Ιστορίαι Ηροδότου, Τόμος 2

Part 11

Chapter 1134 wordsPublic domain

9. Μετ' αυτόν δε ο Μαρδόνιος είπε· «Δέσποτα, συ είσαι ο άριστος ου μόνον των γεννηθέντων Περσών αλλά και των μελλόντων να γεννηθώσι, διότι και αι ιδέαι τας οποίας εξέθεσες είναι άρισται και αληθέσταται, και τους εις την Ευρώπην κατοικούντες Ίωνας, ανθρώπους μηδαμινούς, δεν θα αφήσης να μας εμπαίξωσιν. Εάν προς μόνον τον σκοπόν να αυξήσωμεν την δύναμίν μας υπεδουλώσαμεν τους Σάκας, τους Ινδούς, τους Αιθίοπας, τους Ασσυρίους και τόσα άλλα έθνη πολλά και μεγάλα άτινα ουδόλως ηδίκησαν τους Πέρσας, δεν θα ήναι αίσχος δι ημάς εάν δεν τιμωρήσωμεν τους Έλληνας οίτινες πρώτοι μας ηδίκησαν; Τι φοβούμεθα; ποίον στρατόν μέγαν; ποίαν χρημάτων δύναμιν; 1. Ηξεύρομεν τον τρόπον με τον οποίον πολεμούσιν, ηξεύρομεν ότι τα μέσα των είναι ασθενή, είμεθα κύριοι των παίδων των τους οποίους υπετάξαμεν και οίτινες κατοικούσιν εις την χώραν μας καλούμενοι Ίωνες, Αιολείς, Δωριείς. Τους εδοκίμασα εγώ ο ίδιος όταν εστράτευσα κατ' αυτών κατά προσταγήν του πατρός σου. Εισήλασα μέχρι της Μακεδονίας και ολίγον έλειψε να φθάσω και εις αυτάς τας Αθήνας χωρίς να εξέλθη κανείς διά να με πολεμήση. 2. Και εν τούτοις, ως μανθάνω, οι Έλληνες συνειθίζουσι να συγκροτώσι πολέμους απερισκέπτως, αφρόνως, αναιτίως. Άμα κηρύξωσι πόλεμον μεταξύ των, εκλέγουσι την ωραιοτέραν και ομαλωτέραν πεδιάδα και καταβαίνοντες πολεμούσιν ούτως ώστε οι νικώντες αναχωρούσιν έπειτα με μεγάλην ζημίαν· περί των ηττωμένων δεν λέγω τίποτε, καθότι αφανίζονται κατά κράτος, ενώ έπρεπεν, επειδή είναι ομόγλωσσοι, να μεταχειρίζωνται κήρυκας και πρέσβεις και να καταπαύωσι τας διαφοράς των διά παντός άλλου τρόπου ή διά της μάχης. Εάν δε ήτο άφευκτον να πολεμήσωσι προς αλλήλους, έπρεπε να εκλέγωσι θέσεις όπου εκάτερον μέρος δυσκόλως ήθελε νικάται και εκεί να δοκιμάζωσι την τύχην των όπλων. Οι Έλληνες λοιπόν οι μετά τοσαύτης προθυμίας συγκροτούντες ανωφελείς μάχας, όταν εγώ εισήλασα μέχρι της Μακεδονίας, ούτε καν εσκέφθησαν να πολεμήσωσι. 3. Εις σε δε, ω βασιλεύ, ποίος θα εναντιωθή και θα σε πολεμήση άγοντα αναρίθμητον στρατόν και όλα τα πλοία της Ασίας; Ως φρονώ δεν έφθασαν οι Έλληνες εις τοιαύτην αυθάδειαν. Εάν όμως απατώμαι, εάν παρασυρθέντες υπό της επάρσεως θελήσωσι να μας πολεμήσωσι, θα μάθωσιν ότι είμεθα οι άριστοι των ανθρώπων εις τα πολεμικά. Ας μεταχειρισθώμεν κατ' αυτών όλα τα μέσα, διότι ουδέν γίνεται αυτόματον, αλλ' όλα τα ανθρώπινα πράγματα απαιτούσι δοκιμήν.»

