Η Ευρώπη κατά τον 19ον αιώνα

Part 1

Chapter 1125 wordsPublic domain

Produced by Sophia Canoni. Thanks to George Canonis for his major work in proofreading.

Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic, the spelling of the book has not been changed otherwise. Words in italics are included in _, while bold words are included in &. A correction at the end of the book has been taken into account.

Σημείωση: Ο τονισμός έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου. Λέξεις με πλάγιους χαρακτήρες περιλαμβάνονται σε _, ενώ λέξεις με έντονους χαρακτήρες σε &. Μία διόρθωση στο τέλος του βιβλίου έχει ληφθεί υπόψη.

Π. ΚΑΡΟΛΙΔΟΥ

Η ΕΥΡΩΠΗ ΚΑΤΑ ΤΟΝ 19ον ΑΙΩΝΑ

ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΠΡΟΣ ΔΙΑΔΟΣΙΝ ΩΦΕΛΙΜΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ

ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ 1900

ΕΚΔΟΣΕΙΣ TOΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΠΡΟΣ ΔΙΑΔΟΣΙΝ ΩΦΕΛΙΜΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ

ΑΡΙΘ. 10. — ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 1900

ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΤΥΠΟΓΡΑΦΙΑ ΡΑΦΤΑΝΗ — ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η Ευρώπη προ του 19 μ. Χ. αιώνος

Η Ευρώπη, η οποία σήμερον είναι το κέντρον της ιστορίας του κόσμου και κατοικείται υπό των ισχυροτάτων και μάλλον πολιτισμένων λαών, είχε το πάλαι δύο μόνον σπουδαίους και πολιτισμένους λαούς, τους Έλληνας και τους Ρωμαίους. Αλλ' ο πολιτισμός και των δύο τούτων λαών, μάλιστα ο των Ελλήνων, είχε την καταγωγήν του εν μέρει εκ της Ασίας και εκ της Αιγύπτου. Εκεί ανεπτύχθη ο αρχαιότατος ιστορικός βίος, εκεί αι αρχαιόταται θρησκείαι και πoλιτείαι. Η Κίνα, η Ινδία, η Βαβυλωνία, η Ασσυρία, η Μηδία, η Περσία εις την μεγάλην Ασιατικήν ήπειρον, και η Αίγυπτος εις την Αφρικήν ήσαν αι χώραι και τα κράτη, όπου εγεννήθη κατά πρώτον ο πολιτισμός. Αλλ' ο πολιτισμός εκείνος εστερείτο τριών πραγμάτων, τα οποία δημιουργούν τον αληθή πνευματικόν βίον του ανθρώπου, δηλαδή της Φιλοσοφίας εις τας γνώσεις, της ελευθερίας εις την πολιτείαν και της καλαισθησίας εις την τέχνην. Υπό τοιούτον πνεύμα εμορφώθη μόνον ο Ελληνικός πολιτισμός.

Οι Έλληνες κατοικούντες κατά την αρχαιότητα τας ιδίας περίπου χώρας, τας οποίας κατοικούν και σήμερον, υπήρξαν οι αρχηγοί και δημιουργοί του Ευρωπαϊκού πολιτισμού. Ούτοι ανέπτυξαν εις ανώτατον βαθμόν τας τέχνας, την ποίησιν, τας επιστήμας, την φιλοσοφίαν και όλον εν γένει τον πνευματικόν βίον, μετά δε την εμφάνισιν του Χριστιανισμού ούτοι ανέπτυξαν και ετελειοποίησαν την διδασκαλίαν της νέας πίστεως και διέδωκαν αυτήν εις όλην την άλλην Ευρώπην.

Οι δε Ρωμαίοι, κάτοικοι μιας πόλεως της Ιταλίας, της Ρώμης, διά σώφρονος πολιτείας και διά μεγάλων στρατιωτικών αρετών κατέκτησαν βαθμηδόν όλην την Ιταλίαν και αφού ούτως εδημιούργησαν ισχυρόν κράτος Ιταλικόν, υπέταξαν εις αυτό και τας Ελληνικάς χώρας. Η Ελλάς υπετάχθη πολιτικώς και στρατιωτικώς εις την Ρώμην, αλλά και η Ρώμη υπετάχθη ηθικώς και πνευματικώς εις την Ελλάδα. Τα Ελληνικά γράμματα και ο Ελληνικός πολιτισμός διεδόθησαν εις τους Ρωμαίους, και από των Ρωμαίων εις όλα τα έθνη της Ευρώπης, τα οποία αυτοί υπέταξαν.

