Part 12
29. Ο δε Ξέρξης ευφρανθείς διά τους λόγους τούτους είπε· «Ξένε Λυδέ, αφότου εξήλθον της Περσικής χώρας ουδαμού συνήντησα μέχρι τούδε άνθρωπον όστις ηθέλησε να φιλοξενήση τον στρατόν μου και όστις παρουσιασθείς εις εμέ αυτοπροαιρέτως ηθέλησε να με προσφέρη χρήματα διά τον πόλεμον τον οποίον επιχειρώ. Συ δε και τον στρατόν μου εφιλοξένησες μεγαλοπρεπώς και χρήματα πολλά μοι προσφέρεις. Αντ' αυτών λοιπόν ιδού εγώ σε δίδω τα εξής δώρα· σε κάμνω ξένον μου και συμπληρώ τα τέσσαρα εκατομμύρια των στατήρων σου δίδων σοι εκ των ιδίων μου χρημάτων επτά χιλιάδας στατήρων, διά να μη ήναι ελλιπείς αι τετρακόσιαι μυριάδες σου κατά επτά χιλιάδας αλλά να γίνη άρτιος ο αριθμός συμπληρωθείς παρ' εμού. Έχε λοιπόν όσα εκτήσω και ήξευρε να μένης πάντοτε οίος είσαι· διότι εάν φέρεσαι ούτω, δεν θα μεταμεληθής ουδέποτε, ούτε εις το παρόν ούτε εις το μέλλον.»
30. Ταύτα ειπών και εκτελέσας την υπόσχεσίν του επορεύετο πάντοτε εις τα πρόσω. Αφού δε διήλθε πλησίον της πόλεως των Φρυγών ήτις καλείται Άναυα, και πλησίον λίμνης τινός εκ της οποίας εξάγεται άλας, έφθασεν εις τας Κολοσσάς, πόλιν μεγάλην της Φρυγίας, όπου ο ποταμός Λύκος χυνόμενος εις χάσμα γης αφανίζεται και έπειτα αναφαινόμενος εις πέντε σταδίων απόστασιν πίπτει και αυτός εις τον Μαίανδρον. Εκ δε των Κολοσσών αναχωρήσας ο στρατός προς τα όρια των Φρυγών και των Λυδών έφθασεν εις την πόλιν Κύδραρα όπου υπάρχει στήλη εμπεπηγμένη την οποίαν έστησεν ο Κροίσος και ήτις δεικνύει διά γραμμάτων τα όρια.
31. Αφού διέλθη τις εκ της Φρυγίας εις την Λυδίαν η οδός σχίζεται εις δύο· και η μεν αριστερά φέρει εις την Καρίαν, η δε δεξιά εις τας Σάρδεις. Ταύτην την τελευταίαν εάν ακολουθήση τις, είναι ηναγκασμένος να διαβή τον Μαίανδρον ποταμόν πλησίον της πόλεως Καλλατήβου όπου άνθρωποι τεχνίται κατασκευάζουσι μέλι εκ μυρίκης και σίτου. Ταύτην την οδόν πορευόμενος ο Ξέρξης εύρη πλάτανον εις την οποίαν διά το κάλλος της δωρήσας κοσμήματα χρυσά και καταστήσας επιμελητήν αυτής ένα των αθανάτων, έφθασε την δευτέραν ημέραν εις την πόλιν των Λυδών.
32. Φθάσας εις τας Σάρδεις, πρώτον μεν έπεμψε κήρυκας εις την Ελλάδα διά να ζητήσωσι γην και ύδωρ και παραγγείλωσι να προετοιμάζωσι δείπνα διά τον βασιλέα· πλην ούτε εις την Λακεδαίμονα ούτε εις τας Αθήνας έπεμψε να ζητήση γην, αλλά μόνον εις τα άλλα μέρη· έπραττε δε τούτο εκ δευτέρου, καθότι εσκέπτετο ότι όσοι προηγουμένως ηρνήθησαν τούτο εις τον Δαρείαν, βεβαίως τότε θα έδιδον υπό φόβου. Θέλων δε να πληροφορηθή περί τούτου ακριβώς, έπεμψε τους κήρυκας.
33. Μετά δε ταύτα παρεσκευάζετο να μεταβή εις την Άβυδον. Οι εργάται εν τούτοις έζευξαν τον Ελλήσποντον εκ της Ασίας εις την Ευρώπην. Μεταξύ δε της πόλεως Σηστού και Μαδύτου, απέναντι της Αβύδου, υψούται απόκρημνον ακρωτήριον όπερ εκτείνετο επί του Ελλησπόντου, εις το αυτό μέρος όπου ολίγα έτη ύστερον Αθηναίοι τίνες υπό τον στρατηγόν Ξάνθιππον του Αρίφρονος, συλλαβόντες τον Πέρσην Αρταΰκτην, ύπαρχον της Σηστού, τον εκάρφωσαν ζώντα εις πάσσαλον· διότι σύρων γυναίκας εις το εν Ελαιούντι ιερόν του Πρωτεσίλαου, έπραττεν έργα αθέμιτα.