10. Ο μεν Μαρδόνιος ούτως εξομαλίσας την γνώμην του Ξέρξου έπαυσε. Σιωπώντων δε των άλλων Περσών και μη τολμώντων να εκφράσωσι γνώμην εναντίαν της προκειμένης, ο Αρτάβανος του Υστάσπους, θείος ων του Ξέρξου και τούτου ένεκα τολμηρότερος, είπε τα εξής. 1. «Βασιλεύ, εάν δεν λεχθώσι γνώμαι εναντίαι προς αλλήλας, δεν είναι δυνατόν να αποφανθή τις υπέρ της καλλιτέρας, αλλ' είναι ηναγκασμένος να παραδεχθή την μόνην ήτις επροτάθη, ενώ, όταν εκτεθώσι διάφοροι γνώμαι, δύναται τότε να εκλέξη. Το αυτό συμβαίνει με τον καθαρόν χρυσόν όστις αφ' εαυτού μεν δεν διακρίνεται, εάν όμως τρίψωμεν αυτόν εις την λίθον πλησίον άλλου χρυσού διακρίνομεν τον καλλίτερον. Άλλοτε συνεβούλευσα τον πατέρα σου, τον αδελφόν μου Δαρείον, να μη στρατεύση κατά των Σκυθών, ανθρώπων οίτινες δεν έχουσι πόλιν εις κανέν μέρος της γης· εκείνος όμως ελπίσας ότι θα καταστρέψη τους νομάδας Σκύθας δεν με ήκουσε και έκαμε την εκστρατείαν εκείνην από την οποίαν επέστρεψεν αφού απώλεσε πολλούς και ανδρείους άνδρας του στρατού του. Συ δε, ω βασιλεύ, προτίθεσαι να εκστρατεύσης εναντίον ανθρώπων πολύ γενναιοτέρων από τους Σκύθας και οίτινες λέγονται ότι είναι εμπειρότατοι και εις την θάλασσαν και εις την ξηράν. Όθεν είναι πρέπον να σε είπω εκείνο το οποίον βλέπω εις αυτούς φοβερόν. 2. Λέγεις να ζεύξης τον Ελλήσποντον και να οδηγήσης τον στρατόν σου διά της Ευρώπης, Υπόθεσον όμως ότι συμβαίνει να νικηθώμεν ή κατά γην ή κατά θάλασσαν, ή και κατ' αμφότερα, διότι οι άνθρωποι ούτοι φημίζονται ότι είναι ανδρειότατοι και είναι επιτετραμμένον να το συμπεράνη τις εκ τούτου ότι μόνοι οι Αθηναίοι κατέστρεψαν τον μέγαν στρατόν τον οποίον ωδήγησεν εις την Αττικήν ο Δάτις και ο Αρταφέρνης· Και τούτο, ενώ μόνον κατά ξηράν ευδοκίμησαν. Αλλ' εάν ναυμαχήσωσιν, εάν πλεύσωσι νικηφόροι προς τον Ελλήσποντον, εάν λύσωσι την γέφυραν, ω βασιλεύ, πόσον τρομεράς συνεπείας θα είχε τούτο. 3. Αι ανησυχίαι αύται δεν προέρχονται εξ ιδίων μου σκέψεων. Ενθυμούμαι ποίαν καταστροφήν ολίγον έλειψε να πάθωμεν ότε ο πατήρ σου ζεύξας τον Θρακικόν Βόσπορον και γεφυρώσας τον ποταμόν Ίστρον διέβη εις τους Σκύθας. Τότε οι Σκύθαι τα πάντα έκαμον παρακαλούντες τους Ίωνας, εις τους οποίους ήτο εμπεπιστευμένη η φύλαξις των γεφυρών του Ίστρου, να λύσωσιν αυτάς. Εάν κατ' εκείνην την στιγμήν ο τύραννος της Μιλήτου Ιστιαίος ηκολούθει την γνώμην των άλλων τυράννων και δεν ηναντιούτο, οι Πέρσαι θα εχάνοντο· μολονότι είναι τρομερόν και τον λόγον να ακούση τις τούτον, ότι η σωτηρία του βασιλέως εξηρτάτο παρ' ενός ανθρώπου. 4. Μη λοιπόν αποφασίσης να εκτεθής εις τοιούτον κίνδυνον, μηδεμιάς ανάγκης υπαρχούσης, αλλά πείσθητι εις τας συμβουλάς μου. Τώρα μεν διάλυσον τον σύλλογον τούτον· έπειτα δε, όταν σε φανή εύλογον, αφού σκεφθής καλώς, πράξον ό,τι νομίσης ωφελιμώτατον. Να σκέπτεταί τις καλώς, εγώ νομίζω ότι είναι μέγιστον κέρδος, διότι και αν συμβή εναντίον τι, πάλιν ο άνθρωπος εβουλεύθη μεν καλώς, τα βουλεύματά του όμως ενικήθησαν υπό της τύχης. Όταν όμως βουλευθή τις κακώς, έστω και αν η τύχη τον βοηθήση, η επιτυχία του είναι τυχαία και ουχ ήττον εσκέφθη κακώς. 5. Ιδέ πώς ο θεός κεραυνολογεί τα υπερέχοντα όντα και δεν τα αφίνει να φαντάζωνται, ενώ τα μικρά ούτε καν εγγίζει. Ιδέ πώς ρίπτει πάντοτε τα βέλη του επί των υψηλών οικημάτων και των μεγάλων δένδρων, διότι το θείον αρέσκεται να ταπεινόνη πάντα τα υπερέχοντα. Διά τον αυτόν λόγον πολλάκις και πολυάριθμος στρατός καταστρέφεται υπό ολίγου, εάν ο θεός φθονήσας εμβάλη εις αυτόν φόβον ή μωρίαν· τότε οι πολεμισταί καταστρέφονται διά τρόπου αναξίου εαυτών, καθότι ο θεός δεν επιτρέπει να μεγαλοφρονή άλλος ή αυτός μόνος. 6. Εις οιονδήποτε πράγμα η πολλή σπουδή γεννά σφάλματα εκ των οποίων συνήθως προέχονται μεγάλαι ζημίαι· η υπομονή όμως παρέχει πολλά αγαθά τα οποία, εάν δεν φανώσιν αμέσως, με τον καιρόν όμως τα ευρίσκει ο άνθρωπος. 7. Εις σε μεν ω βασιλεύ, ταύτα συμβουλεύω· συ δε, ω υιέ του Γωβρύου Μαρδόνιε, παύσον φλυαρών περί των Ελλήνων, διότι δεν είναι άνθρωποι διά να ομιλή τις περί αυτών με καταφρόνησιν. Κατηγορών τους Έλληνας, ερεθίζεις τον βασιλέα να κάμη την εκστρατείαν ταύτη, προς τούτον δε τον σκοπόν με φαίνεται ότι τείνει όλη σου η προθυμία. Είθε να μη επιτύχης, διότι η διαβολή είναι κάκιστον πράγμα· εις αυτήν δύο μεν είναι οι αδικούντες, είς δε ο αδικούμενος· ο διαβάλλων αδικεί, διότι κατηγορεί άνθρωπον απόντα· ο ακούων αδικεί, διότι πείθεται πριν μάθη την αλήθειαν· ο δε τρίτος, όστις δεν είναι παρών εις την συνομιλίαν, αδικείται τοιουτοτρόπως υπ' αμφοτέρων· υπό μεν του ενός διαβάλλεται, υπό δε του ετέρου κρίνεται ότι είναι κακός. 8. Αλλ' εάν πρέπη αφεύκτως να γίνη εκστρατεία κατά των ανθρώπων τούτων, ας μείνη τουλάχιστον ο βασιλεύς εις την Περσίαν· συ δε, ω Μαρδόνιε, αφού και οι δύο δώσωμεν τα τέκνα μας ως ομήρους, στράτευσον εκλέξας όσους θέλεις άνδρας και λαβών όσον θέλεις στρατόν. Και εάν μεν τα πράγματα αποβώσιν εις τον βασιλέα ως λέγεις συ, ας φονευθώσι τα ιδικά μου τέκνα· εάν δε αποβώσιν ως προλέγω εγώ, ας πάθωσι τούτο τα ιδικά σου τέκνα, μετ' αυτών δε και συ, εάν επιστρέψης. Αλλ' εάν δεν δέχεσαι την συμφωνίαν ταύτην και επιμένης να οδηγήσης τον στρατόν κατά της Ελλάδος, λέγω μετά βεβαιότατος ότι όστις μείνη εις τα Σούσα θα ακούση ότι ο Μαρδόνιος, αφού επροξένησε μέγα κακόν εις τους Πέρσας, εσπαράχθη υπό κυνών και ορνέων εις μέρος τι ή των Αθηνών ή της Λακεδαίμονος, εκτός εάν συμβή τούτο καθ' οδόν πριν φθάσης εκεί, διά να γνωρίση πας τις εναντίον τίνων ανθρώπων συμβουλεύεις τον βασιλέα να στρατεύση.»

