Part 15
135. Αξιοθαύμαστος είναι η τόλμη των ανδρών τούτων και οι εξής λόγοι των. Πορευόμενοι εις τα Σούσα έφθασαν εις τον οίκον του Υδάρνου. Ήτο δε ο Υδάρνης ούτος Πέρσης το γένος και στρατηγός των παραθαλασσίων επαρχιών της Ασίας. Δεικνύων δε φιλοφροσύνην εις τους δύο Σπαρτιάτας, τους εκάλεσεν εις δείπνον, και ενώ τους εξένιζε, τους ηρώτησε λέγων τα εξής· «Άνδρες Λακεδαιμόνιοι, διατί αποφεύγετε να γίνετε φίλοι του βασιλέως; Αποβλέψατε εις εμέ και εις την ευτυχίαν μου διά να πληροφορηθήτε πόσον ο βασιλεύς ηξεύρει να τιμά τους γενναίους άνδρας. Εάν λοιπόν και υμείς αφιερωθήτε εις τον βασιλέα επειδή σας εκτιμά ως γενναίους άνδρας, δύνασθε να γίνετε ηγεμόνες γης ελληνικής την οποίαν ήθελε δώσει εις έκαστον υμών ο βασιλεύς.» Προς ταύτα εκείνοι απεκρίθησαν· «Ύδαρνες, συμβουλεύεις ημάς χωρίς να γνωρίζης επίσης και τα δύο πράγματα περί των οποίων ομιλείς· διότι περί του ενός μεν συμβουλεύεις εκ πείρας, του άλλου όμως ουδεμίαν πείραν έχεις. Ηξεύρεις τι εστί δουλεία, ελευθερίας όμως δεν επειράθης εισέτι και αγνοείς εάν ήναι γλυκεία ή όχι· διότι εάν επειράσο αυτής θα μας συνεβούλευες να πολεμώμεν δι' αυτήν ουχί μόνον με δόρατα, αλλά και με πελέκεις.» Ταύτα απεκρίθησαν προς τον Υδάρνη.
136. Όταν δε εκείθεν έφθασαν εις τα Σούσα και ενεφανίσθησαν εις τον βασιλέα, πρώτον μεν, επειδή οι δορυφόροι τους επρόσταζον και τους ηνάγκαζον να προσκυνήσωσι τον βασιλέα προσπίπτοντες, είπον ότι δεν πράττουσι τούτο έστω και αν πρόκηται να πέση η κεφαλή των. «Δεν υπάρχει συνήθεια, είπον, παρ' ημίν να προσπίπτωμεν ενώπιον ανθρώπου, ούτε ήλθομεν διά τούτο.» Αφού δε απεποιήθησαν να πράξωσι τούτο, είπον έπειτα προς τον βασιλέα τα εξής· «Ω βασιλεύ των Μήδων, οι Λακεδαιμόνιοι έπεμψαν ημάς αντί των εν Σπάρτη θανατωθέντων κηρύκων, όπως αποτίσωμεν την ποινήν του εγκλήματος τούτου.» Ταύτα είπον, ο δε Ξέρξης υπό μεγαλοφροσύνης είπεν ότι δεν ήθελε να γίνη όμοιος με τους Λακεδαιμονίους· ότι εκείνοι μεν, φονεύσαντες κήρυκας, παρεβίασαν νόμους τους οποίους όλοι οι άνθρωποι αναγνωρίζουσιν· αυτός όμως δεν θα πράξη εκείνο διά το οποίον ελέγχει τους άλλους ούτε θα εξαγνίση τους Λακεδαιμονίους φονεύων τους απεσταλμένους των.
137. Τοιουτοτρόπως και επειδή έπραξαν τούτο οι Σπαρτιάται, έπαυσε τότε παραυτίκα η οργή του Ταλθυβίου, μολονότι ο Σπερθίας και ο Βούλις δεν εφονεύθησαν αλλ' επέστρεψαν εις την Σπάρτην αβλαβείς. Μετά πολύν όμως χρόνον ύστερον, η μήνις αύτη ανενεώθη, ως λέγουσιν οι Λακεδαιμόνιοι, κατά τον πόλεμον μεταξύ Πελοποννησίων και Αθηναίων. Και αληθώς, εις αυτό το οποίον μέλλω να διηγηθώ με φαίνεται ότι υπάρχει τι όλως υπερφυσικόν· ότι η οργή του Ταλθυβίου έπεσεν εις πρέσβεις· ότι δεν έπαυσε πριν ή φέρη αποτέλεσμα, το δίκαιον ούτως ήτο. Να πέση όμως εις τους υιούς των ανδρών εκείνων οίτινες διά να κάμψωσι την οργήν ταύτην ανέβησαν προς τον βασιλέα, εις τον Ανήριστον τον υιόν του Σπερθίου (όστις λαβών ολκάδα πλήρη ανδρών ελήστευσε τους αλιείς της Τίρυνθος), τούτο καθιστά εις εμέ προφανές ότι το πράγμα εγένετο θεόθεν ένεκα της οργής. Πεμφθέντες οι δύο ούτοι υπό των Λακεδαιμονίων ως πρέσβεις εις την Ασίαν και προδοθέντες υπό του Σιτάλκου του Τήρου, βασιλέως των Θρακών, και υπό του Νυμφοδώρου του Πύθου, ανδρός Αβδηρίτου, συνελήφθησαν πλησίον της εν Ελλησπόντω Βισάνθης και απαχθέντες ες την Αττικήν εθανατώθησαν υπό των Αθηναίων, μετ' αυτών δε και ο Κορίνθιος Αριστέας ο Αδειμάντου. Και ταύτα μεν συνέβησαν πολλά έτη μετά την εκστρατείαν του βασιλέως (21), εγώ δε επανέρχομαι εις την σειράν της ιστορίας μου.
