Part 17
184. Μέχρι του μέρους τούτου και μέχρι των Θερμοπυλών ο στρατός των βαρβάρων ουδέν κακόν έπαθε, και την στιγμήν ταύτην ακόμη, κατά τον υπολογισμόν μου, ο αριθμός των πολεμιστών ήτο ο εξής. Επί των χιλίων διακοσίων επτά πλοίων της Ασίας, υπήρχον αρχήθεν, εξ όλων των εθνών, εικοσιτέσσαρες μυριάδες και χίλιοι τετρακόσιοι άνδρες, εάν υπολογίσωμεν διακόσιους εις έκαστον πλοίον. Εκτός δε του επιχωρίου πληρώματος, υπήρχον εις έκαστον των πλοίων τούτων τριάκοντα Πέρσαι, Μήδοι ή Σάκαι. Ούτος δε ο άλλος όμιλος αποτελεί τριάκοντα έξ χιλιάδας και διακοσίους δέκα άνδρας. Εις τούτους και εις τους πρώτους προσθέτω ακόμη και εκείνους οίτινες ήσαν εις τας πεντηκοντόρους, ογδοήκοντα άνδρας κατά μέσον όρον εις εκάστην πεντηκόντορον. Τοιαύτα δε πλοία, ως είπα προηγουμένως, συνελέχθησαν τρισχίλια και εν αυτοίς θα ήσαν περίπου διακόσιαι τεσσαράκοντα χιλιάδες άνδρες. Ώστε το όλον των εκ της Ασίας ναυτικών δυνάμεων ανέβαινεν εις πεντακοσίας δεκαεπτά χιλιάδας και εξακοσίους δέκα άνδρας· του δε πεζού ο αριθμός ανέβαινεν εις έν εκατομμύριον και επτακοσίας χιλιάδας· των δε ιππέων εις ογδοήκοντα χιλιάδας. Εις τούτους τους αριθμούς πρέπει να ενώσωμεν τους Αραβίους με τας καμήλους και τους Λίβυας με τα άρματα, το πλήθος των οποίων ήτο είκοσι χιλιάδες. Ώστε εάν προσθέσωμεν τας δυνάμεις της ξηράς και της θαλάσσης, έχομεν εν όλοις δύο εκατομμύρια τριακοσίας δεκαεπτά χιλιάδας και εξακοσίους δέκα άνδρας. Ούτος ήτο ο στρατός όστις εκίνησεν εξ αυτής της Ασίας, χωρίς να συμπεριλάβωμεν τους ακολουθούντας υπηρέτας και τα σιταγωγά πλοία και τους ναύτας αυτών.
185. Εις όλον τούτον τον απαριθμηθέντα στρατόν πρέπει να προσθέσωμεν ακόμη και όσον έλαβον εκ της Ευρώπης, περί του οποίου όμως μόνον κατ' εικασίαν δύναμαι να ομιλήσω. Πλοία μεν οι Έλληνες της Θράκης και των πλησίον αυτής νήσων έδοσαν εκατόν είκοσιν· εκ τούτων λοιπόν των πλοίων εκ μεν άνδρας εικοσιτέσσαρας χιλιάδας. Πεζόν δε, όσον έδοσαν οι Θράκες, οι Παίονες, οι Εορδοί, οι Βοττινίοι, το Χαλκιδικόν γένος, οι Βρύγοι, οι Πίερες, οι Μακεδόνες, οι Περραιβοί, οι Αινιάνες, οι Δόλοπες, οι Μάγνητες, οι Αχαιοί και όσοι νέμονται τα Θρακικά παράλια, όλων των εθνών τούτων το πεζόν νομίζω ότι ήτο τριακόσιοι χιλιάδες. Ο αριθμός ούτος προστιθέμενος εις τον της Ασίας, δίδει ολικόν ποσόν δύο εκατομμύρια εξακοσίας τεσσαράκοντα μίαν χιλιάδας και εξακοσίους δέκα πολεμιστάς.
186. Τοσούτου όντος του αριθμού των μαχίμων ανδρών, νομίζω ότι οι ακολουθούντες τον στρατόν υπηρέται και όσοι ήσαν εις τα σιταγωγά ακάτια, και μάλιστα οι εις τα άλλα πλοία, ούτοι δεν νομίζω να ήσαν ολιγώτεροι των μαχίμων, αλλά περισσότεροι· μολοντούτο υποθέτω ότι ήσαν ίσοι μ' εκείνους, και ούτε ολιγώτεροι ούτε περισσότεροι. Εξισούμενοι λοιπόν με τους μαχίμους, απαρτίζουσιν ίσας μυριάδας με εκείνους και τοιουτοτρόπως όλος ο στρατός τον οποίον ο Ξέρξης του Δαρείου έφερεν εις την Σηπιάδα και τας Θερμοπύλας είναι πέντε εκατομμύρια διακόσιαι ογδοήκοντα τρεις χιλιάδες και διακόσιοι είκοσι άνδρες.
