποστατήση από τον βασιλέα· καθότι ο Ιστιαίος, θέλων να ειδοποιήση τον Αρισταγόραν να αποστατήση και μη δυνάμενος δι' ουδενός άλλου τρόπου να τον ειδοποιήση ασφαλώς, διότι εφυλάσσοντο οι δρόμοι, εξύρισε την κεφαλήν του πιστοτάτου των δούλων του, την έστιξε και περιέμεινε να αναφυώσι πάλιν αι τρίχες. Άμα δε ανεφύησαν, τον έπεμψεν εις την Μίλητον, ουδέν άλλο παραγγείλας εις αυτόν ειμή όταν φθάση εκεί να ειπή εις τον Αρισταγόραν να ξυρίση τας τρίχας του και να παρατηρήση την κεφαλήν. Έλεγον δε τα στίγματα, ως και πρότερον είπον, αποστασίαν. Έπραξε δε τούτο ο Ιστιαίος, δυσφορών διότι εκρατείτο εις τα Σούσα. Εάν απεστάτει η Μίλητος, πολλάς είχεν ελπίδας ότι ο Δαρείος θα τον έστελλεν εις τας παραθαλασσίους επαρχίας· ενόσω όμως ουδέν νέον συνέβαινεν εις την Μίλητον, ουδέποτε επίστευε να επιστρέψη εκεί.
36. Και ο μεν Ιστιαίος ταύτα διανοούμενος έπεμψε τον απεσταλμένον, του οποίου η παρά τω Αρισταγόρα άφιξις συνέπεσε με τα συμβάντα τα οποία διηγήθην, ο δε Αρισταγόρας συνεσκέφθη με τους συστασιώτας του, φανερώσας την ιδίαν του γνώμην και όσα τω εμήνυσεν ο Ιστιαίος. Και οι μεν άλλοι ήσαν σύμφωνοι να αποστατήσωσιν, ο δε Εκαταίος ο ιστορικός κατ' αρχάς μεν απέκρουε την γνώμην να κινήσωσι πόλεμον κατά του βασιλέως των Περσών, απαριθμών όλα τα έθνη εφ' ων ήρχεν ο Δαρείος, και την δύναμιν αυτού· επειδή όμως δεν τους έπειθε, συνεβούλευσεν έπειτα αυτούς να πράξωσιν ούτως ώστε να γίνωσι κύριοι της θαλάσσης. Προς τούτο είπεν έν μόνον μέσον έβλεπε, καθότι ήξευρεν ότι η δύναμις των Μιλησίων ήτο ασθενής. Το μέσον τούτο ήτο να λάβωσιν από το εις Βραγχίδας ιερόν τους θησαυρούς τους οποίους ο Λυδός Κροίσος είχεν αφιερώσει. Ηδύναντο να ελπίζωσιν ότι ήθελον θαλασσοκρατήσει, μεταχειριζόμενοι τους θησαυρούς εκείνους και συγχρόνως αφαιρούντες από τους Πέρσας την πιθανότητα να συλήσωσιν αυτούς. Τα πλούτη δε εκείνα, ως εδήλωσα εν τω πρώτω βιβλίω της ιστορίας μου, ήσαν πολλά. Αλλ' η γνώμη αύτη δεν υπερίσχυσε, και απεφασίσθη μόνον να αποστατήσωσι και να αποστείλωσιν ένα των Μιλησίων εις την Μυούντα όπου ήτο το στρατόπεδον των εκ της Νάξου επιστρεψάντων στρατευμάτων, διά να προσπαθήση να συλλάβη τους εις τα πλοία εκείνα στρατηγούς.
37. Επειδή δε εστάλη προς τούτο ο Ιατραγόρας και συνέλαβε δολίως τον Ολίατον του Ιβανώλιος Μυλασσέα, τον Ιστιαίον του Τύμνου Τερμερέα, τον Κώην του Ερξάνδρου, εις ον ο Δαρείος εδωρήσατο την Μιτυλήνην, τον Αρισταγόραν του Ηρακλείδου Κυμαίον, και άλλους πολλούς, τότε ο Αρισταγόρας απεστάτησεν αναφανδόν πράττων ό,τι ηδύνατο κατά του Δαρείου. Και πρώτον μεν λόγω ότι παραιτείται της τυραννίας, κατέστησεν ισονομίαν εις την Μίλητον· έπειτα δε έπραξε το αυτό και εις την λοιπήν Ιωνίαν, διώκων τους τυράννους και παραδίδων εις τας πόλεις των οποίων ήθελε την φιλίαν εκείνους τους οποίους είχε συλλάβει εις τα κατά της Νάξου πλεύσαντα πλοία. Παρέδιδε δε έκαστον εις την πόλιν εκ της οποίας ήτο.