Τα έθνη ταύτα ήσαν οι πρόγονοι των σημερινών Γάλλων, Ισπανών και οι αρχαίοι κάτοικοι της Αγγλίας. Αλλά και οι πρόγονοι των σημερινών λαών της Γερμανίας, αν και δεν υπετάχθησαν στρατιωτικώς και πολιτικώς εις τους Ρωμαίους, ήλθαν όμως εις σχέσεις και συνάφειαν πολλήν προς αυτούς και έλαβαν παρ' αυτών τον Ελληνορρωμαϊκόν πολιτισμόν

Όλοι ούτοι οι αρχαίοι λαοί της δυτικής Ευρώπης προ της υποταγής των εις τους Ρωμαίους ευρίσκοντο εις βαρβαρότητα. Παρά των Ρωμαίων έλαβαν τα σπέρματα του πολιτισμού και αυτόν τον χριστιανισμόν, αφού διεδόθη και εστερεώθη εις το Ρωμαϊκόν κράτος.

Το παγκόσμιον τούτο Ρωμαϊκόν κράτος έλαβε βαθμηδόν τόσην έκτασιν, ώστε προς ευκολίαν της διοικήσεώς του εθεωρήθη αναγκαίον ν' αποκτήση νέαν δευτέραν πρωτεύουσαν. Η νέα αύτη πρωτεύουσα ήτο η υπό του αυτοκράτορος Κωνσταντίνου του Μεγάλου κτισθείσα (το 323 μ. Χ.) Κωνσταντινούπολις, η οποία κειμένη εν μέσω του Ελληνικού κόσμου ήτο εξ αρχής Ελληνική. Εις την ιδίαν θέσιν έκειτο η παλαιά Ελληνική πόλις Βυζάντιον. Μετά την ίδρυσιν της νέας εις την Ανατολήν πρωτευούσης, επήλθε βαθμηδόν η διαίρεσις του Ρωμαϊκού κράτους εις δύο τμήματα, το Δυτικόν και το Ανατολικόν. Το εις την Ανατολήν κράτος κατεστάθη πράγματι Ελληνικόν, μολονότι εξηκολούθησε μέχρι τέλους να λέγεται Ρωμαϊκόν, εκ τούτου δε και οι Έλληνες συνείθισαν να λέγωνται Ρωμαίοι. Ονομάζεται δε το κράτος τούτο και Βυζαντινόν εκ του Βυζαντίου, της παλαιάς ονομασίας της πρωτευούσης. Το Βυζαντινόν, ήτοι το Ελληνικόν Ρωμαϊκόν κράτος, διήρκεσε μέχρι του 1453 μ. Χ., ενώ το δυτικόν μέρος του Ρωμαϊκού κράτους κατελύθη περί το 500 μ.Χ. υπό των βαρβάρων, οι οποίοι ήλθαν από την ανατολικήν και βόρειον Ευρώπην.

Αλλά και αφού διελύθη το Ρωμαϊκόν Κράτος της Δύσεως, δεν έπαυσεν η υπεροχή της Ρώμης. Αντί της πολιτικής και στρατιωτικής αρχής, την οποίαν έχασεν, ήρχισεν έκτοτε να υποτάσση θρησκευτικώς τους πρώην βαρβάρους εκείνους λαούς. Από του 5ου μέχρι του 8ου μ. Χ. αιώνος όλοι βαθμηδόν οι λαοί της δυτικής Ευρώπης (εκτός των Σλαυικών λαών, οι οποίοι κατώκουν εις τα Ανατολικά της), έγειναν Χριστιανοί και ως ανώτατον αρχηγόν της Χριστιανικής Εκκλησίας ανεγνώριζαν τον επίσκοπον της Ρώμης, ο οποίος ελέγετο και λέγεται συνήθως _Πάπας_, ήτοι πατήρ. Η εξουσία αύτη του Πάπα δεν ανεγνωρίζετο υπό των Ελλήνων. Μη παραδεχόμενοι τον Πάπαν ως υπέρτατον αρχηγόν της Εκκλησίας και Επίτροπον του Χριστού επί της γης, όπως εθεωρείτο υπό των λαών της δυτικής Ευρώπης, οι Έλληνες έμειναν πιστοί εις τους θεσμούς και τα δόγματα της αρχαίας ορθοδόξου Εκκλησίας, ήτις διά τούτο ωνομάσθη και Ελληνική ορθόδοξος, ή Ανατολική. Εξ αυτής δε έλαβαν τον χριστιανισμόν και πολλοί Σλαυικοί λαοί, ιδίως οι Ρώσοι, οι Σέρβοι και οι Βούλγαροι.

Αλλά και εις την λοιπήν Ευρώπην το κράτος της παπικής Εκκλησίας δεν έμεινε μέχρι τέλους ακέραιον. Κατά τον 16ον αιώνα μ. Χ. επήλθε μέγα _σχίσμα_, ήτοι διαίρεσις, εις την παπικήν ή δυτικήν Εκκλησίαν, διά του Προτεσταντισμού. Τολμηροί τινες θεολόγοι της δυτικής Εκκλησίας, περιφημότατος των οποίων είναι ο Λούθηρος, κατεπολέμησαν τας έως τότε επικρατούσαι γνώμας περί της υπεροχής του Πάπα, και χωρισθέντες από της παπικής Εκκλησίας ίδρυσαν την Εκκλησίαν των Προτεσταντών, ήτοι των Διαμαρτυρομένων.

