Ιστορίαι Ηροδότου, Τόμος 2

Part 1

Chapter 183 wordsPublic domain

Produced by Sophia Canoni; thanks to George Canonis for his major work in proofreading

The tonic system has been changed from polytonic to monotonic. The spelling of the book has not been changed otherwise. Words in italics are included in _. Footnotes have been transferred at the end of the book.

Ο τονισμός έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό σύστημα. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου. Λέξεις με με πλάγιους χαρακτήρες περιλαμβάνονται σε _. Οι υποσημειώσεις των σελίδων έχουν μεταφερθεί στο τέλος του βιβλίου.

ΙΣΤΟΡΙΑΙ ΗΡΟΔΟΤΟΥ ΕΚ ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΑΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΚΑΘ' ΗΜΑΣ ΓΛΩΣΣΑΝ ΕΞΗΓΗΜΕΝΑΙ Υ Π Ο

Α. Γ. ΣΚΑΛΙΔΟΥ.

ΤΟΜΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ Δ α π ά ν η ΑΝΕΣΤΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΟΥ.

ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ, ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΑ «Ο ΚΟΡΑΗΣ» ΑΝΕΣΤΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΟΥ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟΝ Οδός Ρόμβης αριθ. 40 Οδός Πραξιτέλους αριθ. 37.

1875

ΒΙΒΛΙΟΝ ΠΕΜΠΤΟΝ

ΤΕΡΨΙΧΟΡΗ.

1. Οι δε εν τη Ευρώπη καταλειφθέντες υπό του Δαρείου Πέρσαι, των οποίων ηγετών ήτο ο Μεγάβαζος, πρώτους μεταξύ των Ελλησποντίων υπέταξαν τους Περινθίους, οίτινες δεν ήθελον να ήναι υπήκοοι του Δαρείου και οίτινες προηγουμένως πολλά είχον πάθει υπό των Παιόνων. Τωόντι διατάξαντος του θεού τους παρά τον Στρυμόνα Παίονας να στρατεύσωσι κατά των Περινθίων και προσθέσαντος ότι «εάν μεν οι Περίνθιοι αντιστρατοπεδευθέντες σας προκαλέσωσιν εις μάχην καλούντες υμάς ονομαστί, πολεμήσατε αυτούς, εάν δε δεν βοήσωσι μη, τους προσβάλετε,» οι Παιάνες έπραξαν τούτο. Περιμενόντων δε των Περινθίων εις το προάστειον, εγένετο ενταύθα τριπλή μονομαχία μεταξύ αυτών εκ προκλήσεως, διότι συνεπλάκησαν ανήρ προς άνδρα, ίππος προς ίππον και κύων προς κύνα. Επειδή δε οι Περίνθιοι ενίκων εις τα δύο, και επαιάνιζον χαίροντες, ενόησαν οι Παίονες ότι αύται ήσαν αι κραυγαί περί ων είχεν ειπεί το χρηστήριον, και είπον μεταξύ των· «Ήλθεν η ώρα να εκπληρώσωμεν τον χρησμόν, τώρα έργον είναι ημέτερον.» Ούτω επέπεσαν οι Παίονες κατά των παιανιζόντων Περινθίων και τόσον τέλεια υπήρξεν η νίκη των ώστε ολίγους μόνον εξ αυτών άφησαν ζώντας.

2. Η φθορά λοιπόν την οποίαν άλλοτε επροξένησαν εις αυτούς οι Παίονες, τοιαύτη ήτο· τότε δε, μολονότι οι Περίνθιοι επολέμησαν γενναίως υπέρ της ελευθερίας των, οι Πέρσαι και ο Μεγάβαζος τους ενίκησαν υπερέχοντες κατά το πλήθος. Αφού δε εκυριεύθη η Πέρινθος, ωδήγησε τον στρατόν ο Μεγάβαζος διά της Θράκης, υποτάσσων εις τον βασιλέα πάσαν πόλιν της χώρας ταύτης και παν έθνος των εν αυτή κατοικούντων, διότι ο Δαρείος τον είχε διατάξει να υποδουλώση όλην την Θράκην.

3. Το δε έθνος των Θρακών είναι μετά τους Ινδούς το μέγιστον πάντων των εθνών. Εάν εκυβερνάτο παρ' ενός μόνου, ή εάν ήτο σύμφωνον, θα ήτο ανίκητον και πολύ ισχυρότατον από όλα τα έθνη κατά την εμήν γνώμην. Αλλ' η ένωσις αύτη είναι ακατόρθωτος και είναι αδύνατον να πραγματοποιηθεί ποτέ· τούτου ένεκα οι Θράκες είναι ασθενείς. Ονόματα δε έχουσι πολλά, κατά την χώραν του έκαστος· εις όλα τα πράγματα μεταχειρίζονται όλοι τους αυτούς περίπου νόμους, πλην των Γετών και των Τραυσών και των κατοικούντων ανωτέρω των Κρηστωναίων.

