Η Ευρώπη κατά τον 19ον αιώνα

Part 4

Chapter 458 wordsPublic domain

Ούτως εις τον πολιτικόν οργανισμόν της όλης Γερμανίας, ή Γερμανικής ομοσπονδίας, δεν επήλθε καμμία μεταβολή. Αλλά τα ιδιαίτερα Γερμανικά κράτη υπέκυψαν εν μέρει εις το ρεύμα της επαναστάσεως και παρεδέχθησαν πολιτεύματα μάλλον φιλελεύθερα. Τούτο έγεινεν εις Πρωσσίαν μετά μικράν αλλ' αιματηράν επαναστατικήν κίνησιν, και το κράτος τούτο, πρώτην φοράν μετά το 1815, έλαβε το 1848 συνταγματικόν φιλελεύθερον πολίτευμα. Το αυτό έγεινε και εις Αυστρίαν μετά αιματηράν επανάστασιν εις Βιέννην, την πρωτεύουσαν του κράτους τούτου. Η επανάστασις αύτη επέφερε την πτώσιν και την φυγήν του έως τότε (1848) αρχικαγκελαρίου του κράτους, πρίγκιπος Μεττερνίχου. Ο Μεττερνίχος εθεωρείτο ο κυριώτατος αντιπρόσωπος του αντιδραστικού μοναρχικού συστήματος εις όλην την Ευρώπην και διά τούτο εμισείτο υπό όλων των φιλελευθέρων της Ευρώπης, η δε πτώσις του έως τότε παντοδυνάμου υπουργού εθεωρήθη ως νίκη αυτών. Και ο αυτοκράτωρ της Αυστρίας Φερδινάνδος Α' παρητήθη διά να μη δώση σύνταγμα οπωσούν φιλελεύθερον, διεδέχθη δε αυτόν ο ανεψιός του Φραγκίσκος Ιωσήφ, ο νυν αυτοκράτωρ, όστις έδωκε περιωρισμένον τι σύνταγμα εις το κράτος του.

Κατά το έτος 1849 επανέστησαν κατά της Αυστριακής κυβερνήσεως και οι Ούγγροι. Οι Ούγγροι είναι λαός (και διά την ιστορίαν και διά τον πληθυσμόν αυτού) σπουδαιότατος, μετά τους Γερμανούς, εις την Αυστριακήν αυτοκρατορίαν. Έχοντες από του 9ου μ. Χ. αιώνος ελεύθερον κράτος Ουγγρικόν, είχαν εν μέρει ενωθή μετά του Αυστριακού κράτους από του 16ου αιώνος, εν μέρει δε είχαν υποταχθή εις την Τουρκίαν. Κατά τον 17ον αιώνα ελευθερωθέντες από του τουρκικού ζυγού υπετάχθησαν εις την Αυστρίαν. Επαναστατήσαντες λοιπόν το 1849 εζήτουν να ιδρύσουν κράτος όλως ελεύθερον από των Αυστριακών, και διά τούτο εκήρυξαν δημοκρατίαν Ουγγρικήν υπό τον στρατηγόν Κοσσούθ. Οι Αυστριακοί επέλθόντες κατά της Ουγγαρίας ενικήθησαν, τότε δε εζήτησαν την συνδρομήν της Ρωσίας. Ο αυτοκράτωρ Νικόλαος έστειλε στρατόν υπό τον στρατηγόν Πάσκεβιτζ. Προσβληθέντες οι Ούγγροι υπό Ρώσων ομού και Αυστριακών ενικήθησαν. Ούτω κατελύθη η Ουγγρική δημοκρατία και η χώρα έγεινε πάλιν Αυστριακή. Ο αυτοκράτωρ Νικόλαος, όστις και άλλως πανταχού της Ευρώπης υπεστήριζε πολιτικώς και ηθικώς τους ηγεμόνας και το απολυταρχικόν σύστημα, εθεωρήθη έτι περισσότερον ως εχθρός υπό των φιλελευθέρων, μετά την ανάμιξίν του εις την επανάστασιν της Ουγγαρίας. Διά τούτο, ότε μετ' ολίγον περιεπλάκη εις πόλεμον προς την δυτικήν Ευρώπην, ουδεμία συμπάθεια εδείχθη προς αυτόν εκ μέρους των Ευρωπαϊκών λαών.