138. Η εκστρατεία του βασιλέως είχε μεν το όνομα ότι εγένετο εναντίον των Αθηνών, πράγματι όμως ο βασιλεύς κατέβαινεν εναντίον όλης της Ελλάδος· και μολονότι οι Έλληνες είχον μάθει προ πολλού τας προπαρασκευάς αυτού, δεν ενήργησαν όμως όλοι ομοίως. Οι μεν, όσοι έδωκαν εις τον Πέρσην γην και ύδωρ, ήλπιζον ότι δεν ήθελον πάθει τι δυσάρεστον από τον βάρβαρον. Οι δε άλλοι όσοι δεν έδωκαν ήσαν εις μέγαν φόβον, καθότι η Ελλάς δεν είχεν αρκετά πλοία όπως αντιταχθή εις την εισβολήν του εχθρού. Οι πλείστοι δε εδίσταζον να αναμιχθώσιν εις τον πόλεμον και εμήδιζον προθύμως.
139. Εδώ βιάζομαι εξ ανάγκης να είπω γνώμην ήτις ίσως δεν θα αρέση εις τους περισσοτέρους ανθρώπους, αλλ' επειδή με φαίνεται αληθής δεν θέλω την παρασιωπήσει. Εάν οι Αθηναίοι, φοβηθέντες τον απειλούντα κίνδυνον άφινον την χώραν των, ή, μη αφίνοντες αυτήν αλλά μένοντες παρεδίδοντο εις τον Ξέρξην, ουδείς ήθελε πειραθή να αντισταθή εις τον βασιλέα κατά θάλασσαν. Και εάν ουδείς ήθελεν αντισταθή εις τον Ξέρξην κατά θάλασσαν, ιδού τι ήθελε συμβή κατά ξηράν· μολονότι πολλά τείχη θα ανηγείροντο υπό των Πελοποννησίων εις τον Ισθμόν, οι Λακεδαιμόνιοι, εγκαταλειπόμενοι υπό των συμμάχων των (οίτινες δεν ήθελον τους παραδώσει εκουσίως, αλλ' εξ ανάγκης, διότι ο στόλος των βαρβάρων ήθελε τους κυριεύσει κατά πόλεις), θα απέθνησκον γενναίως δεικνύοντες μεγάλας ανδραγαθίας. Και ή τούτο ήθελον πάθει, ή προ τούτον, βλέποντες τους άλλους Έλληνας μηδίζοντας, ήθελον έλθει εις συμβιβασμούς μετά του Ξέρξου· ώστε εις αμφοτέρας τας περιπτώσεις η Ελλάς ήθελεν υποταγή εις τους Πέρσας· καθότι εγώ δεν δύναμαι να εννοήσω ποίαν ωφέλειαν ηδύναντο να παρέξωσι τα τείχη τα οποία ήθελαν εγερθή εις τον Ισθμόν εάν ο βασιλεύς ήτο κύριος της θαλάσσης. Τώρα λοιπόν όστις είπει ότι οι Αθηναίοι εγένοντο σωτήρες της Ελλάδος, λέγει την αλήθειαν, διότι προς οιονδήποτε μέρος ήθελον στραφή, εκεί θα έκλινεν η πλάστιγξ. Προτιμήσαντες δε την ελευθερίαν της Ελλάδος, ενεθάρρυναν και όλους τους άλλους Έλληνας όσοι δεν είχαν μηδίσει, και με την βοήθειαν των θεών έδιωξαν τον βασιλέα. Ούτε χρησμοί τρομεροί ελθόντες εκ των Δελφών και ενσπείροντες εις αυτούς φόβον τους έπεισαν να αφήσωσι την Ελλάδα, αλλά μένοντες εκεί ανεδέχθησαν να πολεμήσωσι τον επερχόμενον κατά της χώρας των εχθρόν.
140. Οι Αθηναίοι πέμψαντες εις τους Δελφούς εζήτουν χρησμόν. Όταν δε οι απεσταλμένοι εξεπλήρωσαν εις τον ναόν τα νενομισμένα, εισήλθον εις τον βωμόν και εκάθισαν· τότε η Πυθία, το όνομα της οποίας ήτο Αριστονίνη, εχρησμοδότησε τα εξής.