4. Και τα μεν έθιμα των Γετών οίτινες νομίζουσιν εαυτούς αθανάτους ανέφερα προηγουμένως· οι Τραυσοί κατά μεν τα άλλα δεν διαφέρουσι των λοιπών Θρακών, όταν όμως γεννάται ή αποθνήσκη τις πράττουσι τα εξής.

Όταν μεν γεννάται, καθήμενοι περί το παιδίον οι συγγενείς μοιρολογούσι δι' όσα κακά έχει να υποφέρη από της γεννήσεώς του και απαριθμούσιν όλα τα ανθρώπινα πάθη· όταν δε αποθνήσκη, παίζοντες και χαίροντες, τον θάπτουσιν εις την γην και απαριθμούσι πάλιν τα κακά από τα οποία απαλλαγείς ευρίσκεται εις πλήρη ευδαιμονίαν.

5. Οι δε ανωτέρω των Κρηστωναίων πράττουσι τα ακόλουθα· έκαστος έχει γυναίκας πολλάς· όταν δε αποθάνη τις μεγάλη έρις αναφύεται μεταξύ των γυναικών και μεγάλως φροντίζουσιν οι φίλοι του διά να γίνη γνωστόν ποίαν εξ όλων ηγάπα περισσότερον. Εκείνη δε υπέρ ης γίνη η κρίσις και τη αποδοθή η τοιαύτη τιμή, επαινείται μεγάλως υπό των ανδρών και των γυναικών, έπειτα δε ο πλησιέστατος συγγενής της την σφάζει και την ενταφιάζει με τον άνδρα της. Αι άλλαι δε νομίζουσιν εαυτάς δυστυχεστάτας, καθότι δι' αυτάς τούτο είναι λίαν ονειδιστικόν.

6. Οι δε λοιποί Θράκες έχουσι τα ακόλουθα έθιμα· πωλούσι τα τέκνα των, τα οποία οι αγορασταί μεταφέρουσιν εις άλλον τόπον· και τας μεν θυγατέρας των δεν φυλάττουσιν αλλά τας αφίνουσι να έχωσι σχέσεις με όσους άνδρας αυταί θέλουσι, τας δε γυναίκας των φυλάττουσι προσεκτικώς και τας αγοράζουσιν αντί πολλών χρημάτων από τους γονείς των. Δέρμα κατεστιγμένον μαρτυρεί ευγενή καταγωγήν, άστικτον δε αγένειαν. Το να κάθηται τις αργός, είναι εντιμότατον, να καλλιεργή δε την γην ατιμότατον· ομοίως και το να ζη από τον πόλεμον και την ληστείαν τιμιώτατον. Ταύτα είναι τα μάλλον αξιοσημείωτα έθιμά των.

7. Θεούς δε λατρεύουσι μόνον τους ακολούθους, τον Άρην, τον Διόνυσον και την Άρτεμιν· οι δε βασιλείς των, διακρινόμενοι κατά τούτο από τους απλούς πολίτας, σέβονται τον Ερμήν περισσότερον από όλους τους θεούς· εις αυτόν μόνον ομνύουσι και εξ αυτού λέγουσιν ότι κατάγονται.

8. Η ταφή των πλουσίων γίνεται κατά τον ακόλουθον τρόπον· επί τρεις ημέρας έχουσι τον νεκρόν εκτεθειμένον· σφάζουσι διάφορα ζώα, και αφού πρώτον κλαύσωσιν, ευωχούνται. Έπειτα θάπτουσι τον νεκρόν, είτε καύσαντες αυτόν είτε όχι. Αφού ρίψαντες χώμα σχηματίσωσι σωρόν, συγκροτούσι διαφόρους αγώνας, εις τους οποίους τα μεγαλείτερα βραβεία τίθενται διά τους νικώντας εις μονομαχίαν. Ούτω γίνονται αι ταφαί εις τους Θράκας.