187. Ούτος μεν είναι ο αριθμός σύμπαντος του στρατού του Ξέρξου· των δε αρτοποιών γυναικών, των παλλακών και των ευνούχων ουδείς δύναται να προσδιορίση τον αριθμόν ακριβώς. Ούτε των υποζυγίων και άλλων κτηνών αχθοφόρων και των Ινδικών κυνών των ακολουθούντων τον στρατόν, ούτε τούτων δύναταί τις να προσδιορίση τον αριθμόν, διότι ήσαν άπειροι. Ουδόλως λοιπόν θαυμάζω εάν δεν εξήρκεσαν εις αυτούς τα ύδατα ποταμών τινων, αλλά μάλλον θαυμάζω πώς ήρκεσαν αι τροφαί εις τοσαύτας μυριάδας· διότι υπολογίζων ευρίσκω ότι, εάν έκαστος ελάμβανεν ένα χοίνικα σίτου την ημέραν και ουχί πλειότερον, η καθημερνή κατανάλωσις θα ήτο εκατόν δέκα χιλιάδες και τριακόσιοι τεσσαράκοντα μέδιμνοι, και δεν υπολογίζω την τροφήν των γυναικών, των ευνούχων, των κυνών και των υποζυγίων. Μεταξύ δε τόσων μυριάδων ανθρώπων ουδείς διά το κάλλος και το μέγα ανάστημα ήτο αξιώτερος του Ξέρξου να έχη το απόλυτον κράτος.
188. Αφού δε ο ναυτικός στρατός κινήσας έπλευσε και προσήγγισεν εις τον αιγιαλόν της Μαγνησίας χώρας όστις είναι μεταξύ της πόλεως Κασθαναίας και της ακτής Σηπιάδος, τα μεν πρώτα των πλοίων εδέθησαν πλησίον της ξηράς, τα δε άλλα έμειναν επί των αγκυρών των. Επειδή δε ο αιγιαλός δεν είχεν έκτασιν, τα πλοία εστάθμευσαν κλιμακηδόν, ανά οκτώ εις εκάστην σειράν. Και εκείνην μεν την νύκτα έμειναν εκεί· άμα δε τω όρθρω, ενώ ήτο αιθρία και νηνεμία, αίφνης εγένετο αναβρασμός της θαλάσσης και επέπεσε κατά των Περσών τρικυμία βιαία και πολύς άνεμος απηλιώτης, τον οποίον οι περί ταύτα τα μέρη κατοικούντες καλούσιν Ελλησποντίαν. Όσοι λοιπόν εξ αυτών προείδον την αύξησιν του ανέμου και η θέσις εις ην ήσαν αγκυροβολημένοι το συνεχώρει, προέλαβον τα αποτελέσματα της τρικυμίας και είλκυσαν τα πλοία εις την ξηράν, ώστε και αυτοί εσώθησαν και τα πλοία των. Όσα δε πλοία κατέλαβεν η τρικυμία εις το πέλαγος, άλλα μεν ήρπασε και έρριψεν εις τους καλουμένους Ιπνούς του Πηλίου όρους, άλλα δε εκεί εις τον αιγιαλόν. Τινά συνετρίβησαν περί αυτήν την Σηπιάδα, άλλα δε εξέβρασεν η θάλασσα εις την πόλιν Μελίβοιαν και άλλα εις την Κασθαναίαν. Ήτο δε η ορμή του ανέμου αφόρητος.
189. Διηγούνται ότι οι Αθηναίοι κατά χρησμόν τινα επεκαλέσαντο τον Βορέαν· καθότι, πλην των προηγουμένων χρησμών, τοις είχεν έλθει και χρησμός να επικαλεσθώσι τον γαμβρόν των. Ο δε Βορέας, ως λέγουσιν οι Έλληνες, έχει γυναίκα Αττικήν, την Ωρείθυιαν, θυγατέρα του Ερεχθέως. Ένεκα λοιπόν της επιγαμίας ταύτης οι Αθηναίοι, άμα ήκουσαν τον χρησμόν, ενθυμήθησαν ότι γαμβρός των ήτο ο Βορέας. Εναυλόχουν δε τότε εις την Χαλκίδα της Ευβοίας· όθεν άμα είδον αυξάνουσαν την τρικυμίαν, ή και προ αυτής, έκαμον θυσίαν και επεκαλούντο τον Βορέαν και την Ωρείθυιαν να τους βοηθήσωσι και να καταστρέψωσι τα πλοία των βαρβάρων, ως τα είχον καταστρέψει προηγουμένως περί τον Άθωνα. Εάν μεν διά την αιτίαν ταύτην επέπεσεν ο Βορέας εις τους σταθμεύοντας βαρβάρους, δεν δύναμαι να βεβαιώσω· λέγουσιν όμως οι Αθηναίοι ότι γενόμενος πρότερον βοηθός των τους εβοήθησε και εις εκείνην την περίστασιν. Διά τούτο, αφού ανεχώρησαν εκείθεν, ήγειραν ιερόν εις τον Βορέαν παρά τας όχθας του ποταμού Ιλισσού.
