Ιστορία των Εθνικών Δανείων Μέρος Α' - Τα δάνεια της ανεξαρτησίας (1824-1825) - Το Δημόσιον Χρέος επί της Βαυαρικής Δυναστείας

Part 12

Chapter 12 606 words Public domain Markdown

207) Η έκθεσις αύτη εδημοσιεύθη Γαλλιστί και Αγγλιστί υπό της Αγγλικής Κυβερνήσεως υπό τον τίτλον: General report of the Commission appointed at Athens to examine into the financial position of Greece. Λονδίνον 1860.

208) Η επιτροπή εδείχθη επίσης αυστηροτάτη και διά τους κατά καιρούς υπό της Ελληνικής κυβερνήσεως δημοσιευομένους λογαριασμούς, οίτινες «n'offrent pas les garanties légales d'exactitude et d'authenticité».

209) Ήδη από της 17ης Φεβρουαρίου 1850, ο Εϋνάρδος, γράφων προς τον Γρηγόριον Σούτσον, εξέφραζε την γνώμην ότι το ποσόν των 900,000 φρ. ήτο το _maximum_, όπερ αι Δυνάμεις ηδύναντο ν' απαιτήσωσιν από της Ελλάδος. (Η επιστολή αύτη καθώς και άλλαι ενδιαφέρουσαι επιστολαί του Εϋνάρδου ευρίσκονται εν τω αρχείω του κ. Δ. Ι. Σούτσου).

210) Ο προϋπολογισμός των εξόδων του Βασιλείου, κατά τας επισήμους πληροφορίας τας ανακοινωθείσας εις την Διεθνή Επιτροπήν, ανήρχετο εις 15,735,000 φρ.

211) Αι νομικαί υποχρεώσεις της Ελλάδος είχον αυξηθή ως εκ της μη πληρωμής των τόκων του δανείου επί δεκαέξ έτη.

212) Βλ. Papers relating to the Arrangement concluded in Athens in June 1860 (Presented to the house of Commons, in pursuance of their address dated April 29, 1864). Λονδίνον, 1864. — Τη 22α Αυγούστου 1859, ο Λόρδος Ρώσσελ γράφει εις τον εν Αθήναις πρεσβευτήν της Αγγλίας Sir Th. Wyse, ότι τα συμπεράσματα της Διεθνούς Επιτροπής εγένοντο δεκτά υπό των Δυνάμεων, και ότι είναι ανάγκη να γίνωσι δεκτά και υπό της Ελλάδος. Τη 21η Οκτωβρίου ο Sir. Th Wyse εποιήσατο τω Κουντουριώτη ανακοίνωσιν υπό την αυτήν έννοιαν.

213) Βλ. την ανακοίνωσιν του Κουντουριώτη εν τοις Papers relating κλ.

214) Η Ελληνική κυβέρνησις είχε προτείνη να πληρώνη 300,000 φρ. ενιαυσίως.

215) Βλ. ως προς τας διαπραγματεύσεις του 1864, εν τω Livre Jaune του 1866, τας αφορώσας εις την Ελλάδα σελίδας 71 - 81. Παράβ. επίσης G. de Monicault «Le Traité de Paris et ses suites (1856 - 1871)», σελ. 255 - 257.

216) Είχον τότε αρχίση αι διαπραγματεύσεις μετά του συνδικάτου των ομολογιούχων, αντιπροσωπευομένου υπό του κ. Μέρλιν βλ. ανωτ. σελ. 63. [η οποία αρχίζει με τις λέξεις . . . κάλλιον, εξεταζομένων λεπτομερέστερον . . .]

217) Βλ. την ανακοίνωσιν των εν Αθήναις πρεσβευτών των τριών Δυνάμεων Livre Jaune, σελ. 73.

218) Βλ. την ανακοίνωσιν του κ. Βουδούρη εις τον κόμητα de Gobineau (15/27 Ιανουαρίου 1865), Livre Jaune σελ. 76.