&ζ') Ο Κριμαϊκός πόλεμος.&

Αφορμή του μεγάλου ανατολικού πολέμου, του λεγομένου Κριμαϊκού, ήσαν αι έριδες των Λατίνων προς τους Ορθοδόξους εις τους Αγίους Τόπους, περί της κατοχής διαφόρων προσκυνημάτων εις Ιερουσαλήμ και εις τα πέριξ. Αι έριδες αύται υπήρχαν προ αιώνων. Και οι μεν Λατίνοι εις τας αξιώσεις των είχαν πάντοτε την υποστήριξιν της Γαλλίας, οι δε Ορθόδοξοι υπερήσπιζαν μόνοι τα δικαιώματά των απέναντι της Οθωμανικής εξουσίας, μέχρις ότου επ' εσχάτων απέκτησαν και την υποστήριξιν της Ρωσίας. Ο από του 1849 γενόμενος πρόεδρος της Γαλλικής δημοκρατίας Λουδοβίκος Ναπολέων, όστις και εις Ρώμην, ως είδομεν, υπεστήριζε τον Πάπαν, έπραξε το αυτό και εις το ζήτημα των Αγίων Τόπων, και έπεισε την Οθωμανικήν κυβέρνησιν ν' αναγνωρίση τινάς αξιώσεις των Λατίνων. Αλλά κατά της διαγωγής της Πύλης διεμαρτυρήθη ο αυτοκράτωρ Νικόλαος ως προστάτης της Ορθοδοξίας. Ο Σουλτάνος ανεκάλεσε τας εις τους Λατίνους γενομένας παραχωρήσεις. Αλλ' ο Νικόλαος θέλων να τύχη ικανοποιήσεως περιφανεστέρας, θέλων δε και να τιμωρήση την Τουρκίαν διά την πρώτην διαγωγήν της εις το ζήτημα, απήτησε (1852 — 1853) νέας ευρυτάτας παραχωρήσεις υπέρ της ορθοδόξου Εκκλησίας, την παντελή ανεξαρτησίαν του Οικουμενικού Πατριάρχου και της εις Τουρκίαν ορθοδόξου Εκκλησίας, και άλλας τινάς προνομίας, αι οποίαι και υπό των Τούρκων και υπό των Ευρωπαίων εθεωρήθησαν ως κλονούσαι τα θεμέλια του οθωμανικού κράτους.

Επειδή δε προ ετών ήδη ο Νικόλαος είχε προτείνει μυστικώς εις την Αγγλίαν τον διαμελισμόν της Τουρκίας, η Αγγλία υποπτεύσασα ότι ο Νικόλαος εζήτει πρόφασιν να εκτελέση τα σχέδια εκείνα, τα οποία αυτή δεν επεδοκίμαζεν, ηνώθη μετά του αυτοκράτορος ήδη (από του 1852) Ναπολέοντος και αντέπραξε κατά των Ρωσικών απαιτήσεων. Η Τουρκία, της οποίας Σουλτάνος ήτο ο Αβδούλ — Μεζίτ, ενθαρρυνθείσα εκ τούτων, απέρριψε τας αξιώσεις της Ρωσίας και ούτως εξερράγη ο πόλεμος. Η Ρωσία επετέθη κατά της Τουρκίας διά της συνήθους οδού, της Βλαχομολδαυίας, του Δουνάβεως, και της Βουλγαρίας. Αλλ' η Αυστρία, η προ μικρού υπό της Ρωσίας σωθείσα από καταστροφής κατά την Ουγγρικήν επανάστασιν, έλαβε θέσιν απειλητικήν κατά της Ρωσίας, η οποία ηναγκάσθη ούτω ν' ανακαλέση τα επί του Δουνάβεως εις Βουλγαρίαν και εις Μολδοβλαχίαν στρατεύματά της. Την Μολδοβλαχίαν κατέλαβε στρατιωτικώς τότε η Αυστρία, διά να εμποδίση πάσαν εκείθεν νέαν εκστρατείαν των Ρώσων.

Εντεύθεν η θέσις των Τούρκων και των συμμάχων εβελτιώθη. Αντί να υπερασπίζουν τας τουρκικάς χώρας κατά του επερχομένου Ρωσικού στρατού, αυτοί έλαβον επιθετικήν θέσιν και προσέβαλαν την Κριμαίαν, και ιδίως την Σεβαστούπολιν, το εκεί περίφημον Ρωσικόν φρούριον και ναύσταθμον. Οι Ρώσοι οι ίδιοι ηναγκάσθησαν τότε να βυθίσουν και καταστρέψουν τον Ρωσικόν στόλον της Μαύρης θαλάσσης. Μετά πόλεμον δε διαρκέσαντα δύο περίπου έτη, και μετά πολλάς μάχας, οι σύμμαχοι κατέλαβαν την Σεβαστούπολιν. Τότε συνωμολογήθη ειρήνη, την οποίαν διηυκόλυνεν ο έξ μήνας προ της πτώσεως της Σεβαστουπόλεως επελθών θάνατος του Νικολάου (2 Μαρτίου 1855).

Η ειρήνη αύτη συνωμολογήθη εις Παρισίους, επέβαλε δε περιορισμούς τινας και ταπεινώσεις εις την Ρωσίαν. Η προστασία των εις Τουρκίαν ορθοδόξων Χριστιανών, την οποίαν είχε λάβει η Ρωσία από του παρελθόντος αιώνος διά διαφόρων προς την Τουρκίαν συνθηκών, καθώς και της Μολδοβλαχίας η προστασία, αφηρέθησαν από την Ρωσίαν και εδόθησαν εις όλας τας μεγάλας δυνάμεις· ανεγνωρίσθη δε η ακεραιότης και η ανεξαρτησία του Σουλτάνου, όστις όμως έλαβεν απέναντι της Ευρώπης πάνδημον υποχρέωσιν να δώση ισοπολιτείαν εις τους χριστιανούς υπηκόους του και προς τούτο εξέδωκε το περίφημον σουλτανικόν διάταγμα το καλούμενον Χάττι χουμαγιούν (=ύψιστον διάταγμα). Ταπεινωτικοί όροι της συνθήκης διά την Ρωσίαν ήσαν η αφαίρεσις μικράς εκτάσεως γης παρά τον Δούναβιν και ο όρος της συνθήκης ο απαγορεύων εις αυτήν να διατηρή στόλον εις την Μαύρην θάλασσαν και να οχυρώνη τα παράλιά της· ούτω δε παρεδίδοντο ταύτα εις την διάκρισιν του εν Κωνσταντινουπόλει Τουρκικού στόλου.