Κατά τους χρόνους του σχίσματος τούτου των Προτεσταντών, ήτοι κατά τον 16ον αιώνα μ. Χ. και ολίγον πρότερον, συνέβησαν πολλά άλλα σπουδαία γεγονότα, τα οποία μετέβαλαν την όψιν του κόσμου.

Το 1492 μ. Χ. ανεκαλύφθη η Αμερική, εις την οποίαν έκτοτε πολλοί Ευρωπαϊκοί λαοί, ιδίως Ισπανοί, Πορτογάλλοι, Άγγλοι, Γάλλοι έκαμαν μεγάλας αποικίας. Δια τούτων δε η νέα ήπειρος έγεινε χώρα Ευρωπαϊκή υπό έποψιν του πολιτισμού και της καταγωγής των κατοίκων. Διότι οι αρχαίοι κάτοικοι, οι ιθαγενείς Αμερικανικοί λαοί, τινές των οποίων είχαν προοδεύσει και εις βαθμόν τινα πολιτισμού, καταπιεζόμενοι υπό των Ευρωπαίων αποίκων, κατέφευγαν εις τα δάση και τα όρη και ήρχισαν να εξαφανίζωνται κατά μικρόν.

Κατά τους χρόνους της ανακαλύψεως της Αμερικής ετελειοποιήθη η ναυτική τέχνη. Προ δύο ήδη αιώνων είχεν εφευρεθή η ναυτική πυξίς, και οι θαλασσοπόροι της Ευρώπης ήρχισαν έκτοτε να διατρέχουν πάσας τας θαλάσσας ανακαλύπτοντες νέας χώρας και πολλαπλασιάζοντες τας συγκοινωνίας μεταξύ των διαφόρων λαών του κόσμου.

Κατά τους χρόνους των μεγάλων τούτων ανακαλύψεων προώδευσαν εις Ευρώπην και τέχναι και επιστήμαι και τα γράμματα εν γένει, ιδρύθησαν δε εις πολλάς πόλεις πανεπιστήμια, όπου εισήχθη και η σπουδή της αρχαίας Ελληνικής γλώσσης και φιλολογίας. Η σπουδή αύτη, η οποία τόσον συνετέλεσε και συντελεί μέχρι σήμερον εις την πνευματικήν πρόοδον και εξημέρωσιν της ανθρωπότητος, διεδόθη ιδίως από του 15ου και του 16ου αιώνος μ. Χ. εκ του εξής γεγονότος.

Ενώ το Ελληνικόν κράτος της Κωνσταντινουπόλεως ήτο ακόμη εις μεγάλην ακμήν, κατά τον 7ον αιώνα μ. Χ. νέα εφάνη θρησκεία εις την Αραβίαν της Ασίας. Η νέα θρησκεία ωνομάσθη υπό του θεμελιωτού αυτής Μωάμεθ _Ισλάμ_= «Αφοσίωσις εις τον Θεόν», από το όνομα δε του Μωάμεθ ωνομάσθη και _Μωαμεθανική_. Ο Μωαμεθανισμός διεδόθη κατ' αρχάς μεν εις την Αραβίαν, έπειτα δε και εις πολλά άλλα μέρη της Ασίας και Αφρικής. Ούτως εδημιουργήθη μέγα κράτος Αραβικόν, το οποίον κατέστη επικινδυνότατον διά το Ελληνικόν κράτος. Πολλαί επαρχίαι εις Ασίαν και Αφρικήν, η Παλαιστίνη, η Συρία, η Μεσοποταμία, η Αίγυπτος και όλη η βόρειος Αφρική εκυριεύθησαν υπό των Αράβων. Αυτή η Κωνσταντινούπολις επολιορκήθη δις υπ' αυτών, το πρώτον επί επτά έτη (669 — 676 μ.Χ.) και κατόπιν επί έν έτος (717 — 718 μ.Χ.) Οι Άραβες κατά μικρόν παρήκμασαν. Αλλ' εφάνη τότε νέον έθνος Μωαμεθανικόν, το Τουρκικόν. Τούτο είχε δεχθή το Ισλάμ από τους Άραβας, παρήχθησαν δε εξ αυτού διαδοχικώς διάφορα Τουρκικά κράτη, μέχρις ου ιδρύθη το κράτος των Οσμάνων, το επικινδυνότατον όλων των προ αυτού διά τους Έλληνας.

Το 1453 μ. Χ. οι Οσμάνοι Τούρκοι (Οθωμανοί) εκυρίευσαν την Κωνσταντινούπολιν και κατέλυσαν το μέγα Ελληνορρωμαϊκόν κράτος της Ανατολής, το οποίον, ως είδομεν, είχεν ιδρύσει ο Μέγας Κωνσταντίνος (εις τα 323 π. Χ.) Εννοείται ότι οι Τούρκοι πριν να κυριεύσουν την πρωτεύουσαν του κράτους, την Κωνσταντινούπολιν, είχαν αρχίσει πολύ πρότερον να κυριεύουν τας διαφόρους επαρχίας του, πανταχού φέροντες καταστροφήν και εμπνέοντες τον τρόμον.

