Ιστορίαι Ηροδότου, Τόμος 2

Part 19

Chapter 1936 wordsPublic domain

5. Ο δε Θεμιστοκλής διά να κρατήση εκεί τους Έλληνας, ιδού τι έπραξεν· εκ των τριάκοντα ταλάντων δίδει πέντε εις τον Ευρυβιάδην, ως να τα έδιδε δήθεν αφ' εαυτού. Τούτου πεισθέντος, δεν έμενε πλέον ειμή ο Αδείμαντος του Ωκύτου, στρατηγός των Κορινθίων, όστις εθορύβει λέγων ότι θα αποπλεύση του Αρτεμισίου και δεν θα προσμείνη πλειότερον. Εις τούτον λοιπόν ο Θεμιστοκλής είπε μεθ' όρκου· «Όχι, δεν θα μας αφήσης, διότι εγώ θα σε δώσω δώρα μεγαλείτερα παρ' όσα θα σοι έστελλεν ο βασιλεύς των Μήδων εάν άφινες τους συμμάχους.» Ενώ δε έλεγε ταύτα, έπεμπε συγχρόνως εις το πλοίον του Αδειμάντου τρία τάλαντα αργυρίου. Ούτοι λοιπόν θαμβωθέντες υπό των δώρων ανεπείσθησαν, ώστε και η επιθυμία των Ευβοέων εξεπληρώθη και ο Θεμιστοκλής εκέρδησε χωρίς να ηξεύρη κανείς ότι αυτός εκράτησε τα λοιπά· καθότι οι λαβόντες μέρος εκ των χρημάτων τούτων επίστευον ότι εστάλησαν εξ Αθηνών επί τούτω.

6. Ούτω λοιπόν έμειναν εις την Εύβοιαν και εναυμάχησαν· εγένετο δε η ναυμαχία κατά τον ακόλουθον τρόπον. Ελθόντες οι βάρβαροι περί το εσπέρας της προτεραίας εις τας Αφετάς, έμαθον ότι ολίγα πλοία Ελληνικά εναυλόχουν προ πολλών ημερών περί το Αρτεμίσιον. Βεβαιωθέντες δε περί τούτου, απεφάσισαν να αποπειραθώσι την σύλληψίν των. Να πλεύσωσιν όμως αμέσως και κατ' ευθείαν εναντίον των δεν ενέκρινον, φοβηθέντες μήπως ιδόντες αυτούς οι Έλληνες επερχομένους τραπώσιν εις φυγήν έπειτα δε προφθάση και η νυξ, και τοιουτοτρόπως δυνηθώσι να διαφύγωσιν. Έπρεπε δε, κατ' αυτούς, μήτε πυρφόρος να μη μείνη ζων.

7. Ταύτα σκοπεύοντες εμηχανώντο τα εξής. Αποσπάσαντες εκ του στόλου διακόσια πλοία, τα έπεμψαν έξωθεν της Σκιάθου, εις τρόπον ώστε χωρίς να τα ίδωσιν οι εχθροί, να δυνηθώσι να περιπλεύσωσι την Εύβοιαν και να εισέλθωσιν εις τον Εύριπον δια του Καφηρέως και της Γεραιστού. Το σχέδιόν των ήτο να περικυκλώσωσι τους Έλληνας, τα μεν πλοία ερχόμενα εκ του μέρους τούτου και φράττοντα εις αυτούς την εις τα οπίσω φέρουσαν οδόν, οι δε λοιποί επιτιθέμενοι εκ των έμπροσθεν. Ταύτα αποφασίσαντες απέπεμψαν τα εκλεγέντα πλοία, αλλά δεν είχον κατά νουν να επιτεθώσι κατά των Ελλήνων εκείνην την ημέραν, ουδέ πριν γίνη το σημείον ότι οι περιπλέοντες έφθασαν όπου διετάχθησαν. Αφού δε έπεμψαν τα πλοία ταύτα, ηρίθμησαν τα λοιπά εις τας Αφετάς.

8. Καθ' ον χρόνον έκαμνον ούτοι την απαρίθμησιν των πλοίων (ήτο δε εις το στρατόπεδον Σκιωναίος τις ονόματι Σκύλλας, άριστος δύτης της εποχής εκείνης, όστις εις το ναυάγιον το γενόμενον κατά το Πήλιον πολλά μεν πράγματα έσωσεν εις τους Πέρσας, πολλά δε και αυτός εκέρδησεν), ούτος ο Σκυλλίας προ πολλού είχε κατά νουν να αυτομολήση εις τους Έλληνας, ουδεμία όμως μέχρι τότε παρουσιάσθη ευκαιρία. Κατά ποίον τρόπον έφθασεν εις τους Έλληνας, δεν δύναμαι να είπω μετά βεβαιότητος, εκπλήττομαι μάλιστα εάν τα λεγόμενα ήναι αληθή· καθότι λέγουσιν ότι βυθισθείς εις την θάλασσαν από τας Αφετάς δεν ανέβη εις την επιφάνειαν πριν φθάση εις το Αρτεμίσιον, διελθών διά του ύδατος ογδοήκοντα περίπου στάδια. Διηγούνται δε και άλλα πολλά περί του ανθρώπου τούτου τα οποία φαίνονται ψευδή· τινά όμως είναι αληθή. Περί του γεγονότος δε τούτου ας γίνη αποδεκτή η γνώμη μου ότι ήλθεν εις το Αρτεμίσιον μετά πλοιαρίου. Άμα δε έφθασε, διηγήθη εις τους στρατηγούς το ναυάγιον πώς εγένετο και έδωκε πληροφορίας περί των πλοίων τα οποία επέμφθησαν περί την Εύβοιαν.