38. Και τον μεν Κώην, άμα παρέλαβον οι Μιτυληναίοι, τον έσυρον έξω της πόλεως και τον ελιθοβόλησαν, αλλ' οι Κυμαίοι αφήκαν ελεύθερον τον τύραννόν των· τούτους δε μιμούμενοι οι περισσότεροι απέλυσαν τους ιδικούς των. Και αι μεν τυραννίδες εις τας πόλεις κατελύθησαν· ο δε Μιλήσιος Αρισταγόρας, αφού κατήργησεν αυτάς και επρόσταξε να καταστήσωσιν εν εκάστη των πόλεων στρατηγούς, μετέβη έπειτα μετά τριήρους εις την Λακεδαίμονα ως απεσταλμένος, διότι είχεν ανάγκην να εύρη ισχυρόν τινα σύμμαχον.
39. Εις δε την Σπάρτην δεν εβασίλευεν ουδέ έζη πλέον ο Αναξανδρίδης του Λέοντος, αλλ' είχεν αποθάνει, είχε δε την βασιλείαν ο υιός του Αναξανδρίδου, Κλεομένης, ουχί δια τα προτερήματά του αλλά διά το γένος του. Ο Αναξανδρίδης είχε συζευχθή την θυγατέρα της αδελφής του, την οποίαν ηγάπα μεν πολύ, δεν απελάμβανεν όμως τέκνα εξ αυτής. Ούτως έχοντος λοιπόν του πράγματος, οι έφοροι τον εκάλεσαν και τω είπον· «Εάν συ δεν προσέχης εις ό,τι σε αφορά, ημείς όμως δεν πρέπει να αφήσωμεν να εκλείψη η γενεά του Ευρυσθένους. Έχεις γυναίκα· αλλ' επειδή αύτη δεν σοι δίδει παιδία, άφες αυτήν και λάβε άλλην. Τοιαύτα δε πράττων θα ευχαριστήσης τους Σπαρτιάτας.» Ο δε Αναξανδρίδης απεκρίθη ότι δεν θα πράξη μήτε το έν μήτε το άλλο και ότι κακώς τον συνεβούλευον παρακινούντες αυτόν να διώξη την γυναίκα την οποίαν είχε, και ήτις ποτέ δεν έπταισε, και να λάβη άλλην. Τέλος ότι δεν τους ακούει.
40. Προς ταύτα οι έφοροι και οι γέροντες συνεσκέφθησαν και επρότεινον εις τον Αναξανδρίδην τα εξής· «Επειδή σε βλέπομεν προσηλωμένον εις την γυναίκα την οποίαν έχεις, παραδέχθητι τα εξής και μη ανθίστασαι πλέον διά μη σκεφθώσιν εναντίον σου οι Σπαρτιάται διαφορετικόν τι. Δεν σε ζητούμεν πλέον να αποπέμψης την γυναίκα την οποίαν αγαπάς· εξακολούθει αποδίδων αυτή όσα τη αποδίδεις τώρα· λάβε όμως προς αυτήν και άλλην τεκνοποιόν.» Συγκατετέθη εις τούτο ο Αναξανδρίδης και μετά ταύτα έχων δύο γυναίκας, διετήρει δύο οικίας, πράττων ούτω πράγμα ασύνηθες εις τα ήθη τα Σπαρτιατικά.