11. Ο μεν Αρτάβανος ταύτα είπεν, ο δε Ξέρξης θυμωθείς απεκρίθη τα εξής· «Άρτάβανε, είσαι αδελφός του πατρός μου και τούτο σε απαλλάττει του να λάβης την αξίαν αμοιβήν των ασυνέτων λόγων σου. Επειδή δε είσαι άνανδρος και μικρόψυχος, σοι επιβάλλω την εξής ατιμίαν· να μη συστρατεύσης μετ' εμού κατά της Ελλάδος, αλλά να μείνης εδώ με τας γυναίκας, εγώ δε και άνευ σου θα εκτελέσω όσα είπα. Δεν θα ήμην απόγονος του Δαρείου, του Ιστάσπους, του Αρσάμους, του Αριαράμνου, του Τεΐσπους, του Κύρου, του Καμβύσου, του Τεΐσπους, του Αχαιμένους, εάν παρητούμην να τιμωρήσω τους Αθηναίους, ων μάλιστα βέβαιος ότι και ημείς εάν μείνωμεν ήσυχοι, εκείνοι δεν θα ησυχάσωσιν, αλλά θα στρατεύσωσι καθ' ημών, εάν κρίνωμεν από τας προλαβούσας των πράξεις· καθότι αυτοί ενέπρησαν τας Σάρδεις και εισέβαλον εις την Ασίαν. Ουδεμία είναι δυνατή εκατέρωθεν υποχώρησις· πρόκειται αγών να κάμωμεν ή να πάθωμεν· πρέπει ή όλον τούτο το μέγα βασίλειον να υποταχθή εις τους Έλληνας ή η Ελλάς εις τους Πέρσας· μέσος όρος της έχθρας δεν υπάρχει κανείς. Καλόν λοιπόν είναι να τους τιμωρήσωμεν ημείς οίτινες πρώτοι επάθομεν υπ' αυτών, διά να γνωρίσω και εγώ το δεινόν το οποίον έχω να πάθω στρατεύων κατά τοιούτων ανθρώπων τους οποίους και ο Φρυξ Πέλοψ, ο δούλος των προπατόρων μου, κατέστρεψε τόσον, ώστε μέχρι της σήμερον και οι άνθρωποι ούτοι και η χώρα των έχουσι το όνομά των από του καταστρέψαντος αυτούς.»

