Part 10
126. Έπειτα, κατά την επομένην γενεάν, ο τύραννος της Σικυώνος Κλεισθένης τοσούτον ύψωσε την οικίαν ταύτην ώστε εγένετο μεταξύ των Ελλήνων πολύ ονομαστοτέρα ή πρότερον. Ο Κλεισθένης του Αριστωνύμου, του Μύρωνος, του Ανδρέου, είχε θυγατέρα της οποίας το όνομα ήτο Αγαρίστη και ήθελε να εύρει τον άριστον πάντων των Ελλήνων και με τούτον να συζεύξη αυτήν. Ήλθεν η εορτή των Ολυμπίων· νικήσας ο Κλεισθένης με τέθριππον, εδημοσίευσε διά κήρυκος, όστις των Ελλήνων νoμίζει εαυτόν άξιον να γίνη γαμβρός του Κλεισθένους ας μεταβή εις την Σικυώνα κατά την εξηκοστήν ημέραν ή και πρότερον, καθότι μετά έν έτος αρχόμενον από της εξηκοστής ημέρας ήθελεν ο Κλεισθένης να τελεσθή ο γάμος. Τότε όσοι των Ελλήνων εμεγαλοφρόνουν ή διά τα ίδια προτερήματά των ή διά την πατρίδα των, έσπευσαν ως μνηστήρες, και ο Κλεισθένης διατάξας να ετοιμάσωσι στάδιον και παλαίστραν είχεν αυτά επί τω σκοπώ να αγωνισθώσι.
127. Και από μεν της Ιταλίας ήλθεν ο Συβαρίτης Σμινδυρίδης υιός του Ιπποκράτους όστις είχε φθάσει εις ύψιστον βαθμόν τρυφής (ήτο δε η Σύβαρις κατ' εκείνην την εποχήν ακμαιοτάτη) και ο Σιρίτης Δάμασος, υιός του Αμύριος του επιλεγομένου σοφού. Ούτοι ήλθον εκ της Ιταλίας. Από δε του Ιονίου κόλπου ο Αμφίμνηστος του Επιστρόφου Επιδάμνιος. Από της Αιτωλίας ήλθεν ο Μάλης αδελφός του Τιτόρμου εκείνου όστις υπερέβη πάντας τους Έλληνας εις την δύναμιν και διά να φύγη την μετά των ανθρώπων κοινωνίαν ανεχώρησεν εις τας εσχατίας της Αιτωλίδος χώρας. Από της Πελοποννήσου ήλθεν ο Λεωκήδης, απόγονος του τυράννου των Αργείων Φείδωνος· του Φείδωνος όστις εκανόνισε τα μέτρα των Πελοποννησίων και υπήρξεν ο μάλλον θρασύς από όλους τους Έλληνας, καθότι διώξας τους αγωνοθέτας των Ηλείων, ερρύθμιζεν αυτός τα των αγώνων των Ολυμπίων. Τούτου ο απόγονος ήλθε, και προσέτι ο Αμίαντος του Λυκούργου Αρκάς εκ της Τραπεζούντος και ο Αζήνιος Λαφάνης εκ της πόλεως Παίου, υιός του Ευφορίωνος όστις, ως λέγεται εις την Αρκαδίαν, εδέχθη εις την οικίαν του τους Διοσκούρους και έκτοτε εφιλοξένει όλους τους ανθρώπους, και ο Ηλείος Ονομαστός, υιός του Αγαίου. Ούτοι ήλθον εκ της Πελοποννήσου. Εκ δε των Αθηνών ήλθον ο Μεγακλής, υιός του Αλκμαίωνος εκείνου όστις είχε μεταβή προς τον Κροίσον, και είς άλλος, ο Ιπποκλείδης του Τισάνδρου, όστις υπερέβαινε τους Αθηναίους κατά τα πλούτη και το κάλλος. Από δε της Ερετρίας, ανθούσης τότε, ήλθεν ο Λυσανίας. Ούτος μόνος ήτο εκ της Ευβοίας. Εκ δε της Θεσσαλίας ήλθεν από μεν τους Σκοπάδας ο Κραννώνιος Διακτορίδης, από δε τους Μολοσσούς ο Άλκων. Ούτοι ήσαν οι μνηστήρες.
128. Ελθόντων δε τούτων κατά την ωρισμένην ημέραν, ο Κλεισθένης πρώτον μεν ηρώτησεν έκαστον περί της πατρίδος και της οικογενείας του, μετά ταύτα δε κρατήσας αυτούς επί ένα χρόνον πλησίον του εδοκίμαζε την ανδρίαν των, τον χαρακτήρα των, την ανατροφήν των, τα ήθη των, συνδιαλεγόμενος μεθ' εκάστου ιδιαιτέρως ή μεθ' όλων ομού και φέρων εις τα γυμνάσια τους νεωτέρους αυτών· προ πάντων όμως τους εδοκίμαζεν εις την τράπεζαν, διότι εφ' όσον χρόνον τους είχε πλησίον του τοις έδιδε τα πάντα και τους εξένιζε μεγαλοπρεπώς. Εξ όλων δε των μνηστήρων προ πάντων ήρεσκον εις αυτόν οι εξ Αθηνών ελθόντες, και εκ τούτων περισσότερον ο Ιπποκλείδης του Τισάνδρου τον οποίον επροτίμα διά την ανδρίαν του και διότι κατήγετο από τους Κυψελίδας της Κορίνθου.