Μετά την άλωσιν της Κωνσταντινουπόλεως πολλοί ευγενείς Έλληνες λόγιοι εκ διαφόρων χωρών του Ελληνικού κράτους, και από την Κωνσταντινούπολιν αυτήν, κατέφυγαν εις την δυτικήν Ευρώπην και ιδίως εις την Ιταλίαν. Οι λόγιοι ούτοι εύρισκαν πανταχού θερμήν και έντιμον υποδοχήν και εκ μέρους των λαών και εκ μέρους των ηγεμόνων, διδάσκοντες δε την Ελληνικήν γλώσσαν και φιλολογίαν και την φιλοσοφίαν προσείλκυαν μέγα πλήθος ακροατών, ιδίως εκ των αριστοκρατικών τάξεων. Ούτως εις Ιταλίαν και εις άλλας Ευρωπαϊκάς χώρας πολλοί σπουδαίοι άνδρες διά της Ελληνικής γλώσσης συνετέλεσαν μεγάλως εις την πνευματικήν ανάπτυξιν και πρόοδον των λαών. Η επίδρασις των Ελληνικών γραμμάτων εις την πνευματικήν πρόοδον της Ευρώπης υπήρξε τόσον μεγάλη, ώστε οι χρόνοι ούτοι ωνομάσθησαν εποχή της Αναγεννήσεως, της πνευματικής δηλαδή αναγεννήσεως. Εκ τούτου δε και η ιστορία από των χρόνων τούτων, από του 15ου δηλονότι και του 16ου αιώνος, ονομάζεται _ιστορία των νεωτέρων χρόνων_, ενώ η προ αυτής, από του 5ου μ. Χ. αιώνος μέχρι του 15ου, ονομάζεται _μεσαιωνική_, ή ιστορία των _μέσων_ αιώνων, διότι κείται εν τω μέσω της αρχαίας ιστορίας, ήτοι της ιστορίας του αρχαίου Ελληνικού και Ρωμαϊκού πολιτισμού, και της νεωτέρας ιστορίας της Ευρώπης.

Καθ' όλην την ιστορίαν των νεωτέρων χρόνων, από του 15ου μ. Χ. αιώνος μέχρι του 19ου αιώνος οι λαοί της Ευρώπης εξηκολούθησαν να κάμνουν μεγάλας προόδους εις τον πολιτισμόν, εις τα γράμματα, τας τέχνας, τας επιστήμας και τας διαφόρους εφευρέσεις· η βιομηχανία και το εμπόριον ανεπτύχθησαν, συγχρόνως δε και η υλική ευημερία των λαών. Το μόνον, το οποίον έλειπεν από τον πολιτισμόν τούτον ήτο η ελευθερία των λαών, δηλαδή ελεύθεροι πολιτικοί θεσμοί, διά των οποίων να δύναται ο λαός να λαμβάνη μέρος εις την κυβέρνησιν της πατρίδος, ασκών δικαιώματα πολιτικά. Όλη η πολιτική εξουσία ευρίσκετο εις τας χείρας μοναρχίας απολύτου, και αριστοκρατίας η οποία περιεκύκλωνε τον θρόνον τον βασιλικόν και εχρησίμευεν ως στήριγμα αυτού. Όλα σχεδόν τα μεγάλα πολιτικά και στρατιωτικά και δικαστικά αξιώματα κατείχοντο από τους ευγενείς, εις αυτούς δε ανήκε και όλη σχεδόν η έγγειος ιδιοκτησία. Οι χωρικοί οι εργαζόμενοι εις τα κτήματα των ευγενών ήσαν απλώς καλλιεργηταί, πληρώνοντες φόρους εις τους κυρίους των κτημάτων.

Ούτε δε οι χωρικοί ούτοι, ούτε οι εις τας πόλεις κατοικούντες, έμποροι ή βιομήχανοι ή άνδρες ελευθέρων επαγγελμάτων, — ιατροί, δικηγόροι, διδάσκαλοι, οι εν γένει λεγόμενοι _αστοί_, — είχαν πολιτικά δικαιώματα όμοια προς τα σημερινά. Αντιπροσωπείαι λαού, βουλαί, εκλεγόμεναι διά της ψήφου του λαού, δεν υπήρχαν. Αι μόναι αντιπροσωπείαι ήσαν τότε συνελεύσεις των ευγενών, συνερχόμεναι οσάκις ήθελεν ο μονάρχης διά να συσκεφθούν μετ' αυτού περί των πραγμάτων της χώρας, χωρίς αι αποφάσεις των συνελεύσεων τούτων να έχουν υποχρεωτικόν κύρος διά τον μονάρχην. Μόνον εις την Αγγλίαν, ένεκα του χαρακτήρος του Αγγλικού έθνους, και των εξαιρετικών περιστάσεων υπό τας οποίας εμορφώθη, είχαν αναπτυχθή θεσμοί φιλελεύθεροι πολιτικοί, επιτρέποντες εν μέρει και εις τον λαόν ν' αντιπροσωπεύεται εις τα μεγάλα συμβούλια της χώρας (το Κοινοβούλιον ή Παρλαμέντον), και δι' αυτών να επιδρά εις την κυβέρνησίν της.