34. Εις τούτο λοιπόν το ακρωτήριον αρχίσαντες από την Άβυδον, οι μεν Φοίνικες με λευκόν λίνον, οι δε Αιγύπτιοι με βύβλον, προσέδενον τα πλοία ως διετάχθησαν και κατεσκεύαζον ούτω τας γεφύρας. Είναι δε επτά στάδια από της Αβύδου μέχρι της αντικρύ ξηράς. Μόλις όμως ετελείωσε το ζεύγμα, και μεγάλη τρικυμία επιπεσούσα, διέλυσεν όλα εκείνα.
35. Άμα έμαθε τούτο ο Ξέρξης ωργίσθη και διέταξε να δώσωσιν εις τον Ελλήσποντον τριακοσίας πληγάς διά της μάστιγος και να ρίψωσιν εις το πέλαγος δύο πέδας. Ήκουσα προς τούτοις ότι έστειλε και στιγματιστάς διά να στίξωσι τον Ελλήσποντον, και διέταξεν εις τους ραπίζοντας να λέγωσι τους ακολούθους βαρβάρους και ατασθάλους λόγους «Ω πικρόν ύδωρ, ο δεσπότης ημών σοι επιβάλλει την τιμωρίαν ταύτην διότι τον έβλαψες χωρίς εκείνος να σε αδικήση. Και ο μεν βασιλεύς Ξέρξης θα σε διαβή, είτε θέλεις είτε δεν θέλεις, εις σε δε δικαίως ουδείς άνθρωπος θυσιάζει καθότι είσαι ποταμός απατηλός και αλμυρός.» Τοιουτοτρόπως ετιμώρησε την θάλασσαν ταύτην, και προσέτι διέταξε ν' αποκεφαλίσωσι τους ανθρώπους οίτινες επεστάτησαν εις την ζεύξιν του Ελλησπόντου.
36. Και οι μεν έχοντες την αθλίαν ταύτην τιμήν εξετέλεσαν τα προσταχθέντα, τας δε γεφύρας έζευξαν άλλοι αρχιτέκτονες, και τας έζευξαν ως ακολούθως. Πρώτον ήνωσαν πεντηκοντόρους και τριήρεις, τριακοσίας εξήκοντα μεν προς το μέρος του Ευξείνου πόντου, τριακοσίας δεκατέσσαρας δε προς το άλλο μέρος, εις τρόπον ώστε να ήναι επικάρσιαι μεν εις τον Πόντον, ευθείαι δε εις το ρεύμα του Ελλησπόντου, ίνα τοιουτοτρόπως μετριάζεται η έντασις των σχοινίων· έπειτα δε, αφού συνέδεσαν τα πλοία προς άλληλα, κατεβίβασαν εις την θάλασσαν μακράς αγκύρας τας μεν προς το μέρος του Πόντου διά να ασφαλισθώσιν από τους ανέμους τους πνέοντας εκείθεν, τας δε προς δυσμάς και προς το Αιγαίον πέλαγος διά να ασφαλισθώσιν από τον εύρον και τον νότον. Εις τρία δε μέρη άφησαν περάσματα διά μέσου των πεντηκοντόρων και των τριήρεων ως θυρίδας διά να δύναται όστις ήθελε και να εισπλέη με πλοία μικρά εις τον Πόντον και να εκπλέη. Τούτου γενομένου ετάνυσαν από της μιας όχθης εις την άλλην διά μηχανής σχοινία ουχί πλέον χωριστά, ένθεν τα βύβλινα και ένθεν τα εκ λευκολίνου, αλλ' εκατέρωθεν εντείναντες δύο εκ λευκολίνου και τέσσαρα βύβλινα. Τα σχοινία ταύτα ήσαν όλα του αυτού πάχους και επίσης ωραία, κατά φυσικόν λόγον όμως τα λινά ήσαν βαρύτερα, καθότι ο πήχυς εζύγιζεν έν τάλαντον. Αφού δε τα πλοία εστερεώθησαν, πριονίσαντες κορμούς ξύλων και ποιήσαντες αυτούς ίσους προς το πλάτος των γεφυρών, τους έθεσαν κατά σειράν επί των τεταμένων σχοινίων· αφού δε τους έθεσαν κατά τάξιν, τότε τους συνέσφιγξαν μεταξύ των. Έπειτα έφερον και έρριψαν επ' αυτών σανίδας· αφού δε εφήρμοσαν αυτάς, διεσκόρπισαν επ' αυτών χώμα. Τέλος δε πατήσαντες και το χώμα ήγειρον φραγμούς εκατέρωθεν διά να μη βλέπωσιν οι ίπποι και τα υποζύγια την θάλασσαν και φοβώνται.