129. Ότε δε έφθασεν η προσδιορισθείσα διά την τελετήν του γάμου ημέρα και να είπη ο Κλεισθένης ποίον εξέλεγεν ως γαμβρόν του, εθυσίασεν ο Κλεισθένης εκατόν βόας και ευώχησεν ου μόνον τους μνηστήρας αλλά και όλους τους Σκυωνίους. Περαιωθέντος του δείπνου, οι μνηστήρες συνεζήτησαν περί μουσικής και περί άλλων αντικειμένων τα οποία έφερεν η συνομιλία. Προβαίνοντος δε του πότου, ο Ιπποκλείδης όστις υπερείχε των άλλων διέταξε τον αυλητήν να παίξη χορόν. Ο αυλητής υπήκουσεν, ο δε Ιπποκλείδης εξετέλεσε χορόν τινα της αρεσκείας του. Αλλ' ο Κλεισθένης, ων θεατής, έβλεπε δυσαρέστως όλον το πράγμα. Μετά ταύτα, σταθείς ολίγον ο Κλεισθένης, διέταξε να τω φέρωσι τράπεζαν· ελθούσης δε της τραπέζης, πρώτον μεν εχόρευσεν επ' αυτής κατά τρόπους Λακωνικούς, έπειτα δε κατά τρόπους Αττικούς και επί τέλους στηρίξας την κεφαλήν επί της τραπέζης ανετίναξε τα σκέλη. Ο δε Κλεισθένης, ενόσω μεν ο Ιπποκλείδης εχόρευε τα πρώτα και τα δεύτερα είδη, μολονότι τα εύρισκεν απρεπή και απεφάσισε να μη τον κάμνη γαμβρόν του, συνείχεν όμως εαυτόν και δεν ήθελε να εκραγή κατ' αυτού. Αλλ' ότε τον είδεν ανατινάσσοντα τα σκέλη εις τον αέρα, μη δυνάμενος πλέον να υποφέρη είπεν· «Ω υιέ του Τισάνδρου διά του χορού απελάκτισας τον γάμον» ο δε Ιπποκλείδης υπολαβών είπεν: «Ου φροντίς Ιπποκλείδη.» Και έκτοτε ο λόγος ούτος έμεινε παροιμιώδης.
130. Τότε ο Κλεισθένης ζητήσας να σιωπήσωσιν είπεν εις το μέσον τα εξής· «Ω μνηστήρες της θυγατρός μου, εγώ όλους σας επαινώ, και εάν ήτο δυνατόν ήθελον σας ευχαριστήσει όλους χωρίς να προτιμήσω ένα μόνον εξ υμών και να απορρίψω τους άλλους. Επειδή όμως τούτο είναι αδύνατον να ευχαριστήσω όλους προκειμένου να αποφασίσω περί μιας κόρης, δίδω εις έκαστον εξ υμών των αποπεμπομένων έν τάλαντον αργυρίου διά την τιμήν την οποίαν με εκάματε θελήσαντες να λάβητε γυναίκα την θυγατέρα μου και διά τα έξοδα της αποδημίας σας, μνηστεύω δε την θυγατέρα μου Αγαρίστην με τον υιόν του Αλκμαίωνος Μεγακλέα κατά τους νόμους των Αθηναίων.» Ειπόντος τότε του Μεγακλέους ότι την λαμβάνει ως γυναίκα, επεκυρώθη ο γάμος υπό του Κλεισθένους.
131. Τοιαύτη ήτο η εκλογή του Κλεισθένους και ούτως οι Αλκμαιωνίδαι εφημίσθησαν ανά την Ελλάδα, Εκ του γάμου δε τούτου εγεννήθη ο Κλεισθένης όστις έχων το όνομα του Σικυωνίου μητροπάτορός του κατέστησε τας φυλάς και την δημοκρατίαν εις τας Αθήνας. Ούτος ο υιός εγεννήθη εις τον Μεγακλέα και ο Ιπποκράτης, εκ δε του Ιπποκράτους εγεννήθη άλλος Μεγακλής και άλλη Αγαρίστη λαβούσα το όνομα από τις Αγαρίστης του Κλεισθένους· αύτη δε συζευχθείσα τον Ξάνθιππον του Αρίφρονος και εγκυμονήσασα είδεν όνειρον εν τω ύπνω· τη εφάνη ότι έτεκε λέοντα· και μετ' ολίγας ημέρας τίκτει τω Ξανθίππω τον Περικλέα,
132. Μετά την εν Μαραθώνι δε καταστροφήν των Περσών, ο Μιλτιάδης ήδη έγκριτος μεταξύ των Αθηναίων, εγένετο τότε σημαντικώτερος. Εζήτησε λοιπόν παρά του δήμου εβδομήκοντα πλοία, στρατόν και χρήματα, χωρίς να είπη κατά τίνων ήθελε να εκστρατεύση, αλλά μόνον ότι θα καταπλουτίση αυτούς εάν έστεργον να τον ακολουθήσωσι, διότι θα τους φέρη εις τοιούτον τόπον από τον οποίον ευκόλως θα λάβωσιν άφθονον χρυσόν. Ταύτα λέγων εζήτει τα πλοία, οι δε Αθηναίοι παρασυρθέντες υπό των λόγων τον τα έδοσαν.