9. Περί δε των βορείων μερών της χώρας ταύτης κανείς δεν δύναται ακόμη να είπη θετικώς ποίοι άνθρωποι κατοικούσιν εις αυτά· φαίνεται όμως ότι πέραν του Ίστρου είναι έρημος απέραντος. Παν ό,τι ηδυνήθην να μάθω, είναι ότι πέραν του Ίστρου κατοικούσιν άνθρωποι καλούμενοι Σιγύνναι και μεταχειρισμένοι ενδυμασίαν Μηδικήν. Οι ίπποι αυτών είναι τριχωτοί καθ' όλον το σώμα, και το βάθος των τριχών είναι μέχρι πέντε δακτύλων· είναι προσέτι οι ίπποι ούτοι μικροί, σιμοί και αδύνατοι να βαστάζωσιν άνθρωπον, εζευγμένοι όμως εις άρμα είναι ταχύτατοι· τούτου ένεκα οι εγχώριοι τρέχουσι με άρματα. Τα όρια αυτών καταβαίνουσι μέχρι πλησίον των εν τω Αδριατικώ κόλπω Ενετών, και λέγουσιν ότι είναι άποικοι των Μήδων. Πώς όμως εγένοντο άποικοι των Μήδων, εγώ δεν ηδυνήθην να εννοήσω, τα πάντα όμως δυνατά εις την μεγάλων έκτασιν του χρόνου. Σιγύννας δε οι Λίγυες, οι κατοικούντες υπεράνω της Μασσαλίας, καλούσι τους μεταπράτας, οι δε Κύπριοι τα δόρατα.

10. Ως λέγουσιν οι Θράκες, τα πέραν του Ίστρου μέρη κατέχουσι μέλισσαι, και ένεκα αυτών δεν δύναταί τις να προχωρήση περαιτέρω. Λέγοντες όμως τοιαύτα, δεν μοι φαίνονται λέγοντες πιθανά, διότι βλέπομεν ότι τα έντομα ταύτα δυσκόλως υποφέρουσι το ψύχος, και εγώ νομίζω ότι τα υπό την άρκτον μέρη είναι ακατοίκητα δια το ψύχος. Ταύτα λοιπόν λέγουσι περί της Θράκης, τα δε παραθαλάσσια αυτής υπέταξεν ο Μεγάβαζος εις τους Πέρσας.

11. Ο δε Δαρείος, αφού διέβη ταχέως τον Ελλήσποντον, έφθασεν εις τας Σάρδεις και δεν ελησμόνησε μήτε την εκδούλευσιν του Μηλησίου Ιστιαίου μήτε την συμβουλήν του Μιτυληναίου Κώου· όθεν αφού τους προσεκάλεσεν εις τας Σάρδεις, τους είπε να ζητήσωσιν ό,τι ήθελεν ο καθείς. Και ο μεν Ιστιαίος, επειδή ήτο τύραννος της Μιλήτου και δεν είχεν ανάγκην άλλης τυραννίας, εζήτησε την Μύρκινον την Ηδωνίδα, θέλων να κτίση εκεί πόλιν· και ούτος μεν τούτο εζήτησεν· ο δε Κώης, επειδή δεν ήτο τύραννος, αλλ' ιδιώτης, εζήτησε να γίνη τύραννος της Μιτυλήνης. Λαβόντες δε αμφότεροι τας αμοιβάς των, μετέβησαν εις τας θέσεις των.

12. Ο δε Δαρείος, ιδών πράγμα τι το όποιον θα διηγηθώ επεθύμησε να διατάξη τον Μεγάβαζον να εγείρη τους Παιάνας εκ της Ευρώπης και να τους μεταβιβάση εις την Ασίαν. Ο Πίγρης και ο Μαντύης, αμφότεροι Παίονες, θελοντες να γίνωσι τύραννοι των Παιόνων, όταν ο Δαρείος διέβη εις την Ασίαν, μετέβησαν εις τας Σάρδεις φέροντες ομού και μίαν αδελφήν των, μεγάλην και ευειδή· καιροφυλακτήσαντες δε ότε ο Δαρείος εκάθητο εις το προάστειον των Λυδών, έπραξαν το ακόλουθον. Ενδύσαντες την αδελφήν των όσον ηδύναντο καλλίτερον, την έπεμψαν διά να φέρη ύδωρ, με αγγείον επί της κεφαλής, με τον χαλινόν του ίππου δεδεμένον εις τον βραχίονα και εις την χείρα κλώθονταν λινάριον. Ενώ δε η γυνή διήρχετο προ του Δαρείου, ούτος την είδε μετά περιεργείας, καθότι εκείνα τα οποία έκαμνε δεν ήσαν ούτε Περσικά, ούτε Λυδικά ούτε άλλου τινός έθνους Ασιατικού. Διεγερθείσης λοιπόν τοιουτοτρόπως της περιεργείας του, έστειλε τινάς των δορυφόρων του διά να παρατηρήσωσι τι θα κάμη τον ίππον η γυνή. Και αυτοί μεν ηκολούθουν όπισθεν, η δε γυνή φθάσασα εις τον ποταμόν επότισε τον ίππον, και αφού τον επότισεν, εγέμισε το αγγείον της και διήλθε πάλιν την αυτήν οδόν, φέρουσα το ύδωρ επί της κεφαλής, σύρουσα τον ίππον εκ του χαλινού και στρέφουσα τον άτρακτον.