Των ταπεινωτικών τούτων όρων απηλλάγη η Ρωσία μετά 15 έτη (1871), οπότε η Γαλλία ενικήθη υπό της ηνωμένης Γερμανίας. Αλλ' εν τω μεταξύ, η Γαλλία μέχρι του χρόνου εκείνου ήτο η πρώτη δύναμις της Ευρώπης και ο αυτοκράτωρ Ναπολέων Ι' εθεωρείτο διαιτητής της Ευρώπης, αντικαταστήσας κατά τα πρωτεία τον τσάρον Νικόλαον Α'.

Επωφελούμενος εκ της τοιαύτης δυνάμεώς του ο Ναπολέων επεχείρησε μετ' ολίγα έτη νέον πόλεμον κατά της Αυστρίας, έχων σύμμαχον το Πεδεμόντιον.

&η') Γαλλοϊταλικός πόλεμος κατά της Αυστρίας και η ελευθέρωσις και ένωσις της Ιταλίας.&

Το κράτος του Πεδεμοντίου ειργάζετο από του έτους 1849 διηνεκώς υπέρ της πραγματοποιήσεως της μεγάλης Ιταλικής ιδέας της ενότητος της Ιταλίας. Το μέγιστον κώλυμα προς τούτο ήτο, ως είπομεν, η Αυστρία, η οποία δεν ήτο δυνατόν να εκδιωχθή από της Ιταλίας, άνευ συμμαχίας μετά μεγάλου κράτους. Τοιαύτην συμμαχίαν μετά της Γαλλίας κατώρθωσε να παρασκευάση ο μέγας πολιτικός ανήρ και πρωθυπουργός του Πεδεμοντίου Καβούρ. Διαρκούντος ήδη του Κριμαϊκού πολέμου, το Πεδεμόντιον είχε πέμψει μικράν στρατιωτικήν δύναμιν κατά της Ρωσίας διά να αποκτήση την συμπάθειαν της Γαλλίας και της Αγγλίας. Διά της πράξεώς της εκείνης έλαβε μέρος και εις το συνέδριον της συνθήκης και παρέστησεν ούτω πρόσωπον σπουδαίας Ευρωπαϊκής δυνάμεως.

Ο κατά της Αυστρίας πόλεμος του Πεδεμοντίου και της Γαλλίας (1859) επέφερε την ελευθέρωσιν της Λομβαρδίας, μετά τας ήττας τας οποίας έπαθεν η Αυστρία εις τας περιφήμους μάχας της Μαγέντας και του Σολφερίνου· η δε Βενετία έμεινε πάλιν υπό το κράτος της Αυστρίας. Ούτω το άμεσον κέρδος του πολέμου τούτου διά το Πεδεμόντιον και την Ιταλίαν δεν υπήρξε μέγα. Μέγιστον όμως ήτο το έμμεσον κέρδος, διότι μετά την ήτταν της Αυστρίας ο ενθουσιασμός των Ιταλών επέφερεν εις όλην την Ιταλίαν εξέγερσιν γενικήν κατά των μικρών ηγεμόνων, και ο εθνικός ήρως των Ιταλών, ο στρατηγός Ιωσήφ Γαριβάλδης, εκστρατεύσας κατά της Σικελίας και της Νεαπόλεως, κατέλυσε το κράτος της Νεαπόλεως· εξεδιώχθησαν δε μετ' ολίγον και όλοι οι άλλοι Ιταλοί ηγεμόνες, πλην του Πάπα, του οποίου όμως το κράτος περιωρίσθη εις την Ρώμην και τα πέριξ. Διότι, ως είδομεν, Γαλλικός στρατός κατείχε την Ρώμην και επροστάτευε τον Πάπαν.

Μετά την έξωσιν όλων των μικρών ηγεμόνων ο βασιλεύς Βίκτωρ Εμμανουήλ του Πεδεμοντίου εκηρύχθη βασιλεύς της ηνωμένης Ιταλίας (1861). Ούτως επραγματοποιήθη κατά μέγα μέρος η μεγάλη ιδέα των Ιταλών. Αλλ' εκ του ηνωμένου Ιταλικού κράτους έλειπεν δύο έτι λαμπραί Ιταλικαί χώραι, η Βενετία και η Ρώμη. Την Βενετίαν κατέλαβε μετ' ολίγον η Ιταλία διά του Αυστροπρωσσικού πολέμου (1866), ότε είχε συμμαχήσει μετά της Πρωσσίας εναντίον της Αυστρίας, την δε Ρώμην κατά τον Γαλλογερμανικόν πόλεμον του 1870, ότε οι Γάλλοι απέσυραν τον στρατόν εκ της Ιταλίας.