«Ω δυστυχείς, διατί κάθησθε; Φύγετε εις τα άκρα της γης, εγκαταλείψατε τα δώματα και τας υψηλάς κορυφάς της στρογγύλης πόλεώς σας, διότι μήτε η κεφαλή μένει πλέον στερεά, μήτε το σώμα, μήτε τα άκρα των ποδών ή των χειρών, μήτε κανέν μέρος του μέσου σώζεται, αλλά φθείρονται όλα διότι κατεδαφίζει αυτά το πυρ και ο ορμητικός Άρης συνοδεύων Αριανόν άρμα. Ο θεός ούτος θα καταστρέψη πολλά άλλα πυργώματα, και όχι το ιδικόν σας μόνον, θα παραδώση δε εις την οργήν του πυρός πολλούς ναούς των αθανάτων, οίτινες τώρα ίστανται όρθιοι, περιρρεόμενοι υπό ιδρώτος και κλονιζόμενοι υπό φόβου. Άνωθεν δε της οροφής αυτών ρέει αίμα μέλαν, προμηνύον αφεύκτους δυστυχίας. Αλλ' αναχωρήσατε εκ του αδύτου, και υπομείνατε γενναίως τα δεινά.»
141. Ταύτα ακούσαντες οι απεσταλμένοι των Αθηναίων, μεγάλην ησθάνθησαν θλίψιν. Ενώ δε ήσαν απελπισμένοι διά τα δεινά τα οποία τοις προείπε το μαντείον, ο Τίμων του Ανδροβούλου, ανήρ εκ των σημαντικωτάτων εις τους Δελφούς, τους συνεβούλευσε να λάβωσι κλάδους ελαίας, να επιστρέψωσιν εις τον ναόν ως ικέται και ερωτήσωσιν εκ δευτέρου τα μαντείον. Εις δε τους Αθηναίους πεισθέντας και λέγοντας· «Ω βασιλεύ, δος ημίν χρησμόν καλλίτερον περί της πατρίδος. Σεβάσθητι τας ικετρίας ταύτας τας οποίας φέροντες ήλθομεν· άλλως δεν θα εξέλθωμεν από το άδυτον, αλλά θα μείνωμεν εδώ μέχρις ου αποθάνωμεν.» Εις τους Αθηναίους λοιπόν ταύτα λέγοντας, η Πυθία χρησμοδοτεί πάλιν τα εξής·
«Η Παλλάς δεν ειμπορεί να εξιλεώση τον Ολύμπιον Δια, τον οποίον ικετεύει διά πολλών λόγων και φρονίμων συμβουλών. Εις σε δε λέγω αύθις τον λόγον τούτον όστις θα ήναι στερεός ως ο αδάμας. Όταν θα κυριεύωνται τα άλλα μέρη όσα είναι εντός των ορίων του Κέκροπος και του σπηλαίου του ιερού Κιθαιρώνος, ο παντεπόπτης Ζεύς επιτρέπει εις την Τριτογενή να μείνη απόρθητον μόνον το ξύλινον τείχος, το οποίον θα ωφελήσει σε και τα τέκνα σου. Μη περιμείνης ήσυχος το ιππικόν και τον πολύν πεζόν στρατόν όστις έρχεται εκ της ηπείρου, αλλ' υποχώρησον στρέψας τα νώτα, διότι θα έλθη ποτέ καιρός να αντισταθής. Ω θεία Σαλαμίς, συ θ' απολέσης τέκνα γραικών, είτε όταν σκορπίζονται οι δημητριακοί καρποί είτε όταν συνάζονται.»
142. Η απόκρισις αύτη και ήτο και τοις εφάνη ηπιωτέρα της προτέρας· γράψαντες λοιπόν αυτήν επέστρεψαν εις τας Αθήνας. Ότε δε την ανέφερον εις τον δήμον, πολλαί γνώμαι εδόθησαν προς εξήγησιν του χρησμού, και προσέτι αι εξής αίτινες ήσαν εναντιώταται προς αλλήλας. Τινές των πρεσβυτέρων εφρόνουν, ως είπον, ότι ο θεός υπεσχέθη μόνον την σωτηρίαν της ακροπόλεως, διότι η ακρόπολις των Αθηνών το πάλαι ήτο πεφραγμένη διά ξύλων, και ο φραγμός ούτος ήτο κατ' αυτούς το ξύλινον τείχος της Πυθίας. Άλλοι πάλιν έλεγον εξ εναντίας ότι ο θεός εσήμαινε τα πλοία, και διά τούτο επέμενον να εξοπλίσωσιν αυτά και να αφήσωσιν όλα τα λοιπά. Την γνώμην όμως των λεγόντων ότι τα πλοία ήσαν το ξύλινον τείχος, ανέτρεπον οι δύο τελευταίοι στίχοι της Πυθίας. _Ω θεία Σαλαμίς, συ θ' απολέσης τέκνα γυναικών, είτε όταν σπείρωνται οι δημητριακοί καρποί, είτε όταν συγκομίζωνται.»_ Εις τους στίχους λοιπόν τούτους συνεχέοντο αι γνώμαι των λεγόντων ότι το ξύλινον τείχος ήσαν τα πλοία, διότι οι χρησμολόγοι εξήγουν αυτούς τοιουτοτρόπως, ότι εάν οι Αθηναίοι αποφασίσωσι να ναυμαχήσωσι, θα νικηθώσι περί την Σαλαμίνα.