12. Τοιούτοι ήσαν οι λόγοι οι απαγγελθέντες εν τω συλλόγω τούτω· ακολούθως ενύκτωσε και η γνώμη του Αρταβάνου ετάραττε τον Ξέρξην· σκεπτόμενος ούτος εύρισκεν ότι τωόντι δεν ήτο συμφέρον να στρατεύση κατά της Ελλάδος και αφού μετήλλαξε γνώμην απεκοιμήθη. Είδε δε εις τον ύπνον του, ως λέγουσιν οι Πέρσαι, το εξής όνειρον· τω εφάνη ότι παρουσιασθείς μέγας και ευειδής ανήρ, είπεν εις αυτόν τα ακόλουθα· «Αλλάσσεις γνώμην, ω Πέρσα, και δεν θέλεις να στρατεύσης κατά της Ελλάδος, αφού ανήγγειλες εις τους Πέρσας να συναθροίσωσι στρατόν; έχεις άδικον μεταμελόμενος, και κανείς δεν θα συμφωνήση μετά σου. Εκτέλεσον λοιπόν ό,τι απεφάσισες την ημέραν και ακολούθησον ταύτην την οδόν.» Εφάνη δε ει τον Ξέρξην ότι ο άνθρωπος εκείνος, αφού είπε ταύτα, απέπτη.

13. Επιλαμψάσης δε της ημέρας, περί μεν του ονείρου τούτου ουδένα λόγον έκαμε, συγκαλέσας δε τους ιδίους Πέρσας της προτεραίας, είπε προς αυτούς τα ακόλουθα· «Ω Πέρσαι, συγχωρήσατε την παλιμβουλίαν μου, πρώτον μεν διότι δεν έχω ακόμη την απαιτουμένην σύνεσιν, και δεύτερον διότι εκείνοι οίτινες με παρακινούσι να πράξω όσα είπα χθες, δεν με αφίνουν ούτε στιγμήν. Ότε ήκουσα την γνώμην του Αρταβάνου, τότε μεν ησθάνθην αναβράζον το αίμα μου και με διέφυγον λόγοι τους οποίους απρεπές ήτο να είπω προς άνδρα προβεβηκότα· τώρα όμως συνελθών εις εμαυτόν θα ακολουθήσω την γνώμην εκείνου. Επειδή λοιπόν μετέβαλον απόφασιν και δεν θέλω να στρατεύσω κατά της Ελλάδος, μένετε ήσυχοι.» Οι μεν Πέρσαι, ως ήκουσαν ταύτα, χαίροντες προσεκύνησαν.

14. Νυκτός δε γενομένης, αύθις το αυτό όνειρον παρουσιασθέν εις τον υπνώττοντα Ξέρξην είπε τα εξής· «Ω υιέ του Δαρείου, είπες λοιπόν εις τους Πέρσας ότι παραιτείσαι της εκστρατείας, και εις ουδέν ελογίσθης τους λόγους μου, ως να μη τους ήκουσες. Μάθε όμως ότι εάν δεν επιχειρήσης αμέσως την εκστρατείαν ταύτην, θα σε συμβή το εξής· ως εν ολίγω χρόνω εγένεσο μέγας και πολύς, ούτω πάλιν θα γίνης ταχέως ταπεινός.»

15. Γενόμενος ο Ξέρξης περιδεής εκ του ονείρου τούτου ανεπήδησεν από της κλίνης και έπεμψε να καλέση τον Αρτάβανον. Προσελθότος δε τούτου είπε τα εξής· «Αρτάβανε, εκείνην την ώραν δεν ήμην εις τας φρένας μου ειπών σε λόγους προσβλητικούς διά την καλήν σου συμβουλήν, μετ' ολίγον όμως μετενόησα και επείσθην ότι έπρεπε να πράξω όσα με συνεβούλευσες. Αλλά μολονότι θέλω, δεν είμαι κύριος να τα εκτελέσω, διότι αφού παρεδέχθην την γνώμην σου και απέρριψα την ιδικήν μου, έν όνειρον μοι εμφανίζεται και με μέμφεται πράττοντα ούτω· ταύτην μάλιστα την στιγμήν ανεχώρησε με απειλάς. Εάν λοιπόν ο πέμπων αυτό ήναι θεός και χαίρη εάν γίνη εκστρατεία κατά της Ελλάδος, το όνειρον τούτο θα καταβή και εις σε και θα σε δώση τας αυτάς διαταγάς τας οποίας έδωκεν εις εμέ. Δεν αμφιβάλλω δε ότι θα γίνη ούτω εάν λάβης τα ενδύματά μου και ενδυθείς αυτά καθίσης εις τον θρόνον μου και έπειτα κοιμηθής εις την κλίνην μου.»