&θ') Αυστροπρωσσικός πόλεμος του 1866.&

Ως είπομεν ανωτέρω, όπως ο Ιταλικός, ούτω και ο Γερμανικός λαός ως μεγάλην ιδέαν είχε την ένωσιν της Γερμανίας εις έν ισχυρόν Γερμανικόν κράτος. Aι κατά τα έτη 1848 — 1849 γενόμεναι προς τούτο απόπειραι απέτυχαν, απέδειξαν όμως ότι, διά να γείνη τοιαύτη ένωσις, έπρεπε μία των δύο μεγάλων Γερμανικών δυνάμεων, η Αυστρία ή η Πρωσσία, να εξέλθη της Γερμανικής ομοσπονδίας, η δε ομοσπονδία αύτη έπρεπε να διοργανωθή υπό την στρατιωτικήν και πολιτικήν ηγεμονίαν της μενούσης εις την ομοσπονδίαν μεγάλης Γερμανικής δυνάμεως. Η κοινή γνώμη εις Γερμανίαν ήθελε μάλλον την έξωσιν της Αυστρίας εκ της ομοσπονδίας και την ηγεμονίαν της Πρωσσίας. Την απαίτησιν ταύτην της κοινής γνώμης επραγματοποίησε διά βιαίων μέσων ο από του 1862 γενόμενος πρωθυπουργός της Πρωσσίας Όθων Βίσμαρκ.

Ο Βίσμαρκ κατ' αρχάς συνομολόγησε συμμαχίαν μετά της Αυστρίας εναντίον της Δανίας.

Δύο χώραι Γερμανικαί εις την βόρειον Γερμανίαν, η Ολσατία ή Χόλστεϊν και το Σλέσβικον, τα λεγόμενα Παράλβια δουκάτα (ως κείμενα παρά τον ποταμόν Άλβιν), ήσαν κτήσεις του βασιλικού οίκου της Δανίας. Οι κατοικούντες εις τα δουκάτα εκείνα Γερμανοί απεστρέφοντο την Δανικήν κυριαρχίαν και πολλάκις επανέστησαν κατά ταύτης βοηθούμενοι ηθικώς υπό του Γερμανικού λαού. Η κοινή γνώμη εις Γερμανίαν απήτει να αποσπασθούν τα δουκάτα από την Δανίαν, αλλ' ούτε η Γερμανική ομοσπονδία ούτε οιονδήποτε Γερμανικόν κράτος ανελάμβανε το έργον τούτο. Τέλος ο Βίσμαρκ κατώρθωσε να ενώση τα δύο ισχυρότατα Γερμανικά κράτη, Αυστρίαν και Πρωσσίαν, εις συμμαχίαν κατά της Δανίας. Εις τον πόλεμον τον προελθόντα εντεύθεν (1864) οι Δανοί, καίτοι ήσαν ολίγοι και αδύνατοι, αντέταξαν ισχυράν αντίστασιν αλλ' ενικήθησαν μετά ένδοξον αγώνα. Τα δουκάτα τότε κατελήφθησαν υπό της Αυστρίας και Πρωσσίας, αλλ' εις το ζήτημα της κατοχής των δουκάτων αι δύο Δυνάμεις περιήλθαν εις έριδας, αι οποίαι απέληξαν εις τον πόλεμον του 1866. Τον πόλεμον τούτον ήθελεν ο Βίσμαρκ ως και ο βασιλεύς Γουλιέλμος Α' της Πρωσσίας, όχι μόνον διά την κτήσιν των δουκάτων, αλλά και διά να εκδιωχθή η Αυστρία από την Γερμανικήν ομοσπονδίαν. Τούτο επέτυχε διά των λαμπρών νικών των Πρώσσων εναντίον των Αυστριακών και των μετ' αυτών συμμαχησάντων Γερμανικών κρατών (Βαυαρίας, Σαξονίας, Αννοβέρου, Βυρτεμβέργης, Βάδεν, Έσσης Κασσέλης, Έσσης Δαρμστάδης, Νασσάου), και ιδίως διά της περιφήμου μάχης της Σαδόβας. Η μετά την νίκην ταύτην συνομολογηθείσα συνθήκη της Πράγας τα μεν δουκάτα παρέδιδεν εις την Πρωσσίαν, την δε Αυστρίαν υπεχρέωσε να εξέλθη της Γερμανικής ομοσπονδίας.