Ο τύπος, ήτοι η δημοσιογραφία, η οποία σήμερον έγεινε μεγάλη δύναμις εις τον δημόσιον βίον των λαών, καθό εκπροσωπούσα την δημοσίαν γνώμην, υπήρχε και από του 15ου και 16ου αιώνος, αλλά δεν είχε την σημερινήν σπουδαιότητα και περιωρίζετο ως επί το πλείστον εις αναγραφήν ειδήσεων. Και η απονομή της δικαιοσύνης εις τον λαόν ήτο πολύ ελαττωματική. Δεν υπήρχαν όπως σήμερον δικαστήρια τακτικά του κράτους, ούτε δικαστήρια λαϊκά των ενόρκων. Ο λαός εδικάζετο υπό δικαστηρίων των ευγενών, οι οποίοι ήσαν και κύριοι αυτού. Και η θρησκευτική δε ελευθερία ήτο πολύ περιωρισμένη και εις τας Καθολικάς και εις τας Προτεσταντικάς χώρας. Αλλ' η ακατάπαυστος πρόοδος του πολιτισμού εβελτίωνε βαθμηδόν τα πάντα.

&Aι παραμοναί του 19ου αιώνος&

Η πρόοδος αύτη, όσον ήτο ταχεία εις τα γράμματα και τας επιστήμας, τόσον βραδεία ήτο εις την πολιτικήν ανάπτυξιν των Ευρωπαϊκών κρατών, ιδίως εις τα της ελευθερίας και των ελευθέρων θεσμών.

Μεγάλα και ισχυρά κράτη ήσαν τότε εις την Ευρώπην η Γαλλία, η Αγγλία, η Ρωσία (η οποία ήρχισε να λαμβάνη, πολιτισμόν και δύναμιν μεγάλην από του μεγάλου Πέτρου, προς τα τέλη του 17ου αιώνος.)

Η νυν Γερμανία ήτο τότε διηρημένη από των μεσαιωνικών χρόνων εις πολυάριθμα κράτη, τα περισσότερα πολύ μικρά και κατά την έκτασιν και κατά τον πληθυσμόν. Το μεγαλείτερον και ισχυρότερον εκ των κυρίως Γερμανικών κρατών εκείνων κατά τα τέλη του 18ου αιώνος ήτο η Πρωσσία, η οποία όμως πολύ ακόμη απείχεν από την ακμήν εις την οποίαν έφθασε βραδύτερον, και μάλιστα επί των ημερών μας. Ώστε δεν υπήρχε κράτος Γερμανικόν συμπαγές και ισχυρόν. Αλλά τα διάφορα Γερμανικά κράτη, μικρά και μεγάλα, συναπετέλουν την λεγομένην ιεράν Ρωμαϊκήν αυτοκρατορίαν. Αύτη είχεν ιδρυθή προ αιώνων ως διάδοχος δήθεν της Ρώμης και ως αντίζηλος ή αντίπαλος της εξελληνισθείσης Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας της Ανατολής. Ώστε η Γερμανία απετέλει είδος ομοσπονδίας, της οποίας την προεδρίαν είχεν αυτοκράτωρ εκλεγόμενος από τινας των ηγεμόνων των Γερμανικών κρατών. Επειδή δε το αυτοκρατορικόν τούτο αξίωμα είχε δοθή αλληλοδιαδόχως εις ηγεμόνας του Αυστριακού οίκου των Χαβσβούργων, οι δε ηγεμόνες ούτοι εν τω μεταξύ ηύξησαν μεγάλως τας ιδιαιτέρας κτήσεις των, γενόμενοι συγχρόνως και της Ουγγαρίας βασιλείς, οι κατ' εκλογήν αυτοκράτορες εκείνοι της ιεράς Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας απέκτησαν δύναμιν μεγάλην ως ηγεμόνες της Αυστρίας και κατείχαν θέσιν υψηλήν εις την ολομέλειαν της Ευρώπης. Και η Αυστρία δε εθεωρείτο ως Γερμανικόν κράτος, και μάλιστα ως έχον τα πρωτεία εις την Γερμανίαν.

Άλλα κράτη Ευρωπαϊκά έχοντα σημασίαν ήσαν η Ισπανία, η Ολλανδία, η Σουηδία, και εις την Ιταλίαν η δημοκρατία της Βενετίας, η οποία έπνεε τότε τα λοίσθια, αφού επί πολλούς αιώνας ήκμασε και υπέταξε μάλιστα εις την κυριαρχίαν της διαφόρους κατά καιρόν Ελληνικάς χώρας. Η Τουρκία ήτο ακόμη ικανώς ισχυρά, αν και η εσωτερική παρακμή και οι μεγάλοι πόλεμοι προς την Ρωσίαν και την Αυστρίαν την είχαν εξασθενίσει αρκούντως και δεν ήτο πλέον η Τουρκία του 15ου και 16ου αιώνος, ότε την εφοβείτο η Ευρώπη.