16. Ο μεν Ξέρξης ταύτα είπεν. Ο δε Αρτάβανος κατ' αρχάς μεν δεν ηθέλησε να υπακούση, μη κρίνων εαυτόν άξιον να καθίση εις τον βασιλικόν θρόνον· επί τέλους όμως, επειδή ηναγκάσθη, έπραξε το προσταζόμενον αφού πρώτον είπε τα εξής. 1. «Επίσης είναι προτέρημα, ω βασιλεύ, να φρονή τις ορθώς και να πείθεται εις τας διδομένας καλάς συμβουλάς. Συ έχεις αμφότερα ταύτα, πλην η μετ' ανθρώπων κακών συναναστροφή σε αποπλανά, ως λέγουσι διά την θάλασσαν ότι ενώ είναι χρησιμωτάτη εις τους ανθρώπους, οι πνέοντες άνεμοι την εμποδίζουσι να φέρεται κατά την φύσιν της. Εγώ ελυπήθην ουχί τόσον διά τους υβριστικούς λόγους σου, όσον διότι εκ των δύο προτεθεισών εις τους Πέρσας γνωμών, ενώ η μία έτεινε να αυξήση την κενοδοξίαν των, η δε άλλη να την καταπαύση και να δείξη ότι είναι κακόν να συνειθίζη τις τον άνθρωπον να επιθυμή πάντοτε περισσότερα από όσα έχει, εκ των δύο τούτων γνωμών, συ επροτίμησες την μάλλον σφαλεράν εις σε και εις τους Πέρσας. 2. Τώρα λοιπόν, επειδή εστράφης προς την καλλιτέραν και παρήτησες την ιδέαν να στρατεύσης κατά της Ελλάδος, λέγεις ότι σοι εμφανίζεται όνειρον εκ θεού τινος πεμπόμενον το οποίον δεν σε αφίνει να καταπαύσης τας πολεμικάς ετοιμασίας. Αλλ' ουδέ ταύτα, υιέ μου, είναι θεία· διότι τα ενύπνια τα οποία πλανώνται περί τους ανθρώπους είναι οποία θα σε είπω εγώ όστις ήμαι πρεσβύτερός σου κατά πολλά έτη. Τα ενύπνια ταύτα είναι συνήθως πεπλανημένα όταν σχετίζωνται προς τα πράγματα περί των οποίων ενησχολήθημεν κατά την ημέραν· ημείς δε κατά τας προλαβούσας ημέρας δεν είχομεν άλλην ομιλίαν ή περί της εκστρατείας ταύτης. 3. Αλλ' εάν το όνειρον δεν ήναι ως το εξηγώ, εάν μετέχη θειότητός τινος, θα συμβή ως είπες συ, θα φανή δηλαδή και εις εμέ και θα με διατάξη ως σε. Εν τούτοις, εάν θέλη να φανή, θα φανή είτε έχω το ιδικόν σου φόρεμα είτε το ιδικόν μου, είτε αναπαύομαι εις την ιδικήν σου κλίνην είτε εις την ιδικήν μου· διότι ό,τι και αν ήναι εκείνο το οποίον σε επισκέπτεται εις τον ύπνον σου, δεν είναι τόσον ανόητον ώστε βλέπον το φόρεμά μου να νομίση ότι είσαι συ. Εάν δεν με λάβη ουδόλως υπ' όψιν, εάν δεν με αξιώση εμφανίσεως, αδιάφορον υπό ποίαν ενδυμασίαν, είναι καλόν εν τοιαύτη περιστάσει να μάθωμεν εάν θα έλθη να σε εύρη. Διότι εάν εξακολουθήση να έρχεται εις σε, θα είπω και εγώ ότι είναι ον θείον. Επειδή λοιπόν απεφάσισες να γίνη η δοκιμή αύτη και δεν είναι δυνατόν να μεταπεισθής, αλλά πρέπει εγώ να κοιμηθώ εις την κλίνην σου, ας υπακούσω και ας εμφανισθή και εις εμέ, το όνειρον. Μέχρις όμως εκείνης της ώρας θα διατηρήσω την γνώμην την οποίαν έχω.»

17. Ταύτα είπεν ο Αρτάβανος ελπίζων να δείξη εις τον βασιλέα ότι οι λόγοι του ουδεμίαν είχον σημασίαν. Μετά ταύτα εσιώπησε και έπραξε το προσταχθέν. Ενδυθείς την εσθήτα του Ξέρξου, εκάθισεν εις τον βασιλικόν θρόνον. Έπειτα, άμα κατεκλίθη και απεκοιμήθη, ήλθε το αυτό όνειρον το οποίον επεσκέπτετο τον Ξέρξην και σταθέν υπεράνω της κεφαλής του τω είπε ταύτα· «Συ λοιπόν εμποδίζεις τον Ξέρξην από του να στρατεύση κατά της Ελλάδος, φροντίζων τάχα διά την ασφάλειάν του; Αλλ' ούτε εις το μέλλον ούτε κατά την παρούσαν στιγμήν θα κατορθώσης να αποτρέψης το πεπρωμένον. Τι δε μέλλει να πάθη ο Ξέρξης εάν παρακούση το είπα εις αυτόν τον ίδιον.»