Η ομοσπονδία αύτη μετερρυθμίζετο ως εξής: Αντί της Γερμανικής ομοσπονδίας, χαλαρώς και ασθενώς ωργανωμένης, οποία ήτο η του 1815, ιδρύθη ομοσπονδία των κρατών της βορείου Γερμανίας ισχυρώς ωργανωμένη υπό την στρατιωτικήν και πολιτικήν ηγεμονίαν της Πρωσσίας, της οποίας ο βασιλεύς έγεινε στρατιωτικός ηγεμών της ομοσπονδίας. Η Πρωσσία δε διηύθυνε και την εξωτερικήν πολιτικήν της ομοσπονδίας. Πλην τούτου κράτη τινά Γερμανικά εκ των νικηθέντων (το βασίλειον του Αννοβέρου, το μέγα δουκάτον της Έσσης Κασσέλης, το δουκάτον της Νασσάου και η ελευθέρα πόλις Φραγκφούρτη), προσηρτήθησαν εις το βασίλειον της Πρωσσίας. Τα κράτη της νοτίου Γερμανίας, τα βασίλεια της Βαυαρίας, Βυρτεμβέργης και το μέγα δουκάτον της Βάδης, έμεναν εκτός της ομοσπονδίας, αλλά και ταύτα συνεδέοντο δι' ιδιαιτέρων συμμαχικών συνθηκών προς την Πρωσσίαν και την Ομοσπονδίαν.

Εις τον Αυστροπρωσσικόν τούτον πόλεμον η Ιταλία επολέμησε κατά της Αυστρίας, συνομολογήσασα συμμαχίαν προς την Πρωσσίαν. Οι Ιταλοί ενικήθησαν υπό των Αυστριακών κατά γην και κατά θάλασσαν. Μεθ' όλα ταύτα διά των νικών της Πρωσσίας η Βενετία εδόθη υπό της Αυστρίας εις την Γαλλίαν, η οποία την παρεχώρησεν εις την Ιταλίαν, ώστε προς συμπλήρωσιν της Ιταλικής ενότητος έμενε μόνον η ένωσις της Ρώμης.

&ι') Ο Γαλλογερμανικός πόλεμος 1870 — 1871.&

Φυσική και λογική ακολουθία του Αυστροπρωσσικού πολέμου ήτο ο πόλεμος ο Γαλλοπρωσσικός ή Γαλλογερμανικός. Ανέκαθεν, από αιώνων, πολιτική της Γαλλίας θεμελιώδης ήτο να μη ενωθή η Γερμανία εις κράτος ισχυρόν, διότι η ύπαρξις ηνωμένης και ισχυράς Γερμανίας εθεωρείτο εμπόδιον εις την επί την Ευρώπην πολιτικήν ηγεμονίαν, την οποίαν ανέκαθεν επεζήτουν οι ισχυροί ηγεμόνες της Γαλλίας. Διά τούτο πολιτική αυτών ήτο να διατηρούν την διαίρεσιν της Γερμανίας υπό το πρόσχημα της υποστηρίξεως των μικρών Γερμανικών κρατών, πρότερον μεν εναντίον της Αυστρίας, κατόπιν δε εναντίον της Πρωσσίας. Αι νίκαι λοιπόν της Πρωσσίας κατά το 1866, η αύξησις αυτής διά της προσαρτήσεως των παραλβίων δουκάτων και των κρατών των διά του πολέμου καταλυθέντων, έτι δε και η ένωσις μεγάλου μέρους της Γερμανίας υπό την στρατιωτικήν ηγεμονίαν αυτής ήσαν εναντίον των συμφερόντων της Γαλλίας.

Ο πόλεμος καθίστατο αναγκαίος διά τον Ναπολέοντα Γ' και διότι ούτος είχεν υποστή ικανάς αποτυχίας πολιτικάς και στρατιωτικάς. Εκστρατεία τις κατά του Μεξικού εις Αμερικήν επιτυχής εν αρχή, ατυχεστάτη εις το τέλος, είχεν ελαττώσει πολύ την δόξαν της αυτοκρατορίας του προ των οφθαλμών του Γαλλικού λαού. Συνετέλει εις την κατά του Ναπολέοντος δυσαρέσκειαν του Γαλλικού λαού και η αποτυχία της κατά το 1863 μεγάλης επαναστάσεως των Πολωνών κατά της Ρωσίας· η Ρωσία, υποστηριζομένη υπό της Πρωσσίας, κατέστειλεν αμειλίκτως την επανάστασιν, μη πτοηθείσα εκ των περί πολέμου απειλών, της Γαλλίας. Ταύτα πάντα κατέρριψαν την ηθικήν δύναμιν του Ναπολέοντος και η δημοκρατική κατ' αυτού αντιπολίτευσις έγεινεν ισχυρά, αναγκάσασα αυτόν να μεταρρυθμίση το 1870, το σύνταγμα της αυτοκρατορίας επί το φιλελευθερώτερον. Αλλά κατά το αυτό έτος 1870 εις Ισπανίαν, όπου κατά το 1868 κατόπιν επαναστάσεως είχε διωχθή η βασιλεύουσα Βουρβωνική δυναστεία, ο θρόνος έμενε κενός· κατά συνέπειαν δε μυστικών διαπραγματεύσεων προσεκαλείτο ως βασιλεύς της Ισπανίας Γερμανός ηγεμών, συγγενής του βασιλικού οίκου της Πρωσσίας. Την νέαν ταύτην επιτυχίαν της Πρωσσίας μη στέργουσα η κυβέρνησις του Ναπολέοντος περιεπλέχθη εις διαμαρτυρήσεις και διαπραγματεύσεις, συνέπεια των οποίων ήτο η έκρηξις πολέμου κατά της Πρωσσίας.