143. Ήτο δε μεταξύ των Αθηναίων ανήρ τις τότε νεωστί υψωθείς εις τας πρώτας τάξεις· το όνομα αυτού ήτο Θεμιστοκλής, αλλά τον εκάλουν υιόν του Νεοκλέους. Ο ανήρ ούτος είπεν ότι οι χρησμολόγοι δεν ενόουν ορθώς όλον τον χρησμόν, και έδιδε τούτον τον λόγον· «Νομίζω, είπεν, ότι αν οι δύο ούτοι στίχοι ανεφέροντο τωόντι εις τους Αθηναίους, δεν θα είχον αυτόν τον γλυκύν τύπον της εκφράσεως, αλλά θα ήρχιζον ούτω· _ω αθλία Σαλαμίς_, αντί του, _ω θεία Σαλαμίς_, εάν περί αυτήν έμελλον να απολεσθώσιν οι κάτοικοι της χώρας. Ώστε, προσέθηκεν, ο θεός εχρησμοδότησε ταύτα αναφερόμενος εις τους πολεμίους και όχι εις τους Αθηναίους, αν θέλη τις να εξηγήση ορθώς τον χρησμόν.» Όθεν τους συνεβούλευσε να ετοιμασθώσι προς ναυμαχίαν, επιμένων ότι τα πλοία ήσαν το ξύλινον τείχος. Αφού δε ο Θεμιστοκλής τοιαύτην έδωκεν εξήγησιν εις τον χρησμόν, οι Αθηναίοι είδον ότι προτιμοτέρα είναι η γνώμη αύτη παρά η των χρησμολόγων οίτινες δεν τους άφινον να παρασκευασθώσι προς ναυμαχίαν, όπερ ουδέν άλλο εσήμαινεν ειμή να μη εγείρωσι τας χείρας εναντίον του εχθρού, αλλά να εγκαταλίπωσι την Αττικήν και να κατοικήσωσιν άλλην τινά χώραν.
144. Προ ταύτης, και άλλη γνώμη του Θεμιστοκλέους υπερίσχυσεν ευτυχώς. Ότε εισήλθον εις το κοινόν των Αθηναίων πολλά χρήματα προερχόμενα εκ των μεταλλείων του Λαυρίου και έμελλον να μοιρασθώσιν αυτά και να λάβη έκαστος με την σειράν του δέκα δραχμάς, τότε ο Θεμιστοκλής έπεισε τους Αθηναίους να παραιτηθώσι της διανομής ταύτης και να κατασκευάσωσι διά των χρημάτων τούτων διακόσια πλοία διά τον πόλεμον, εννοών τον πόλεμον τον οποίον είχον προς τους Αιγινήτας. Ο πόλεμος λοιπόν εκείνος ακολουθήσας έσωσε τότε την Ελλάδα, διότι ηνάγκασε τους Αθηναίους να γίνωσι θαλασσινοί, και τα πλοία εκείνα εις μεν τον σκοπόν διά τον οποίον κατεσκευάσθησαν δεν μετεχειρίσθησαν, εχρησίμευσαν όμως εις την Ελλάδα εις αρμόδιον καιρόν. Είχαν λοιπόν οι Αθηναίοι τα πλοία ταύτα, αλλ' εδέησε να ναυπηγήσωσι και άλλα. Τέλος σκεφθέντες περί του χρησμού, απεφάσισαν να υπακούσωσιν εις τον θεόν, να εισέλθωσιν εις τα πλοία πανδημεί, και, μετά των άλλων Ελλήνων όσοι ήσαν πρόθυμοι να ενωθώσι με αυτούς, να υπομείνωσι μετά του στόλου την επίθεσιν του επερχομένου βαρβάρου. Τοιούτοι ήσαν οι χρησμοί οι ελθόντες εις τους Αθηναίους.
145. Εν τούτοις οι Έλληνες όσοι είχον καλά αισθήματα υπέρ της πατρίδος συνελθόντες και δόντες εχέγγυα πίστεως μεταξύ των, συνεφώνησαν προ παντός άλλου να παύσωσι τας έχθρας των και τους προς αλλήλους πολέμους. Όλοι ήσαν περιπεπλεγμένοι εις πολέμους, ο μέγιστος όμως πάντων ήτο ο των Αθηναίων και Αιγινητών. Μετά ταύτα μαθόντες ότι ο Ξέρξης ήτο με τον στρατόν του εις τας Σάρδεις, ενέκρινον να πέμψωσιν εις της Ασίαν κατασκόπους διά να ίδωσι τας δυνάμεις του βασιλέως, και πρέσβεις εις το Άργος διά να συνάψωσι συμμαχίαν κατά του Πέρσου· άλλους εις την Σικελίαν προς τον Γέλωνα του Δεινομένους, και άλλους εις την Κέρκυραν και την Κρήτην διά να ζητήσωσι βοήθειαν υπέρ της Ελλάδος, επί τη ελπίδι ίσως ενωθώσι οι Έλληνες και συμφωνήσαντες να ενεργώσιν από κοινού, διότι ο κίνδυνος ήτο ο αυτός δι' όλους. Η δε δύναμις του Γέλωνος έλεγον ότι ήτο μεγάλη, και ουδενός σχεδόν Ελληνικού λαού η δύναμις ήτο μεγαλειτέρα.