18. Τοιαύται ήσαν αι απειλαί τας οποίας ο Αρτάβανος ενόμισεν εις τον ύπνον του ότι έλεγε το όνειρον, το οποίον ενώ ωμίλει εφαίνετο ως να ήθελε να καύση τους οφθαλμούς του διά πεπυρακτωμένου σιδήρου. Ανακράξας λοιπόν επήδησεν από της κλίνης, μετέβη να εύρη τον Ξέρξην και τω διηγήθη το όραμα· έπειτα προσέθηκε τα εξής· «Ω βασιλεύ, ως άνθρωπος ιδών πολλάς και μεγάλας δυνάμεις καταστραφείσας υπό μικροτέρων, δεν σε άφινον να ενδίδης καθ' όλα εις τας ορμάς της νεότητος, γνωρίζων πόσον είναι επικίνδυνον να επιθυμή τις πολλά, διότι ουδόλως ελησμόνησα την κακήν έκβασιν της εκστρατείας του Κύρου κατά των Μασσαγετών, της του Καμβύσου κατά των Αιθιόπων και της του Δαρείου κατά των Σκυθών. Ταύτας ενθυμούμενος είχον γνώμην ότι μένων ήσυχος ήθελες είσθαι ο μάλλον μακάριος των ανθρώπων. Αλλ' επειδή υποδεικνύεται θεία τις ώθησις και ως φαίνεται οργή θεήλατος περιμένει τους Έλληνας, ενδίδω και εγώ, και μεταβάλλω γνώμην. Συ δε ανάγγειλον μεν εις τους Πέρσας το εκ του θεού πεμπόμενον όνειρον, διάταξον δε αυτούς να συμμορφωθώσι με τας πρώτας σου παραγγελίας περί ετοιμασίας. Κάμε δε τρόπον ώστε, αφού θεός τις σε τους παραδίδει, να μη σε λείψη τίποτε.» Αφού ελέχθησαν ταύτα, παρακινηθέντες αμφότεροι υπό του ονείρου, άμα εγένετο ημέρα, ο μεν Ξέρξης εξέθηκε την υπόθεσιν εις τους Πέρσας, ο δε Αρτάβανος, όστις πρότερον μόνος εφαίνετο εναντιούμενος εις την εκστρατείαν, τότε αναφανδόν τους παρεκίνει και αυτός.

19. Αφού λοιπόν ο Ξέρξης απεφάσισε να εκστρατεύση, τρίτον όνειρον ήλθεν εις τον ύπνον του το οποίον οι μάγοι εξήγησαν ότι ανεφέρετο προς όλην την γην και εσήμαινεν ότι όλοι οι άνθρωποι έμελλαν να γίνωσι δούλοι του βασιλέως. Το δε όνειρον ήτο το εξής· εφάνη εις τον Ξέρξην ότι ήτο εστεφανωμένος με θαλλόν ελαίας και ότι οι κλάδοι αυτής εκάλυπτον όλην την γην, και ότι αίφνης ο περί την κεφαλήν του στέφανος εγένετο άφαντος. Επειδή δε ούτως εξήγησαν το όνειρον οι μάγοι, αμέσως οι απαρτίζοντες τον σύλλογον Πέρσαι μετέβησαν εις τας ηγεμονίας των και ήρχισαν μετά προθυμίας να εκτελώσι τας διαταγάς τας οποίας είχον λάβει, επιθυμών έκαστος να λάβη αυτός τα υποσχεθέντα δώρα. Και τοιουτοτρόπως ο Ξέρξης εσύναξε στρατόν από όλα τα μέρη της ηπείρου.

20. Τέσσαρα ολόκληρα έτη παρήλθον από της αλώσεως της Αιγύπτου μέχρι ου ετοιμασθή ο στρατός και συναχθώσι τροφαί δι' αυτόν, κατά δε το πέμπτον έτος εστράτευσε μετ' απείρου πλήθους. Εξ όλων των στρατειών τας οποίας γνωρίζομεν, αύτη υπήρξεν η μεγαλειτέρα, τόσον ώστε ούτε η στρατεία του Δαρείου κατά των Σκυθών, φαίνεται μηδέν ως προς αυτήν· ούτε η των Σκυθών, όταν καταδιώκοντες τους Κιμμερίους εισέβαλον εις την Μηδικήν χώραν, υπέταξαν σχεδόν όλην την άνω Ασίαν και αποκατεστάθησαν εκεί, αιτία διά την οποίαν ύστερον ο Δαρείος ηθέλησε να τους τιμωρήση· ούτε η κατά τα λεγόμενα στρατεία των Ατρειδών κατά του Ιλίου· ούτε προ των Τρωικών ή των Μυσών και των Τευκρών, οίτινες διαβάντες διά του Βοσπόρου εις την Ευρώπην, υπέταξαν όλους τους Θράκας και κατέβησαν μέχρι της μεσημβρίας, αφ' ενός μεν μέχρι του Ιονίου πελάγους, αφ' ετέρου δε μέχρι του Πηνειού ποταμού.