37. Αφού δε ετελείωσεν η εργασία των γεφυρών, και η του Άθω, και αι κρηπίδες περί τα στόματα της διώρυγος, αίτινες υψώθησαν διά να εμποδίζωσι την συσσώρευσιν της άμμου ως εκ της πλημμύρας, και ηγγέλθη εις τον Δαρείον ότι η διώρυξ καθ' όλα ετελείωσε, τότε ο στρατός όστις είχε διαχειμάσει εις τας Σάρδεις, ευθύς ητοιμάσθη την πρώτην άνοιξιν και εκίνησε διευθυνόμενος εις την Άβυδον. Ότε δε εκίνησεν, ο ήλιος αφήσας την θέσιν του από τον ουρανόν εγένετο άφαντος χωρίς να υπάρχωσι νέφη αλλ' εξ εναντίας ήτο άκρα αίθρια, και αντί ημέρας εγένετο νυξ (15). Ιδών το φαινόμενον τούτο ο Ξέρξης κατελήφθη υπό ανησυχίας και ηρώτησε τους μάγους τι εσήμαινεν. Οι δε μάγοι απεκρίθησαν ότι ο θεός προδεικνύει εις τους Έλληνας την καταστροφήν των πόλεών των, προστιθέντες ότι ο μεν ήλιος αναγγέλλει τα μέλλοντα εις τους Έλληνας, η δε σελήνη εις τους Πέρσας. Περιχαρής γενόμενος ο Ξέρξης διά την απόκρισιν ταύτην, εξηκολούθησε την πορείαν του.
38. Καθ' ην στιγμήν ο Ξέρξης εξεκίνησε το στράτευμα, φοβηθείς ο Λυδός Πύθιος διά το σημείον του ουρανού και ενθαρρυνόμενος εκ των δώρων τα οποία τω προσέφερεν ο βασιλεύς, ήλθε προς αυτόν και τω είπεν: «Ω δέσποτα, θέλεις να με χορηγήσης εκείνο το οποίον επιθυμώ να απολαύσω από σε, και το οποίον εις σε με είναι μικρόν εάν κάμης, εις εμέ δε μέγα εάν γίνη;» Ο μεν Ξέρξης υποθέτων ότι παν άλλο ηδύνατο να ζητήση ή εκείνο το οποίον εζήτησεν, είπεν ότι θα τον ευχαριστήση και τον διέταξε να φανερώση τι επεθύμει. Ακούσας ταύτα ο Πύθιος, ενεθαρρύνθη έτι μάλλον και επανέλαβε· «Δέσποτα, έχω πέντε υιούς και ούτοι αναχωρούσι μετά σου κατά της Ελλάδος. Λυπήθητί με, ω βασιλεύ, διά την μεγάλην μου ηλικίαν και απάλλαξον της στρατείας ένα εξ αυτών, τον πρεσβύτατον, διά να φροντίζη περί εμού και των πραγμάτων μου. Λάβε τους άλλους τέσσαρας και είθε να επιστρέψης αφού εκτελέσης όσα κατά νουν έχεις.»
39. Πολύ εθύμωσεν ο Ξέρξης και τω απεκρίθη ως εξής· «Ω κακέ άνθρωπε, ενώ εγώ στρατεύω κατά της Ελλάδος έχων μετ' εμού τους υιούς μου, τους αδελφούς μου, τους συγγενείς μου, τους φίλους μου, ετόλμησας συ ο δούλος μου να αναφέρης τον ιδικόν σου υιόν όστις έπρεπε να με ακολουθήση πανοικεί και με αυτήν την γυναίκα του; Τώρα μάθε καλώς ότι το πνεύμα του ανθρώπου οικεί εις τα ώτα του, και εάν μεν ακούση καλά πράγματα πληροί χαράς όλον το σώμα, εάν δε ακούση τα εναντία πληροί αυτό οργής. Ότε έπραξες πράξεις χρηστάς και επρότεινες να πράξης άλλας χρηστοτέρας, είδες κάλλιστα ότι δεν ηδυνήθης να καυχηθής ότι υπερέβης τον βασιλέα εις τας γενναιοδωρίας. Επειδή δε ακολούθως ετράπης προς την αναίδειαν, ναι μεν δεν θα λάβης την τιμωρίαν ης είσαι άξιος, θα λάβης όμως μικροτέραν. Σε μεν και τους παίδας σου σώζει η φιλοξενία σου, θα τιμωρηθής δε διά του θανάτου του ενός, τον οποίον αγαπάς πολύ.» Ταύτα ειπών, αμέσως διέταξεν εις εκείνους οίτινες είχαν τα καθήκοντα ταύτα, να συλλάβωσι τον πρεσβύτατον υιόν του Πυθίου και να τον σχίσωσιν εις δύο· αφού δε τον σχίσωσι, να θέσωσι το εν ημίτομον εις τα δεξιά και το άλλο εις τα αριστερά της οδού, και να διέλθη διά μέσου αυτών ο στρατός.