Αλλ' εις τον πόλεμον τούτον εφάνη η στρατιωτική υπεροχή της Πρωσσίας και της Γερμανίας. Η νότιος Γερμανία μείνασα πιστή εις την υπό την Πρωσσίαν ομοσπονδίαν της βορείου Γερμανίας εξεστράτευσεν ομού, ο δε ηνωμένος Γερμανικός στρατός υπό τη αρχιστρατηγίαν του βασιλέως Γουλιέλμου Α', έχων στρατιωτικούς αρχηγούς ικανωτάτους και μάλιστα τον γενικόν αρχηγόν του επιτελείου, τον μεγαλοφυά Μόλτκε, εκέρδισε σειράν αιματηρών αλλά λαμπρών νικών. Στρατοί ολόκληροι μεγάλοι ηχμαλωτίσθησαν, φρούρια μεγάλα εξ εφόδου ή διά πολιορκίας εκυριεύθησαν· αυτή η πόλις των Παρισίων πολιορκηθείσα μετά πεντάμηνον πολιορκίαν παρεδόθη.

Διαρκούντος του πολέμου, προ της πολιορκίας έτι των Παρισίων, ο αυτοκράτωρ Ναπολέων, μετά τας πρώτας μεγάλας αποτυχίας, παρεδόθη εν Σεδάν αιχμάλωτος μετά στρατού 180 χιλ. εις τον βασιλέα της Πρωσσίας (2 7βρίου 1870). Την παράδοσιν του Ναπολέοντος ηκολούθησεν εις Παρισίους επανάστασις, ανατρέψασα την δυναστείαν του Ναπολέοντος και κηρύξασα την δημοκρατίαν (4 Σεπτεμβρίου 1870).

Μετά δε την παράδοσιν των Παρισίων (κατά Φεβρουάριον) συνελθούσα εθνική Συνέλευσις συνωμολόγησε διά του Θιέρσου, τον οποίον διώρισε τότε αρχηγόν της εκτελεστικής εξουσίας, έπειτα δε και Πρόεδρον της Γαλλικής δημοκρατίας, ειρήνην προκαταρκτικήν προς τον νικητήν, ήτις έγεινεν οριστική διά της συνθήκης της Φραγκφούρτης. Διά της ειρήνης ταύτης η Γαλλία απώλεσε δύο μεγάλας επαρχίας, την Αλσατίαν και μέρος της Λοθαριγγίας, αίτινες προσηρτήθησαν εις το Γερμανικόν κράτος, και υπεχρεώθη να πληρώση εις την Γερμανίαν πέντε δισεκατομμύρια φράγκα, μέχρι της τελείας πληρωμής των οποίων μέρος του Γαλλικού εδάφους κατείχετο υπό Γερμανικών στρατευμάτων.

Διά του Γαλλογερμανικού πολέμου η Γαλλία απώλεσε την από του Κριμαϊκού ιδίως πολέμου αποκτηθείσαν πρώτην θέσιν και μεγάλην δύναμιν εις Ευρώπην. Τουναντίον δε η Πρωσσία, και μετ' αυτής η Γερμανία, κατέστη πρώτη στρατιωτική δύναμις της Ευρώπης και προσέλαβε μεγάλην πολιτικήν δύναμιν. Και εσωτερικώς δε επίσης ενισχύθη η Γερμανία. Διότι η της Πρωσσίας ηγεμονία εξετάθη εις όλην την Γερμανίαν, και τα νότια κράτη εισήλθαν εις την Γερμανικήν ομοσπονδίαν, η οποία δεν ήτο πλέον ομοσπονδία της βορείου Γερμανίας, αλλά της όλης Γερμανίας. Ωνομάσθη μάλιστα τώρα Γερμανική αυτοκρατορία ή Γερμανικόν κράτος, διότι διαρκούντος έτι του πολέμου ο πρόεδρος και αρχιστράτηγος της ομοσπονδίας, ο βασιλεύς δηλαδή της Πρωσσίας, ανηγορεύθη υπό των Γερμανών ηγεμόνων «αυτοκράτωρ». Η αναγόρευσις έγεινεν εις Βερσαλλίας, εντός των περιφήμων ανακτόρων του Λουδοβίκου ΙΔ', εκείνου δηλαδή του βασιλέως της Γαλλίας, ο οποίος, όπως ύστερον ο Ναπολέων, είχε ταπεινώσει τα μέγιστα την Γερμανίαν.