41. Μετά παρέλευσιν ουχί πολλού χρόνου η δευτέρα αύτη σύζυγος έτεκε τον Κλεομένη τούτον. Ενώ δε αύτη έδιδεν εις τους Σπαρτιάτας μέλλοντα βασιλέα, τότε και η πρώτη γυνή ήτις πρότερον ήτο άτεκνος, συνέλαβεν ανελπίστως. Ενώ δε αυτή ήτο αληθώς έγκυος, οι συγγενείς της δευτέρας γυναικός μαθόντες τούτο εθορύβουν λέγοντες ότι καυχάται χωρίς να ήναι έγκυος και ότι σκοπεύει να παρουσιάση παιδίον υποβολιμαίον. Επειδή λοιπόν ούτοι εθορύβουν τοιουτοτρόπως, ότε επέστη ο χρόνος του τοκετού, οι έφοροι δυσπιστούντες εκάθισαν περί την τίκτουσαν και παρεφύλαττον αυτήν. Αυτή δε αφού έτεκε τον Δωριέα, αμέσως μετά ταύτα έτεκε τον Λεωνίδαν, και κατόπιν τούτου τον Κλεόμβροτον· τινές δε λέγουσιν ότι ο Λεωνίδας και ο Κλεόμβροτος ήσαν δίδυμοι. Η δε δευτέρα γυνή, ήτις ήτο θυγάτηρ του Πρινητάδου υιού του Δημαρμένου, τεκούσα τον Κλεομένη, δεν έτεκε πλέον άλλο τέκνον.
42. Ο μεν Κλεομένης ήτο, ως λέγουσιν, ουχί υγιής τας φρένας αλλ' επιρρεπής εις την μανίαν, ο δε Δωριεύς ήτο πρώτος όλων των συνηλικιωτών του και εφρόνει ότι διά τα προτερήματά του αυτός έμελλε να λάβη την βασιλείαν. Τόσον δε βέβαιος ήτο περί τούτου ώστε όταν απέθανεν ο Αναξανδρίδης και οι Λακεδαιμόνιοι εκ σεβασμού προς τον νόμον ανεγνώρισαν ως βασιλέα τον πρεσβύτατον Κλεομένη, ο Δωριεύς αγανακτήσας και μη καταδεχόμενος να κυβερνάται υπό του Κλεομένους, εζήτησε λαόν από τους Σπαρτιάτας και μετηνάστευσε. Χωρίς να πράξη τίποτε από όσα συνήθως πράττονται εις τοιαύτας περιστάσεις, ανεχώρησεν ηγανακτημένος και έπλευσε προς την Λιβύαν λαβών Θηραίους οδηγούς. Αποβάς εις την Κίνυπα, κατώκησε τόπον κάλλιστον της Λιβύας πλησίον ποταμού. Διωχθείς όμως εκείθεν κατά το τρίτον έτος υπό των Λιβύων Μακών και των Καρχηδονίων επέστρεψεν εις την Πελοπόννησον.
43. Τότε ο Αντιχάρης, ανήρ Ελεώνιος, οδηγούμενος έκ τινος χρησμού δοθέντος άλλοτε εις τον Λάιον, τον εσυμβούλευσε να αποικίση την εν Σικελία Ηράκλειαν, λέγων ότι όλη η χώρα του Έρυκος ανήκει εις τους Ηρακλείδας, καταλαβόντος αυτήν του Ηρακλέους. Ακούσας ταύτα ο Δωριεύς επορεύθη εις τους Δελφούς διά να ερωτήση το μαντείον εάν ηδύνατο να γίνη κύριος της χώρας εις την οποίαν εσκόπευε να μεταβή. Δοθείσης δε καταφατικής απαντήσεως ο Δωριεύς παραλαβών εκείνους τους οποίους είχεν ότε μετέβη εις την Λιβύαν, έπλευσε προς την Ιταλίαν
44. Κατ' εκείνον δε τον χρόνον, ως λέγουσιν οι Συβαρίται, αυτοί και ο βασιλεύς των Τήλυς έμελλον να εκστρατεύσωσι κατά της Κρότωνος. Φοβηθέντες οι Κροτωνιάται, παρεκάλεσαν τον Δωριέα να τους βοηθήση. Συγκατατεθείς εις τούτο ο Δωριεύς, συνεξεστράτευσε μετ' αυτών εις την Σύβαριν και συνεκυρίευσεν αυτήν. Και ταύτα μεν λέγουσιν οι Συβαρίται ότι έπραξεν ο Δωριεύς και οι μετ' αυτού· οι Κροτωνιάται όμως λέγουσιν εξ εναντίας ότι ουδείς ξένος ανεμίχθη εις τον κατά των Συβαριτών πόλεμον, πλην μόνου του Καλλίου, μάντεως Ηλείου, εκ του γένους των Ιαμιδών. Ούτος, ως λέγουσιν, έφυγεν από τον τύραννον των Συβαριτών Τήλυν και ήλθεν εις αυτούς, διότι εις τας θυσίας τα ιερά δεν εφάνησαν ευνοϊκά διά την κατά των Κροτωναίων εκστρατείαν. Ταύτα λέγουσιν οι Κροτωναίοι.