219) Από του 1833 μέχρι του 1871, αι Δυνάμεις εξαργυρώνουσαι τας δις του έτους κατά την σύμβασιν κληρουμένας ομολογίας του δανείου, κατέβαλον μέχρι του 1871, οπότε εξηργυρώθησαν πάσαι αι ομολογίαι, το ποσόν φρ. 57,239,040, ήτοι η Αγγλία φρ. 19,838,805.33, η Ρωσία φρ. 19,999,573.33 και η Γαλλία φρ. 17,400,661.33. Πλην όμως του κεφαλαίου εξηκολούθουν αι Δυνάμεις καταβάλλουσαι και τους τόκους, δι' ων συν τω κεφαλαίω ανήλθε το υπό των Δυνάμεων καταβληθέν ποσόν, μέχρι του έτους 1871, εν όλω εις φρ. 100,392,833· βλ. Λιακόπουλον _Εθνικά Δάνεια_ σελ. 32.

220) Βλ. την, υπό το πνεύμα τούτο, ρητήν δήλωσιν του Γλάδστωνος εις την Βουλήν των Κοινοτήτων εν τη συνεδριάσει της 22ας Μαρτίου 1869. Κατά τον Γλάδστωνα, η σύμβασις του 1860 ως εκ του καθαρώς προσωρινού αυτής χαρακτήρος, των Δυνάμεων επιφυλασσομένων το δικαίωμα ν' απαιτήσωσι μεγαλείτερα ποσά, δεν είναι καν δυνατόν να χαρακτηρισθή ως συμβιβασμός. Βλ. τα πρακτικά του κοινοβουλίου εν τω Times της 23ης Μαρτίου 1869, και την επιστολήν του Economicus εν τω Times της 10ης Νοεμβρίου 1875.

221) Κατά το 1864 η Ελλάς απέδωκε φρ. 399,508,99. Κατά το 1865, φρ. 801,432,75. Κατά το 1866, φρ. 1,552,328. Έκτοτε δε αποδίδει ετησίως φρ.: 900,000, πλην του έτους 1873, ότε η απόδοσις ήτο 1,500,000 φρ. βλ. Λιακόπουλον, αυτόθι, σελ. 33.

Η τελευταία περίστασις, καθ' ην αι Δυνάμεις έδειξαν διαθέσεις να εξασκήσωσι τα δικαιώματα, άτινα επεφύλαξαν αυταίς, υπήρξεν ότε τω 1892 επίεσαν μεγάλως την Ελλάδα όπως αυξηθή η ενιαυσία δόσις των 900,000, εδέησε δε, φαίνεται, να καταβληθώσιν υπό του Χ. Τρικούπη μεγάλαι προσπάθειαι, όπως αποσοβηθή το κακόν. Ταύτα κατά τας πληροφορίας ας φιλοφρόνως παρέσχεν ημίν ο κ. Πλατύκας, όστις ήτο κατά την εποχήν εκείνην τμηματάρχης του Δημοσίου Χρέους.

Το ότι δ' όμως κατά το 1897 αι Δυνάμεις ουδένα εποιήσαντο λόγον περί αυξήσεως της ενιαυσίας δόσεως, αποδεικνύει, νομίζω, ότι παρητήθησαν οριστικώς παντός τοιούτου σχεδίου.

222) Αι πραγματικαί ωφέλειαι, ας η Ελλάς επορίσθη εκ του παρόντος δανείου, υπήρξαν αι προκύψασαι εκ της εξαγοράς της Φθιώτιδος και της πληρωμής των παλαιών οφειλών. Προς ταύτα αφιερώθησαν, ως γνωρίζομεν, 14,769,733 παλ. δρ., εις ας προσθετέοι και οι από του 1843 - 1864 μη πληρωθέντες τόκοι.

223) Ιδού απόσπασμα του Βασιλικού Λόγου της 22ας Οκτωβρίου 1859 (_Πρακτικά Βουλής_, σελ. 4 - 5): «Γνωστόν είναι ότι η Κυβέρνησίς μου περί πολλού ποιουμένη την εκπλήρωσιν των προς τας εγγυητρίας Δυνάμεις υποχρεώσεων του Έθνους, προέτεινεν εις αυτάς να κανονισθώσι τα περί του δανείου _οριστικώς κατά το μέτρον των πόρων του κράτους_· αύται δε _απήτησαν επί τον παρόντος_ 900,000 φρ. ως ετησίαν πληρωμήν. Η Κυβέρνησίς Μου θέλει ζητήση παρ' υμών την προς τούτο δέουσαν πίστωσιν, και _θέλει επαναλάβη την διαπραγμάτευσιν περί οριστικής διευθετήσεως_ της υποθέσεως του δανείου, απαραιτήτως αναγκαίας προς τακτοποίησιν των οικονομικών και στερέωσιν της δημοσίας πίστεως».