21. Όλαι αύται αι στρατηλασίαι και όσαι προηγουμένως εγένοντο δεν εξισούνται προς την μίαν ταύτην· καθότι ποιον έθνος δεν ωδήγησε κατά της Ελλάδος ο Ξέρξης ποίον ύδωρ, πλην των μεγάλων ποταμών, δεν εξέλιπε πινόμενον; Οι μεν παρέσχον πλοία, άλλοι πεζικόν, άλλοι ιππικόν, άλλοι ιππαγωγά πλοιάρια και συγχρόνως στρατιώτας, άλλοι μακρά πλοία διά τας γεφύρας, άλλοι δε τροφάς και πλοία.

22. Προς τούτοις, επειδή οι πρώτοι περί τον Άθων περιπλεύσαντες είχον υποστή μεγάλας ζημίας, διά τούτο από τριών ετών εγίνοντο πολλαί ετοιμασίαι εις τον Άθων. Εις την Ελαιούντα της Χερσονήσου ίσταντο τριήρεις και εκείθεν μετεφέροντο άνθρωποι διαφόρων εθνών λαμβανόμενοι εκ του στρατού και ηναγκάζοντο διά της μάστιγος να σκάπτωσιν· έσκαπτον δε και οι περί τον Άθων κατοικούντες. Επεστάτουν δε του έργου δύο Πέρσαι, ο Βουβάρης του Μεγαβάζου και ο Αρταχαίης του Αρταίου. Είναι δε ο Άθως όρος μέγα και ονομαστόν, καταβαίνον εις την θάλασσαν και κατοικούμενον υπό ανθρώπων. Εις το μέρος δε της ηπείρου όπου απολήγει σχηματίζει είδος τι χερσονήσου και ισθμόν τινα δώδεκα περίπου σταδίων. Τούτο το διάστημα εκ της θαλάσσης των Ακανθίων μέχρι της άλλης θαλάσσης της αντικρύ της Τορώνης, είναι πεδιάς και λοφίδια. Επί του ισθμού δε τούτου, εις τον οποίον τελευτά ο Άθως, είναι η ελληνική πόλις Σάνη. Αι δε έσωθεν της Σάνης εις τον Άθων πόλεις τας οποίας ο Πέρσης επεχείρησε να κάμη νησιώτιδας αντί ηπειρωτικών, είναι το Δίον, η Ολόφυξος, το Ακρόθωον, η Θύσσος και αι Κλεωναί. Αύται εισίν αι πόλεις αι κείμεναι εις τον Άθων.

23. Έσκαπτον δε κατά τον ακόλουθον τρόπον· οι βάρβαροι, ελκύσαντες γραμμήν ευθείαν προς την πόλιν Σάνην, εμοίρασαν το έδαφος κατά έθνη. Αφού δε έγινε βαθεία η διώρυξ, οι μεν ίσταντο εις το βάθος και έσκαπτον, άλλοι δε παρέδιδον το πάντοτε εξορυσσόμενον χώμα εις άλλους ανωτέρω ισταμένους επί βάθρων, ούτοι πάλιν το παρελάμβανον και το έδιδον εις άλλους μέχρις ου έφθανεν εις τους ανωτάτω οίτινες το εξέφερον και το διεσκόρπιζον. Πλην των Φοινίκων όλοι οι λοιποί διπλάσιον κατέβαλον κόπον ένεκα των καταπιπτουσών κλιτύων του ορύγματος· και δεν ήτο δυνατόν να μη συμβή τούτο, καθότι είχον δώσει το αυτό πλάτος εις το στόμα και εις το βάθος. Οι Φοίνικες όμως οίτινες και εις τα άλλα πράγματα φαίνονται σοφοί, έδειξαν την σοφίαν των και εις τούτο. Λαβόντες τα λαχόν εις αυτούς μέρος, έδωκαν εις το στόμα της διώρυγος πλάτος διπλάσιον εκείνου το οποίον ώφειλε να έχη το βάθος, έπειτα προχωρούντες το εστένευον ολίγον κατ' ολίγον, ώστε όταν έφθασαν κάτω το μέρος αυτών είχε το αυτό πλάτος με τα μέρη των άλλων. Εκεί υπάρχει λειμών όπου εγίνοντο αι αγοραί και πωλήσεις πολλού αλεύρου ερχομένου εκ της Ασίας.