&ια') Η Ρωσία μετά τον Γαλλογερμανικόν πόλεμον.&

Μεγάλην ωφέλειαν εκ του Γαλλογερμανικού πολέμου έλαβε και η Ρωσία, ήτις συνδεθείσα διά κρυφίας συνεννοήσεως προς την Πρωσσίαν, ημπόδισε την Αυστρίαν του να έλθη εις βοήθειαν της Γαλλίας· αυτή δε διαρκούντος του πολέμου απηλλάγη από των ταπεινωτικωτάτων όρων της Παρισινής συνθήκης, από του όρου δηλονότι του απαγορεύοντος να διατηρή στόλον εις την Μαύρην θάλασσαν και να οχυρώνη τα κατά την θάλασσαν ταύτην παράλιά της. Η Ρωσία εκήρυξεν εις την Τουρκίαν και εις τας μεγάλας Δυνάμεις της Ευρώπης ότι δεν υποτάσσεται πλέον εις τον όρον τούτον. Ο απότομος ούτος τρόπος εξέπληξε μεν τας κυβερνήσεις, αλλ' ουδεμία τούτων ηδύνατο να αναλάβη πόλεμον κατά της Ρωσίας· η Γαλλία έκειτο νικημένη και παλαίουσα αγώνα περί ζωής και θανάτου· η Πρωσσία υπεστήριζε την Ρωσίαν· ούτω δε και αι άλλαι Δυνάμεις υπεχρεώθησαν να συναινέσουν εις την αξίωσιν της Ρωσίας και διά Συνδιασκέψεως των πρέσβεων εις Λονδίνον (κατά Ιανουάριον του 1871) κατήργησαν τον όρον εκείνον της Παρισινής συνθήκης.

Διαρκούντος του πολέμου και οι Ιταλοί έγειναν κύριοι της Ρώμης, αφού η Γαλλία ηναγκάσθη προς υπεράσπισιν του εδάφους της ν' ανακαλέση τον εις Ρώμην στρατόν της κατοχής. Ούτω δε ο Ιταλικός στρατός, μετά μικράν αντίστασιν του παπικού στρατού, κατέλαβε την Ρώμην (20 Σεπτεμβρίου 1870), η οποία έγεινεν έκτοτε η πρωτεύουσα του βασιλείου, και ούτω συνεπληρώθη η ένωσις της Ιταλίας.

&ιβ') Η τριπλή συμμαχία και ο Ρωσοτουρκικός πόλεμος του 1877 — 1878.&

Η Ρωσία όπως προ του πολέμου ούτω και μετά τον πόλεμον διετήρει φιλικωτάτας σχέσεις προς την Γερμανίαν. Αλλά και η Αυστρία, η από του 1866 μέχρι του 1870 ζητούσα περίστασιν διά να εκδικηθή την Πρωσσίαν, μετά τας πρωτοφανείς επιτυχίας της δυνάμεως ταύτης εφάνη πρόθυμος να συνάψη φιλικάς σχέσεις προς την νέαν Γερμανίαν. Η Γερμανική πολιτική, την οποίαν διηύθυνε πάντοτε ο εις πρίγκιπα προαχθείς Βίσμαρκ, έσπευσε να ενώση εις φιλικόν σύνδεσμον τας τρεις αυτοκρατορίας, Γερμανίαν, Ρωσίαν και Αυστρίαν, διά να απομονώση την Γαλλίαν. Ένεκα της τοιαύτης των τριών αυτοκρατόρων συμμαχίας, έτι δε και διά της απαλλαγής της Ρωσίας από των ταπεινωτικών όρων της Παρισινής συνθήκης, και η θέσις της Ρωσίας εις την Ανατολήν και εις την Δύσιν υψώθη πάλιν και ενισχύθη. Ούτως ηδυνήθη αύτη μετά τινα έτη, το 1877, να κηρύξη πόλεμον κατά της Τουρκίας.

Αφορμή του πολέμου τούτου ήτο η επανάστασις της Ερζεγοβίνης και Βοσνίας, αρχίσασα το 1875, και ο ένεκα της επαναστάσεως ταύτης επελθών το επόμενον έτος πόλεμος της Σερβίας και του Μαυροβουνίου κατά της Τουρκίας, και προς τούτοις η τότε γενομένη επανάστασις εις Βουλγαρίαν, ότε εξηρεθίσθησαν οι εντόπιοι Τούρκοι και προέβησαν εις σφαγάς, αι οποίαι συγκινήσασαι την Ευρώπην και μάλιστα την εις Αγγλίαν κοινήν γνώμην έδωκαν εις την Ρωσίαν αφορμήν πολέμου. Εν τω μεταξύ εν Τουρκία ο από του 1861 βασιλεύων Σουλτάνος Αβδούλ Αζίζ, αδελφός και διάδοχος του Αβδούλ Μεδζίτ, έπεσεν από του θρόνου διά συνωμοσίας και εφονεύθη. Ο διαδεχθείς, αυτόν ανεψιός του, υιός του Αβδούλ Μεδζίτ, Μουράτ Ε' μετά τριών μηνών βασιλείαν απεμακρύνθη του θρόνου ένεκεν ασθενείας και ανήλθεν εις αυτόν (κατ' Αύγουστον του 1876) ο Χαμίτ Β'.