224) Όρα έγγραφον Κουμουνδούρου 4ης Μαρτίου, Πρακτικά Γερουσίας σελ. 501.

225) Βλ. το συμπέρασμα της _Εκθέσεως_ του γερουσιαστού Χατζίσκου, σελ. 494 _Πρακτικών_.

226) Δύναταί τις ειπείν μάλιστα ότι το ζήτημα περιεπλάκη έτι μάλλον. Πράγματι η σύμβασις του 1859 ανενεώθη, ως είδομεν, τω 1864 διά πέντε έτη, ότε δ' όμως εξέπνευσεν η προθεσμία αύτη, δεν εγένετο επίσημος ανανέωσις. Ώστε ευρισκόμεθα προ σιωπηράς και επ' άπειρον ανανεώσεως συμβάσεως, ης το κείμενον δεν εγνώσθη ποτέ.

227) Ο κ. Λιακόπουλος (σελ. 33) έγραφεν ότι σήμερον (τω 1893) εκ του ολικού ποσού των 100,392,833 φρ. υπολείπονται προς εξόφλησιν 73,202,720, ο δε κ. Δυοβουνιώτης υπελόγιζεν ότι τη 1η Ιανουαρίου 1900 υπελείποντο 66,002,720 φρ. (παρ. _Δημόσιον Χρέος_ σελ. 6 σημ. α'.).

228) Βλ. _Le budget_ κεφ. XI. Services spéciaux du trésor, σημ. σελ. 235 (έκδοσις 1891).

229) Ο κ. Stourm λέγει πράγματι ότι το προς την Γαλλίαν χρεωστούμενον oλικόν ποσόν 31,793,277 θα είναι εντελώς απεσβεσμένον τω έτει 2,022. Υπολογίζει άρα ότι τα εισερχόμενα εις το Γαλλικόν ταμείον 200,000 φρ. κατ' έτος αφιερούνται εις χρεωλυσίαν. Αλλ' εις το γαλλικόν ταμείον πληρώνονται υπό της Ελλάδος ενιαυσίως 300,000 φρ., εάν δε η Γαλλική κυβέρνησις προαιρήται να παρέχη το τρίτον του ποσού τούτου εις τον Βασιλέα της Ελλάδος, η δωρεά αύτη δεν είναι δυνατόν να γίνηται εις βάρος του Ελληνικού Δημοσίου. Προσθετέον άλλως τε ότι ο κ. Stourm πραγματεύεται το ζήτημα όλως παροδικώς και μόνον διότι άλλοτε υπήρχεν εν τω Γαλλικώ προϋπολογισμώ έν service spécial διά το προκείμενον χρέος, όπερ ο _οικονομικός νόμος_ της 26ης Φεβρουαρίου 1887 (αρθρ. 4) απέσβεσεν, χάριν λογιστικής απλοποιήσεως.

230) Βλ. Livre Jaune 1898, (Arrangement financier avec la Grèce) σ. 16.

231) Βλ. Report on the present economical and financial position in Greece, σελ. 14 σημ. γ'. — Διά την παράλειψιν μάλιστα ταύτην σφοδρώς αλλ' αδίκως, κατηνέχθη κατά του κ. Law ο κ. Δημ. Γεωργιάδης, βλ. La Grèce Economique et Financière en 1893 (Réponse à M. Law), σελ. 58.

232) Προς μελέτην του ζητήματος βλ. ιδίως α') Bayerish - Griechische Anlehen του καθηγητού Sicherer, προ πάντων τα εν !! παραρτήματι επισυνημμένα διπλωματικά έγγραφα· β') _Πρακτικά Βουλής_ της 11ης και 12ης Δεκεμβρίου 1880· κατά την συνεδρίασιν της 11ης ο Π. Καλλιγάς εξεφώνησε λαμπρόν λόγον, όστις ανετυπώθη εν _Μελέταις και Λόγοις_ τόμ. β' σελ. 445 - 451· γ') Άρθρα τινά εφημερίδων, ως τα του _Αιώνος_ της 1ης και 9ης Αυγούστου 1880 και του _Εθνοφύλακος_ της 8ης Αυγούστου του αυτού έτους.