146. Ταύτα αποφασίσαντες, έπαυσαν τας έχθρας και πρώτον μεν έπεμψαν τρεις κατασκόπους εις την Ασίαν, οίτινες αφού έφθασαν εις τας Σάρδεις και παρετήρησαν τον στρατόν του βασιλέως, ανεγνωρίσθησαν και βασανισθέντες υπό των στρατηγών του πεζού στρατού απήχθησαν διά να θανατωθώσι. Και ούτοι μεν κατεδικάσθησαν εις θάνατον, ο δε Ξέρξης μαθών τούτο και μη εγκρίνων την απόφασιν των στρατηγών, έπεμψε δορυφόρους τινάς με διαταγήν εάν προφθάσωσι τους κατασκόπους ακόμη ζώντας να τους φέρωσιν εις αυτόν. Προφθάσαντες δε αυτούς οι δορυφόροι πριν τους θανατώσωσι, τους έφερον ενώπιον του βασιλέως, όστις μαθών διά ποίον σκοπόν ήλθον διέταξε τους δορυφόρους να τους περιφέρωσι και να τοις δείξωσιν όλον τον πεζόν και ναυτικόν στρατόν. Αφού δε ευχαριστήσωσι την περιέργειάν των, να τους αποπέμψωσιν αβλαβείς όπου ήθελον επιθυμήσει.
147. Διά να εξηγήση δε την διαταγήν ταύτην έλεγεν· «Εάν οι κατάσκοποι θανατωθώσιν, ούτε περί της δυνάμεώς μου ήθελον μάθει τι οι Έλληνες ότι είναι ανωτέρα παρ' ό,τι η φήμη δύναται να διαδώση, ούτε θανατόνων τρεις ανθρώπους ήθελον βλάψει πολύ τους πολεμίους. Εάν όμως επιστρέψωσιν ούτοι εις την Ελλάδα, ελπίζω ότι μανθάνοντες οι Έλληνες την δύναμίν μου, πριν γίνη η εκστρατεία, θα παραδώσωσι την ιδίαν των ελευθερίαν, και τοιουτοτρόπως δεν θα λάβωμεν ανάγκη να εκστρατεύσωμεν κατ' αυτών.» Αύτη η γνώμη του Ξέρξου ομοιάζει με μίαν του άλλην. Ευρισκόμενος εις την Άβυδον είδεν ημέραν τινά πλοία σιταγωγά τα οποία ερχόμενα από τον Πόντον διεξέπλεον τον Ελλήσποντον διά να υπάγωσιν εις την Αίγιναν και την Πελοπόννησον. Οι περί αυτόν ιστάμενοι, άμα ήκουσαν ότι τα πλοία ήσαν εχθρικά, ήσαν έτοιμοι να τα συλλάβωσι και έβλεπον τον βασιλέα, περιμένοντες να τους διατάξη. Αλλ' ο Ξέρξης τους ηρώτησεν εις ποίον μέρος έπλεαν. «Εις τους εχθρούς σου, ω δέσποτα, φέροντα σίτον,» απεκρίθησαν εκείνοι. Τότε ο Ξέρξης είπε· «Λοιπόν και ημείς εκεί πλέομεν όπου και αυτά, έχοντες πλην των άλλων και σίτον κατά τι λοιπόν μας αδικούσι κομίζοντα εις ημάς τροφάς;» Ούτως οι μεν κατάσκοποι θεωρήσαντες και αποπεμφθέντες, επέστρεψαν εις την Ευρώπην.