24. Ως εγώ συμπεραίνων ευρίσκω, ο Ξέρξης διέταξε να ορύξωσι το μέρος τούτο ένεκα οιήσεως, θέλων να δείξη την δύναμίν του και να αφήση μνημείον αυτής· διότι ενώ ήτο δυνατόν άνευ ουδενός κόπου να σύρωσι τα πλοία άνωθεν του ισθμού, διέταξε να ορύξωσι διώρυγα εις την οποίαν να εισέρχεται η θάλασσα, αρκετά πλατείαν ώστε να πλέωσιν ομού δύο τριήρεις κωπηλατούμεναι. Οι ίδιοι δε οίτινες έσκαψαν την διώρυγα, διετάχθησαν επίσης να γεφυρώσωσι τον ποταμόν Στρυμόνα.

25. Ταύτα έκαμνεν αφ' ενός· αφ' ετέρου δε εσύναζε διά τας γεφύρας σχοινία εκ βύβλου και εκ λίνου λευκού. Διέταξε προσέτι τους Φοίνικας και τους Αιγυπτίους να προμηθεύσωσιν εις τον στρατόν τροφάς, ώστε μήτε αυτός να πεινάση μήτε τα υποζύγια τα ελαυνόμενα κατά της Ελλάδος. Γνωρίσας τους τόπους επρόσταξε να συστήσωσιν αποθήκας εκεί όπου ήθελεν είσθαι ευκολώτερον να έρχωνται εκ των διαφόρων λιμένων της Ασίας ολκάδες και πορθμεία. Αι σημαντικώτεραι αποθήκαι εγένοντο εις την Λευκήν καλουμένην ακτήν της Θράκης, εις την Τυρόδιζαν των Περινθίων, εις τον Δορίσκον, εις την επί του Στρυμόνος Ηιόνα και εις την Μακεδονίαν.

26. Ενώ ούτοι κατεγίνοντο εις τα διορισθέντα έργα, όλος ο πεζός στρατός όστις είχε συναχθή, αναχωρήσας εκ των Κριτάλλων της Καππαδοκίας επορεύετο μετά του Ξέρξου εις τας Σάρδεις, διότι εκεί εδόθη διαταγή να ενωθή όλος ο στρατός όστις έμελλε ν' ακολουθήση τον Ξέρξην διά ξηράς. Δεν δύναμαι να είπω ποίος των διοικητών έφερε τον εντελέστερον στρατόν και έλαβε τα παρά του βασιλέως υποσχεθέντα δώρα, ούτε ηξεύρω αν εγένετο περί τούτου κρίσις. Ούτοι λοιπόν, αφού διαβάντες τον Άλυν ποταμόν εισήλθον εις την Φρυγίαν, πορευόμενοι δι' αυτής· έφθασαν εις τας Κελαινάς, όπου αναδίδουσιν αι πηγαί του Μαιάνδρου ποταμού και ενός άλλου ουχί μικροτέρου όστις ονομάζεται Καταρράκτης και όστις αναβρύων εκ του μέσου της αγοράς των Κελαινών χύνεται εις τον Μαίανδρον. Εν τη πόλει ταύτη είναι ανηρτημένον και το δέρμα του σιληνού Μαρσύου, το οποίον εκδαρέν, ως λέγουσιν οι Φρύγες, υπό του Απόλλωνος, ανεκρεμάσθη εκεί.

27. Εις ταύτην την πόλιν περιμένων ο Λυδός Πύθιος, υιός του Άτυος, εφιλοξένησε μεγαλοπρεπέστατα όλον τον στρατόν του βασιλέως, και αυτόν τον Ξέρξην, και είπεν ότι ήτο πρόθυμος να προσφέρη και χρήματα διά τον πόλεμον. Ο Ξέρξης ηρώτησε τους περί αυτόν Πέρσας τις ήτο αυτός ο Πύθιος και πόσα πλούτη είχεν ώστε να κάμνη τοιαύτας υποσχέσεις· οι δε απεκρίθησαν «Βασιλεύ, είναι εκείνος όστις προσέφερεν εις τον πατέρα σου Δαρείου την χρυσήν πλάτανον και την χρυσήν άμπελον, και σήμερον είναι μετά σε εις τα πλούτη ο πρώτος από τους ανθρώπους όσους ημείς γνωρίζομεν.»

28. Θαυμάσας διά τους τελευταίους τούτους λόγους ο Ξέρξης, ηρώτησεν ο ίδιος έπειτα τον Πύθιον πόσα χρήματα έχει. Αυτός δε απεκρίθη· «Ω βασιλεύ, δεν σε κρύπτω την αλήθειαν, ούτε πρέπει να προφασισθώ ότι δεν ηξεύρω την περιουσίαν μου· την ηξεύρω και θα σοι την είπω ακριβώς. Άμα έμαθον ότι καταβαίνεις εις την Ελληνικήν θάλασσαν, θέλων να σοι προσφέρω χρήματα διά τον πόλεμον, ηρεύνησα και αριθμήσας εύρον ότι έχω δύο χιλιάδας τάλαντα αργυρίου, χρυσίου δε μοι ελλείπουσιν επτά χιλιάδες διά να έχω τετρακοσίας μυριάδας στατέρων Δαρεικών· ταύτα σοι προσφέρω. Δι' εμέ αρκούσι τα ανδράποδά μου και αι γαίαι μου.» Ο μεν Πύθιος ταύτα έλεγεν.