233) « S. M. désirant manifester l'intérêt constant qu'elle ne cesse de prendre au bien être de la Nation et de la Monarchie grecque», βλ. το προοίμιον της συμβάσεως της 30ης Ιουνίου 1835, εν _Παραρτήματι_ του Sicherer σελ. 3.

Η συμπάθεια αύτη προς την Ελλάδα έσχεν άλλως τε διά τον Λουδοβίκον δυσάρεστα αποτελέσματα. Μη πληρωνομένου του δανείου, οι Βαυαροί απέδοσαν την ευθύνην τούτου εις τον βασιλέα αυτών, και άμα τη παραιτήσει του Λουδοβίκου επέρριψαν επ' αυτού πάσας τας χρηματικάς συνεπείας της ατυχούς μετά της Ελλάδος συμβάσεως, παραχωρήσαντες, μόνον τω παραιτηθέντι βασιλεί τας κατά της Ελλάδος απαιτήσεις. Εν ταις υπό του αρχειοφύλακος Τροστ κατά το 1891 δημοσιευθείσαις επιστολαίς του Λουδοβίκου προς τον Όθωνα πολύς γίγνεται λόγος περί των Βαυαρικών δανείων και της μη αποτίσεως αυτών.

234) Ο τόκος έμενε πάντοτε ο αυτός 4%.

235) Δεν είναι ίσως άστοχον να υπομνήσωμεν εν τη μελέτη ταύτη, εν ή ουδέποτε απεκρύβησαν τα εθνικά ημών παραπτώματα, ότι το κατά των βαυαρών μίσος ήτο τα μάλιστα δεδικαιολογημένον. Εν προηγουμένω κεφαλαίω υπεδείχθη ήδη πόσον αφρόνως σπάταλος υπήρξεν η διοίκησις της αντιβασιλείας, και πόσα σκάνδαλα προυξένησεν η μετάκλησις βαυαρών στρατιωτών, εν ώ το Ελληνικόν έθνος μόνον στρατιωτικών οργανωτών είχεν ανάγκην. Ό,τι συνέβη εν τω στρατώ, συνέβη και εις τους άλλους κλάδους. Γενικώς η βαυαρική καταγωγή μάλλον ή η ικανότης ελαμβάνοντο υπ' όψιν. Η γερμανική εγκαθιδρύετο, ούτως ειπείν, ως γλώσσα ημιεπίσημος. Εγένετο δ' εν γένει συστηματική προσπάθεια εκβαυαρισμού. Τα ολέθρια αποτελέσματα της αδικαιολογήτου και ολεθρίου ταύτης πολιτικής προέβλεπε και αυτός ο Λουδοβίκος γράφων κατά Δεκέμβριον του 1833, ότι « οι Έλληνες πρέπει να γίνωσιν Έλληνες και ουχί να εκγερμανισθώσι », και επαναλαμβάνων άμα τη ενηλικιώσει του υιού του ότι «οι Έλληνες δεν πρέπει να εκβαυαρισθώσιν, αλλά να κυβερνώνται εν εθνικώ πνεύματι».

236) Η υπολαμβανομένη έλλειψις της εκπληρώσεως των υποχρεώσεων εκείνων δεν ήτο το μόνον επιχείρημα το διδόμενον υπέρ της διακοπής της υπηρεσίας του δανείου. Προεβάλλετο επίσης ότι η περί συνάψεως του δανείου τούτου σύμβασις δεν ήτο έγκυρος, καθ' ό μη δημοσιευθείσα εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, και άλλοι πολλοί ισχυρισμοί ανάξιοι ανασκευής.

237) Υπό του βουλευτού Δημητριάδου.

238) Εν _Μελέταις και Λόγοις_ σελ. 451.

239) Βλ. ανακοίνωσιν Κωλέττη 12ης Μαρτίου 1846, Sicherer, Παράρτημα σελ. 38.

240) Λέγω _σχεδόν_, διότι, ότε τω 1852 εθρυλήθη ότι επετεύχθη οριστικός διακανονισμός του δανείου των 60 εκατ., η Βαυαρία υπενεθύμισε διά διακοινώσεως του Βαρώνου Perglas (8 Φεβρ. 1852) τα δικαιώματά της.

241) Η παραχώρησις αύτη εγένετο όπως αποζημιωθή ο παραιτηθείς βασιλεύς και διά τα ποσά όσα χάριν διαφόρων μνημείων κοσμούντων την πόλιν του Μονάχου εδαπάνησεν.