13. Θαυμάσας δε ο Δαρείος δι' όσα ήκουσεν από τους κατασκοπεύσαντας αυτήν ανθρώπους και δι' όσα είχεν ιδεί ο ίδιος, διέταξε να φέρωσιν αυτήν έμπροσθέν του. Όταν δε την εισήγαγον, ήσαν μετ' αυτής και οι δύο αδελφοί της, αλλ' έμειναν οπίσω διά να παραττηρώσι τα συμβαίνοντα. Ότε δε ο Δαρείος την ηρώτησε πόθεν ήτο, οι νέοι απεκρίθησαν ότι ήσαν Παίονες και εκείνη αδελφή των. Ο Δαρείος τοις είπε πάλιν τίνες άνθρωποι είναι οι Παίονες, και ποίαν χώραν κατοικούσιν και τι ζητούντες ήλθον εις τας Σάρδεις. Οι δε νέοι απεκρίθησαν ότι ήλθον διά να αφιερώσωσιν εαυτούς εις εκείνον, και ότι η Παιονία είναι εις τας όχθας του Στρυμόνος ποταμού, ο δε Στρυμών δεν είναι μακράν του Ελλησπόντου, και προσέτι ότι ήσαν άποικοι των εκ της Τροίας Τευκρών. Και ούτοι μεν ταύτα απεκρίνοντο εις εκάστην ερώτησιν, ο δε Δαρείος ηρώτησεν αυτούς έπειτα εάν όλαι αι γυναίκες εκεί ήσαν εργατικαί· οι νέοι έσπευσαν να αποκριθώσιν ότι ούτως έχει το πράγμα και τούτου ένεκα ειργάζετο και η αδελφή των.

14. Τότε ο Δαρείος έγραψεν επιστολήν προς τον Μεγάβαζον τον οποίον είχεν αφήσει εις την Θράκην στρατηγόν, διατάττων αυτόν να εγείρη τους Παίονας από τους τόπους των και να τους φέρη εις την Περσίαν συν γυναιξί και τέκνοις. Αμέσως λοιπόν είς ιππεύς έσπευσε να κομίση την διαταγήν ταύτην μέχρι του Ελλησπόντου, και διαβάς εις την Ευρώπην ενεχείρισε την επιστολήν εις τον Μεγάβαζον. Αυτός δε άμα την ανέγνωσεν, έλαβεν οδηγούς εκ της Θράκης και εστράτευσε κατά της Παιονίας.

15. Μαθόντες δε οι Παίονες ότι οι Πέρσαι εστράτευον εναντίον των, συνηθροίσθησαν και παρέταξαν τας δυνάμεις των εις το παραθαλάσσιον, καθότι υπέθετον ότι εκ τούτου του μέρους ήθελον επιχειρήσει να εισβάλωσιν οι Πέρσαι. Ήσαν λοιπόν έτοιμοι οι Παίονες να αποκρούσωσι το επερχόμενον στράτευμα του Μεγαβάζου, ότε οι Πέρσαι μαθόντες ότι συνηθροίζοντο οι Παίονες και ότι φυλάττουσι την εκ της θαλάσσης εισβολήν, έλαβον οδηγούς διά να στραφώσι διά των άνω οδών, και χωρίς να το εννοήσωσιν οι Παιάνες, επέπεσαν κατά των ανυπερασπίστων πόλεων των· επιπεσόντες δε εις αυτάς, ούσας κενάς, ευκόλως τας εκυρίευσαν. Οι δε Παίονες, άμα έμαθαν ότι αι πόλεις εκυριεύθησαν, διασκορπισθέντες αμέσως, επέστρεψαν εις τα ίδια και παρεδόθησαν εις τους νικητάς. Τοιουτοτρόπως λοιπόν εκ των Παιάνων οι Σιροπαίονες, οι Παιόπλαι και οι μέχρι της Πρασιάδος λίμνης εκτεινόμενοι, αρπαγέντες από τας κατοικίας των μετεφέρθησαν εις την Ασίαν.