133. Παραλαβών ο Μιλτιάδης τον στρατόν έπλευσε κατά της Πάρου επί προφάσει μεν ότι οι Πάριοι είχον αρχίσει πρώτοι τον πόλεμον πέμψαντες μετά του περσικού στόλου μίαν τριήρη εις τον Μαραθώνα, πράγματι δε διότι είχεν έχθραν κατά των Παρίων ένεκα του Λυσαγόρου, υιού του Τισίου, όστις Πάριος ων το γένος τον διέβαλεν εις τον Πέρσην Υδάρνη. Φθάσας ο Μιλτιάδης εις την οποίαν έπλεε νήσον, επολιόρκησε διά του στρατού τους Παρίους κεκλεισμένους εις τα τείχη των, και πέμψας εντός της πόλεως κήρυκα εζήτει εκατόν τάλαντα λέγων ότι εάν δεν τα δώσωσι δεν θα λύση την παλιορκίαν πριν τους καταστρέψη. Αλλ' οι Πάριοι ούτε καν εσκέφθησαν να δώσωσι χρήματα εις τον Μιλτιάδην, το μόνον δε όπερ απεφάσισαν ήτο πώς να φυλάξωσι την πόλιν· όθεν και άλλα μέτρα ελάμβανον, και συγχρόνως όπου έβλεπον ότι το τείχος ήτο ευπρόσβλητον αμέσως την ιδίαν νύκτα ύψωνον τα μέρος διπλάσιον του παλαιού.
134. Και όσα μεν είπα μέχρι του σημείου τούτου της διηγήσεως, λέγουσιν αυτά και όλοι οι Έλληνες· τα λοιπά δε, ως λέγουσιν οι Πάριοι συνέβησαν ως εξής. Ενώ ο Μιλτιάδης ηπόρει περί του πρακτέου, παρουσιάσθη εις αυτόν γυνή τις αιχμάλωτος, Παρία το γένος, καλουμένη Τιμώ, υποδιάκονος των χθονίων θεών, ήτις τον συνεβούλευσεν, εάν επεθύμει να κυριεύση την Πάρον, να πράξη όσα τον υπαγορεύση αυτή. Μετά ταύτα λέγουσιν ότι αυτή μεν έδωκε τας αναγκαίας συμβουλάς, ο δε Μιλτιάδης αναβάς εις τον λόφον όστις είναι προ της πόλεως, υπερεπήδησε το περίφραγμα και εισήλθεν εις τον ναόν της θεσμοφόρου Δήμητρος, καθότι δεν ήτο δυνατόν να ανοίξη τας θύρας. Υπερπηδήσας λοιπόν τον τοίχον, εβάδισε κατ' ευθείαν προς τον ναόν αγνοώ τίνα σκοπόν έχων, είτε διά να μετακινήση τι εξ εκείνων τα οποία πρέπει να μένωσιν ακίνητα, είτε διά να πράξη οτιδήποτε άλλο. Ότε όμως έφθασε προ της θύρας, αίφνης τον κατέλαβεν ιερός τρόμος και επέστρεψε διά της αυτής οδού· πηδήσας δε εκ δευτέρου τον φράκτην έθλασε τον μηρόν, κατ' άλλους δε εξήρθρωσε το γόνυ.
135. Ο Μιλτιάδης λοιπόν κακώς έχων απέπλευσεν οπίσω, ούτε χρήματα φέρων εις τους Αθηναίους ούτε την Πάρον κυριεύσας. Είχε πολιορκήσει αυτήν είκοσι και έξ ημέρας και κατερημώσει τα πέριξ. Μαθόντες δε Πάριοι ότι η υποδιάκονος των θεών Τιμώ είχε δώσει οδηγίας εις τον Μιλτιάδην και θέλοντες διά τούτο να την τιμωρήσωσιν, άμα ησύχασαν μετά την πολιορκίαν έπεμψαν εις τους Δελφούς διά να ερωτήσωσιν εάν έπρεπε να επιβάλωσι τιμωρίαν τινά εις την υποδιάκονον των θεών, καθότι υπέδειξεν εις τους εχθρούς το μέσον να κυριεύσωσι την πόλιν και εφανέρωσεν εις τον Μιλτιάδην πράγματα τα οποία δεν έπρεπε να φανερωθώσιν εις άνδρα. Αλλ' η Πυθία δεν επέτρεψε τούτο, ειπούσα ότι η Τιμώ δεν ήτο ένοχος, ότι ήτο πεπρωμένον ο Μιλτιάδης να έχη κακόν τέλος και ότι εκείνη υπήρξε το όργανον των κακών του. Και εις μεν τους Παρίους ταύτα απεκρίθη η Πυθία.