40. Αφού δε εκείνοι έπραξαν το προσταχθέν, διήλθε μετά ταύτα ο στρατός. Προηγούντο οι σκευοφόροι και τα υποζύγια, ακολούθως δε ήρχοντο τα στρατεύματα διαφόρων εθνών, αναμίξ και ουχί διακεκριμένως. Τα στρατεύματα ταύτα απετέλουν υπέρ το ήμισυ σχεδόν του όλου στρατού· μετά τούτο αφίνετο διάστημα αρκετόν ώστε να μη αναμιγνύωνται με τας τάξεις όπου ήτο ο βασιλεύς. Έμπροσθεν δε του βασιλέως επροχώρουν χίλιοι ιππείς εκλελεγμένοι μεταξύ όλων των Περσών, κατόπιν έτεροι χίλιοι αιχμοφόροι, εκλεκτοί και ούτοι, έχοντες την λόγχην εστραμμένην προς την γην· μετά ταύτα δέκα ίπποι ιεροί, καλούμενοι Νισαίοι, κεκοσμημένοι δε πολυτελώς. Ονομάζονται δε οι ίπποι ούτοι Νισαίοι διότι υπάρχει πεδίον μέγα εις την Μηδικήν καλούμενον Νίσαιον και εις αυτό το πεδίον τρέφονται μεγάλοι ίπποι. Όπισθεν τούτων των δέκα ίππων έσυρε το υπό οκτώ λευκών ίππων άρμα ιερόν του Διός, και όπισθεν αυτών ηνίοχος πεζός εκράτει τους χαλινούς, καθότι εις το θρανίον ουδείς άνθρωπος αναβαίνει. Έπειτα ήρχετο αυτός ο Ξέρξης επί άρματος συρομένου υπό ίππων Νισαίων (16), πλησίον του δε εβάδιζεν ηνίοχος όστις ωνομάζετο Πατιράμφης και ήτο υιός του Πέρσου Οτάνου.
41. Με ταύτην πομπήν εξήλθεν ο Ξέρξης εκ των Σάρδεων και μετέβαινεν, οσάκις ήθελεν, από του άρματος εις αρμάμαξαν. Όπισθεν αυτού ήσαν χίλιοι λογχοφόροι, οι ανδρειότατοι και εκλεκτότατοι των Περσών, έχοντες τας λόγχας προς τα άνω, έπειτα άλλοι χίλιοι ιππείς εκλεκτοί, και μετά τούτους δεκακισχίλιοι άνδρες εκλελεγμένοι μεταξύ των επιλοίπων Περσών. Ούτοι ήσαν πεζοί, και εκ τούτων χίλιοι μεν αντί σιδήρου εις το κάτω μέρος της λόγχης είχον ροιάν χρυσήν και περιεκύκλουν τους άλλους, οι δε εντός τούτων εννεάκις χίλιοι είχον ροιάς αργυράς. Επίσης και οι έχοντες εστραμμένας τας λόγχας προς την γην είχον ροιάς χρυσάς, οι δε πλησιέστατα ακολουθούντες τον Ξέρξην είχον μήλα χρυσά. Μετά τους δεκακιςχιλίους τούτους ήρχοντο δεκακιςχίλιοι ιππείς Πέρσαι αφίνοντες όπισθεν των κενόν διάστημα δύο σταδίων· τέλος ο επίλοιπος όμιλος επροχώρει αναμίξ.
42. Εξελθών δε της Λυδίας ο στρατός επορεύετο την οδόν την άγουσαν προς τον ποταμόν Κάικον και την Μυσίαν· κινήσας δε από του Καΐκου και έχων το όρος της Κάνης αριστερά, διήλθε τον Αταρνέα και έφθασεν εις την Καρίνην. Αναχωρήσας και από αυτήν επορεύετο διά της πεδιάδος της Θήβης, διερχόμενος τας πόλεις Ατραμύττειον και Άντανδρον την Πελασγικήν. Έπειτα στραφείς δεξιά της Ίδης εισήλθεν εις την Τρωικήν γην. Την πρώτην δε νύκτα την οποίαν διήλθεν εις τους πρόποδας της Ίδης, ηκολούθησαν βρονταί και έπεσαν εις το στρατόπεδον κεραυνοί οίτινες εφόνευσαν πολλούς ανθρώπους.
43. Ο στρατός έφθασεν εις τον Σκάμανδρον ο ποταμός ούτος, αφότου εκίνησαν από τας Σάρδεις, ήτο ο πρώτος όστις ετελείωσε και δεν ήρκεσε το ύδωρ αυτού πινόμενον υπό του στρατού και των κτηνών. Εις τον ποταμόν τούτον ότε έφθασεν ο Ξέρξης, ανέβη εις το Πέργαμον του Πριάμου επιθυμίαν έχων να το θεωρήση. Θεωρήσας δε και ερωτήσας περί πάντων έθυσε χιλίας βους εις την Αθηνάν του Ιλίου και οι μάγοι έκαμον σπονδάς εις τους ήρωας. Με όλα όμως ταύτα, την νύκτα ενέπεσε φόβος εις το στρατόπεδον. Όθεν άμα εγένετο ημέρα αναχωρήσας εκείθεν ο στρατός επορεύετο έχων αριστερά μεν τας πόλεις Ροίτειον, Οφρύνειον και Δάρδανον ήτις συνορεύει με την Άβυδον, δεξιά δε τους Γέργιθας Τευκρούς.