9. Τούτο ακούσαντες οι Έλληνες συνήλθον διά να ομιλήσωσιν· αφού δε είπον πολλά, υπερίσχυσεν η γνώμη να μείνωσι και να διέλθωσιν εκεί την ημέραν εκείνην· έπειτα δε αφού αφήσωσι να παρέλθη το μεσονύκτιον, να πλεύσωσι προς απάντησιν των περιπλεόντων πλοίων. Μετά ταύτα, επειδή ουδείς ήρχετο εναντίον των, φυλάξαντες μέχρι της δύσεως του ηλίου έπλευσαν κατά των βαρβάρων, θέλοντες να κάμωσι δοκιμήν της μάχης και να διασχίσωσι την εχθρικήν γραμμήν.

10. Οι στρατιώται του Ξέρξου και οι στρατηγοί, βλέποντες αυτούς προχωρούντας ες ολίγα πλοία, τους ενόμισαν παράφρονας και απήγαγον και αυτοί τα πλοία, ελπίσαντες ότι ευκόλως ήθελον τους αιχμαλωτεύσει· είχον δε δίκαιον ελπίζοντες τούτο, διότι έβλεπον ότι τα πλοία των Ελλήνων ήσαν ολίγα και ότι τα ιδικά των και πολλαπλάσια ήσαν κατά τον αριθμόν και έπλεον καλλίτερον. Ταύτα φρονούντες, προσεπάθουν να περικυκλώσωσι τους Έλληνας. Τότε όσοι μεν Ίωνες ήσαν εύνοοι προς τους Έλληνας και ηκολούθουν ακουσίως την εκστρατείαν, ελυπούντο πολύ βλέποντες τους Έλληνας περικυκλωμένους και όντες βέβαιοι ότι ουδείς αυτών θα επιστρέψη οπίσω· τόσον ασθενής τοις εφαίνετο ο Ελληνικός στόλος. Όσοι δε ηρέσκοντο εις τα γινόμενα, εφιλοτιμούντο τις πρώτος να κυριεύση πλοίον Αττικόν διά να λάβη δώρα παρά του βασιλέως· διότι εις τον στόλον των βαρβάρων πλείστος λόγος εγίνετο διά τους Αθηναίους.

11. Άμα εδόθη εις τους Έλληνας σημείον, πρώτον μεν στρέψαντες τας πρώρας προς τους βαρβάρους, συνήγαγον τας πρύμνας εις το μέσον· εις δε το δεύτερον σημείον άρχισαν την μάχην, περιορισθέντες όλοι εις ολίγον διάστημα και παραταχθέντες κατά πρόσωπον. Εις ταύτην την ναυμαχίαν εκυρίευσαν τριάκοντα πλοία των βαρβάρων, και συνέλαβον τον Φιλάονα του Χέρσιος, αδελφόν του βασιλέως των Σαλαμινίων Γόργου και άνδρα σημαντικόν εν τω στρατοπέδω. Πρώτος δε Έλλην εκυρίευσε πλοίον των πολεμίων ο Αθηναίος Λυκομήδης του Αισχραίου, και ούτος έλαβε το αριστείον. Αλλ' επελθούσα η νυξ διεχώρισεν αυτούς, και η νίκη έμεινεν αμφίβολος εις ταύτην την ναυμαχίαν. Τότε οι μεν Έλληνες επέστρεψαν εις το Αρτεμίσιον· οι δε βάρβαροι εις τας Αφετάς, αποβάντος του πολέμου πολύ διαφόρως παρ' ό,τι ήλπισαν. Εις ταύτην την ναυμαχίαν από τους όντας μετά του βασιλέως Έλληνας, μόνος ο Λήμνιος Αντίδωρος ηυτομόλησεν εις τους Έλληνας, και τούτου ένεκα οι Αθηναίοι τω εχάρισαν γην εις την Σαλαμίνα.

12. Ότε ενύκτωσε (ήτο δε κατά τα μέσα του θέρους) βροχή ραγδαία έπεσε διαρκέσασα δι' όλης της νυκτός και βρονταί ισχυραί ήρχοντο από του Πηλίου· νεκρά σώματα και ναυάγια ερρίπτοντο έξω εις τας Αφετάς, και κυλιόμενα εις τας πρώρας των πλοίων, ετάραττον τας άκρας των κωπών. Οι στρατιώται οίτινες εκ του στόλου ήκουον ταύτα, ενεπλήσθησαν φόβου νομίζοντες ότι αφεύκτως ήθελον απολεσθή από τόσων κακών· καθότι πριν αναπνεύσωσιν εκ του ναυαγίου και της τρικυμίας ήτις τους ηκολούθησε περί το Πήλιον, ιδού κατελήφθησαν υπό κρατεράς ναυμαχίας, και αμέσως μετ' αυτήν βροχή ραγδαία και χείμαρροι ορμητικοί πίπτοντες εις την θάλασσαν και βρονταί φοβεραί. Τοιαύτη ήτο δι' αυτούς η νυξ αύτη.