136. Αφού δε επέστρεψεν ο Μιλτιάδης εκ της Πάρου, μία ομόθυμος κραυγή ηγέρθη κατ' αυτού, τινές δε και μάλιστα ο Ξάνθιππος του Αρίφρονος ενήγαγον αυτόν ενώπιον του δήμου ως ένοχον θανάτου και τον κατεδίωκον ως απατήσαντα τους Αθηναίους. Ο δε Μιλτιάδης, μη δυνάμενος να εμφανισθή αυτοπροσώπως, δεν απελογήθη, καθότι ο μηρός του ήρχισεν ήδη να σήπεται· αλλ' ενώ έκειτο εις την κλίνην, οι φίλοι του απελογούντο αντ' αυτού αναφέροντες μετ' εμφάσεως την εν Μαραθώνι μάχην, την άλωσιν της Λήμνου και λέγοντες ότι κυριεύσας αυτήν και εκδικηθείς τους Πελασγούς την παρέδωκεν εις τους Αθηναίους. Ο δε δήμος τον απέλυσε μεν της θανατικής καταδίκης, τον εζημίωσεν όμως ως αδικήσαντα εις πρόστιμον πεντήκοντα ταλάντων. Ολίγον μετά ταύτα προχωρησάσης της γαγγραίνης απέθανεν ο Μιλτιάδης, τα δε πεντήκοντα τάλαντα επλήρωσεν ο υιός του Κίμων.
137. Εκυρίευσε δε την Λήμνον ο Μιλτιάδης ο υιός του Κίμωνος ως ακολούθως. Οι Πελασγοί είχον διωχθή εκ της Αττικής υπό των Αθηναίων, είτε δικαίως είτε αδίκως· περί τούτου δεν θα είπω άλλο τι παρ' ό,τι λέγουσιν άλλοι. Αφ' ενός μεν ο Εκαταίος του Ηγησάνδρου εν τη ιστορία του λέγει ότι εδιώχθησαν αδίκως· κατ' αυτόν, όταν οι Αθηναίοι είδον την εις τους πρόποδες του Υμηττού χώραν την οποίαν είχον δώσει εις τους Πελασγούς εις αντάλλαγμα του υπό των Πελασγών κτισθέντος τείχους της ακροπόλεως, όταν είδον την χώραν ταύτην καλώς δεδουλευμένην, πρότερον ούσαν άγονον και μηδαμινήν, εφθόνησαν και επεθύμησαν να την λάβωσι, και εδίωξαν τους Πελασγούς χωρίς να προβάλωσι την ελαχίστην πρόφασιν. Αφ' ετέρου δε οι Αθηναίοι λέγουσιν ότι δικαίως τους εδίωξαν, διότι κατοικούντες οι Πελασγοί εις τους πρόποδας του Υμηττού και ορμώμενοι εκείθεν επροξένουν τας εξής αδικίας. Επειδή αι θυγατέρες των Αθηναίων εσύχναζον εις την Εννεάκρουνον διά να λάβωσιν ύδωρ (καθότι κατ' εκείνην την εποχήν μήτε οι Αθηναίοι μήτε οι άλλοι Έλληνες είχον δούλους) οι Πελασγοί, όταν ήρχοντο αύται εις την πηγήν, τας εβίαζον αυθαδώς και περιφρονητικώς. Δεν ήρκει δε τούτο, αλλά τελευταίον τους συνέλαβον επ' αυτοφώρω επιβουλεύοντας να κυριεύσωσι τας Αθήνας. Τότε δε εφάνησαν τόσον καλλίτεροι εκείνων ώστε ενώ ηδύναντο να τους φονεύσωσιν ως επιβούλους, δεν έπραξαν τούτο, αλλ' ηρκέσθησαν να τους διατάξωσι να εξέλθωσι της χώρας. Ανεχώρησαν λοιπόν οι Πελασγοί και εκυρίευσαν άλλους τόπους, ιδίως δε την Λήμνον. Και εκείνα μεν είπεν ο Εκαταίος, ταύτα δε λέγουσιν οι Αθηναίοι.