Ο πόλεμος ούτος αρχίσας κατ' Απρίλιον του 1877 διήρκεσεν ένδεκα μήνας, αι δε πολεμικαί πράξεις εγένοντο και εις Ευρώπην και εις Ασίαν. Επολέμησαν δε μετά της Ρωσίας εναντίον της Τουρκίας, το Μαυροβούνιον, η Σερβία (εκ νέου) και η Ρωμουνία. Οι Ρώσοι μετά τινας κατ' αρχάς αποτυχίας εφάνησαν νικηταί και εις Ασίαν, όπου εκυρίευσαν τα περίφημα φρούρια Αρδαχάν και Καρς, και εις Ευρώπην, όπου διαβάντες τον Αίμον επροχώρησαν μέχρι των προθύρων της Κωνσταντινουπόλεως και επέβαλαν εις την Τουρκίαν την συνθήκην του Αγίου Στεφάνου. Διά της συνθήκης ταύτης, πλην άλλων, όλη σχεδόν η Μακεδονία και μέγα μέρος της Θράκης απετέλει Βουλγαρικόν κράτος. Αλλ' η Αγγλία μετ' απειλής πολέμου διεμαρτυρήθη και υπεχρέωσε την Ρωσίαν να υποβάλη εις τον έλεγχον της Ευρώπης την συνθήκην. Ούτω δε συνεκροτήθη το συνέδριον του Βερολίνου, όπου οι υπουργοί των έξ μεγάλων Δυνάμεων και οι αντιπρόσωποι της Τουρκίας συνωμολόγησαν την Βερολίνιον συνθήκην την αποτελούσαν και σήμερον έτι την βάσιν του εις την Ανατολήν πολιτικού καθεστώτος.

Διά της συνθήκης ταύτης η Ρωσία έλαβε σπουδαίαν έκτασιν γης εις Ασίαν μετά των οχυρών φρουρίων Αρδαχάν, Καρς, Βατούμ, και πολεμικήν αποζημίωσιν, της οποίας το υπόλοιπον εξακολουθεί να πληρώνη η Τουρκία κατά ετησίας δόσεις· η Ρωμουνία εκηρύχθη ανεξάρτητος, επίσης δε η Σερβία και το Μαυροβούνιον (η Ρωμουνία και η Σερβία μετ' ολίγον εκηρύχθησαν βασίλεια). Η Μακεδονία απεδόθη εις την Τουρκίαν· μέρος της Θράκης (το βόρειον) απετέλεσεν αυτόνομον επαρχίαν, την Ανατολικήν Ρωμυλίαν· η δε μεταξύ του Αίμου και του Δουνάβεως κειμένη χώρα, η Βουλγαρία, έγεινεν ηγεμονία υποτελής εις τον Σουλτάνον· αλλά μέρος της Βουλγαρίας ταύτης (η Δόβρουτσα) εδόθη εις την Ρωμουνίαν διά να αποδώση αύτη εις την Ρωσίαν το διά της συνθήκης των Παρισίων (1855) αφαιρεθέν απ' αυτής παρά τον Δούναβιν έδαφος, το οποίον όμως η Ρωμουνία ηναγκάσθη ύστερον ν' αποδώση, εις την Ρωσίαν. Εις την Αυστρίαν εδόθη το δικαίωμα να κατέχη στρατιωτικώς την Βοσνίαν και την Ερζεγοβίνην. Εις το Μαυροβούνιον εδόθη μικρόν μέρος της Ερζεγοβίνης, ως και μικρόν μέρος της άνω Αλβανίας, μικρόν δε μέρος της Βουλγαρίας εδόθη εις την Σερβίαν. Η Ελλάς και η Τουρκία προσεκλήθησαν να μεταρρυθμίσουν τα όριά των παραχωρουμένης εις την Ελλάδα της Θεσσαλίας και της Ηπείρου μέχρι του Καλαμά. Αλλ' η παραχώρησις έγεινε μόλις μετά τρία έτη (1881), και περιωρίσθη μόνον εις την Θεσσαλίαν (πλην της Ελασσώνος) και εις μικρόν μέρος της Ηπείρου.

&ιγ') Τα μετά την Βερολίνιον συνθήκην.&

Συγχρόνως σχεδόν προς την Βερολίνιον συνθήκην συνωμολογήθη μεταξύ Αγγλίας και Τουρκίας η περί Κύπρου σύμβασις, διά της οποίας η Κύπρος περιήλθεν εις την κατοχήν της Αγγλίας· η Αγγλία ανέλαβε την υποχρέωσιν να υπερασπίση εναντίον της Ρωσίας τας υπολειπομένας Ανατολικάς κτήσεις του Σουλτάνου.

Το 1879 επελθούσης ψυχρότητος εις τας Ρωσογερμανικάς σχέσεις συνωμολογήθη συμμαχία αμυντική μεταξύ Γερμανίας και Αυστρίας εναντίον της Ρωσίας.

Το 1881 η Γαλλία, επί προφάσει εκστρατείας κατά φυλής ληστρικής εις Τύνιδα, κατέλαβε στρατιωτικώς την χώραν ταύτην, εναντίον των διαμαρτυρήσεων του Σουλτάνου, και διατηρεί αυτήν μέχρι σήμερον.