44. Ότε δε έφθασαν εις την Άβυδον, ο Ξέρξης ηθέλησε να ίδη όλον τον στρατόν. Είχον προετοιμάσει επίτηδες εκεί προεξέδραν εκ λευκού λίθου (την είχον δε κατασκευάσει οι Αβυδηνοί κατά προλαβούσαν προσταγήν του βασιλέως). Ενώ δε εκάθησεν εκεί βλέψας κάτω εις το παράλιον, εθεώρησε μετά θαυμασμού το πεζικόν και τα πλοία. Θεωρών δε επιθύμησε να ίδη άμιλλαν των πλοίων. Γενομένου λοιπόν τούτου, ενίκησαν οι της Σιδόνος Φοίνικες· ο δε Ξέρξης ευχαριστήθη πολύ διά την άμιλλαν και τον στρατόν.
45. Ενώ δε έβλεπε τον Ελλήσποντον κεκαλυμμένον υπό πλοίων, και όλα τα παράλια και τας πεδιάδας της Αβύδου πλήρεις ανθρώπων, εμακάρισεν εαυτόν ο Ξέρξης, μετά ταύτα δε εδάκρυσε.
46. Ο πατρικός θείος του τον έβλεπεν· αυτός ήτο όστις εις την πρώτην συνεδρίασιν των Περσών είχεν εκφράσει ελευθέρως την γνώμην του και είχε συμβουλεύσει τον Ξέρξην να μη στρατεύση κατά της Ελλάδος· ούτος λοιπόν ιδών τον Ξέρξην δακρύσαντα, είπε τα εξής· «Ω βασιλεύ, πόσον διαφορετικά έπραξες τώρα και ολίγον προ τούτου· αφού εμακάρισες σεαυτόν, δακρύεις.» Ο δε Ξέρξης απεκρίθη· «Εσυλλογίσθην πόσον βραχύς είναι όλος ο ανθρώπινος βίος και ησθάνθην οίκτον εις την καρδίαν, διότι εξ αυτών των τόσων ανθρώπων δεν θα υπάρχη μήτε είς μετά εκατόν έτη.» Τότε ο Αρτάβανος επανέλαβε λέγων· «Υπάρχουσιν άλλα οικτρότερα εν τω βίω· καθότι, με όλην αυτού την βραχύτητα, δεν υπάρχει άνθρωπος τόσον ευτυχής όστις είτε διά τούτον τον λόγον είτε διά τον άλλον, να μη επεθύμησεν ουχί άπαξ αλλά πολλάκις να αποθάνη μάλλον ή να ζη. Αι αλλεπάλληλοι συμφοραί και αι νόσοι, συνταράττουσαι τον άνθρωπον, κάμνουσι τον βραχύν τούτον βίον να φαίνεται μακρός. Τοιουτοτρόπως ο θάνατος, όταν η ζωή ήναι τεθλιμμένη, γίνεται διά τον άνθρωπον το μάλλον επιθυμητόν καταφύγιον· ο δε θεός, αφού μας κάμη να γευθώμεν γλυκύτητάς τινας του κόσμου, δεικνύεται αμέσως φθονερός.»
47. Ο δε Ξέρξης απεκρίθη· «Αρτάβανε, ας παύσωμεν τώρα περί του ανθρωπίνου βίου όστις είναι τοιούτος ως τον περιγράφεις, και ας μη ενθυμώμεθα κακά ενώ κατά το παρόν έχομεν καλά. Ειπέ μοι δε το εξής· εάν το νυκτερινόν εκείνο όραμα δεν σοι εφαίνετο τόσον ζωηρόν, θα εξηκολούθεις να έχης την πρώτην γνώμην και να με εμποδίζης από την κατά της Ελλάδος στρατείαν, ή ήθελες μεταβληθή; Ομίλει, αποκρίθητι ειλικρινώς.» Ο δε Αρτάβανος απεκρίθη λέγων· «Ω βασιλεύ, τον μεν όραμα το οποίον είδομεν εις τον ύπνον μας είθε να αποβή ως επιθυμούμεν αμφότεροι, εγώ όμως είμαι εισέτι πλήρης φόβου και εκτός εμαυτού στοχαζόμενος και άλλα πολλά, και προς τούτοις βλέπων ότι δύο πράγματα σε είναι πολεμιώτατα.»
48. Ταύτα ακούσας ο Ξέρξης, απεκρίθη τα εξής· «Σκληρέ άνθρωπε, ποία είναι λοιπόν αυτά τα δύο πολεμιώτατα πράγματα τα οποία με λέγεις; Μήπως ο στρατός ούτος σε φαίνεται ότι δεν είναι αρκετός, και ότι ο Ελληνικός είναι περισσότερος του ιδικού μας; ή μήπως ο στόλος μας ήναι υποδεέστερος του ιδικού των; ή τέλος και τα δύο; Εάν αι δυνάμεις μας σοι φαίνονται ανεπαρκείς, αμέσως δυνάμεθα να συνάξωμεν και άλλον στρατόν.»