138. Ούτοι δε οι Πελασγοί νεμόμενοι τότε την Λήμνον και θέλοντες να εκδικηθώσι τους Αθηναίους, επειδή εγνώριζον καλώς τας εορτάς των Αθηναίων, αποστείλαντες πεντηκοντόρους ενήδρευσαν τας γυναίκας αυτών ότε ετέλουν εις την Βραυρώνα την εορτήν της Αρτέμιδος. Αρπάσαντες δε εκείθεν πολλάς εξ αυτών απέπλευσαν και ελθόντες εις την Λήμνον είχον αυτάς ως παλλακάς. Αφού δε αι γυναίκες αύται ετεκνοποίησαν, εδίδασκον εις τους παίδας των την Αττικήν γλώσσαν και τα ήθη των Αθηναίων. Οι δε παίδες ούτε να συναναστρέφονται ήθελον με τους παίδας τους γεννηθέντας εκ των Πελασγίδων γυναικών, και εάν τις εξ αυτών ετύπτετο υπό τινος παιδός Πελασγίδος, έτρεχον όλοι και εβοήθουν αλλήλους. Προσέτι και να άρχωσιν ήθελον των άλλων παιδίων και ήσαν ισχυρότεροι. Ιδόντες ταύτα οι Πελασγοί συνηθροίσθησαν όπως συσκεφθώσι· συσκεπτόμενοι δε εύρον ότι το πράγμα ήτο επικίνδυνον καθότι αφού εις τοιαύτην μικράν ηλικίαν οι παίδες εκείνοι ήξευραν να βοηθώνται μεταξύ των εναντίον των παίδων των νομίμων των γυναικών, και ήθελον από τούδε να τους διοικώσι, τι άρα γε θα ήσαν ικανοί να πράξωσιν αφού ανδρωθώσιν; Όθεν απεφάσισαν να φονεύσωσι τους παίδας τους εκ των Αττικών γυναικών, και εκτελέσαντες τούτο εφόνευσαν προσέτι και τας μητέρας. Από τούτου δε του έργου και του προτέρου το οποίον διέπραξαν αι Λήμνιαι γυναίκες, φονεύσασαι συγχρόνως τον βασιλέα Θόαντα και όλους τους συζύγους των, έμεινε συνήθεια εις την Ελλάδα να καλώνται Λήμνια όλα τα εγκληματικά έργα.
139. Αφού δε οι Πελασγοί εφόνευσαν τους παίδας και τας γυναίκας των ούτε η γη των εβλάστησε πλέον καρπόν, ούτε αι γυναίκες των και αι ποιμναί των εγέννησαν. Πιεζόμενοι υπό του λιμού και της ατεκνίας, έπεμψαν εις τους Δελφούς διά να ζητήσωσι λύσιν των παρόντων κακών. Η δε Πυθία τους διέταξε να δώσωσιν εις τους Αθηναίους ικανοποίησιν οποίαν αυτοί οι Αθηναίοι ήθελον ζητήσει. Μετέβησαν λοιπόν οι Πελασγοί εις τας Αθήνας και είπον ότι προθύμως έδιδον ικανοποίησιν διά τα αδικήματά των. Οι δε Αθηναίοι στήσαντες κλίνην εις το πρυτανείον όσον ηδυνήθησαν μεγαλοπρεπέστερον και παραθέσαντες τράπεζαν κεκαλυμμένην υπό εξαιρέτων φαγητών, είπον εις τους Πελασγούς να παραδώσωσι την χώραν των εις τοιαύτην κατάστασιν. Οι δε Πελασγοί αποκριθέντες εις ταύτα είπον· «Όταν εις μίαν ημέραν ο βορράς άνεμος φέρη έν πλοίον εκ της χώρας σας εις την ιδικήν μας, τότε σας την παραδίδομεν.» Είπον τούτο βέβαιοι όντες ότι ήτο αδύνατον να γίνη, καθότι η Αττική κείται πολύ μακράν της Λήμνου προς νότον.
140 Ταύτα συνέβησαν τότε. Μετά πολλά δε έτη, ότε η Χερσόνησος υπετάγη εις τους Αθηναίους, ο Μιλτιάδης του Κίμωνος, ενώ έπνεον οι ετησίαι άνεμοι, πλεύσας εκ του Ελαιούντος του εν τη Χερσονήσω εις την Λήμνον, είπεν εις τους Πελασγούς να εκκενώσωσι την νήσον, αναμιμνήσκων αυτοίς τον χρησμόν τον οποίον ούτοι ουδέποτε ήλπιζον ότι ήθελεν εκπληρωθή. Και οι μεν Ηφαιστιείς υπήκουσαν, οι δε Μυριναίοι μη πειθόμενοι και λέγοντες ότι η Χερσόνησος δεν ήτο Αττική, επολιορκήθησαν μέχρις ου παρεδόθησαν. Τοιουτοτρόπως λοιπόν οι Αθηναίοι και ο Μιλτιάδης κατέλαβον την Λήμνον.
ΒΙΒΛΙΟΝ ΕΒΔΟΜΟΝ
ΠΟΛΥΜΝΙΑ.