45. Μαρτυρίας δε εκάτερον των μερών φέρει τας εξής. Οι μεν Συβαρίται δεικνύουσι τέμενος και ναόν πλησίον του ξηρού Κράθιδος, τον οποίον ναόν λέγουσιν ότι ο συγκυριεύσας την πόλιν Δωριεύς ανήγειρεν εις την Αθηνάν την επονομαζομένην Κραθίαν. Άλλην δε μαρτυρίαν μεγίστην αναφέρουσι τον θάνατον αυτού του Δωριέως όστις απώλετο πράξας τα εναντία παρ' όσα προέγραψεν εις αυτόν το μαντείον διότι εάν δεν παρέβαινε τίποτε, εάν έπραττεν εκείνο διά το οποίον εστάλη, θα εκυρίευεν την χώραν του Έρυκος και θα κατείχεν αυτήν· και ούτε αυτός ούτε ο στρατός του ήθελον απολεσθή. Οι δε Κροτωνιάται πάλιν δεικνύουσι πολλάς γαίας εν τη χώρα της Κρότωνος δωρηθείσας εις τον Ηλείον Καλλίαν, τας οποίας μέχρι των ημερών μου ενέμοντο οι απόγονοι του Καλλίου· ενώ εις τον Δωριέα και τους απογόνους αυτού δεν εδόθη τίποτε. Και βεβαίως, εάν ο Δωριεύς τους εβοήθει εις τον κατά των Συβαριτών πόλεμον, θα ελάμβανε περισσότερα παρ' όσα έλαβεν ο Καλλίας. Αυτά είναι τα μαρτύρια τα οποία προσφέρουσιν αι δύο αύται πόλεις· είναι δε ελεύθερος ο καθείς να παραδεχθή εκείνο όπερ τω φανή πιθανώτερον.
46. Συνέπλευσαν δε μετά του Δωριέως και άλλοι Σπαρτιάται άποικοι, ο Θεσσαλός, ο Παραιβάτης, ο Κελέας και ο Ευρυλέων, οίτινες ότε έφθασαν με όλον τον στόλον εις την Σικελίαν, ηττηθέντες εις μάχην εφονεύθησαν υπό των Φοινίκων και των Εγεσταίων. Μόνος δε ο Ευρυλέων επέζησεν εις την καταστροφήν ταύτην, και αυτός συναθροίσας τους απομείναντας στρατιώτας εκυρίευσε την Μινώαν, αποικίαν των Σελινουσίων και ελευθέρωσε τους Σελινουσίους από τον μονάρχην Πυθαγόραν. Μετά ταύτα όμως φονεύσας τούτον ηθέλησεν αυτός να γίνη τύραννος της Σελινούντος· ολίγον όμως χρόνον εμονάρχησε, διότι επαναστάτησαντες οι Σελινούσιοι εφόνευσαν αυτόν καταφυγόντα εις τον βωμόν του αγοραίου Διός.
47. Συνώδευε προς τούτοις τον Δωριέα και συναπέθανε μετ' αυτού ο Κροτωνιάτης Φίλιππος του Βουτακίδου, όστις μνηστευθείς την θυγατέρα του Συβαρίτου Τήλυος έφυγεν εκ της Κρότωνος· ψευσθείς δε του γάμου ανεχώρησε πλέων εις την Κυρήνην, και εκείθεν πάλιν αναχωρήσας συνηκολούθει τον Δωριέα με ιδίαν του τριήρη και ίδιά του έξοδα των στρατιωτών. Ήτο Ολυμπιονίκης και ο ωραιότατος των Ελλήνων του καιρού εκείνου· ένεκα δε του κάλλους του ηξιώθη παρά των Εγεσταίων ό,τι ουδείς άλλος, διότι εγείραντες επί του τάφου του ηρώον τω προσφέρουσι θυσίας.