190. Εις ταύτην την συμφοράν, κατ' εκείνους οίτινες λέγουσι το ολιγώτατον, κατεστράφησαν πλοία ουχί ολιγώτερα των τετρακοσίων και άνθρωποι αναρίθμητοι. Τόση δε αφθονία πραγμάτων εχάθη ώστε εκ του ναυαγίου εκείνου ωφελήθη μεγάλως Μάγνης τις, ο Αμεινοκλής του Κρητίνου, έχων κτήματα περί την Σηπιάδα. Ούτος συνήθροισε πολλά ποτήρια χρυσά και αργυρά τα οποία ύστερον ερρίφθησαν εις το παράλιον, και εύρε θησαυρούς των Περσών και άλλα χρυσά αντικείμενα άπειρα. Και ούτος μεν εκ των ευρημάτων τούτων εγένετο πλουσιώτατος, μολονότι κατά τα άλλα δεν ήτο ευτυχής, καθότι συμφορά απαραμύθητος τον έθλιβεν ο φόνος του υιού του.
191. Τας δε σιταγωγούς ολκάδας και τα άλλα πλοιάρια ούτε να αριθμήση τις δύναται. Ώστε φοβηθέντες οι στρατηγοί του ναυτικού στρατού μήπως επιτεθώσι κατ' αυτών οι Θεσσαλοί εις τοιαύτην κατάστασιν, περιεκυκλώθησαν με υψηλόν πρόφραγμα κατασκευασθέν εκ των ναυαγίων. Η τρικυμία διήρκεσεν ημέρας τρεις· τέλος οι μάγοι προσέφεραν θυσίας εις τον άνεμον και έκραξαν προς αυτόν γοερώς· προσέτι δε θυσιάσαντες εις την Θέτιδα και εις τας Νηρηίδας, τον έπαυσαν την τετάρτην ημέραν, ή και απλώς αφ' εαυτού εκόπασεν. Εθυσίασαν δε εις την Θέτιδα, καθότι έμαθον από τους Ίωνας ότι εκ του μέρους εκείνου ήρπασεν αυτήν ο Πηλεύς και ότι όλη η ακτή της Σηπιάδος ήτο εκείνης και των άλλων Νηρηίδων. Ο μεν άνεμος λοιπόν έπαυσε την τετάρτην ημέραν.
192. Την δε δευτέραν ημέραν της τρικυμίας οι ημεροσκόποι της Ευβοίας έδραμον να αναγγείλωσιν εις τους Έλληνας τα συμβάντα και τας καταστροφάς της τρικυμίας αφότου ήρχισεν αύτη. Ούτοι δε άμα ήκουσαν τούτο ευχηθέντες εις τον Ποσειδώνα σωτήρα και χύσαντες σπονδάς, έσπευσαν τάχιστα να επιστρέψωσιν εις το Αρτεμίσιον, ελπίζοντες ότι ολίγιστα μόνον εχθρικά πλοία θα εύρισκον εκεί. Οι μεν Έλληνες λοιπόν ελθόντες το δεύτερον περί το Αρτεμίσιον εναυλόχουν, έκτοτε λαβόντες την μέχρι σήμερον διατηρουμένην συνήθειαν να καλώσι σωτήρα τον Ποσειδώνα.
193. Οι δε βάρβαροι αφού έπαυσεν ο άνεμος και τα κύματα έστρωσαν, καταβιβάσαντες τα πλοία έπλεον παρά την ήπειρον· κάμψαντες δε το ακρωτήριον της Μαγνησίας, έπλεον κατ' ευθείαν προς τον κόλπον όστις φέρει εις τας Παγασάς. Είναι δε εις τον κόλπον τούτον της Μαγνησίας μέρος τι όπου λέγουσιν ότι εγκατέλιπον τον Ηρακλέα ο Ιάσων και οι άλλοι αργοναύται, πέμψαντες αυτόν να φέρη ύδωρ, ότε έπλεον διά το χρυσούν δέρας εις την Αίαν της Κολχίδος· καθότι εντεύθεν έμελλον να προμηθευθώσιν ύδωρ και να εξέλθωσιν εις το πέλαγος. Ένεκα του γεγονότος τούτου το μέρος εκείνο καλείται Αφεταί, και εκεί ωρμίσθησαν τα πλοία του Ξέρξου.