1. Ότε ήλθεν η αγγελία περί της μάχης του Μαραθώνος εις τον βασιλέα Δαρείον του Υστάσπους, ούτος ων και πρότερον ωργισμένος κατά των Αθηναίων διά την εις τας Σάρδεις εισβολήν, τότε έτι μάλλον ωργίσθη και έτι μάλλον έσπευσε να στρατεύση κατά της Ελλάδος. Αμέσως λοιπόν πέμψας απεσταλμένους εις τας πόλεις παρήγγειλε να ετοιμάσωσι στρατόν περισσότερο του προτέρου, και εζήτησε πλοία, ίππους, τροφάς, λέμβους. Επί τρία έτη η Ασία ήτο εις κίνησιν ένεκα των διαταγών τούτων· πανταχού εστρατολογούντο οι μάλλον ανδρείοι και ητοιμάζοντο να στρατεύσωσι κατά της Ελλάδος. Κατά το τέταρτον δε έτος οι Αιγύπτιοι, τους οποίους είχεν υποδουλώσει ο Καμβύσης, απεστάτησαν από τους Πέρσας. Τότε έτι μάλλον παρωξύνθη ο Δαρείος και απεφάσισε να εκστρατεύση κατ' αμφοτέρων των εθνών.
2. Ενώ δε ο βασιλεύς ητοιμάζετο να εκστρατεύση κατά της Αιγύπτου και των Αθηνών, μεγάλη έρις ανεφύη μεταξύ των υιών του περί της ηγεμονίας, διότι όταν ο βασιλεύς απέρχεται εις εκστρατείαν οφείλει κατά τον νόμον των Περσών να υποδεικνύη τον διάδοχόν του. Είχε δε ο Δαρείος τρεις υιούς εκ της πρώτης του γυναικός, της θυγατρός του Γωβρύου, και αφότου εγένετο βασιλεύς, άλλους τέσσαρας εκ της Ατόσσης, θυγατρός του Κύρου. Εκ των πρώτων πρεσβύτερος ήτο ο Αρταβαρζάνης, εκ των δευτέρων ο Ξέρξης. Επειδή λοιπόν δεν ήσαν εκ της ιδίας μητρός όλοι, διεφώνουν. Ο μεν Αρτοβαρζάνης ηξίου να βασιλεύση επειδή ήτο ο πρεσβύτατος όλων των τέκνων και επειδή κατά τους νόμους όλων των εθνών ο πρεσβύτατος διαδέχεται την αρχήν· ο δε Ξέρξης επειδή ήτο υιός της θυγατρός του Κύρου και εις τον Κύρον οι Πέρσαι ώφειλον την ελευθερίαν των.
3. Ο Δαρείος δεν είχε φανερώσει ακόμη την γνώμην του, ότε έτυχε να έλθη εις τα Σούσα ο Δημάρατος του Αρίστωνος, στερηθείς την βασιλείαν της Σπάρτης και καταδικάσας εαυτόν εις φυγήν εκουσίαν. Ο Δημάρατος ούτος, μαθών την διαφοράν των υιών του Δαρείου, επορεύθη ως λέγουσι να εύρη τον Ξέρξην και τον συνεβούλευσε, πλην των δικαιωμάτων όσα είχεν ήδη προβάλει, να λέγη και τούτο, ότι εγεννήθη ότε εβασίλευεν ο πατήρ του και είχεν επί των Περσών την υπερτάτην κυριαρχίαν, ενώ ο Αρτοβαρζάνης εγεννήθη ότε ο Δαρείος ήτο ακόμη ιδιώτης. Όθεν ούτε πρέπον είναι ούτε δίκαιον να προτιμηθή άλλος· καθότι και εις την Σπάρτην, προσέθεσε καταλήγων ο Δημάρατος, τοιούτος ήτο ο νόμος· εάν υπάρχωσιν υιοί γεννηθέντες πριν γίνη βασιλεύς ο πατήρ των, και γεννηθή άλλος αφού βασιλεύση ο πατήρ, διαδέχεται ο νεώτερος ούτος την βασιλείαν. Και ο μεν Ξέρξης μετεχειρίσθη την συμβουλήν ταύτην του Δημαράτου, ο δε Δαρείος αναγνωρίσας ότι ωμίλει δικαίως, τον υπέδειξεν ως μέλλοντα βασιλέα. Εγώ όμως φρονώ ότι και άνευ της συμβουλής ταύτης ο Ξέρξης ήθελε βασιλεύσει, καθότι η Άτοσσα ήτο παντοδύναμος.
4. Υποδείξας δε ο Δαρείος τον Ξέρξην ως βασιλέα των Περσών, έσπευσε να εκστρατεύση. Αλλά μετά τα συμβάντα ταύτα, διαρκούντος του δευτέρου έτους μετά την αποστασίαν της Αιγύπτου, συνέπεσε να αποθάνη ο Δαρείος ενώ παρεσκευάζετο διά την εκστρατείαν (14), βασιλεύσας τριάκοντα και έξ έτη και μη προφτάσας να τιμωρήση μήτε τους αποστατήσαντας Αιγυπτίους μήτε τους Αθηναίους.