16. Οι δε κατοικούντες περί το όρος Πάγγαιον, Δόβηρες, Αγριάνες, Οδόμαντοι και οι περί την Πρασιάδα λίμνην ουδέποτε υπετάγησαν εις τον Μεγάβαζον. Προσεπάθησε δε ούτος να υποτάξη και τους κατοικούντας εις την λίμνην, των οποίων αι κατοικίαι είναι τοιαύται. Εν μέσω του ύδατος είναι εστημένοι σταυροί υψηλοί και επ' αυτών συνηρμοσμέναι σανίδες με μίαν είσοδον στενήν εκ του μέρους της ξηράς, ήτις είναι και η μόνη γέφυρα. Τούτους δε τους σταυρούς τους υποστηρίζοντας τας σανίδας προ πολλού τους έχουν στήσει οι πολίται από κοινού, έπειτα όμως τους διετήρησαν ακολουθούντες τον εξής νόμον· πας ανήρ νυμφευόμενος (έκαστος δε λαμβάνει πολλάς γυναίκας) φέρει από το όρος το καλούμενον Όρβηλον τρεις σταυρούς και πήγνυσιν αυτούς. Κατοικούσι δε ως εξής· έκαστος έχει επί των σανίδων τούτων μίαν καλύβην εντός της οποίας ζη και εν τη καλύβη ταύτη αι σανίδες είναι ανοικταί διά θύρας φερούσης κάτω εις την λίμνην, δένουσι δε τα μικρά παιδία εκ του ποδός με σχοινίον φοβούμενοι μήπως πέσωσιν εις την λίμνην. Τους ίππους και τα υποζύγια τρέφουσι με ιχθύς εκ των οποίων τοσαύτη αφθονία υπάρχει ώστε ανοίγοντες την καταπακτήν θύραν και καταβιβάζοντες εις την λίμνην σπυρίδα κενήν, δεν βραδύνουσι να την ανασύρωσι πλήρη ιχθύων. Υπάρχουσι δε δύο είδη ιχθύων, πάπρακες και τίλωνες.

17. Οι χειρωθέντες λοιπόν Παίονες ήγοντο εις την Ασίαν. Ο δε Μεγάβαζος, αφού υπέταξε τους Παίονας, έπεμψεν ως πρέσβεις εις την Μακεδονίαν επτά Πέρσας, οίτινες μετ' αυτόν ήσαν οι σημαντικότατοι του στρατού. Επέμποντο δε ούτοι προς τον Αμύνταν διά να ζητήσωσιν εν ονόματι του βασιλέως Δαρείου γην και ύδωρ. Η από της λίμνης Πρασιάδος μέχρι της Μακεδονίας οδός είναι λίαν σύντομος· διότι αμέσως μετά την λίμνην ευρίσκεται το μεταλλείον από το οποίον μετά ταύτα ήρχετο εις τον Αλέξανδρον έν τάλαντον αργυρίου καθ' ημέραν· πέραν δε του μεταλλείου, αφού υπερβή τις το όρος το καλούμενον Δύσωρον, είναι εις την Μακεδονίαν.

18. Οι Πέρσαι λοιπόν ούτοι οι πεμφθέντες προς τον Αμύνταν, άμα έφθασαν, επαρουσιάσθησαν εις αυτόν και εζήτουν γην και ύδωρ διά τον βασιλέα Δαρείον. Ο δε Αμύντας και ταύτα έδωκε και τους προσεκάλεσεν εις τον οίκον του διά να τους φιλοξενήση. Το δείπνον είχεν ετοιμασθή μεγαλοπρεπέστατον και η υποδοχή εγένετο φιλοφρονεστάτη. Τελειώσαντος του δείπνου, οι Πέρσαι πίνοντες είπον· «Ξένε Μακεδών, ημείς οι Πέρσαι, συνειθίζομεν, όταν δίδωμεν μέγα δείπνον, να φέρωμεν πλησίον μας τας παλλακάς και τας νομίμους γυναίκας μας. Συ λοιπόν όστις μας εδέχθης προθύμως, όστις μας εφιλοξένησας μεγαλοπρεπώς και όστις έδωκες εις τον βασιλέα Δαρείον γην και ύδωρ, ακολούθησον τον ημέτερον νόμον.» Εις ταύτα ο Αμύντας απεκρίθη· «Ω Πέρσαι, ημείς τοιούτον νόμον δεν έχομεν, αλλά χωρίζομεν τας γυναίκας από τους άνδρας. Επειδή όμως υμείς είσθε κύριοι και ζητείτε αυτάς, θα γίνη και τούτο ως προστάζετε.» Τόσα μόνον ειπών ο Αμύντας έπεμψε να φέρωσι τας γυναίκας· ελθούσαι δε αύται εκάθισαν κατά τάξιν απέναντι των Περσών. Τότε οι Πέρσαι ιδόντες γυναίκας ευμόρφους είπον αποτεινόμενοι προς τον Αμύνταν ότι δεν ήτο φρόνιμον αυτό το οποίον έπραξε· διότι προτιμότερον ήτο να μη έλθωσι παντάπασιν αι γυναίκες, ή ελθούσαι να μη καθίσωσι πλησίον των, αλλ' απέναντί των και να ήναι βάσανον εις τους οφθαλμούς των. Υπείκων εις την ανάγκην ο Αμύντας, τας διέταξε να καθίσωσι πλησίον των συνδαιτυμόνων· επειδή δε υπήκουσαν αι γυναίκες, αμέσως οι Πέρσαι βεβαρημένοι εκ του οίνου, ήρχισον να ψαύωσι τους μαστούς των, τινές δε εζήτουν και να τας φιλήσωσι.