194. Δεκαπέντε εκ των πλοίων τούτων, τα οποία έτυχον να αναχθώσιν ύστερον των άλλων, παρετήρησαν τα πλοία των Ελλήνων εις το Αρτεμίσιον. Νομίσαντες δε οι βάρβαροι ότι ήσαν ιδικά των, διευθύνθησαν προς το μέρος εκείνο και έπεσαν εις το μέσον του εχθρικού στόλου. Των δεκαπέντε εκείνων πλοίων εστρατήγει ο εκ της Αιολικής Κύμης ύπαρχος Σανδώκης του Θαμασίου, τον οποίον όντα εκ των βασιλικών δικαστών, ο βασιλεύς Δαρείος συνέλαβε και ανεσταύρωσε διά την εξής αιτίαν· ο Σανδώκης, δωροδοκηθείς, εδίκασε δίκην άδικον. Ήτο δε ήδη ο Σανδώκης επί του σταυρού, ότε ο Δαρείος σκεπτόμενος εύρεν ότι αι προς τον βασιλικόν οίκον εκδουλεύσεις του ήσαν πλειότεραι των σφαλμάτων του· ευρών δε τούτο και ενοήσας ότι η απόφασίς του ήτο εσπευσμένη μάλλον ή σοφή, διέταξε να τον απολύσωσι. Τοιουτοτρόπως ο Σανδώκης, διαφυγών την οργήν του βασιλέως Δαρείου έζησεν· αλλ' ότε επλησίασε με τα πλοία εις τους Έλληνας, δεν ήτο πεπρωμένον να διαφύγη εκ δευτέρου· διότι οι Έλληνες, άμα τους είδον πλησιάζοντας, εννοήσαντες το λάθος των, έπλευσαν εναντίον των και τους συνέλαβον ευκόλως.
195. Εις έν των πλοίων τούτων συνελήφθη ο Αρίδωλις, τύραννος των εν Καρία Αλαβάνδων· εις έτερον δε ο Πάριος στρατηγός Πενθύλος, υιός του Δημονόου, όστις είχε μεν δώδεκα πλοία ότε εκίνησαν εκ της Πάφου, τα ένδεκα όμως απώλεσε κατά την τρικυμίαν την συμβάσαν περί την Σηπιάδα, και με έν μόνον, το περισωθέν, πλέων εις το Αρτεμίσιον συνελήφθη. Τούτους οι Έλληνες, ερωτήσαντες και μαθόντες όσα ήθελον περί του στρατού του Ξέρξου, έπεμψαν δεδεμένους εις τον ισθμόν της Κορίνθου.
196. Ο ναυτικός λοιπόν στρατός των βαρβάρων, πλην των δεκαπέντε πλοίων των οποίων στρατηγός είπον ότι ήτο ο Σανδώκης, έφθασεν εις τας Αφετάς. Ο δε Ξέρξης μετά του πεζού πορευθείς διά της Θεσσαλίας και της Αχαΐας, έφθασε την τρίτην ημέραν εις τους Μαλιείς. Εις την Θεσσαλίαν διέταξε να γίνη άμιλλα μεταξύ των ίππων του και των της Θεσσαλίας, καθότι ήκουεν ότι οι Θεσσαλικοί ίπποι εθεωρούντο ως οι άριστοι εις την Ελλάδα, και εις ταύτην την δοκιμασίαν οι Ελληνικοί ίπποι εφάνησαν πολύ κατώτεροι. Και εκ μεν των ποταμών της Θεσσαλίας μόνος ο Ονόχωνος δεν εξήρκεσε διά να πίη ο στρατός· εκ δε των ποταμών όσοι ρέουσιν εις την Αχαΐαν, ουδέ ο μέγιστος αυτών ο Απιδανός, ουδέ ούτος εξήρκεσεν, ειμή μόλις και μετά βίας.
197. Ότε δε έφθασεν ο Ξέρξης εις την Άλον της Αχαΐας, οι οδηγοί θέλοντες να τον πληροφορήσωσι περί πάντων, τω διηγήθησαν επιχωρίαν τινά παράδοσιν περί του ιερού του Λαφυστίου Διός· ότι ο Αθάμας του Αιόλου συμφωνήσας με την Ινώ εμηχανεύθη τον θάνατον του Φρίξου, και ότι μετά ταύτα κατά τινα χρησμόν οι Αχαιοί επέβαλον εις τους απογόνους του Αθάμαντος τας εξής δοκιμασίας· απηγόρευσαν εις τον πρωτότοκον της οικογενείας ταύτης να εισέρχεται εις το πρυτανείον φυλάσσοντες επιμελώς την είσοδον αυτού (καλούσι δε το πρυτανείον οι Αχαιοί λήιτον). Εάν δε τολμήση και εισέλθη, να μη εξέρχεται ειμή διά να θανατωθή. Οι οδηγοί προσέθετον ότι πολλοί από τους κινδυνεύοντας τούτους να θανατωθώσι, φοβηθέντες έφυγον εις άλλην χώραν· επειδή δε με τον καιρόν επέστρεψαν, πάλιν ο νόμος φυλάττεται, και όστις συλληφθή ότι εισήλθεν εις το πρυτανείον, τον στολίζουσιν όλον με ταινίας και τον θυσιάζουσιν, εξάγοντες αυτόν μετά πομπής. Εις την αυτήν δε ποινήν κατεδικάσθησαν και οι απόγονοι του Κυτισσώρου, υιού του Φρίξου· καθότι ετοιμαζομένων κατά χρησμόν τινα των Αχαιών να κάμωσιν εξιλαστήριον θυσίαν προς καθαρισμόν της χώρας και μελλόντων να θυσιάσωσι τον Αθάμαντα του Αιόλου, φθάσας ο Κυτίσσωρος ούτος εκ της Αίας της Κολχίδος, τον έσωσε. Διά ταύτης δε της πράξεως επέσυρεν εις τους απογόνους του την οργήν των θεών. Ταύτα ακούσας ο Ξέρξης, όταν ήλθε πλησίον του άλσους, και αυτός απέφυγε να εισέλθη εις αυτό, και εις τον στρατόν όλον παρήγγειλε τα ίδια· εσεβάσθη δε ομοίως την οικίαν και το τέμενος των απογόνων του Αθάμαντος.