Η συνθήκη του Κάρλοβιτζ, η γενομένη το 1699 μ.Χ. (μετά πόλεμον, κατά τον οποίον η Τουρκία αντέστη επί 16 έτη κατά της Αυστρίας και άλλων Γερμανικών κρατών, της Πολωνίας, της Ρωσίας, εν μέρει και της Βενετίας), έπειτα η συνθήκη του Κουτζούκ-Καϊναρδζή εις το 1774 μ. Χ., την οποίαν επέβαλεν η Αικατερίνη Β' της Ρωσίας εις την Τουρκίαν, αφήρεσαν πολλάς επαρχίας από το Οθωμανικόν κράτος (την Ουγγαρίαν, την Κροατίαν, την Τρανσυλβανίαν, την Κριμαίαν, και την Γεωργίαν εις Ασίαν). Χώρα Ευρωπαϊκή έχουσα αληθώς ελευθέρους θεσμούς ήτο τότε μόνον η Αγγλία· εις όλα δε τα άλλα κράτη (εξαιρουμένης της Βενετίας, Ολλανδίας και Ελβετίας) υπήρχε το λεγόμενον απολυταρχικόν σύστημα, ήτοι εν γένει απόλυτος μοναρχία.

Τοιαύτη ήτο εν συνόψει η κατάστασις της Ευρώπης κατά τα τέλη του 18ου αιώνος, ότε δύο μεγάλα γεγονότα συνετέλεσαν ώστε ο 19ος αιών να εγκαινισθή υπό οιωνούς υποσχομένους μεγάλας και σπουδαίας μεταβολάς προς αύξησιν της ευημερίας των Ευρωπαϊκών λαών.

Το πρώτον των γεγονότων τούτων ήτο ο υπέρ ελευθερίας αγών των βορείων Αμερικανών.

Εις την βόρειον Αμερικήν οι Άγγλοι είχαν ιδρύσει από τας αρχάς του 17ου αιώνος πολλάς αποικίας, αι οποίαι εχρησίμευαν ως άσυλον εις τους εξ Ευρώπης καταδιωκομένους διά λόγους και ιδέας θρησκευτικής και πολιτικής ελευθερίας, και ζητούντας χώραν, όπου να δύνανται να ζήσουν ελευθέρως σύμφωνα προς τας ιδέας των. Αι αποικίαι αυταί είχαν μεν αυτονόμους τινάς θεσμούς, αλλ' επί του όλου εξηρτώντο από της μητροπόλεως, ήτοι από της Αγγλίας, η οποία και επέβαλλε βαρείς φόρους, ενώ δεν είχαν το δικαίωμα να αντιπροσωπεύωνται εις το Κοινοβούλιον το Αγγλικόν. Πιεζόμεναι υπό τοιαύτης φορολογίας και άλλων καταχρήσεων, αι αποικίαι αύται εξηγέρθησαν κατά της μητροπόλεως και ηγωνίσθησαν επί επτά έτη ενδοξότατον υπέρ ελευθερίας αγώνα, επί τέλους δε, βοηθούμεναι και υπό της Γαλλίας, ηνάγκασαν την Αγγλικήν Κυβέρνησιν ν' αναγνωρίση την έλευθερίαν των. Ο υπέρ ελευθερίας αγών ούτος των βορείων Αμερικανών εξήγειρεν ενθουσιασμόν εις όλους τους λαούς της Ευρώπης, και η ελευθερία των Αμερικανών εχαιρετίσθη ως αρχή της ελευθερίας της Ευρώπης. Πράγματι οι ελευθερωθέντες από της Αγγλικής κυριαρχίας Αμερικανοί ίδρυσαν πολιτείαν δημοκρατικήν, η οποία υπήρξε πρότυπον ελευθέρας πολιτείας. Η βάσις της πολιτείας ταύτης υπήρξεν η ανακήρυξις των _ανθρωπίνων δικαιωμάτων_ υπό της Συνελεύσεως της συνελθούσης προς σύνταξιν του νέου πολιτεύματος. Πάντες δηλαδή οι άνθρωποι οι οικούντες εις την πολιτείαν, οιασδήποτε φυλής, καταγωγής ή θρησκείας, εθεωρήθησαν ως πολίται ελεύθεροι της δημοκρατίας. Το τοιούτον πολίτευμα μεγάλως συνετέλεσεν εις την ταχείαν αύξησιν και κραταίωσιν του πολιτισμού εις τας Ηνωμένας Αμερικανικάς πολιτείας.