148. Οι δε Έλληνες οι συνωμόσαντες κατά του Πέρσου, μετά την αναχώρησιν των κατασκόπων έπεμψαν δεύτερον πρέσβεις εις το Άργος. Οι δε Αργείοι λέγουσιν ότι τα κατ' αυτούς συνέβησαν ως εξής· άμα ήκουσαν ότι ο βάρβαρος ετοιμάζεται να εκστρατεύση κατά της Ελλάδος, μαθόντες ότι οι Έλληνες θα προσπαθήσωσι να τους παραλάβωσι κατά του Πέρσου, έπεμψαν εις τους Δελφούς διά να ερωτήσωσι τον θεόν τι ήτο συμφερώτερον εις αυτούς να πράξωσι· καθότι αρτίως είχον φονευθή εξ αυτών εξακισχίλιοι από τους Λακεδαιμονίους και τον Κλεομένη του Αναξανδρίδου. Τούτου ένεκα λοιπόν έπεμψαν να ερωτήσωσιν· η δε Πυθία εις αυτούς ερωτώντας απεκρίθη τα εξής· «Εχθρέ των γειτόνων σου, φίλε των αθανάτων θεών, μένε εις τα ίδια φρουρών με την λόγχην εις την χείρα. Φύλαττε την κεφαλήν σου, και η κεφαλή θα σώση το σώμα.» Ταύτα λέγουσιν Αργείοι ότι εχρησμοδότησεν εις αυτούς η Πυθία κατ' εκείνην την εποχήν. Μετά ταύτα δε ελθόντες οι πρέσβεις εις το Άργος παρουσιάσθηκαν εις το βουλευτήριον και έλεγον τα εντεταλμένα. Οι δε βουλευταί απεκρίθησαν ότι ήσαν έτοιμοι οι Αργείοι να πράξωσι τα ζητούμενα εάν εδέχοντο οι Λακεδαιμόνιοι να κλείσωσι με αυτούς ειρήνην τριακονταετή και εάν τοις εδιδον το ήμισυ της ηγεμονίας όλων των συμμάχων. «Κατά δίκαιον λόγον, προσέθετον, έπρεπε να έχωμεν την απόλυτον ηγεμονίαν· αλλ' ευχαριστούμεθα και εις το ήμισυ.»
149. Ταύτα λέγουσιν ότι απεκρίθη η βουλή, μολονότι το μαντείον τους απαγόρευσε να συμμαχήσωσι μετά των Ελλήνων. Επεθύμουν δε, με όλον τον φόβον του χρησμού, να γίνωσι τριακονταετείς σπονδαί διά να ανδρωθώσιν εις το διάστημα τούτο οι παίδες των· καθότι εάν δεν εγίνοντο αι σπονδαί αύται και εάν προς τα γενόμενα τοις συνέβαινε και ζημία τις εις τον κατά του Ξέρξου πόλεμον, εφοβούντο ότι ήθελον γίνει καθ' όλα υπήκοοι των Λακεδαιμονίων. Ακούσαντες τους λόγους τούτους οι εις το Άργος ευρισκόμενοι πρέσβεις της Σπάρτης, απεκρίθησαν τα εξής· «Όσον μεν διά τας σπονδάς, θα αναφέρωμεν περί τούτου εις το πλήθος, όσον δ' αφορά την ηγεμονίαν έχομεν την άδειαν να είπωμεν ότι εις μεν την Σπάρτην είναι δύο βασιλείς, εις δε το Άργος είς· δεν είναι λοιπόν δυνατόν να στερηθή της ηγεμονίας μήτε ο είς μήτε ο άλλος των βασιλέων της Σπάρτης· ουδέν όμως κωλύει τον βασιλέα των Αργείων να ήναι ομόψηφος με τους ημετέρους δύο.» Ούτω, λέγουσιν οι Αργείοι, δεν ηδυνήθησαν να νικήσωσι την πλεονεξίαν των Λακεδαιμονίων, και επροτίμησαν να διοικηθώσι μάλλον υπό των βαρβάρων ή να υποκύψωσιν εις τας απαιτήσεις των Λακεδαιμονίων. Εδήλωσαν λοιπόν εις τους πρέσβεις ότι πρέπει να αναχωρήσωσιν εκ της χώρας των Αργείων προ της δύσεως του ηλίου, άλλως θα τους θεωρήσωσιν ως εχθρούς.
150. Αυτοί μεν τόσα λέγουσι περί τούτων, λέγεται όμως και άλλος τις λόγος ανά την Ελλάδα· ότι ο Ξέρξης, πριν εκστρατεύση κατά της Ελλάδος έπεμψε κήρυκα εις το Άργος, όστις ελθών είπε τα εξής, ως λέγεται· «Άνδρες Αργείοι, ταύτα λέγει προς υμάς ο βασιλεύς Ξέρξης. Ημείς νομίζομεν ότι ο Πέρσης εξ ου καταγόμεθα, ήτο υιός του Περσέως υιού της Δανάης, γεννηθείς εκ της Ανδρομέδης θυγατρός τον Κηφέως. Ούτω λοιπόν είμεθα απόγονοί σας και δεν είναι πρέπον μήτε ημείς να εκστρατεύσωμεν κατά των προγόνων μας, μήτε σεις βοηθούντες άλλους να γίνετε εχθροί μας. Μείνατε λοιπόν ήσυχοι εις τας οικίας σας, διότι εάν τα πράγματα αποβώσι κατά την επιθυμίαν μου, ουδέν άλλο έθνος θα αναδείξω μεγαλείτερον υμών.» Ταύτα ακούσαντες οι Αργείοι, λέγεται ότι εύρον το πράγμα πολύ ωφέλιμον. Και τότε μεν αμέσως δεν εζήτησαν τίποτε και δεν έδωκαν ουδεμίαν υπόσχεσιν· ότε δε οι Έλληνες ηθέλησαν να τους προσλάβωσιν εις την συμμαχίαν των, τότε, όντες βέβαιοι ότι οι Λακεδαιμόνιοι δεν ήθελον τους καταστήσει κοινωνούς της αρχής, εζήτησαν αυτήν διά να εύρωσι πρόφασιν και να μένωσιν ήσυχοι.