13. Εις δε τους διαταχθέντας να περιπλεύσωσι την Εύβοιαν, αυτή εκείνη η νυξ υπήρξεν αγριωτέρα, καθόσον τους κατέλαβεν εν τω πελάγει και κατέστη επί τέλους ολεθρία. Έπλεον περί τα Κοίλα της Ευβοίας, όταν η βροχή και η τρικυμία κατέλαβον αυτούς. Φερόμενοι δε από τον άνεμον, και μη ηξεύροντες πού εφέροντο, εξέπιπτον προς τας πέτρας, Ταύτα πάντα εγένοντο κατά θείαν οικονομίαν, διά να εξισωθή το Περσικόν ναυτικόν με το Ελληνικόν και να μη ήναι πολύ περισσότερον. Και ούτοι μεν κατεστράφησαν περί τα Κοίλα της Ευβοίας.

14. Οι δε εν ταις Αφεταίς βάρβαροι, άμα είδον μετά χαράς το φως της ημέρας, εκράτουν ήσυχα τα πλοία, και μεθ' όσα είχον υποφέρει, ηρκούντο εις την παρούσαν κατάστασιν να μένωσιν ακίνητοι. Εις δε τους Έλληνας ήλθεν επικουρία εκ πεντηκοντατριών πλοίων Αττικών. Ταύτα φθάσαντα τους ενεθάρρυναν, και προς τούτοις η ελθούσα αγγελία ότι οι περιπλέοντες την Εύβοιαν απώλοντο υπό της συμβάσης τρικυμίας. Φυλάξαντες λοιπόν την αυτήν ώραν επέπεσον κατά των πλοίων των Κιλίκων· αφού δε τα κατέστρεψαν, επελθούσης της νυκτός, απέπλευσαν οπίσω εις το Αρτεμίσιον.

15. Την τρίτην ημέραν οργισθέντες οι στρατηγοί των βαρβάρων ότι τόσον ολίγα πλοία τους έβλαπτον και φοβούμενοι την οργήν του Ξέρξου, δεν ανέμειναν πλέον τους Έλληνας να αρχίσωσι την μάχην, αλλά παροτρύναντες αλλήλους ανήγαγον τα πλοία, περί την μεσημβρίαν. Συνέπεσε δε ώστε κατά τας ιδίας ημέρας να γίνωνται αι ναυμαχίαι αύται και αι πεζομαχίαι εις τας Θερμοπύλας· κατά θάλασσαν επρόκειτο να υπερασπίσωσι τον Εύριπον, κατά ξηράν οι περί τον Λεωνίδαν ηγωνίζοντο να φυλάξωσι το στενόν. Οι μεν λοιπόν Έλληνες ενεθάρρυνον αλλήλους διά να μη αφήσωσι τους βαρβάρους να εισέλθωσιν εις την Ελλάδα, οι δε βάρβαροι επειρώντο, καταστρέφοντες τας δυνάμεις των Ελλήνων, να γίνωσι κύριοι αμφοτέρων των εισόδων.

16. Ενώ ο στόλος του Ξέρξου επροχώρει με τάξιν κατά των Ελλήνων, ούτοι έμενον ήσυχοι πλησίον του Αρτεμισίου. Οι βάρβαροι, διά να τους περικυκλώσωσι και τους συλλάβωσιν, εσχημάτισαν με τα πλοία ημισέληνον· τότε οι Έλληνες επέπεσαν κατ' αυτών και ήρχισεν η συμπλοκή. Εις ταύτην δε την ναυμαχίαν αι δυνάμεις αμφοτέρων εφάνησαν ισόρροποι. Ο στρατός του Ξέρξου διά το μέγεθος και το πλήθος των πλοίων του εβλάπτετο αυτός αφ' εαυτού, διότι ταρασσόμενα τα πλοία συνεκρούοντο προς άλληλα· αντείχεν όμως και δεν υπενέδιδε, καθότι οι Πέρσαι ησχύνοντο να τραπώσιν εις φυγήν υπό ολίγων πλοίων. Όθεν πολλά μεν πλοία και άνδρας απώλεσαν οι Έλληνες, πολύ δε περισσότερα οι βάρβαροι. Τέλος, μετά την αναποφάσιστον ταύτην μάχην, τα δύο μέρη εχωρίσθησαν.