19. Ο Αμύντας βλέπων ταύτα, μολονότι δυσηρεστείτο, έμενεν ησυχάζων, διότι εφοβείτο πολύ τους Πέρσας· ο υιός του όμως Αλέξανδρος, όστις ευρίσκετο εκεί και παρετήρει ταύτα, καθό νέος ακόμη και άπειρος των κακών, δεν ηδυνήθη επί πλέον να κρατηθή και όλος αγανακτών είπε προς τον Αμύνταν τα εξής· «Συ μεν, ω πάτερ, υπάκουσον εις την ηλικίαν σου και ύπαγε να αναπαυθής· μη επιμένης πίνων· εγώ δε μένων εδώ θα παρέχω πάσαν περιποίησιν εις τους ξένους.» Ο δε Αμύντας εννοήσας εκ της ομιλίας ταύτης ότι ο Αλέξανδρος έμελλε να πράξη παρεκτροπήν τινα, τω είπεν· «Υιέ μου, βλέπω εκ των λόγων σου ότι ήναψας από θυμόν και θέλεις να με αποπέμψης διά να πράξης τι νέον. Σε παρακαλώ λοιπόν μη επιχειρήσης τι κατ' αυτών των ανθρώπων διά να μη μας καταστρέψης, αλλ' ανέχου βλέπων τα πραττόμενα. Όσον όμως αφορά την αναχώρησίν μου, σε ακούω.»

20. Αφού λοιπόν ο Αμύντας αποτείνας τας παρακλήσεις ταύτας ανεχώρησεν, ο Αλέξανδρος είπε προς τους Πέρσας· «Ω ξένοι, αι γυναίκες αύται είναι εις την εξουσίαν σας, είτε θέλετε να τας απολαύσετε όλας, είτε όσας εκλέξετε· αρκεί να προστάξετε. Τώρα δε επειδή πλησιάζει η ώρα του ύπνου και βλέπω ότι έπιατε αρκετόν οίνον, αφήσατε εάν ευαρεστήσθε τας γυναίκας ταύτας να υπάγωσι να λουσθώσι, και αφού λουσθώσι περιμένετε αυτάς.» Ειπών τας λέξεις ταύτα, τας οποίας επεδοκίμασαν οι Πέρσαι, έλαβε τας γυναίκας και τας έκλεισεν εις τον γυναικωνίτην· ενδύσας δε γυναικεία άνδρας αγενείους τόσους όσαι ήσαν αι γυναίκες και δώσας εις αυτούς εγχειρίδια, τους εισήγαγεν εις τον θάλαμον του συμποσίου. Αφού δε τους εισήγαγεν είπεν εις τους Πέρσας· «Νομίζω, ω Πέρσαι, ότι σας εφιλοξενήσαμεν μεγαλοπρεπέσταστα, καθότι και όσα είχομεν και όσα ηδυνήθημεν να εύρωμεν διά να σας προσφέρωμεν, όλα ταύτα σας τα παρουσιάσαμεν· προσέτι δε και το πάντων μέγιστον, τας μητέρας και τας αδελφάς μας σας προσφέρομεν μετ' ελευθεριότητος διά να πληροφορηθείτε ότι τιμάσθε παρ' ημών όπως αξίζετε και διά να αναγγείλετε εις τον βασιλέα, όστις σας έστειλεν, ότι ανήρ Έλλην, βασιλεύς των Μακεδόνων, σας προσέφερεν ηδονάς τραπέζης και κοίτης.» Ταύτα ειπών ο Αλέξανδρος διέταξε να καθίσωσι πλησίον εκάστου Πέρσου οι νέοι Μακεδόνες ως αν ήσαν γυναίκες. Ούτοι δε, άμα ήρχισαν οι Πέρσαι να τους ψαύωσι, τους εφόνευσαν.

21. Ούτω εφονεύθησαν και αυτοί και οι συνοδοί των, διότι είχον μεθ' εαυτών και οχήματα και υπηρέτας και εν γένει αποσκευήν μεγάλην. Όλα ταύτα εγένοντο άφαντα ομού με αυτούς. Μετά παρέλευσιν δε ουχί πολλού χρόνου εγένετο μεγάλη ζήτησις των ανδρών τούτων υπό των Περσών· ο Αλέξανδρος όμως τους επράυνεν επιτηδείως δους πολλά χρήματα και την ιδίαν του αδελφήν καλουμένην Γυγαίαν. Τους καθησύχασε δε ο Αλέξανδρος δους τα δώρα ταύτα εις τον Πέρσην Βουβάρη αρχηγόν των σταλέντων προς αναζήτησιν των απολεσθέντων. Ο μεν θάνατος αυτών ούτως οικονομηθείς εσιωπήθη.