49. Ο δε Αρτάβανος απεκρίθη λέγων· «Βασιλεύ, ούτε τον στρατόν τούτον, ούτε το πλήθος των πλοίων δύναται να μεμφθή άνθρωπος έχων σύνεσιν. 1. Εάν συνάξης περισσότερα, τότε τα δύο τα οποία λέγω θα γίνωσι πολύ μάλλον πολεμιώτερα. Τα δύο ταύτα πολέμια είναι η γη και η θάλασσα, διότι ως νομίζω εις κανέν μέρος της θαλάσσης δεν ευρίσκεται λιμήν τόσον μέγας ώστε εν περιπτώσει τρικυμίας να δεχθή το ναυτικόν σου και να ήναι ικανός να διασώση αυτό· μολονότι δεν αρκεί να υπάρχη είς μόνον τοιούτος λιμήν, αλλά πρέπει να υπάρχωσι πολλοί τοιούτοι λιμένες εις όλα τα παράλια της ηπείρου πλησίον της οποίας θα πλεύσης. Επειδή λοιπόν δεν έχεις ασφαλείς λιμένας, μάθε ότι αι περιστάσεις εξουσιάζουσι τους ανθρώπους και ουχί οι άνθρωποι τας περιστάσεις. 2. Αφού ωνόμασα το έν των πραγμάτων τούτων, έρχομαι να ομιλήσω και περί του ετέρου. Η γη είναι εχθρά σου κατά τον εξής τρόπον· και επί τη υποθέσει ότι ευθύς εξ αρχής δεν εύρης καμμίαν αντίστασιν, πάλιν, ενόσω προχωρείς δελεαζόμενος από την επιθυμίαν του προχωρείν, αυτή θα γίνεται πολεμιωτέρα, επειδή ο άνθρωπος είναι άπληστος εις τας ευτυχίας. Και επί τη υποθέσει λοιπόν ότι κανείς δεν θα εναντιωθή εις την πορείαν σου, το μήκος όμως της οδού και η μακρά διαμονή σου θα γεννήσωσι πείναν. Η φρόνησις του ανθρώπου συνίσταται εις το να φοβήται μεν όταν σκέπτεται, αναλογιζόμενος όσα ήναι δυνατόν να πάθη, να ήναι δε τολμηρός όταν ενεργή.»
50. Απεκρίθη δε ο Ξέρξης ως εξής· «Αρτάβανε, καλώς εξέθηκες τας ιδέας σου επί εκάστου πράγματος, αλλά μήτε όλα να φοβήσαι μήτε όλα να συλλογίζεσαι τόσον πολύ. 1. Εάν θέλης εις πάσαν υπόθεσιν να ακριβολογής παν ό,τι δύναται να ακολουθήση, ποτέ δεν θα κάμης τίποτε. Όθεν είναι προτιμότερον τολμών τις τα πάντα να πάθη το ήμισυ των δεινών μάλλον ή να μη πάθη τίποτε επειδή φοβείται τα πάντα. Εάν αντιτείνων εις πάντα λόγον δεν ειμπορείς να αποδείξης το βέβαιον, σφάλλεις και συ ομοίως ως εκείνος όστις ήθελεν ειπεί τα εναντία· ούτως έχει και διά τους δύο. Αλλά πώς είναι δυνατόν, ων τις άνθρωπος, να γνωρίση μετά βεβαιότητος τι πρέπει να πράξη; εγώ φρονώ ότι τούτο είναι αδύνατον. Όσοι όμως ενεργούσι μετ' αποφάσεως, αυτοί συνήθως επιτυγχάνουσιν, ενώ οι υπολογίζοντες τα πάντα και οκνούντες, αυτοί αποτυγχάνουσι. 2. Βλέπεις εις πόσην δύναμιν έφθασε το βασίλειον των Περσών· εάν οι προ εμού βασιλεύσαντες είχον ομοίας γνώμας με σε, ή εάν χωρίς να έχωσιν αυτάς ήκουον όμως άλλους συμβούλους ως σε, ουδέποτε ήθελες ιδεί το βασίλειον ταύτο να φθάση εις τόσην ακμήν. Αλλ' οι βασιλείς εκείνοι, αψηφούντες τους κινδύνους, προήγαγον αυτό εις το σημείον τούτο, καθότι τα μεγάλα πράγματα με μεγάλους κινδύνους καταρθούνται. Ημείς λοιπόν μιμούμενοι τους προγενεστέρους στρατεύομεν εις την καλλιτέραν εποχήν του έτους, και αφού υποτάξωμεν όλην την Ευρώπην θα επανέλθωμεν οπίσω χωρίς ούτε λιμόν να απαντήσωμεν ουδαμού ούτε δυσάρεστόν τι να πάθωμεν· καθότι πρώτον μεν πορευόμεθα φέροντες μεθ' ημών πολλάς τροφάς και δεύτερον διότι εις οιανδήποτε γην και έθνος αν πατήσωμεν, θα έχωμεν εις την εξουσίαν μας τον σίτον αυτών· εκστρατεύομεν δε κατ' ανθρώπων γεωργών και ουχί κατά νομάδων.»