198. Ταύτα μεν τα εν Θεσσαλία και τα εν Αχαΐα· εκ τούτων δε των επαρχιών ο βασιλεύς μετέβη εις την Μαλίδα, ακολουθών τα άκρα κόλπου τινός όπου καθ' ημέραν γίνεται παλίρροια. Περί τον κόλπον τούτον εκτείνεται πεδιάς οτέ μεν πλατεία, οτέ δε στενωτάτη, περικυκλουμένη υπό ορέων υψηλών και αβάτων, τα οποία περικλείουσιν όλην την Μαλίδα γην και καλούνται Τραχίνιαι πέτραι. Όταν έρχεται τις εκ της Αχαΐας εις τον κόλπον, η πρώτη πόλις είναι η Αντικύρα, πλησίον της οποίας ο ποταμός Σπερχειός, ρέων εκ των Αινιάνων, χύνεται εις την θάλασσαν. Είκοσι περίπου στάδια μακράν αυτού είναι άλλος ποταμός, ο Δύρας, όστις ως λέγουσιν ανεφάνη διά να βοηθήση τον Ηρακλέα καιόμενον. Μετά άλλα δε είκοσι στάδια απ' αυτού είναι άλλος ποταμός όστις καλείται Μέλας.
199. Η δε πόλις Τραχίς απέχει από του Μέλανος τούτου ποταμού πέντε στάδια· είναι δε εκτισμένη επί του πλατυτάτου μέρους όλης της χώρας, μεταξύ των ορέων και της θαλάσσης· καθότι η πεδιάς είναι είκοσι δύο χιλιάδων πλέθρων. Τα δε όρη τα οποία περικλείουσι την Τραχινίαν γην έχουσι προς μεσημβρίαν της Τραχίνος διασφάγα, διά δε της διασφάγος ρέει ο ποταμός Ασωπός παρά τους πρόποδας του όρους.
200. Προς μεσημβρίαν του Ασωπού υπάρχει και άλλος ποταμός όχι μέγας, ο Φοίνιξ, όστις καταβαίνων εκ των ορέων τούτων χύνεται εις τον Ασωπόν. Κατά το μέρος τούτου του Φοίνικος ποταμού η δίοδος είναι στενωτάτη, και μόνον μία άμαξα δύναται να διέλθη δι' αυτής. Από δε του Φοίνικος ποταμού εις τας Θερμοπύλας είναι στάδια δεκαπέντε· και εις μεταξύ του Φοίνικος ποταμού και των Θερμοπυλών είναι κώμη καλουμένη Ανθήλη, πλησίον της οποίας ρέων ο Ασωπός χύνεται εις την θάλασσαν. Περί αυτήν ο χώρος ευρύνεται, και εκεί υπάρχει ναός της Αμφκτυονίδος Δήμητρος και έδραι διά τους Αμφικτύονας, και ιερόν αυτού του Αμφικτύονος.
201. Ο μεν βασιλεύς Ξέρξης είχε το στρατόπεδόν του εις την Μαλίδα της Τραχινίας, οι δε Έλληνες εις το στενόν. Καλείται δε ο χώρος ούτος υπό μεν των περισσοτέρων Ελλήνων Θερμοπύλαι, υπό δε των επιχωρίων και των περιοίκων Πύλαι. Εις ταύτα τα μέρη ήσαν εστρατοπεδευμένοι οι δύο στρατοί. Είχον δε ο μεν βασιλεύς τα προς βοράν μέρη όλα μέχρι της Τραχίνος, οι δε Έλληνες τα προς νότον και μεσημβρίαν της ηπείρου ταύτης.
202. Οι Έλληνες δε οίτινες περιέμενον τον Ξέρξην εις τούτο το μέρος, ήσαν οι εξής· εκ των Σπαρτιατών τριακόσιοι οπλίται· εκ των Τεγεατών και Μαντινέων χίλιοι, ήτοι πεντακόσιοι εξ εκατέρου έθνους· εκ του Ορχομενού της Αρκαδίας εκατόν είκοσι, και εκ της λοιπής Αρκαδίας χίλιοι. Τοσούτοι ήσαν εκ των Αρκάδων. Εκ δε της Κορίνθου τετρακόσιοι, εκ του Φλιούντος διακόσιοι και εκ των Μυκηναίων ογδοήκοντα. Ούτοι ήλθον εκ της Πελοποννήσου· εκ δε της Βοιωτίας ήλθον επτακόσιοι Θεσπιείς και τετρακόσιοι Θηβαίοι.