48. Και ο μεν Δωριεύς λοιπόν ούτως ετελεύτησεν· εάν δε ηνείχετο να βασιλεύεται υπό του Κλεομένους και έμενεν εις την Σπάρτην, θα εγίνετο βασιλεύς της Λακεδαίμονος, διότι ο Κλεομένης δεν εβασίλευσε πολύν χρόνον, αλλ' απέθανεν άπαις, αφήσας μόνον μιαν θυγατέρα της οποίας το όνομα ήτο Γοργώ.
49. Έρχεται λοιπόν ο τύραννος της Μιλήτου Αρισταγόρας εις την Σπάρτην ότε είχε την αρχήν ο Κλεομένης και ήλθεν εις ομιλίαν με αυτόν, ως λέγουσιν οι Λακεδαιμόνιοι, έχων χάλκινον πίνακα επί του οποίου ήσαν κεχαραγμένα η περίοδος όλης της γης, όλη η θάλασσα και όλοι οι ποταμοί. Κατά την συνδιάλεξιν ταύτην ο Αρισταγόρας είπε προς αυτόν τα εξής· «Κλεόμενες, μη θαυμάσης εάν έσπευσα να έλθω εδώ, διότι αι περιστάσεις με εβίασαν να πράξω τούτο. Να ήναι οι Ίωνες δούλοι αντί ελευθέρων, τούτο είναι όνειδος και άλγος μέγιστον εις ημάς, προπάντων όμως εις σας οίτινες προΐστασθε της Ελλάδος. Όθεν διά όνομα των θεών των Ελληνικών λυτρώσατε εκ της δουλείας τους Ίωνας, άνδρας ομαίμονας. Δύνασθε δε ευκόλως να πράξητε τούτο, διότι ου μόνον οι βάρβαροι δεν είναι δυνατοί, αλλ' εφθάσατε εις το ακρότατον σημείον των πολεμικών αρετών. Αυτοί εις τον πόλεμον μεταχειρίζονται τόξα και ακόντια βραχέα, έρχονται δε εις τας μάχας φορούντες αναξυρίδας και σαρίκια· βλέπετε λοιπόν ότι εύκολον είναι να νικηθώσιν. Οι νεμόμενοι την χώραν ταύτην έχουσιν αυτοί μόνοι τόσα αγαθά όσα έχουσιν όλοι οι άλλοι άνθρωποι· πρώτον χρυσόν, έπειτα άργυρον, χαλκόν, πεποικιλμένα φορέματα, υποζύγια και ανδράποδα· όλα ταύτα άμα θελήσετε γίνονται ιδικά σας. Αι δε επαρχίαι των είναι η μία πλησίον της άλλης ως θα σε δείξω. Κατόπιν τούτων των Ιώνων είναι οι Λυδοί, κατοικούντες χώραν εύκαρπον και έχοντες απείρους ποσότητας αργύρου.» Ταύτα λέγων ο Αρισταγόρας εδείκνυε τους τόπους τούτους εις την περίοδον της γης ήτις ήτο εγκεχαραγμένη εις τον πίνακα. «Μετά τους Λυδούς, εξηκολούθησε, προς ανατολάς, είναι οι Φρύγες οι μάλλον πλούσιοι από όσους εγώ ηξεύρω εις ποίμνια και εις καρπούς. Έπειτα βλέπεις τους Καππαδόκας τους οποίους ημείς καλούμεν Συρίους, έπειτα τους Κίλικας οίτινες εκτείνονται μέχρι της θαλάσσης ταύτης όπου κείται η νήσος Κύπρος. Ούτοι πληρόνουσιν εις τον βασιλέα πεντακόσια τάλαντα ετήσιον φόρον. Μετά τους Κίλικας τούτους είναι οι Αρμένιοι, οίτινες έχουσι και αυτοί πλήθος ποιμνίων. Μετά τους Αρμενίους είναι οι Ματιανοί εξουσιάζοντας τον τόπον τούτον. Κατόπιν τούτων είναι η Κισσία χώρα εις την οποίαν, πλησίον του ποταμού τούτου Χοάσπου, είναι τα Σούσα. Εκεί ζη ο μέγας βασιλεύς, εκεί είναι οι θησαυροί του. Εάν κυρώσετε την πόλιν ταύτην, δύνασθε ευκόλως να ανταγωνισθήτε κατά τα πλούτη με τον Δια. Πρέπει λοιπόν δι' ολίγην γην, και ταύτην ουχί καλήν, και ορίων μικρών, να πολεμήτε κατά των ισοδυνάμων με υμάς Μεσσηνίων, και των Αρκάδων, και των Αργείων, οίτινες ούτε χρυσόν έχουσιν ούτε άργυρον, διά τα οποία δύναται τις προθύμως να πολεμήση και να αποθάνη; Και αφού δύνασθε να κυριεύσετε ευκόλως την Ασίαν, διατί ζητείτε άλλας κατακτήσεις; Ταύτα είπεν ο Αρισταγόρας, ο δε Κλεομένης απεκρίθη τα εξής· «Ω ξένε Μιλήσιε, μετά τρεις ημέρας θα έχης την απόκρισίν μου».