17. Είς την ναυμαχίαν ταύτην, εκ μεν των στρατιωτών του Ξέρξου ηρίστευσαν οι Αιγύπτιοι, οίτινες και άλλα μεγάλα έπραξαν και πλοία Ελληνικά αύτανδρα συνέλαβον πέντε. Εκ δε των Ελλήνων κατά ταύτην την ημέραν ηρίστευσαν οι Αθηναίοι, και εκ των Αθηναίων ο Κλεινίας του Αλκιβιάδου, όστις είχεν οπλίσει δι' εξόδων του διακοσίους άνδρας και τους έφερε μεθ' ενός πλοίου ανήκοντος εις αυτόν.

18. Αφού λοιπόν ευχαρίστως εχωρίσθησαν και τα δύο μέρη έσπευσαν να επανέλθωσιν εις τους οικείους όρμους. Οι δε Έλληνες, αφού χωρισθέντες έπαυσαν την ναυμαχίαν, τους μεν νεκρούς και τα ναυάγια εσύναξαν· επειδή όμως υπέστησαν μεγάλας ζημίας, και μάλιστα οι Αθηναίοι των οποίων τα ημίσεα των πλοίων ήσαν βεβλαμμένα, εσκέπτοντο να φύγωσιν εις τα ενδότερα της Ελλάδος.

19. Σκεφθείς δε ο Θεμιστοκλής ότι εάν αποσπασθώσιν από του βαρβάρου οι Ίωνες και οι Κάρες, θα δυνηθώσιν οι Έλληνες να νικήσωσι τους λοιπούς, συναθροίσας τους στρατηγούς εις το παραθαλάσσιον όπου οι Ευβοείς έβοσκον τα ποίμνιά των, τοις είπε· «Νομίζω ότι εύρον μέσον διά του οποίου να αποσπάσω τους αρίστους συμμάχους του βασιλέως.» Δεν τοις είπε περισσότερα, ηρκέσθη δε να τοις αποδείξη ότι εις τας παρούσας περιστάσεις ώφειλον να πράξωσι τα εξής. Να σφάξωσιν όσα δυνηθώσι ζώα Ευβοϊκά, διότι είναι προτιμότερον να λάβη ταύτα ο στρατός ή οι πολέμιοι· και τους συνεβούλευε να διατάξη έκαστος στρατηγός τους στρατιώτας του να καίωσι πυρά. Όσον δε διά την επιστροφήν, έλεγεν ότι αυτός, θα φροντίση περί της αρμοδίας ώρας ώστε να φθάσωσιν εις την Ελλάδα σώοι και αβλαβείς. Αρεστή εφάνη εις αυτούς η εκτέλεσις των συμβουλών τούτων, και αμέσως ανάψαντες πυρ έδραμον προς τα ποίμνια.

20. Οι δε Ευβοείς περιφρονήσαντες τον χρησμόν του Βάκιδος ως ασήμαντον, ούτε εξεκομίσαντο τίποτε εκ της χώρας των ούτε εισήγαγον προβλέποντες τον προσεχή πόλεμον, αλλ' άφησαν τα πράγματά των εις την τύχην. Ο δε περί τούτων χρησμός του Βάκιδος είναι ο εξής.

_Πρόσεξον, όταν ο βαρβαρόφωνος ρίψη εις την θάλασσαν γέφυραν βυβλίνην, ν' απομακρύνης εκ της Ευβοίας τας μηκωμένας αίγας_.

Αμελήσαντες οι Ευβοείς να ωφεληθώσιν εκ των λόγων τούτων, έπρεπε να υποστώσι μεγάλας συμφοράς.

21. Ταύτα έπραττον οι Έλληνες όταν έφθασεν εκ της Τραχίνος ο πρόσκοπος· διότι εις τα ύψη του Αρτεμισίου είχον θέσει πρόσκοπον τον Αντικυρέα Πολύαν εις τον οποίον παρήγγειλαν να έχη πλοιάριον έτοιμο· και εάν ίδη ναυμαχούντα τον ναυτικόν στρατόν να φέρη την είδησιν εις τας Θερμοπύλας· ομοίως πλησίον του Λεωνίδου ίστατο έτοιμος με τριακόντορον ο Αθηναίος Αβρώνιχος του Λυσικλέους, διά να ειδοποιήση τους εις το Αρτεμίσιον εάν συμβή τι εις τον πεζόν στρατόν. Ούτος λοιπόν ο Αβρώνιχος φθάσας τους εφανέρωσεν όσα συνέβησαν εις τον Λεωνίδαν και τον στρατόν αυτού. Οι δε άμα ήκουσαν ταύτα δεν ανέβαλον πλέον την αναχώρησιν, αλλ' έφυγον ως ήσαν τεταγμένοι, πρώτοι οι Κορίνθιοι και τελευταίοι οι Αθηναίοι.