203. Προς τούτοις προσεβλήθησαν και ήλθον οι Οπούντιοι Λοκροί πανστρατιά, και χίλιοι Φωκείς. Τους εκάλεσαν δε εις βοήθειαν οι Έλληνες, λέγοντες διά πρέσβεων ότι αυτοί μεν ήλθον προς το παρόν, οι δε λοιποί σύμμαχοι περιμένονται ημέρα τη ημέρα και ότι η θάλασσα ήτο ησφαλισμένη και εφυλάσσετο υπό των Αθηναίων, των Αιγινητών και των άλλων των τεθέντων εις τον ναυτικόν στρατόν· προσέτι δε ότι δεν είχον τίποτε να φοβηθώσι, καθότι ο κατά της Ελλάδος επερχόμενος δεν ήτο θεός, αλλ' άνθρωπος· δεν υπάρχει δε ουδέ θα υπάρξη ποτέ θνητός εις τας τύχας του οποίου από της γεννήσεώς του να μη ανεμίχθησαν και δυστυχίαι· μάλιστα δε εις τας τύχας των μεγάλων ανεμίχθησαν μέγισται. Είναι λοιπόν άφευκτον, έλεγον, και ο καθ' ημών επερχόμενος, καθό θνητός, να εκπέση ποτέ της δόξης του. Ταύτα ακούσαντες εκείνοι έσπευσαν να πέμψωσιν επικουρίας εις την Τραχίνα.
204. Είχον μεν και άλλους στρατηγούς οι Έλληνες, εκάστη πόλις τον ίδιον εαυτής, ο υπέρ πάντας όμως θαυμαζόμενος και έχων την αρχηγίαν όλου του στρατεύματος ήτο ο Λακεδαιμόνιος Λεωνίδας, υιός του Αναξανδρίδου, υιού του Λέοντος, του Ευρυκρατίδου, του Αλεξάνδρου, του Ευρυκράτους, του Πολυδώρου, του Αλκαμένους, του Τηλέκλου, του Αρχελάου, του Αγησιλάου, του Δορύσσου, του Λεωβότου, του Εχεστράτου, του Άγιδος, του Ευρυσθένους, του Αριστοδήμου, του Αριστομάχου, του Κλεοδαίου, του Ύλλου, του Ηρακλέους. Έλαβε δε την βασιλείαν της Σπάρτης απροσδοκήτως.
205. Ο Λεωνίδας είχε δύο αδελφούς πρεσβυτέρους, τον Κλεομένη και τον Δωριέα· μακράν ήτο λοιπόν να φαντασθή ότι ήτο δυνατόν να γίνη βασιλεύς. Αλλ' επειδή ο μεν Κλεομένης απέθανεν άνευ τέκνου άρρενος, ο δε Δωριεύς δεν υπήρχε πλέον αλλ' είχεν αποθάνει εις την Σικελίαν, τοιουτοτρόπως έλαχεν η βασιλεία εις τον Λεωνίδαν· διότι είχε γεννηθή προ του Κλεομβρότου, όστις ήτο ο μικρότατος υιός του Αναξανδρίδου, και προσέτι είχε νυμφευθή την θυγατέρα του Κλεομένους. Ούτος λοιπόν ο Λεωνίδας μετέβη τότε εις τας Θερμοπύλας εκλέξας και λαβών μεθ' εαυτού τριακοσίους άνδρας εις την ακμήν της ηλικίας και έχοντας τέκνα. Διερχόμενος δε παρέλαβε τους Θηβαίους τους οποίους ανέφερα εις την απαρίθμησιν και των οποίων στρατηγός ήτο ο Λεοντιάδης του Ευρυμάχου. Εφρόντισε δε ο Λεωνίδας να παραλάβη εκ των Ελλήνων μόνον τους Θηβαίους, καθότι εκατηγορούντο πολύ ότι εμήδιζον. Όθεν προσεκάλεσεν αυτούς εις τον πόλεμον διά να ίδη εάν θα πέμψωσι μετ' αυτού στρατόν, ή θα αρνηθώσιν αναφανδόν την συμμαχίαν των Ελλήνων. Οι δε Θηβαίοι, μολονότι είχον άλλα φρονήματα, έδοσαν όμως στρατόν.