51. Είπε δε ο Άρτάβανος μετά ταύτα· «Ω βασιλεύ, επειδή δεν φοβείσαι τίποτε, δέχθητι τουλάχιστον μίαν συμβουλήν, καθότι εις πολλά πράγματα είναι ανάγκη να λέγη τις πολλά. Ο Κύρος του Καμβύσου υπέταξεν όλους τους Ίωνας πλην των Αθηναίων και κατέστησεν αυτούς υποτελείς εις τους Πέρσας. Αυτούς τους ανθρώπους σε συμβουλεύω να μη συμπαραλάβης κατ' ουδένα τρόπον εις τον κατά των προγόνων των πόλεμον, καθότι και άνευ τούτων είμεθα ικανοί να υπερνικήσωμεν τους εχθρούς· Βεβαίως, εάν σε ακολουθήσωσι, πρέπει ή αδικώτατοι να γίνωσιν υποδουλούντες την μητρόπολίν των, ή δικαιότατοι συμπράττοντες εις την ελευθέρωσίν της. Και εάν μεν γίνωσιν αδικώτατοι, ουδέν μέγα κέρδος προσθέτουσιν εις ημάς· εάν όμως γίνωσι δικαιότατοι, δύνανται να βλάψωσι μεγάλως τον στρατόν σου. Ενθυμήθητι λοιπόν, ω βασιλεύ, το παλαιόν λόγιον πόσον ορθώς λέγει ότι άμα τη αρχή δεν καταφαίνεται όλον το τέλος.»
52. Προς ταύτα ο Ξέρξης απεκρίθη· «Αρτάβανε, από όσας γνώμας έδωκες, εις αυτήν σφάλλης περισσότερον, φοβούμενος τους Ίωνας μήπως μας προδώσωσι. Της προαιρέσεως των Ιώνων έχομεν απόδειξιν μεγίστην· υπέρ αυτών και συ μαρτυρείς και όσοι άλλοι συνεξεστράτευσαν μετά του Δαρείου κατά των Σκυθών· ότι εις τας χείρας αυτών ήτο να αφανίσωσι ή να σώσωσι τον Περσικόν στρατόν και ότι έδειξαν την πίστιν των και όχι απιστίαν. Πλην δε τούτου, επειδή άφησαν εις την χώραν ημών τέκνα, γυναίκας και πλούτη, δεν πρέπει ούτε να το στοχασθή τις ότι δυνατόν να νεωτερίσωσι. Μη φοβήσαι λοιπόν τίποτε από αυτούς, αλλ' έχων θάρρος φρόντιζε περί της διατηρήσεως της οικίας και την βασιλείας μου, καθότι εις σε μόνον μεταξύ όλων εμπιστεύομαι το σκήπτρον μου.»
53. Ταύτα ειπών και αποστείλας τον Αρτάβανον εις τα Σούσα, εκάλεσε μετά ταύτα τους σημαντικωτέρους των Περσών· αφού δε ήλθον, είπεν εις αυτούς τα εξής· «Ω Πέρσαι, σας συνήθροισα διά να σας παρακινήσω να φανήτε γενναίοι και να μη καταισχύνετε τα αρχαία κατορθώματα των Περσών, κατορθώματα μεγάλα και πολλού λόγου άξια. Έκαστος ιδιαιτέρως και όλοι ομού ας έχωμεν προθυμίαν, καθότι υπ' όψιν έχομεν το κοινόν καλόν. Τούτου ένεκα σας παροτρύνω να καταβάλετε πάντα ζήλον εις τον πόλεμον τούτον, διότι ως ακούω εκστρατεύομεν εναντίον ανθρώπων γενναίων τους οποίους εάν νικήσωμεν δεν θα ευρεθή πλέον άλλος στρατός ανθρώπων διά να μας εναντιωθή. Τώρα, ας διαβαίνωμεν την θάλασσαν αφού προσευχηθώμεν εις τους θεούς όσοι έχουσιν υπό την προστασίαν των την Περσίδα γην.»
54. Όλη εκείνη η ημέρα εδαπανήθη εις την ετοιμασίαν της διαβάσεως, την δε ακόλουθον περιέμενον ανυπομόνως την ανατολήν του ηλίου καίοντες επί των γεφυρών θυμιάματα διάφορα και στρώνοντες την οδόν με μυρσίνας. Ενώ δε ανέτελλεν ο ήλιος, ο Ξέρξης κάμνων σπονδάς εις την θάλασσαν με χρυσούν ποτήριον, ηύχετο εις αυτόν να μη τω συμβή περιστατικόν τι το οποίον να τον εμποδίση από του να καθυποτάξη την Ευρώπην, αλλά να τον βοηθήση να φθάση έως εις τα άκρα αυτής. Αφού δε ευχήθη έρριψε το ποτήριον εις τον Ελλήσποντον μεθ' ενός κρατήρος χρυσού και του Περσικού ξίφους το οποίον καλούσιν ακινάκην. Δεν δύναμαι να αποφανθώ ακριβώς εάν αφιερών αυτά εις τον ήλιον τα έρριψεν εις το πέλαγος, ή εάν μετανοήσας διότι εμαστίγωσε τον Ελλήσποντον προσέφερε τα δώρα ταύτα εις την θάλασσαν.