151. Τινές των Ελλήνων διηγούνται ότι μετά πολλά έτη ο λόγος ούτος ευρέθη επιβεβαιούμενος υπό των κατωτέρω· έτυχον να ώσιν εις τα Σούσα τα Μεμνόνεια, δι' άλλην υπόθεσιν, πρέσβεις των Αθηναίων, ο Καλλίας του Ιππονίκου και οι μετ' αυτού συναναβάντες· συγχρόνως οι Αργείοι πέμψαντες πρέσβεις ηρώτων τον Αρταξέρξην του Ξέρξου εάν σώζεται η φιλία ην είχον συνδέσει μετά του Ξέρξου, ή εάν τους νομίζη ότι είναι πολέμιοι. Ο δε βασιλεύς Αρταξέρξης απεκρίθη ότι η φιλία σώζεται και ότι ουδεμίαν άλλην πόλιν νομίζει φιλιωτέραν του Άργους.
152. Εάν ο Ξέρξης έπεμψεν εις το Άργος τον ειρημένον κήρυκα, και εάν πρέσβεις των Αργείων αναβάντες εις τα Σούσα ηρώτησαν τον Αρταξέρξην περί φιλίας, δεν δύναμαι να βεβαιώσω ακριβώς, και επί του αντικειμένου τούτου ουδεμίαν δίδω γνώμην εναντίαν προς την διήγησιν των Αργείων. Ηξεύρω μόνον τούτο, ότι εάν όλοι οι άνθρωποι απέθετον εις τον αυτόν τόπον τα ίδιά των σφάλματα θέλοντες να τα ανταλλάξωσι με εκείνα των γειτόνων των, άμα έκυπτον την κεφαλήν διά να παρατηρήσωσι τα ξένα σφάλματα, προθύμως έκαστος θα ανελάμβανεν οπίσω τα ιδικά του. Ούτω λοιπόν δεν είναι οι Αργείοι οίτινες έπραξαν τα αίσχιστα. Εγώ δε οφείλω μεν να λέγω τα λεγόμενα, δεν οφείλω όμως ποσώς να τα πιστεύω· και τούτο λέγω δι' όλην την ιστορίαν μου. Λέγουσι μάλιστα ότι οι Αργείοι ήσαν οι προσκαλέσαντες τον Πέρσην κατά της Ελλάδος, διότι ο προς τους Λακεδαιμονίους πόλεμος δεν απέβαινεν υπέρ αυτών και επροτίμων παν άλλο κακόν ή την παρούσαν δυστυχίαν. Αλλ' αρκούσι ταύτα διά τους Αργείους.
153. Εις δε την Σικελίαν ήλθον άλλοι πρέσβεις εκ μέρους των συμμάχων διά να συνομιλήσωσι με τον Γέλωτα, και μεταξύ αυτών ευρίσκετο ο Σύαγρος, πεμφθείς υπό των Λακεδαιμονίων. Τούτου του Γέλωνος πρόγονός τις, όστις εγένετο οικήτωρ της Γέλης, ήτο εκ της νήσου Τήλου της πλησίον της Τριοπίου κειμένης· ότε δε εκτίζετο η Γέλα υπό του Αντιφήμου και των εκ της Ρόδου Λινδίων, αυτός τους ηκολούθησεν εις την αποικίαν. Μετά καιρόν οι απόγονοι αυτού γενόμενοι ιεροφάνται των χθονίων θεών, διετήρησαν το προνόμιον τούτο το οποίον είς των προγόνων των ο Τηλίνης εκτήσατο κατά τον εξής τρόπον. Γελωοί τινες νικηθέντες έν τινι στάσει κατέφυγον εις την υπεράνω της Γέλης κατοικουμένην πόλιν Μακτώριον· τούτους δε επανέφερεν ο Τηλίνης εις την πατρίδα των χωρίς να μεταχειρισθή ουδεμίαν ανθρωπίνην δύναμιν, αλλά μόνον διότι εγνώριζε τα μυστήρια αυτών των θεών· πού και πώς εδιδάχθη την επιστήμην ταύτην, δεν ηξεύρω. Εις ταύτην όμως έχων πεποίθησιν, επανέφερεν αυτούς επί τη συμφωνία να ήναι πάντοτε οι απόγονοί του ιεροφάνται των θεών. Θαυμάζω δε τη αληθεία, εξ όσων με διηγήθησαν, πως ο Τηλίνης κατώρθωσε τόσον μέγα έργον, διότι νομίζω ότι τα τοιαύτα έργα δεν είναι ίδια παντός ανθρώπου, αλλ' απαιτούσι ψυχήν γενναίαν και σώμα εύρωστον, οι δε Σικελοί λέγουσιν εξ εναντίας ότι ο Τηλίνης ήτο φύσει θηλυδρίας και άνθρωπος χαύνος. Τοιουτοτρόπως εκτήσατο το προνόμιον τούτο.