22. Ο δε Θεμιστοκλής εκλέξας τα άριστα πλέοντα πλοία των Αθηναίων, κατέβαινεν όπου υπήρχον πόσιμα ύδατα και εχάραττεν επί των βράχων γράμματα τα οποία ελθόντες την ακόλουθον ημέραν οι Ίωνες εις το Αρτεμίσιον είδον και ανέγνωσαν. Τα γράμματα δε έλεγον τα εξής· «Κακώς ποιείτε, ω Ίωνες, πολεμούντες τους πατέρας σας και υποδουλούντες την Ελλάδα. Έλθετε εις ημάς· εάν όμως τούτο σας ήναι αδύνατον, τουλάχιστον μένετε μακράν των πλοίων μας και παρακινήσατε τους Κάρας να μιμηθώσι το παράδειγμά σας. Εάν δεν ήναι δυνατόν να γίνη μήτε το έν μήτε το άλλο, εάν υπό μείζονος ανάγκης εμποδίζεσθε να αποστατήσετε, όταν ημείς πολεμώμεν, φανήτε εκουσίως νωθροί, ενθυμούμενοι ότι κατάγεσθε από ημάς και ότι εξ αρχής η προς τον βάρβαρον έχθρα προήλθεν από υμάς.» Ο Θεμιστοκλής έγραφε ταύτα, ως νομίζω, με τον διπλούν σκοπόν, ή, εάν μείνωσιν άγνωστα εις τον βασιλέα, να πείσωσι τους Ίωνας, να μεταβληθώσι και να έλθωσι με το μέρος των Ελλήνων, ή, εάν αναφερθώσιν εις τον Ξέρξην εν είδει κατηγορίας, να καταστήσωσι τους Ίωνας υπόπτους και να μη τους μεταχειρισθή ο Βασιλεύς εις τας ναυμαχίας.

23. Ο μεν Θεμιστοκλής ταύτα έγραψεν εις τους βράχους, εις δε τους βαρβάρους αμέσως μετά ταύτα Ιστιεύς τις ανεχώρησε μετά πλοιαρίου και ανήγγειλε την από του Αρτεμισίου αναχώρησιν των Ελλήνων· Ούτοι όμως μη πιστεύσαντες εις τα λεχθέντα, τον μεν αγγελιαφόρον εφυλάκισαν, έπεμψαν δε ταχέα τινά πλοία διά να παρατηρήσωσιν. Αφού δε επανελθόντα ταύτα επεβεβαίωσαν την είδησιν, αμέσως ότε ο ήλιος εσκόρπισε τας ακτίνας του, όλος ο στόλος ομού έπλευσεν εις το Αρτεμίσιον. Μείνας δε εκεί μέχρι της μεσημβρίας, έπλευσε μετά ταύτα εις την Ιστιαίαν. Ελθόντες οι βάρβαροι κατέλαβον την πόλιν των Ιστιαίων και διήρπασαν όλας τας παραθαλασσίας κώμας της Ελλοπίας μοίρας, ήτις είναι γη Ιστιαιώτις.

24. Τούτων δε όντων εκεί, ο Ξέρξης, ετοιμάσας τα περί τους νεκρούς, έπεμψε κήρυκα εις τον ναυτικόν στρατόν· αι δε ετοιμασίαι τας οποίας έκαμεν ήταν αι εξής. Εξ όλων όσοι είχον φονευθή εκ του ιδίου του στρατού (είχον δε φονευθή είκοσι χιλιάδες) χιλίους μόνον άφησε, τους δε λοιπούς διέταξε να ορύξωσι τάφρους και να τους θάψωσιν· έπειτα να τους καλύψωσι με χώμα και να ρίψωσιν επάνω φύλλα, διά να μη τους ίδη ο στρατός. Ότε δε ήλθεν ο κήρυξ εις την Ιστιαίαν, συνεκάλεσεν όλον τον στρατόν του στόλου και είπε τα εξής· «Άνδρες σύμμαχοι, ο βασιλεύς Ξέρξης επιτρέπει εις όντινα θέλει εξ υμών να αφήση τας τάξεις του και να έλθη να ιδή πώς πολεμεί τους ανοήτους ανθρώπους, οίτινες ήλπιζον ότι ήθελον υπερνικήσει τας δυνάμεις του βασιλέως.»

25. Άμα εγένετο η προκήρυξις αύτη, τότε ουδέν δυσκολώτερον, ή η εύρεσις λέμβων, τόσον πολυπληθείς ήσαν εκείνοι οίτινες επεθύμουν να υπάγουν και να παρατηρήσωσιν. Διεκπεραιωθέντες αντικρύ, περιήρχοντο και εθεώρουν τους νεκρούς· όλοι δε επίστευον, βλέποντες και τους είλωτας, ότι όλοι οι φονευμένοι ήσαν Λακεδαιμόνιοι και Θεσπιείς. Αλλά το τέχνασμα του Ξέρξου περί τους νεκρούς τους ιδικούς του δεν έμεινε κρυπτόν εις τους ελθόντας. Και τωόντι ήτο γελοίον εκ μεν των βαρβάρων να φαίνονται μόνον χίλιοι νεκροί διασκορπισμένοι, οι δε Έλληνες να κήνται όλοι ομού σωρευμένοι εις έν μέρος τέσσαρες χιλιάδες. Και ταύτην μεν την ημέραν διήλθον θεωρούντες· την δε ακόλουθον, οι μεν έστρεψαν εις την Ιστιαίαν όπου ήσαν τα πλοία των, οι δε περί τον Ξέρξην εξηκολούθησαν την πορείαν των.