Όταν λέγωμεν σήμερον Αμερικανούς, εννοούμεν όχι όλους τους κατοίκους της μεγάλης ηπείρου της Αμερικής, αλλά κυρίως τους κατοίκους των Ηνωμένων Πολιτειών της βορείου Αμερικής, οίτινες ιδίως είναι απόγονοι Άγγλων αποίκων και λαλούν την Αγγλικήν, μολονότι ηύξησαν τον αριθμόν των μεγάλαι μεταναστεύσεις εκ των διαφόρων εθνών της Ευρώπης, ιδίως Ιρλανδών και Γερμανών. Εννοείται ότι τα σπέρματα του μεγάλου πολιτισμού και των φιλελευθέρων ιδεών είναι Ευρωπαϊκά, εξ Ευρώπης μεταφυτευθέντα. Ιδιαίτεραι περιστάσεις έκαμαν ώστε τα σπέρματα ταύτα ταχύτερον ν' αναπτυχθούν και καρποφορήσουν εις την βόρειον Αμερικήν παρά εις την Ευρώπην, όπου από της Γαλλικής επαναστάσεως άρχεται ο μέγας αγών των ιδεών της ελευθερίας.

Το δεύτερον μέγα γεγονός είναι η Γαλλική Επανάστασις. Η επανάστασις αύτη επέφερε ριζικάς μεταβολάς εις την κατάστασιν όχι μόνον της Γαλλίας, άλλα και της Ευρώπης όλης. Το κίνημα ήρχισε κατά το 1789 και διήρκεσε μέχρι του 1815· διά τούτο ανήκει εις την ιστορίαν και των δύο αιώνων και είναι τρόπον τινά σύνδεσμος μεταξύ αυτών.

Η αθλία κατάστασις των οικονομικών της Γαλλίας έπεισε τον βασιλέα Λουδοβίκον ΙΣΤ' να συγκαλέση συνέλευσιν των ευγενών καί τινων αντιπροσώπων του λαού, διά να σκεφθούν περί των μέσων της διορθώσεως. Αλλ' η μεγάλη πρόοδος των γραμμάτων, και ιδίως των φιλοσοφικών θεωριών περί πολιτείας και κοινωνίας, έκαμαν ώστε οι εκλεγέντες αντιπρόσωποι να έχουν γενικωτέρας και βαθυτέρας ιδέας περί της όλης πολιτικής καταστάσεως της πατρίδος των. Διά τούτο η Συνέλευσις, ενώ είχε συγκληθή διά να σκεφθή και προτείνη εις τον βασιλέα τα κατάλληλα μέτρα της οικονομικής ανορθώσεως του Κράτους, εκήρυξεν εαυτήν, επαναστατικώ τω τρόπω και δικαιώματι, _Συνέλευσιν Συντακτικήν_, δηλαδή συνέλευσιν έχουσαν δικαίωμα να συντάξη και να διοργανώση το πολίτευμα του Γαλλικού κράτους. Ούτως η Συνέλευσις καθίστατο ανωτέρα του βασιλέως, ο οποίος έως τότε εθεωρείτο απόλυτος δεσπότης και κύριος πάντων των Γάλλων. Αλλ' η φορά των πραγμάτων ήτο υπέρ της Συνελεύσεως και η δημοσία γνώμη την υπεστήριζεν ισχυρώς. Διά τούτο η βασιλεία μετά ασθενή αντίστασιν υπετάχθη εις την Συνέλευσιν, η οποία ήρχισε το μεταρρυθμιστικόν της έργον. Δύο μεγάλας αρχάς εκήρυξεν η Συνέλευσις, επί τη βάσει των οποίων συνέταξε το νέον πολίτευμα της Γαλλίας. Αι αρχαί αύται αποτελούν σήμερον την βάσιν των φιλελευθέρων συνταγματικών πολιτειών, είναι δε:

1ον) Η αναγνώρισις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και η απονομή ίσων δικαιωμάτων εις όλους τους υπηκόους μιας πολιτείας, ανεξαρτήτως του θρησκεύματος της καταγωγής και της φυλής. Είπομεν δε ότι την αρχήν ταύτην είχε κηρύξει ως βάσιν της πολιτείας και η Συνέλευσις η συντάξασα το πολίτευμα της βορείου Αμερικανικής δημοκρατίας.

2ον) Η αναγνώρισις της κυριαρχίας του λαού. Κατά την αρχήν ταύτην, η υπερτάτη εξουσία ανήκει εις τον λαόν, ο οποίος διά των αντιπροσώπων του εις Συντακτικήν Συνέλευσιν συντάσσει το πολίτευμα, όλοι δε οι του κράτους άρχοντες, και αυτός ο βασιλεύς, είναι κατ' ουσίαν εντολοδόχοι του λαού. Η αρχή αυτή, η οποία αποτελεί σήμερον την βάσιν και του Ελληνικού συντάγματος, ήτο άγνωστος εις την Ευρώπην προ της Γαλλικής επαναστάσεως. Η εξουσία του βασιλέως έως τότε εθεωρείτο (ως και τώρα ακόμη θεωρείται είς τινα μοναρχικά κράτη) ως θεία, ως από του Θεού προερχομένη, και εις ουδένα υποκειμένη περιορισμόν ή έλεγχον εκ μέρους άλλης δυνάμεως και εξουσίας λαϊκής· και διά τούτο οι βασιλείς εκαλούντο, και καλούνται ακόμη είς τινα κράτη, «ελέω Θεού βασιλείς.»