154. Μετά τον θάνατον δε του Κλεάνδρου του Παντάρεως, όστις εβασίλευσεν επτά έτη εις την Γέλαν και εφονεύθη υπό του Γελώου Σαβύλλου, ανέλαβε την μοναρχίαν ο αδελφός του Κλεάνδρου Ιπποκράτης. Έχοντος δε την τυραννίδα του Ιπποκράτους, ο Γέλων, απόγονος του ιεροφάντου Τηλίνου, ήτο δορυφόρος του Ιπποκράτους μετ' άλλων πολλών και μετά του Αινησιδήμου του Παταίου. Μετ' ου πολύν δε χρόνον διά την ανδρίαν του εγένετο ίππαρχος όλου του ιππικού, καθότι όταν ο Ιπποκράτης επολιόρκησε τους Καλλιπολίτας, και τους Ναξίους, και τους Ζαγκλαίους, και τους Λεοντίνους, και τους Συρακουσίους και πολλούς βαρβάρους, ο Γέλων εις όλους τούτους τους πολέμους έδειξεν ανδρίαν λαμπροτάτην. Εξ όλων δε τούτων των πόλεων ουδεμία, πλην των Συρακουσών, έμεινε χωρίς να αλωθή υπό του Ιπποκράτους, τους δε Συρακουσίους ηττηθέντας εις μάχην πλησίον του Ελώρου ποταμού, έσωσαν οι Κορίνθιοι και οι Κερκυραίοι· τους έσωσαν δε και τους συνεβίβασαν μετά του Ιπποκράτους με την συμφωνίαν να τω παραδώσωσι την Καμάριναν, πόλιν ήτις ανέκαθεν ανήκεν εις αυτούς.
155. Ο Ιπποκράτης, αφού εβασίλευσε τόσα έτη όσα ο αδελφός του Κλέανδρος, συνέβη να αποθάνη πλησίον της πόλεως Ύβλης ενώ επολέμει τους Σικελούς. Τότε ο Γέλων επί τω λόγω ότι βοηθεί τους παίδας του Ιπποκράτους Ευκλείδην και Κλέανδρον, εις των οποίων τον ζυγόν ηρνούντο οι πολίται να υποκύψωσιν, ενίκησε τους επαναστάτας και εκράτησε την αρχήν δι' εαυτόν, αποστερήσας αυτήν από τους παίδας του Ιπποκράτους. Μετά την ανέλπιστον ταύτην ευτυχίαν συνέβη να διωχθώσιν από τον δήμον και τους ιδίους των δούλους τους καλουμένους Κυλλυρίους, οι λεγόμενοι γεωμόροι (22) των Συρακουσίων. Λαβών τους διωχθέντας τούτους ο Γέλων τους έφερεν εκ της Κασμένης πόλεως εις τας Συρακούσας τας οποίας εκυρίευσε· διότι ο δήμος των Συρακουσίων, ενώ ήρχετο κατ' αυτού ο Γέλων, τω παρέδωκε την πόλιν και εαυτόν.
156. Παραλαβών ο Γέλων τας Συρακούσας, ολιγώτερον πλέον εφρόντιζε διά την Γέλαν, και επέτρεψεν αυτήν εις τον αδελφόν του Ιέρωνα· αυτός δε ενδυναμώσας τας Συρακούσας, περί αυτών μόνον εφρόντιζεν. Αι δε Συράκουσαι πάραυτα ηύξησαν και επληθύνθησαν, καθότι ο Γέλων αφ' ενός μεν κατέσκαψε την πόλιν Καμάριναν και έφερεν όλους τους Καμαριναίους εις τας Συρακούσας και τους έκαμε πολίτας· αφ' ετέρου δε έπραξε το αυτό και προς τους υπερημίσεις των Γελώων. Πλην τούτου, ενώ επολιόρκει τους Μεγαρείς της Σικελίας παρεδόθησαν ούτοι διά συνθήκης. Οι πλούσιοι ήσαν οι αίτιοι του πολέμου· περιέμενον λοιπόν να θανατωθώσιν· αλλ' ο Γέλων τους έφερεν εις τας Συρακούσας και τους έκαμε πολίτας· όσον δ' αφορά τον δήμον, όστις δεν ήτο αίτιος του πολέμου τούτου ουδέ υπέθετεν ότι ήθελε πάθει τι κακόν, έφερεν αυτούς ομοίως εις τας Συρακούσας και τους επώλησε διά να τους απαγάγωσιν εκ της Σικελίας. Το αυτό έπραξε και προς τους Ευβοείς της Σικελίας, χωρίσας τους πλουσίους από τους άλλους. Εφέρθη δε τοιουτοτρόπως προς αυτάς τας δύο πόλεις διότι ενόμισεν ότι ο δήμος είναι συνοίκημα οχληρότατον. Διά των μέσων τούτων ο Γέλων εγένετο τύραννος μέγας.