26. Ήλθον δε εις αυτούς ολίγοι τινές αυτόμολοι εκ της Αρκαδίας, ενδεείς και ζητούντες εργασίαν. Τούτους φέροντες έμπροσθεν του βασιλέως, ηρώτων οι Πέρσαι τι έπραττον οι Έλληνες· είς δε προ πάντων ήτο ο ερωτών αυτούς ταύτα. Εκείνοι δε τοις έλεγον ότι εώρταζον τα Ολύμπια · και ότι εθεώρουν τους γυμνικούς και ιππικούς αγώνας. Ο δε ερωτών επανέλαβε τι ήτο το βραβείον περί του οποίου αγωνίζονται. Οι δε είπον ότι εδίδετο στέφανος ελαίας. Τότε ο Τριτανταίχμης του Αρταβάνου είπε λόγον γενναίον διά τον οποίον ο βασιλεύς τον εμέμφθη επί δειλία. Διότι όταν ήκουσεν ότι το άθλον ήτο στέφανος ελαίας και όχι χρήματα, δεν ηδυνήθη να σιωπήση αλλ' ενώπιον όλων είπε· «Φευ! Μαρδόνιε, κατά τίνων ανδρών μας έφερες να πολεμήσωμεν, οίτινες αγωνίζονται ουχί χάριν χρημάτων αλλά χάριν τιμής· Αυτός μεν ταύτα είπεν.

27. Εν τω μεταξύ δε τούτω, αμέσως μετά την εν Θερμοπύλαις καταστροφήν, οι Θεσσαλοί έπεμψαν κήρυκα εις τους Φωκείς, κατά των οποίων είχον αντιπάθειαν, και μάλιστα μετά την τελευταίαν θραύσιν των· καθότι ολίγα έτη προ της εκστρατείας ταύτης του βασιλέως, οι Θεσσαλοί και οι σύμμαχοι αυτών εισβαλόντες πανστρατιά εις την Φωκίδα ηττήθησαν και υπέφερον πολλά. Ότε οι Φωκείς περιεκυκλώθησαν εις τον Παρνασσόν, είχον μεθ' εαυτών τον Ηλείον μάντιν Τελλίαν όστις εσοφίσθη το εξής στρατήγημα. Γυψώσας εξακοσίους άνδρας των Φωκέων τους αρίστους, αυτούς τούτους και τα όπλα αυτών, μετέβη διά νυκτός και επετέθη κατά των Θεσσαλών, προειπών εις αυτούς να φονεύωσι πάντα όστις δεν εφαίνετο λευκός. Πρώτοι οι φύλακες των Θεσσαλών είδον αυτούς και εφοβήθησαν νομίσαντες ότι ήσαν τέρατα, και μετά τούς φύλακας όλος ο στρατός, ούτως ώστε οι Φωκείς έλαβον εκ τετρακισχιλίων νεκρών τας ασπίδας των, εκ των οποίων τας μεν ημισείας αφιέρωσαν εις τους Άβας, τας δε άλλας εις τους Δελφούς. Από δε του δεκάτου των λαφύρων της μάχης ταύτης εγένοντο οι μεγάλοι ανδριάντες οι στηθέντες περί τον τρίποδα, προ του ναού των Δελφών, και άλλοι όμοιοι αφιερωθέντες εις τους Άβας.

28. Ταύτα έπραξαν οι Φωκείς εις το πεζόν των Θεσσαλών το οποίον επολιόρκει αυτούς· προσέτι δε έβλαψαν ανιάτως και το ιππικόν το οποίον εισέβαλεν εις την χώραν των· καθότι εις το στενόν το οποίον είναι κατά την Υάμπολιν, ορύξαντες τάφρον μεγάλην έθεσαν εις αυτήν αμφορείς κενούς, την εκάλυψαν με χώμα διά να ομοιωθεί το μέρος με το άλλο έδαφος και περιέμειναν την επίθεσιν των Θεσσαλών. Ούτοι δε, επιτεθέντες διά να αρπάσωσι τους Φωκείς, έπεσαν εις τους αμφορείς, και τα σκέλη των ίππων εθραύσθησαν.

29. Δι' αυτάς λοιπόν τας δύο αιτίας μνησικακούντες οι Θεσσαλοί, έπεμψαν κήρυκα και τοις είπον· «Ώ Φωκείς, τώρα ίσως αναγνωρίζετε ότι δεν είσθε ίσοι με ημάς· καθότι και πρότερον, ενόσω ηθέλομεν να μένωμεν μετά των Ελλήνων, ήμεθα ανώτεροί σας, και τώρα παρά τω βαρβάρω τοσούτον δυνάμεθα ώστε εις την εξουσίαν μας είναι και την γην σας να στερηθήτε και να ανδραποδισθήτε. Ημείς όμως το παν έχοντες δεν μνησικακούμεν· αντί της ευεργεσίας δε ταύτης σας ζητούμεν να μας δώσετε πεντήκοντα τάλαντα αργυρίου, και σας υποσχόμεθα να εμποδίσωμεν όσα κακά απειλούσι την χώραν σας.»