55. Αφού εγένοντο ταύτα, ήρχισεν η διάβασις· και διά μεν της γεφύρας της προς το μέρος του Ευξείνου διέβη όλον το πεζόν και το ιππικόν, διά δε της προς το Αιγαίον τα υποζύγια και η θεραπεία. Επορεύοντο δε πρώτοι οι δεκακισχίλιοι Πέρσαι, όλοι εστεφανωμένοι, και μετ' αυτού ο σύμμικτος στρατός των διαφόρων εθνών. Και ταύτην μεν την ημέραν ούτοι διέβησαν, την δε ακόλουθον, πρώτον μεν οι ιππείς και οι κρατούντες τας προς τα κάτω εστραμμένας λόγχας· ήσαν δε και ούτοι εστεφανωμένοι· μετ' αυτούς δε οι ιεροί ίπποι και το ιερόν άρμα· έπειτα αυτός ο Ξέρξης και οι αιχμοφόροι και οι χίλιοι ιππείς, και μετ' αυτούς ο επίλοιπος στρατός. Συγχρόνως και τα πλοία ανήγοντο αντικρύ· ήκουσα επίσης ότι ο Ξέρξης διέβη τελευταίος όλων.
56. Διαβάς ο Ξέρξης εις την Ευρώπην εθεάτο τον στρατόν διαβαίνοντα με μαστιγώσεις· διέβη δε ο στρατός εις επτά ημέρας και επτά νύκτας άνευ διακοπής. Τότε λέγουσιν ότι αφού ο Ξέρξης διέβη τον Ελλήσποντον, Ελλησπόντιός τις είπεν· «ω Ζευ, διατί υπό μορφήν ανδρός Πέρσου και λαβών το όνομα Ξέρξης θέλεις να αναστατώσης την Ελλάδα άγων κατ' αυτής όλους τους ανθρώπους; ηδύνασο και άνευ τούτων να πράξης ταύτα.»
57. Αφού διέβησαν όλοι και ήρχισαν να οδεύωσιν, εφάνη εις αυτούς μέγα θαύμα περί του οποίου ο Ξέρξης δεν εφρόντισε ποσώς, μολονότι ήτο ευεξήγητον. Ίππος εγέννησε λαγόν, εξ ου ευκόλως ηδύνατό τις να εννοήση ότι ο Ξέρξης έμελλε να ελάση στρατόν κατά της Ελλάδος υπερηφανώτατα και μεγαλοπρεπέστατα και ότι θα επέστρεφεν οπίσω, αναγκαζόμενος χάριν της σωτηρίας του να τρέχη. Και άλλο θαύμα είχε φανή εις τας Σάρδεις· ημίονος εγέννησεν ημίονον διπλά έχουσαν αιδοία, τα μεν άρρενος τα δε θηλείας· τα του άρρενος δε ήσαν υπεράνω των της θηλείας.
58. Μη φροντίσας λοιπόν μήτε περί του ενός μήτε περί του άλλου, επορεύετο επί τα πρόσω, συν αυτώ δε ο πεζός στρατός. Ο δε ναυτικός στρατός, έξω του Ελλησπόντου, έπλεε παρακολουθών την ακτήν και έχων εστραμμένην την πρύμνην προς τον πεζόν, καθότι έπλεε προς δυσμάς διευθυνόμενος εις το Σαρπηδόνιον ακρωτήριον όπου ήτο διατεταγμένος να φθάση και να περιμένη, ενώ ο στρατός της ξηράς εξηκολούθει τον δρόμον του διά της χερσονήσου διευθυνόμενος προς ανατολάς του ηλίου και έχων εις τα δεξιά μεν τον τάφον της Έλλης, θυγατρός του Αδάμαντος, αριστερά δε την πόλιν Καρδίαν. Διελθών διά μέσου πόλεώς τινος ης το όνομα ήτο Αγορά και κάμψας τον καλούμενον Μέλανα κόλπον και τον Μέλανα ποταμόν του οποίου το ύδωρ δεν εξήρκεσεν εις τον στρατόν αλλ' εξηντλήθη, τούτον τον ποταμόν διαβάς, εξ ου και ο κόλπος έχει την επωνυμίαν, επορεύετο προς δυσμάς μέχρις ου έφθασεν εις τον Δορίσκον, πέραν της Αιολίδος πόλεως Αίνου και της Στεντορίδος λίμνης.