206. Οι Σπαρτιάται έπεμψαν πρώτους τούτους τους τριακοσίους και τον Λεωνίδαν, διά να λάβωσι τα όπλα και οι άλλοι σύμμαχοι, και να μη μηδίσωσιν, εάν μάθωσι τον δισταγμόν αυτών. Μετά ταύτα δε, επειδή τους εμπόδιζεν η εορτή των Καρνείων, εσκόπευον, αφού εορτάσωσι και αφήσωσι φύλακας εις την Σπάρτην, να σπεύσωσι τάχιστα προς βοήθειαν πανδημεί. Τούτο εσκόπευον να πράξωσι και οι άλλοι σύμμαχοι, καθότι συγχρόνως με ταύτας τας περιστάσεις συνέπεσε να ήναι Ολυμπιάς. Φρονούντες δε ότι ο πόλεμος των Θερμοπυλών δεν ήθελε διεξαχθή τόσον ταχέως, έπεμψαν τους προδρόμους. Αυτοί μεν ταύτα εσκέφθησαν να πράξωσι.
207. Οι δε εν Θερμοπύλαις Έλληνες, όταν ο Πέρσης επλησίασεν εις το στενόν, εφοβήθησαν και εσκέπτοντο να αναχωρήσωσι. Και οι μεν άλλοι Πελοποννήσιοι γνωμάτευον να επιστρέψωσιν εις την Πελοπόννησον και να φυλάξωσι τον Ισθμόν· ο δε Λεωνίδας, ιδών ότι οι Φωκείς και οι Λοκροί δυσαρεστήθησαν δι' αυτήν την γνώμην, εψήφισε να μείνωσιν εκεί, και πέμψαντες κήρυκας εις τας πόλεις να τας παρακινήσουν να πέμψουν βοηθείας, λέγοντες ότι αυτοί είναι ολίγοι διά να αποδιώξωσι τον στρατόν των Μήδων.
208. Ενώ δε ούτοι εβουλεύοντο ταύτα, ο Ξέρξης έπεμψε κατάσκοπον ιππέα διά να ίδη πόσοι ήσαν και τι έπραττον· καθότι ων ακόμη εις την Θεσσαλίαν είχεν ακούσει ότι ολίγιστοι ήσαν συνηθροισμένοι εις εκείνο το μέρος, και ότι αρχηγοί αυτών ήσαν οι Λακεδαιμόνιοι και ο Λεωνίδας όστις κατήγετο από τον Ηρακλέα. Όταν δε επλησίασεν ο ιππεύς προς το στρατόπεδον, εθεώρησεν αλλά δεν είδεν ακριβώς όλον το στρατόπεδον· καθότι εκείνους μεν οίτινες ήσαν τεταγμένοι έσωθεν και εφύλαττον το τείχος το οποίον είχον ανεγείρει δεν ηδύνατο να ίδη, είδε δε μόνον τους έξω, των οποίων τα όπλα εστηρίζοντο επί του τείχους. Έτυχον δε κατ' εκείνην την στιγμήν να ήναι τεταγμένοι έξω οι Λακεδαιμόνιοι. Είδε λοιπόν άλλους μεν εξ αυτών γυμναζομένους, άλλους δε κτενιζομένους τας κόμας. Ταύτα ιδών εθαύμασε και εμέτρησεν αυτούς. Αφού δε παρετήρησε τα πάντα ακριβώς, επέστρεψεν οπίσω ησύχως· καθότι κανείς δεν τον κατεδίωξε· μόλις μάλιστα επρόσεξαν εις αυτόν. Επιστρέψας δε είπεν είς τον Ξέρξην όλα όσα είδε.
209. Ακούσας ταύτα ο Ξέρξης δεν ηδύνατο να εννοήση εκείνο το οποίον ήτο τωόντι· ότι αυτοί ητοιμάζοντο να θανατωθώσιν αφού θανατώσωσιν όσους δυνηθώσιν. Αλλ' επειδή τω εφαίνοντο ότι έπραττον γελοία πράγματα, εκάλεσε τον Δημάρατον του Αρίστωνος, ευρισκόμενον εις το στρατόπεδον. Ελθόντα δε ηρώτα ο Ξέρξης περί όλων τούτων, θέλων να μάθη τι ήτο εκείνο το οποίον έκαμνον οι Λακεδαιμόνιοι. Εκείνος δε τω απεκρίθη· «Με ήκουσες και πρότερον, ότε εκινούμεν διά την Ελλάδα, να σε ομιλώ περί των ανθρώπων τούτων· ακούσας δε εγέλασες με εμέ, διότι σε προείπον πώς έμελλον να γίνωσι τα πράγματα ταύτα. Εν τούτοις εγώ φιλοτιμούμαι πάντοτε, ω βασιλεύ, να λέγω ενώπιόν σου την αλήθειαν. Άκουσόν με λοιπόν και τώρα. Οι άνθρωποι ούτοι ήλθον να μας εμποδίσωσι την δίοδον του στενού, και τούτο ετοιμάζονται να πράξωσιν. Είναι δε εις αυτούς ο εξής νόμος· όταν μέλλωσι να κινδυνεύσωσι την ζωήν των, τότε κοσμούσι τας κεφαλάς. Μάθε δε, ότι εάν νικήσης αυτούς και εκείνους όσοι έμειναν εις την Σπάρτην, δεν υπάρχει άλλο έθνος, ω βασιλεύ, το οποίον να τολμήση να εγείρη χείρα κατά σου· διότι τώρα βαδίζεις κατά των πολιτών του λαμπροτέρου βασιλείου της Ελλάδος και κατ' ανδρών γενναιοτάτων.» Όλοι όμως οι λόγοι ούτοι εφάνησαν εις τον Ξέρξην ελαχίστης πίστεως άξιοι, και ηρώτησε τον Δημάρατον εκ δευτέρου πώς, τοσούτοι όντες, θα πολεμήσωσι με τον στρατόν του. Ο δε Δημάρατος απεκρίθη· «Ο βασιλεύ, έχε με ως ψεύστην εάν τα πράγματα δεν εκβώσιν ούτως ως εγώ λέγω.»