30. Ταύτα υπέσχοντο οι Θεσσαλοί, διότι μόνοι οι Φωκείς από τους εις εκείνα τα μέρη κατοικούντας δεν εμήδιζον, ουχί δι' άλλην τινά αιτίαν, ως εγώ ευρίσκω βασανίζων τα γεγονότα, αλλά διά την έχθραν την οποίαν είχον κατά των Θεσσαλών· εάν όμως οι Θεσσαλοί ήσαν με το μέρος των Ελλήνων, νομίζω ότι οι Φωκείς θα εμήδιζον. Εις τας υποσχέσεις δε ταύτας των Θεσσαλών απεκρίθησαν ότι χρήματα δεν δίδουσι, και ότι εάν ήθελον ηδύναντο να μηδίσωσι μετά της αυτής ευκολίας ως οι Θεσσαλοί· αλλ' ουδέποτε εκόντες θα γίνωσι προδόται της Ελλάδος.

31. Όταν ήλθεν η απόκρισις αύτη τοσούτον εχολώθησαν οι Θεσσαλοί κατά των Φωκέων, ώστε εγένοντο οδηγοί της οδού εις τον βάρβαρον. Εκ της Τραχινίας λοιπόν εισέβαλον εις την Δωρίδα, διότι στενή τις γλώσσα της Δωρίδος χώρας, πλάτος έχουσα περί τα τριάκοντα στάδια και ούσα μεταξύ της Μαλίδος και της Φωκίδος, εκτείνεται μέχρι της Τραχινίας. Η δε Δωρίς ήτο το πάλαι Δρυοπίς και είναι η μητρόπολις των Δωριέων της Πελοποννήσου. Ταύτην την Δωρίδα γην οι εισβαλόντες βάρβαροι ουδόλως έβλαψαν, καθότι εμήδιζε και οι Θεσσαλοί έκρινον καλόν να φεισθώσιν αυτής.

32. Ότε δε εισέβαλον εκ της Δωρίδος εις την Φωκίδα, αυτούς μεν τους Φωκείς δεν εύρον, διότι τινές μεν αυτών ανέβησαν εις τα άκρα του Παρνασσού (η δε κορυφή του Παρνασσού προς το μέρος της πόλεως Νέωνος, ούσα μεμονωμένη, είναι επιτηδεία να δεχθή πλήθος πολύ, και καλείται Τιθορέα· εκεί λοιπόν ανεβίβασαν τα πράγματά των και ανέβησαν και οι ίδιοι·) οι δε περισσότεροι έφυγον εις τους Οζόλας Λοκρούς και εις την πόλιν Άμφισσαν, κειμένην υπό το Κρισσαίον πεδίον. Οι δε βάρβαροι διέβησαν δι' όλης της Φωκίδος, καθότι οι Θεσσαλοί ωδήγουν τον στρατόν· όσα δε εύρισκον, όλα τα έκαιον και τα έκοπτον, θέτοντες πυρ και εις τας πόλεις και εις τους ναούς.

33. Ταύτην την οδόν πορευόμενοι παρά τας όχθας του Κηφισσού ποταμού κατέστρεφον τα πάντα και κατέκαυσαν τας πόλεις Δρυμόν, Χαράδραν, Έρωχον, Τεθρώνιον, Αμφίκαιαν, Νέωνα, Πεδιέαν, Τριταίαν, Ελάτειαν, Υάμπολιν, Παραποταμίους και Άβας όπου ήτο πλούσιος ναός του Απόλλωνος, έχων θησαυρούς και πολλά αναθήματα· ήτο δε και τότε, και τώρα είναι εκεί χρηστήριον. Και τούτον μεν τον ναόν συλήσαντες ενέπρησαν· καταδιώκοντες δε τους Φωκείς, συνέλαβον τινάς εξ αυτών πλησίον των ορέων. Τινές δε γυναίκες απέθανον ως εκ του πλήθους των επ' αυτών ασελγησάντων.

34. Διελθόντες πλησίον των Παραποταμίων οι βάρβαροι έφθασαν εις τους Πανοπείς· εκείθεν δε εχωρίσθη ο στρατός εις δύο, και το πλείστον και δυνατώτατον μέρος, πορευόμενον μετά του Ξέρξου κατά των Αθηνών εισέβαλεν εις την Βοιωτίαν διά της γης των Ορχομενίων. Εμήδιζον δε όλοι οι Βοιωτοί, και τας πόλεις αυτών εφύλαττον Μακεδόνες πεμφθέντες υπό του Αλεξάνδρου· τας εφύλαττον δε θέλοντες διά τούτου να καταστήσωσι δήλον εις τον Ξέρξην ότι οι Βοιωτοί εφρόνουν τα των Μήδων. Ηρκέσθησαν λοιπόν οι βάρβαροι να διέλθωσι μόνον διά της χώρας ταύτης.