22. Ούτοι δε οι ηγεμόνες της Μακεδονίας οι από του Περδίκκου καταγόμενοι είναι Έλληνες, ως αυτοί λέγουσιν, ως έμαθον εγώ και ως θέλω αποδείξει εις την συνέχειαν της ιστορίας ταύτης. Ενταύθα προσθέτω μόνον ότι ούτως έκριναν οι διοικούντες τους ολυμπιακούς αγώνας· επειδή ο Αλέξανδρος ήθελε να αγωνισθή και κατέβη επ' αυτώ τω σκοπώ εκ της Μακεδονίας, οι ανταγωνισταί Έλληνες αντέτεινον λέγοντες ότι ο αγών δεν ήτο διά βαρβάρους αγωνιστάς. Τότε ο Αλέξανδρος απέδειξεν ότι ήτο Αργείος. Εκρίθη λοιπόν ότι ήτο Έλλην, ηγωνίσθη εις το στάδιον και μόλις τον υπερέβαλεν ο πρώτος. Και ταύτα μεν ούτω συνέβησαν.

23. Ο δε Μεγάβαζος, άγων τους Παίονας, έφθασεν εις τον Ελλήσποντον· διαπεράσας δε αυτόν έφθασεν εις τας Σάρδεις. Επειδή τότε ο Μιλήσιος Ιστιαίος ετείχιζε την πόλιν την οποίαν κατ' αίτησίν του τω εχάρισεν ο Δαρείος προς αμοιβήν της φρουρήσεως της γεφύρας (είναι δε ο τόπος ούτος εις τον Στρυμόνα ποταμόν και καλείται Μύρκινος), μαθών ο Μεγάβαζος εις τι ενησχολείτο ο Ιστιαίος, άμα έφθασεν εις τας Σάρδεις είπεν εις τον Δαρείον τα εξής· «Τι έπραξες, ω βασιλεύ, επιτρέψας εις Έλληνα επιτήδειον και πνευματώδη να κτίση πάλιν εις την Θράκην, όπου και ύλη ναυπηγήσιμος υπάρχει άφθονος, και πολλοί κωπηλάται, και μεταλλεία αργύρου, και πλήθος Ελλήνων και βαρβάρων κατοικούσι περί τα μέρη εκείνα, οίτινες, λαμβάνοντες αυτόν ως αρχηγόν, θα πράττωσιν ημέραν και νύκτα ό,τι τους συμβουλεύει; Εμπόδισον λοιπόν τον άνδρα τούτον να εξακολουθήση, εάν θέλης να μη περιπλακής εις πόλεμον εμφύλιον. Προσκάλεσον αυτόν με τρόπον ήπιον, και όταν τον συλλάβης, πράξον ούτως ώστε να μη επιστρέψη πλέον εις τους Έλληνας.»

24. Ταύτα ειπών ο Μεγάβαζος ευκόλως έπεισε τον Δαρείον, διότι ο βασιλεύς ανεγνώρισεν ότι καλώς προέβλεπε το μέλλον. Πέμψας λοιπόν απεσταλμένον εις την Μύρκινον τον διέταξε να είπη· «Ιστιαίε, ο βασιλεύς Δαρείος λέγει τα εξής. Σκεπτόμενος δεν ευρίσκω άλλον περισσότερον από σε ενδιαφερόμενον δι' εμέ και διά τα συμφέροντά μου· επληροφορήθην δε τούτο ουχί εκ των λόγων αλλ' εκ των έργων. Τώρα λοιπόν, επειδή έχω κατά νουν μεγάλα σχέδια, επέστρεψον αφεύκτως εδώ διά να σοι τα εμπιστευθώ.» Πιστεύσας εις τους λόγους τούτους o Ιστιαίος, και συγχρόνως μεγάλως επιθυμών να γίνη σύμβουλος του βασιλέως, μετέβη εις τας Σάρδεις. Όταν δε έφθασεν, είπε προς αυτόν ο Δαρείος· «Σε εμήνυσα, Ιστιαίε, διά την εξής αιτίαν. Αφού επέστρεψα εκ της Σκυθίας και δεν σε είχον προ των οφθαλμών μου, ουδέν άλλο επεθύμησα τόσον όσον να σε επανίδω και να συνομιλήσωμεν, πεπεισμένος ότι από όλα τα πλούτη προτιμότερος είναι φίλος νοήμων και αφωσιωμένος άπερ αμφότερα ομολογώ ότι έχεις δοκιμάσας σε εις όλα μου τα συμφέροντα. Τώρα λοιπόν καλώς εποίησας ελθών, και σοι προτείνω τα εξής· άφες την Μίλητον και την νεόκτιστον πόλιν εις την Θράκην· ελθέ μετ' εμού εις τα Σούσα και έχε όσα έχω εγώ, ων μονοτράπεζος και σύμβουλός μου.»