210. Ταύτα λέγων δεν έπειθε τον Ξέρξην, όστις άφησε να παρέλθωσι τέσσαρες ημέραι, ελπίζων πάντοτε ότι αυτοί θα φύγωσι· την δε πέμπτην ημέραν, επειδή δεν ανεχώρουν, αλλ' εφαίνοντο εις αυτόν ότι έμενον από αναίδειαν και ανοησίαν, θυμωθείς εξέπεμψε κατ' αυτών τους Μήδους και τους Κισσίους, με την διαταγήν να τους συλλάβωσι και να τους φέρωσιν ενώπιόν του. Επέπεσαν λοιπόν οι Μήδοι κατά των Ελλήνων μανιωδώς, αλλ' έπεσαν πολλοί· τότε επέπεσαν και οι Κίσσιοι, αλλά δεν ηδυνήθησαν να κλονίοωσι τους εχθρούς των, με όλην την ορμήν της επιθέσεως. Τότε εγένετο καταφανές εις όλους και ιδίως εις τους οφθαλμούς του Ξέρξου, ότι ο βασιλεύς είχε μεν πολλούς ανθρώπους, άνδρας όμως ολίγους. Διήρκεσε δε η συμπλοκή όλην την ημέραν.
211. Επειδή δε οι Μήδοι έπαθον πολύ, τότε αυτοί μεν υπεχώρησαν, διεδέχθησαν δε αυτούς οι Πέρσαι εκείνοι τους οποίους ο βασιλεύς εκάλει αθανάτους· αρχηγός αυτών ήτο ο Υδάρνης, και ο βασιλεύς ενόμισεν ότι τους έπεμπεν εις εύκολον νίκην. Αλλά και ούτοι συμπλακέντες με τους Έλληνας, ουδέν περισσότερον κατώρθωσαν του Μηδικού στρατού· καθότι και εις στενώτατον μέρος εμάχοντο, και δόρατα μετεχειρίζοντο βραχύτερα των Ελληνικών, και πλήθος δεν ηδύναντο να μεταχειρισθώσι πολύ. Οι δε Λακεδαιμόνιοι εμάχοντο θαυμασίως και έδειξαν τι δύνανται άνδρες εξησκημένοι εις τον πόλεμον εναντίον μη εξησκημένων. Όταν έστρεφον τα νώτα όλοι ομού διά να φύγωσι δήθεν, τότε οι βάρβαροι βλέποντες αυτούς φεύγοντας επήρχοντο μετά βοής και πατάγου· αλλ' οι Λακεδαιμόνιοι, άμα εκείνοι επλησίαζον να τους φθάσωσι, μεταστρεφόμενοι κατέβαλλον πλήθος αναρίθμητον Περσών· έπιπτον δε και εξ αυτών των Σπαρτιατών ολίγοι. Επειδή δε οι Πέρσαι με όλας τας προσπαθείας των, είτε κατά τάγματα ορμώντες, είτε διά διαφόρων άλλων τρόπων, δεν ηδυνήθησαν να καταλάβωσιν ουδέν μέρος του στενού, έφυγον οπίσω.
212. Κατά τας φάσεις ταύτας της μάχης λέγεται ότι ο βασιλεύς θεωρών ανετινάχθη τρις εκ του θρόνου, φοβηθείς διά τον στρατόν. Και τότε μεν όντως ηγωνίσθησαν· την δε δευτέραν ημέραν οι βάρβαροι δεν έπραξαν άλλο τι καλλίτερον. Η αριθμητική αδυναμία των Ελλήνων, η ελπίς ότι αι πληγαί των θα τους καθίστων ανικάνους να εγείρωσι χείρας εναντίον των, ενεθάρρυνον τους Πέρσας να αρχίσωσι πάλιν την μάχην. Αλλ' οι Έλληνες διηρημένοι κατά τάγματα και έθνη, επολέμησαν αλλήλοδιαδόχως, πλην των Φωκέων, καθότι ούτοι είχον διαταχθή να αναβώσιν εις την κορυφήν του όρους διά να φυλάττωσι την ατραπόν. Μη βλέποντες λοιπόν οι Πέρσαι καμμίαν διαφοράν μεταξύ της ημέρας εκείνης και της προλαβούσης, έφυγον εκ δευτέρου.