35. Το δε άλλο σώμα του στρατού μετά των οδηγών εκίνησε διά το ιερόν των Δελφών, έχον τον Παρνασσόν εις τα δεξιά και καταστρέφον όσα μέρη της Φωκίδος εύρισκε και αυτό. Αποσπασθέν εκ του άλλου στρατού διά να αρπάση τους θησαυρούς του ναού των Δελφών, και να τους φέρη εις τον βασιλέα, ενέπρησε κατά την διάβασίν του τας πόλεις των Πανοπέων, των Δαυλίων και των Αιολιδών. Ήκουσα δε ότι ο Ξέρξης, επειδή συνεχώς τω ωμίλουν περί αυτών, εγνώριζεν όλα τα εν τω ναώ άξια λόγου πράγματα και μάλιστα τα αναθήματα του Κροίσου του Αλυάττου, καλλίτερον ή όσα άφησεν εις την οικίαν του.

36. Οι δε Δελφοί ακούσαντες ότι επλησίαζον οι βάρβαροι εκυριεύθησαν υπό πανικού φόβου και ηρώτησαν το μαντείον εάν έπρεπε να κατορύξωσιν εις την γην τους ιερούς θησαυρούς ή να εκκομίσωσιν αυτούς εις άλλην χώραν. Ο δε θεός δεν τους άφησε να τους μετακινήσωσιν, ειπών ότι αυτός είναι ικανός να φυλάξη τα ιδικά του. Ακούσαντες λοιπόν ταύτα οι Δελφοί εφρόντιζον μόνον περί εαυτών. Και τα μεν τέκνα και τας γυναίκας έπεμψαν εις την Αχαΐαν, εξ αυτών δε οι μεν περισσότεροι ανέβησαν εις τας κορυφάς του Παρνασσού και έκρυψαν τα πράγματά των εις το Κωρύκιον άντρον, άλλοι δε έφυγον εις την Άμφισσαν της Λοκρίδος.

Ώστε όλοι οι Δελφοί εγκατέλειπον την πόλιν, πλην εξήκοντα ανδρών και του προφήτου (25).

37. Ότε επλησίασαν τόσον οι βάρβαροι ώστε να διακρίνωσι τον ναόν, τότε ο προφήτης όστις ωνομάζετο Ακήρατος είδε προ του ναού τα ιερά όπλα τα οποία εις ουδένα των ανθρώπων ήτο επιτετραμμένον να εγγίση και τα οποία είχον μεταφερθεί εκεί εκ των ένδον του μεγάρου. Και ούτος μεν έσπευσε να ανακοινώση το θαύμα τούτο εις τους εκεί παρόντας Δελφούς· οι δε βάρβαροι, άμα έφθασαν κατεπειγόντως εις τον ναόν της Προναίας Αθηνάς, συνέβησαν θαύματα πολύ μείζονα του πριν γενομένου θαύματος. Διότι ήναι μεν και τούτο θαύμα μέγα, όπλα πολεμικά να έλθωσιν έξω αυτόματα και να σταθώσι προ του ναού, τα μετά ταύτα όμως γενόμενα είναι άξια να θαυμάση τις πλειότερον από όλα τα τεράστια. Ότε οι βάρβαροι επερχόμενοι επλησίασαν εις τον ναόν της Προναίας Αθηνάς, τότε εκ μεν του ουρανού έπεσαν επ' αυτών κεραυνοί, από δε του Παρνασσού απορραγείσαι δύο κορυφαί εφέροντο μετά πολλού πατάγου κατ' αυτών και κατέλαβον πολλούς. Προσέτι δε εκ του ιερού της Προναίας βοή ηκούσθη και αλλαλαγμός.

38. Όλα ταύτα ομού επελθόντα ενέβαλον εις τους βαρβάρους φόβον. Μαθόντες δε οι Δελφοί ότι έφευγον, κατέβησαν κατ' αυτών και εφόνευσαν πλείστους· και όσοι εσώθησαν έφυγον κατ' ευθείαν εις τους Βοιωτούς. Έλεγον δε οι επιστρέψαντες ούτοι βάρβαροι, ως μανθάνω, ότι πλην τούτων είδον και άλλα πράγματα υπερφυσικά, και ότι δύο οπλίται υψηλότεροι παρ' όσον είναι οι άνθρωποι, τους ηκολούθουν φονεύοντες και καταδιώκοντες.

39. Ούτοι οι δύο, ως λέγουσιν οι Δελφοί, είναι ήρωες επιχώριοι, ο Φύλακος και ο Αυτόνους, των οποίων τα τεμένη είναι πλησίον του ναού. Του μεν Φυλάκου παρ' αυτήν την οδόν ανωτέρω του ναού της Προναίας, του δε Αυτονόου προς την πηγήν της Κασταλίας, κάτωθεν της Υαμπείας κορυφής. Οι δε πεσόντες από του Παρνασσού λίθοι έτι και εις τας ημέρας μου ήσαν σώοι, κείμενοι εις το τέμενος της Προναίας Αθηνάς, όπου έπεσαν κυλιόμενοι διά των βαρβάρων. Και τούτων μεν των ανδρών τοιαύτη υπήρξεν η από του ναού απομάκρυνσις.