5. Αποθανόντος δε του Δαρείου μετέβη η βασιλεία εις τον υιόν αυτού Ξέρξην. Ο δε Ξέρξης κατ' αρχάς ποσώς δεν ήτο πρόθυμος να στρατεύση κατά της Ελλάδος. Αλλ' άνθρωπός τις έχων επιρροήν μεγαλειτέραν των άλλων εν τη αυλή των Περσών, ο υιός του Γωβρύου Μαρδόνιος, εξάδελφος του Ξέρξου και υιός αδελφής του Δαρείου, τω είπε τα εξής· «Δέσποτα, δεν είναι πρέπον οι Αθηναίοι, αφού επροξένησαν τόσα κακά εις τους Πέρσας, να μη τιμωρηθώσι δι' όσα έπραξαν. Προς το παρόν τελείωσον ό,τι έχεις ανά χείρας· αφού δε ταπεινώσης την αυθάδη Αίγυπτον, στρέψον τα όπλα κατά των Αθηνών, διά να φημισθή το όνομά σου μεταξύ των ανθρώπων και διά να μάθη καθείς να μη στρατεύη κατά της χώρας σου.» Ταύτα δε έλεγεν εμπνεόμενος υπό της εκδικήσεως, εκτός δε τούτου συνείθισε να επαναλαμβάνη ότι η Ευρώπη ήτο ωραία χώρα, είχε διάφορα δένδρα ήμερα, η γη αυτής ήτο ευφορωτάτη και ότι εξ όλων των θνητών μόνος ο βασιλεύς ήτο άξιος να κατέχη αυτήν.
6. Ταύτα έλεγεν επιθυμών νέας επιχειρήσεις και θέλων να γίνη ύπαρχος της Ελλάδος. Επί τέλους το κατώρθωσε και έπεισε τον Ξέρξην να πράξη ταύτα· και άλλαι όμως περιστάσεις συνετέλεσαν εις το να πεισθή ο βασιλεύς. Αφ' ενός ελθόντες απεσταλμένοι από της Θεσσαλίας, σταλέντες παρά των Αλευαδών, παρώτρυνον τον βασιλέα κατά της Ελλάδος υποσχόμενοι να συμπράξωσι μετά πάσης προθυμίας· ήσαν δε οι Αλευάδαι ούτοι βασιλείς της Θεσσαλίας. Αφ' ετέρου όσοι Πεισιστρατίδαι είχον αναβή εις τα Σούσα, ου μόνον έλεγον όσα και οι Αλευάδαι, αλλά προς τούτοις τω έδιδον και ελπίδας ότι θα επιτύχη, έχοντες μεθ' εαυτών τον Αθηναίον μάντιν Ονομάκριτον όστις είχε συλλέξει τους χρησμούς του Μουσαίου. Είχον έλθει εις τα Σούσα αφού πρώτον συνεφιλιώθησαν μετ' αυτού· καθότι ο Ονομάκριτος είχεν εξορισθή εκ των Αθηνών υπό του Ιππάρχου του Πεισιστράτου, συλληφθείς επ' αυτοφώρω υπό του Ερμιονέως Λάσου παρεισάγων εις τους χρησμούς του Μουσαίου ένα ιδικόν του προλέγοντα ότι αι περί την Λήμνον νήσοι έμελλον να καταβυθισθώσιν εις την θάλασσαν. Τούτου ένεκα εξώρισεν αυτόν ο Ίππαρχος ενώ πρότερον ήτο φίλος του. Τότε δε αναβάς μετ' αυτών εις τα Σούσα, οσάκις παρουσιάζετο εις τον βασιλέα, προς τον οποίον οι Πεισιστρατίδαι πολλά εγκώμια έλεγον περί αυτού, απήγγελλε χρησμούς τινας· και εάν μεν ήτο τι το οποίον προεμήνυε κακόν εις τον βάρβαρον, απεσιώπα αυτό, και εκλέγων τα μάλλον ευνοϊκά έλεγεν ότι ήτο πεπρωμένον να ζευχθή ο Ελλήσποντος υπό ανδρός Πέρσου και περιέγραφε την πορείαν του στρατού. Τοιουτοτρόπως αφ' ενός μεν ο Ονομάκριτος διά των χρησμών, αφ' ετέρου δε οι Αλευάδαι διά των συμβουλών των παρεκίνουν τον βασιλέα.
7. Αφού λοιπόν ο Ξέρξης επείσθη να στρατεύση κατά της Ελλάδος, το δεύτερον έτος μετά τον θάνατον του πατρός του εξεστράτευσε πρώτον κατά των αποστατών. Τούτους δε καταστρέψας και υποβαλών την Αίγυπτον εις δουλείαν βαρυτέραν ή πρότερον αφήκεν αυτήν εις τον αδελφόν του Αχαιμένη. Μετά τινα χρόνον ο Λίβυς Ινάρως του Ψαμμιτίχου εφόνευσε τον Αχαιμένη τούτον, διοικητήν όντα της Αιγύπτου.