242) Η προς τούτο επιθυμία του Όθωνος ήτο τόσον σφοδρά, ώστε, λαβών την υπόσχεσίν τινων των υπουργών, απεφάσισε να προεδρεύση του υπουργικού συμβουλίου, όπως καταπείση και τους άλλους. Οκτώ όλας ώρας εν θερινή εποχή διήρκεσε το συμβούλιον τούτο, και παρ' ολίγον εκ της ασιτίας να λιποθυμήσωσιν οι υπουργοί. Τέλος προ της ερρωμένης αντιστάσεως των υπουργών Ζαΐμη και Ράλλη ηναγκάσθη να υποχωρήση ο βασιλεύς (βλ. περί τούτου το άρθρον του _Εθνοφύλακος_ της 8ης Αυγούστου 1880, άρθρον τοσούτω μάλλον αξιόπιστον, καθ' όσον είναι έργον αυτού του Ζαΐμη).

243) Βλ. Sicherer Παράρτ. σελ. 52 και 54.

244) Εν τη συνεδριάσει της 14ης Δεκεμβρίου 1880.

245) Πλείστας πληροφορίας θέλει εύρη ο αναγνώστης εν τοις πρακτικοίς της συνεδριάσεως της 28ης Οκτωβρίου 1868, καθ' ην επεκυρώθη η μετά των κληρονόμων του Όθωνος σύμβασις· βλ. _Πρακτικά Βουλής_. Τακτική Σύνοδος 1868, σ. 507 - 513.

246) Νυν υπουργείου των στρατιωτικών.

247) Λόγω στερήσεως κινητών και φθοράς ακινήτων, ως και καθυστερήσεως μέρους της ετησίας βασιλικής χορηγίας.

248) Εις τα ποσά ταύτα έπρεπεν, εννοείται, να προστεθώσι και οι καθυστερούμενοι τόκοι· βλ. λόγον Βαλασσοπούλου, αυτόθι σ. 511.

249) Εις την εθνοσυνέλευσιν προετάθησαν, όσον αφορά εις τα δαπάναις του Όθωνος ανεγερθέντα κτίρια, 4 λύσεις:

α') Η δήμευσις, ήτις και απερρίφθη.

β') Η ιδέα ότι τα κτίρια εκείνα ήσαν εθνική περιουσία.

γ') Η ιδέα ότι οι βασιλείς δεν είχον δικαίωμα ιδιωτικής περιουσίας.

δ') Η ιδέα της αποζημιώσεως.

Οι δικηγόροι των Αθηνών ερωτηθέντες εγνωμοδότησαν μεν' ότι ο Όθων δεν είχε δικαίωμα κυριότητος, δεν είπον όμως και την εις αυτούς ενίοτε αποδοθείσαν γνώμην, ότι δεν είχε δικαίωμα αποζημιώσεως.

250) Βλ. διεξοδικήν αφήγησιν των συμβάντων εν τη αγορεύσει του υπουργού των εξωτερικών Π. Δηλιγιάννη, σελ. 510 - 511 _Πρακτικών_.

251) Εν οις ανεγράφετο και η Αμαλία.

252) Βλ. το κείμενον της εν Αθήναις, τη 8η Ιουλίου 1868, γενομένης συμβάσεως, παρά Λιακοπούλω, αυτόθι, σελ. 102 - 104. Η σύμβασις επεκυρώθη διά του νόμου της 11ης Νοεμβρίου 1868, όστις εψηφίσθη δι' 92 ψήφων κατά 18.

253) Το χρέος ανήρχετο τω 1893 εις 2,536,476, τω 1898 εις 1,546,232, τω 1902 εις 952,977 και τω 1903 εις 789,405 φρ.

254) Κατά πληροφορίας, ας λίαν φιλοφρόνως μοι παρέσχεν ο διευθύνων το τμήμα του Δημοσίου Χρέους κ. Μηλιώτης, το χρέος θα είναι απεσβεσμένον εντελώς κατά το τέλος του 1908.

255) Βλ. σημ. 257.

256) Βλ. διά τα καθ' έκαστα τον _Συγκριτικόν πίνακα του Εσωτερικού Χρέους από 1833 - 1844_ εν τη εκθέσει του Μεταξά σελ. 216.