50. Και τότε μεν τόσον επροχώρησαν. Ότε δε έφθασεν η κυρία ημέρα της αποκρίσεως επανέλαβον την συνδιάλεξιν και ο Κλεομένης ηρώτησε τον Αρισταγόραν πόσων ημερών οδός είναι από την θάλασσαν μέχρι της βασιλικής πόλεως. Ο δε Αρισταγόρας, μολονότι εις τα άλλα εφάνη πονηρός και μέχρις εκείνης της στιγμής επιτήδειος να απατά τον Κλεομένη, εις τούτο όμως έσφαλε· διότι ενώ ηδύνατο να μη ομολογήση εκείνο το οποίον ήτο, εάν ήθελε να παρασύρη τους Σπαρτιάτας εις την Ασίαν, είπεν ότι η άνοδος είναι τριών μηνών. Τότε ο Κλεομένης, διακόπτων όσα έμελλε να είπη ο Αρισταγόρας περί της οδού ταύτης, είπεν· «Ω ξένε Μιλήσιε, αναχώρησον εκ της Σπάρτης προ της δύσεως του ηλίου, διότι δεν λέγεις εύκολα πράγματα εις τους Λακεδαιμονίους, θέλων να τους φέρης τριών μηνών οδόν μακράν τις θαλάσσης.» Ο μεν Κλεομένης ταύτα ειπών επέστρεψεν εις την κατοικίαν του.
51. Ο δε Αρισταγόρας λαβών κλάδον ελαίας μετέβη εις την οικίαν του Κλεομένους, και εισελθών ως ικέτης παρεκάλει τον Κλεομένη να αποπέμψη το παιδίον του και να τον ακούση, διότι πλησίον του Κλεομένους ήτο η θυγάτηρ του ήτις ωνομάζετο Γοργώ. Αύτη ήτο το μόνον του τέκνον και ήτο οκτώ ή εννέα ετών την ηλικίαν. Ο δε Κλεομένης τω είπεν ότι ηδύνατο να ομιλήση ό,τι ήθελε χωρίς να τον εμποδίζη η παρουσία του παιδίου. Τότε ο Αρισταγόρας ήρχισεν υποσχόμενος αυτώ δέκα τάλαντα εάν εκτελέση όσα τω εζήτησεν. Επειδή δε ο Κλεομένης ηρνείτο, ο Αρισταγόρας, αυξάνων πάντοτε την προσφοράν του, έφθασε να υποσχεθή πεντήκοντα τάλαντα. Τότε το παιδίον εφώνησε· «Πάτερ, θα σε διαφθείρη ο ξένος εάν δεν τον αφήσης και φύγης.» Ο δε Κλεομένης, ευχαριστηθείς διά την συμβουλήν του παιδίου, μετέβη εις άλλο οίκημα· ο δε Αρισταγόρας ανεχώρησεν εκ της Σπάρτης ανεπιστρεπτί, και ούτε ηδυνήθη να είπη τι περισσότερον περί της οδού της αγούσης προς τον βασιλέα.