8. Ο δε Ξέρξης μετά την άλωσιν της Αιγύπτου, επειδή εσκόπευε να διευθύνη αυτοπροσώπως την κατά των Αθηνών εκστρατείαν, συνεκάλεσε συνέλευσιν εκ των πρώτων Περσών διά να ακούση τας γνώμας των και να είπη εις όλους εκείνα τα οποία ήθελεν. 1. Αφού δε συνήχθησαν, είπεν ο Ξέρξης τα εξής· «Ω Πέρσαι, δεν επιχειρώ να σας επιβάλω νόμον νέον, αλλ' ευρών αυτόν εν ισχύι θα τον μεταχειρισθώ. Ως ακούω από τους πρεσβυτέρους, ουδέποτε εμείναμεν ήσυχοι αφότου ο Κύρος κατέστρεψε τον Αστυάγη και αφηρέσαμεν την ηγεμονίαν από τους Μήδους, αλλά θεός τις μας οδηγεί προς νέας πράξεις και ημείς ακολουθούντες αυτόν ευδοκιμούμεν. Και όσα μεν έθνη κατετρόπωσαν και προσεκτήσαντο ο Κύρος, ο Καμβύσης και ο πατήρ μου Δαρείος, είναι περιττόν να τα λέγη τις προς ειδότας. Το κατ' εμέ δε, αφότου παρέλαβον τον θρόνον, αδιακόπως σκέπτομαι πώς να μη φανώ κατώτερος από τους προ εμού έχοντας την τιμήν ταύτην και να προσθέσω εις τους Πέρσας δύναμιν όχι ολιγωτέραν. Σκεπτόμενος δε ευρίσκω ότι και δόξαν δυνάμεθα να λάβωμεν και χώραν να κατακτήσωμεν ουχί μικροτέραν ουδέ χειροτέραν αυτής την οποίαν έχομεν, ίσως μάλιστα ευφορωτέραν, συγχρόνως δε να τιμωρήσωμεν και να εκδικηθώμεν τους εχθρούς μας. Τούτου ένεκα εκάλεσα υμάς ενταύθα διά να ανακοινώσω τι σκοπεύω να πράξω. 2. Ζεύξας τον Ελλήσποντον θα φέρω τον στρατόν μου κατά της Ελλάδος διερχόμενος την Ευρώπην, όπως τιμωρήσω τους Αθηναίους δι' όσα έπραξαν εις τους Πέρσας και εις τον πατέρα μου. Είδετε τον Δαρείον επιθυμούντα διακαώς να κινήση στρατόν κατά των ανθρώπων τούτων αλλ' εκείνος μεν απέθανε και δεν επρόφθασε να τους τιμωρήση, εγώ δε υπέρ εκείνου και των άλλων Περσών δεν θα παύσω μέχρις ου κυριεύσω και κατακαύσω τας Αθήνας, καθότι πρώτοι οι Αθηναίοι ηδίκησαν εμέ και τον πατέρα μου. Πρώτον μεν ελθόντες εις τας Σάρδεις μετά του ημετέρου δούλου Αρισταγόρου του Μιλησίου ενέπρησαν τα άλση και τους ναούς, έπειτα δε ηξεύρετε όλοι βεβαίως πώς μας μετεχειρίσθησαν όταν απέβημεν εις την γην αυτών υπό την στρατηγίαν του Δάτιδος και του Αρταφέρνους. 3. Ταύτα είναι τα αίτια τα οποία με παρακινούσι να τους πολεμήσω. Τα δε αγαθά τα οποία σκεπτόμενος ευρίσκω εις αυτήν την εκστρατείαν είναι τα εξής. Εάν υποτάξωμεν αυτούς και τους γείτονάς των οίτινες κατέχουσι την χώραν του Φρυγός Πέλοπος, θα καταστήσωμεν την Περσικήν γην όμορον του ουρανού του Διός, διότι ο ήλιος δεν θα βλέπη πλέον άλλην χώραν συνορεύουσαν με αυτήν, αφού θα ήναι η μόνη με την οποίαν θα ενώσω όλας τας άλλας διερχόμενος διά πάσης της Ευρώπης. Επληροφορήθην δε ότι ούτε πόλις μένει πλέον ούτε έθνος το οποίον να δυνηθή να έλθη εις πόλεμον με ημάς, αφού υποδουλώσω τους ανθρώπους τους οποίους ανέφερα. Τοιουτοτρόπως και εκείνοι οίτινες μας έπταισαν και εκείνοι οίτινες δεν μας έπταισαν, θα κύψωσιν υπό τον ζυγόν της δουλείας. 4. Υμείς δε θέλετε με ευχαριστήσει εάν πράξετε τα εξής. Όταν σας αναγγείλω την στιγμήν κατά την οποίαν πρέπει να έλθετε, ας δράμη έκαστος υμών μετά προθυμίας· εκείνος δε όστις έλθη με κάλλιστα παρεσκευασμένον στρατόν θα λάβη παρ' εμού δώρα όσα νομίζονται τιμιώτατα εις την αυλήν μου. Και ταύτα μεν ούτω πρέπει να γίνωσι· διά να μη νομίσετε δε ότι ιδιοβουλεύω, εκθέτω το πράγμα ενώπιόν σας και ζητώ όστις θέλει να εκφράση την γνώμην του.» Ταύτα ειπών εσιώπησεν.