Επί τη βάσει των δύο τούτων μεγάλων αρχών η Συντακτική Συνέλευσις διωργάνωσε το πολίτευμα της Γαλλίας και όλους τους κλάδους της διοικήσεως, πολιτικής και δικαστικής, και αυτής ακόμη της εκκλησιαστικής. Το ούτω συνταχθέν πολιτικόν και διοικητικόν σύστημα εχρησίμευσεν ύστερον ως τύπος εις τα φιλελεύθερα κράτη· και το ιδικόν μας πολιτικόν και διοικητικόν σύστημα, ιδίως από του 1864, είναι σχεδόν αυτό το σύνταγμα της Γαλλίας, το ψηφισθέν το 1791 μ. Χ.

Αλλ' εις την Γαλλίαν το έργον της μεγάλης πολιτικής αναμορφώσεως προεκάλεσε και μεγάλην αντίδρασιν, ιδίως εκ μέρους της τάξεως των ευγενών και του κλήρου. Και αυτός δε ο βασιλεύς, καίτοι ανεγνώρισεν όλα τα υπό της Συνελεύσεως γενόμενα, ουχ ήττον αντενήργει κατά βάθος κατ' αυτών. Και ενόσω μεν ειργάζετο η Συντακτική Συνέλευσις (1789 — 1791), δεν επήλθε πολύ σοβαρά σύγκρουσις μεταξύ αυτής και της βασιλείας. Αλλά κατόπιν άλλαι Συνελεύσεις, η λεγομένη _Νομοθετική_ (1791 — 1792) και η Συμβατική (1792 — 1795), ήλθαν εις μεγάλας συγκρούσεις προς την βασιλείαν. Και η μεν πρώτη των Συνελεύσεων τούτων καθήρεσε τον βασιλέα, η δε δευτέρα εκήρυξε την δημοκρατίαν και κατεδίκασεν εις θάνατον του βασιλέα.

Την καρατόμησιν του βασιλέως συνώδευσαν πολλαί άλλαι θανατικαί εκτελέσεις και άγριαι σφαγαί των οπαδών του παλαιού συστήματος. Ταύτα προεκάλεσαν αντίδρασιν εις την Γαλλίαν, εξήγειραν δε και την άλλην Ευρώπην εναντίον της Γαλλίας. Διότι οι βασιλείς της Ευρώπης δεν ηδύναντο να βλέπουν μετ' αδιαφορίας τον λαόν μιας οιασδήποτε Ευρωπαϊκής χώρας να κηρύττη νέας αρχάς πολιτικάς, να εκθρονίζη, καταδικάζη και θανατώνη βασιλείς. Αι δυνάμεις εφοβούντο ευλόγως ότι αι νέαι επαναστατικαί πολιτικαί αρχαί, αι κηρυχθείσαι υπό της Γαλλίας, ηδύναντο να μεταδοθούν και εις άλλους λαούς. Διά τούτο αι Κυβερνήσεις της Ευρώπης, προ πάντων αι της Αυστρίας και της Πρωσσίας, εκίνησαν πόλεμον κατά της Γαλλίας, επανειλημμένως δε εσχηματίσθησαν μεγάλαι _συμμαχίαι_, αι λεγόμεναι _συστάσεις ή συνασπισμοί_ των δυνάμεων, κατά της Γαλλίας. Συγχρόνως πολλαχού της Γαλλίας έγειναν επαναστάσεις κατά της εν Παρισίοις αιματηράς κυβερνήσεως της δημοκρατίας. Αλλ' αύτη ενίκησε και τους εσωτερικούς και τους εξωτερικούς εχθρούς. Αι εσωτερικαί στάσεις κατεστάλησαν με φοβεράν αυστηρότητα και εκατοντάδες χιλιάδες Γάλλων εφονεύθησαν υπ' αλλήλων εις τους εμφυλίους τούτους πολέμους. Οι δε εξωτερικοί εχθροί, αφού εισέβαλαν εις την Γαλλίαν, εξεδιώχθησαν πέραν των συνόρων αυτής διά των στρατευμάτων της δημοκρατίας, τα οποία μετ' ενθουσιασμού και φανατισμού επολέμουν εναντίον των εισβαλλόντων εις το Γαλλικόν έδαφος στρατευμάτων των ξένων ηγεμόνων. Διότι τους ξένους τούτους δεν εθεώρουν απλώς εχθρούς της πατρίδος, αλλά και εχθρούς της ελευθερίας και όλων των μεγάλων πολιτικών ιδεών, τας οποίας ως δόγματα πίστεως εκήρυξεν η Γαλλική επανάστασις.