52. Τα περί της οδού δε ταύτης έχουσιν ούτω· πανταχού υπάρχουσι σταθμοί βασιλικοί και καταλύματα κάλλιστα· όλη δε η οδοιπορία γίνεται διά χώρας κατοικουμένης και ασφαλούς. Πρώτον διά της Λυδίας και της Φρυγίας είναι είκοσι σταθμοί και παρασάγγαι εννενήκοντα τέσσαρες και ήμισυ. Μετά την Φρυγίαν έρχεται ο Άλυς ποταμός όπου είναι μέγα φρούριον και πύλαι τας οποίας πρέπει να διέλθη, τις όπως διεκπεραιωθή. Αφού δε διαβή εις την Καππαδοκίαν, διέρχεται δι' αυτής μέχρις ου φθάση εις τα όρια των Κιλικίων, όπου είναι σταθμοί εικοσιοκτώ και παρασάγγαι εκατόν τέσσαρες. Επί των μεθορίων τούτων θα διέλθης δύο πύλας και δύο φρούρια. Ταύτα αφού διέλθης και διά της Κιλικίας εξακολουθών την πορείαν σου, έχεις ενώπιόν σου τρεις σταθμούς και παρασάγγας δεκαπέντε και ήμισυ. Μεταξύ της Κιλικίας και της Αρμενίας ρέει ποταμός ναυσίπορος, όστις ονομάζεται Ευφράτης. Εις δε την Αρμενίαν είναι σταθμοί μεν καταλυμάτων δεκαπέντε, παρασάγγαι δε πεντήκοντα έξ και ήμισυ και έν φρούριον. Τέσσαρες ποταμοί ναυσίποροι ρέουσι δι' αυτής τους oποίους ανάγκη πάσα να διαπορθμεύση τις. Ο πρώτος των ποταμών είναι ο Τίγρης· ο δεύτερος και ο τρίτος έχουσι το αυτό όνομα, μολονότι δεν είναι οι ίδιοι δεν τρέχουσιν από το αυτό μέρος, διότι ο μεν ρέει εκ των Αρμενίων, ο δε εκ των Ματιανών. Ο τέταρτος των ποταμών ονομάζεται Γύνδης, τον όποιον άλλοτε ο Κύρος διεμοίρασεν εις τριακοσίας εξήκοντα διώρυχας. Εκ ταύτης δε της Αρμενίας όταν εισέλθης εις την Ματιανήν χώραν είναι σταθμοί τέσσαρες· εκ ταύτης δε μεταβαίνεις εις την Κισσίαν χώραν, όπου είναι σταθμοί ένδεκα και παρασάγγαι τριάκοντα δύο και ήμισυ μέχρι του Χοάσπου ποταμού, τον οποίον επίσης πρέπει να διαπεράσης με πλοίον και επί του οποίου είναι εκτισμένη η πόλις Σούσα. Όλοι οι σταθμοί ούτοι είναι εκατόν ένδεκα. Άλλα τόσα δε καταλύματα είναι από τας Σάρδεις εις τα Σούσα.
53. Εάν δε εμετρήθη ορθώς η βασιλική οδός κατά παρασάγγας, και εάν ο παρασάγγης ισοδυναμή με τριάκοντα στάδια, ως και ισοδυναμεί τωόντι, εκ των Σάρδεων μέχρι των Μεμνονίων καλουμένων βασιλείων είναι στάδια δεκατρείς χιλιάδες πεντακόσια, ή τετρακόσια πεντήκοντα παρασάγγαι. Δι' εκείνους δε οίτινες δύνανται να διανύωσιν εκατόν πεντήκοντα στάδια την ημέραν, απαιτούνται ακριβώς εννενήκοντα ημέραι.
54. Ούτω λοιπόν ο Μιλήσιος Αρισταγόρας, ειπών εις τον Λακεδαιμόνιον Κλεομένη ότι μέχρι της διαμονής του βασιλέως ήτο τριών μηνών οδός, είπεν ορθώς. Εάν δε τις ζητή ακριβέστερον υπολογισμόν, τούτο θα πράξω αμέσως. Εις τούτο το διάστημα πρέπει να προσθέσωμεν και την οδόν όση είναι από την Έφεσον μέχρι των Σάρδεων. Όθεν λέγω ότι από την Ελληνικήν θάλασσαν μέχρι των Σούσων (διότι ούτω καλείται η πόλις του Μέμνονος) είναι δεκατέσσαρες χιλιάδες και τεσσαράκοντα στάδια. Και ούτω η τρίμηνος οδός γίνεται μακροτέρα κατά τρεις ημέρας.