25. Ταύτα ειπών ο Δαρείος και καταστήσας ύπαρχον των Σάρδεων τον ομοπάτριον αδελφόν του Αρταφέρνην, ανεχώρησεν εις τα Σούσα έχων μεθ' εαυτού τον Ιστιαίον· κατέστησεν επίσης και στρατηγόν των παραθαλασσίων ανδρών τον Οτάνην, του οποίου τον πατέρα Σισάμνην, ένα των βασιλικών δικαστών, λαβόντα χρήματα και δικάσαντα αδίκως, ο βασιλεύς Καμβύσης έσφαξε και απέδειρεν· αφού δε τον απέδειρεν, έκοψε το δέρμα εις λωρίδας και εκάλυψε τον θρόνον εφ' ου καθίζων εδίκαζε. Καλύψας ούτω τον θρόνον ο Καμβύσης, αντί του Σισάμνου τον οποίον απέκτεινε και απέδειρε, διώρισε δικαστήν τον υιόν του Σισάμνου, παραγγείλας εις αυτόν να ενθυμήται επί τίνος θρόνου καθήμενος εδίκαζεν.

26. Ούτος λοιπόν ο Οτάνης, ο επί τοιούτου θρόνου καθήμενος, γενόμενος διάδοχος της στρατηγίας του Μεγαβάζου, εκυρίευσε το Βυζάντιον και την Καλχηδόνα· εκυρίευσε την Άντανδρον εν τη Τρωάδι, εκυρίευσε και την Λαμπώνιον, λαβών δε πλοία από τους Λεσβίους, εκυρίευσε την Λήμνον και την Ίμβρον, αμφοτέρας έτι τότε κατοικουμένας υπό Πελασγών.

27. Οι Λήμνιοι μολαταύτα και επολέμησαν γενναίως και ενεκαρτέρησαν επί πολύ· τέλος δε υπέκυψαν. Εις δε τους μείναντας εξ αυτών οι Πέρσαι επέβαλον ύπαρχον τον Λυκήρατον, αδελφόν του Μαιανδρίου, του βασιλεύοντος εις την Σάμον. Ούτος ο Λυκήρατος, διοικητής ων της Λήμνου, ετελεύτησεν αφού εφέρθη σκληρότατα, διότι εξηνδραπόδιζε τους πολίτας και τους κατέστρεφε, κατηγορών τους μεν ότι δεν ηκολούθησαν εις τον κατά των Σκυθών πόλεμον, τους δε ότι εκακοποίουν τον στρατόν του Δαρείου επιστρέφοντα εκ της Σκυθίας.

28. Ούτος μεν ταύτα έπραξε στρατηγήσας· επί τινα δε χρόνον μετά ταύτα εγένετο άνεσις των κακών· μετ' ολίγον όμως ήρχισαν τα κακά να επισκήπτωσι πάλιν εις τους Ίωνας εκ της Νάξου και της Μιλήτου. Αφ' ενός μεν η Νάξος υπερέβαινεν εις την ευδαιμονίαν όλας τας νήσους· αφ' ετέρου δε η Μίλητος ούσα τότε ακμαιοτάτη ήτο το καύχημα της Ιωνίας. Προ ταύτης όμως της εποχής επί δύο γενεάς ανθρώπων υπέφερε τα μάλιστα εκ των εμφυλίων ταραχών, μέχρις ου τους ειρήνευσαν οι Πάριοι· διότι εξ όλων των Ελλήνων αυτούς εξελέξαντο οι Μιλήσιοι ως συμβιβαστάς.

29. Ιδού δε πώς τους εσυμβίβασαν οι Πάριοι· όταν έφθασαν εις την Μίλητον οι εγκριτώτεροι αυτών άνδρες, ιδόντες την πόλιν φρικωδώς κατεστραμμένην, εζήτησαν να περιέλθωσιν όλην την χώραν. Πράττοντες δε τούτο και περιερχόμενοι όλην την Μιλησίαν, όπου έβλεπον εις αναστατωμένον τόπον αγρόν καλώς καλλιεργημένον, εσημείωνον το όνομα του δεσπότου του αγρού. Αφού δε περιήλθον όλην την χώραν και ολίγους εύρον τοιούτους, κατέβησαν εις την πόλιν και συνεκάλεσαν αμέσως γενικήν συνέλευσιν. Τότε δε διώρισαν ως διοικητάς της πόλεως εκείνους των οποίων τους αγρούς εύρον καλώς δεδουλευμένους, λέγοντες ότι, ως νομίζουσιν, αυτοί θα εφρόντιζαν και περί των κοινών υποθέσεων ως εφρόντιζον και περί των ιδίων. Διέταξαν λοιπόν τους άλλους Μιλησίους, τους πρότερον στασιάζοντας, να υπακούωσιν εις τους άρχοντας τούτους.