257) Εις ταύτας προσετίθετο, εννοείται, από του 1853 η προς τας ναυτικάς νήσους ενιαυσία αποζημίωσις ήτοι 200,000 δρ. Επίσης εις το εσωτερικόν χρέος προσετίθετο και το προς την Εθνικήν Τράπεζαν, αλλά τούτο ήτο πολύ μικρόν, παραβαλλόμενον δε προς εκείνο της επομένης περιόδου φαίνεται ελάχιστον (βλ. I. Α. Βαλαωρίτου, _Ιστορία της Εθν. Τραπέζης της Ελλάδος_ σελ. 32).

Πράγματι, καίτοι είχεν επιτραπή εις την Κυβέρνησιν διά του νόμου της 14ης 8βρίου 1853 η συνομολόγησις δανείου μέχρι 5,000,000 δρ. επί τόκω το πολύ 6%, η Κυβέρνησις διά του Β. Δ. της 14ης Μαρτίου 1854 ώρισεν, ότι θα εδανείζετο επ' ανοικτώ λογαριασμώ παρά της Εθν. Τραπέζης έν μόνον εκατομμύριον. Ο λογαριασμός ούτος έκλεισε τη 31η Δεκεμβρίου 1858, αλλ' επανελήφθη έτερος όμοιος διά του Β. Δ. της 19ης Ιουλίου 1860, δι' ου εδανείσθη το δημόσιον 820,000 δρ. (Περί του νόμου της 14ης Οκτωβρίου 1853, καταργηθέντος μόνον τω 1889, θα ομιλήσωμεν και εν τω β' μέρει της παρούσης μελέτης).

Εις ταύτα περιωρίσθησαν τα προς την βαυαρικήν δυναστείαν δάνεια της Εθν. Τραπέζης. Προσθετέον ότι η Τράπεζα προκατέβαλε μετά τα Παρκερικά 300,000 δρ. προς αποζημίωσιν του Πατσιφίκου και των Ιόνων.

258) Παραπέμπομεν συνήθως εις τον προϋπολογισμόν του 1845, διότι ούτος, ο πρώτος τακτικός προϋπολογισμός της συνταγματικής μοναρχίας, ουχί μόνον περιέχει πολυτίμους εισηγητικάς έκθέσεις, αλλά και υπεβλήθη εις τον έλεγχον των τριών προστατίδων Δυνάμεων. Όθεν παρέχει εχέγγυα και πληροφορίας μη ανευρισκομένας εις πάντας τους άλλους προϋπολογισμούς.

259) Εκ τούτων τα μάλλον ευνοούμενα ήσαν η Χρυσούλα Μπότζαρη (225 δρ. μηνιαίως), τα ορφανά του Κολοκοτρώνη και του Καραϊσκάκη (120 και 106 δρ.), η οικογένεια Δηλιγιάννη (90 δρ.). Αι άλλαι συντάξεις ήσαν μηδαμιναί.

260) Περίπου 10. Τω 1845 ήσαν εννέα λαμβάνοντες 373 δρ. μηνιαίως. 261) Μεταξύ αυτών ήρχοντο εις πρώτην γραμμήν η οικογένεια Ζαΐμη λαμβάνουσα μηνιαίον χορήγημα 555 δρ. και διάφοροι νησιωτικαί οικογένειαι: Οικονόμου (552 δρ.), Σαχτούρη (360), Αναργύρου (332), Μπουδούρη (318), Μπόταση (318). Ο μέγας αριθμός των λαμβανόντων χορηγήματα νησιωτών, προστιθέμενος εις το ότι άλλοι συμπατριώται των, ως λ. χ. οι Κουντουριώται, ουδέν ελάμβανον, συνετέλεσεν ουκ ολίγον εις την ψήφισιν του νόμου του 1853, του κανονίζοντος τας απαιτήσεις των τριών ναυτικών νήσων, περί ου πραγματεύεται το επόμενον κεφάλαιον.

262) Η μεγαλειτέρα εκ των προικίσεων εκείνων ήτο η της θυγατρός του I. Γ. Κριεζή, 5005 δρ. Αι άλλαι ήσαν ασήμαντοι. Εκτός τούτων όμως εψηφίσθησαν ιδιαιτέρως και αξιόλογοί τινες προικίσεις, ως λ. χ. τούτο εγένετο δια την θυγατέρα του Καραϊσκάκη, ήτις ενυμφεύθη τον Νοταράν, και την θυγατέρα του Κουντουριώτου, ήτις ενυμφεύθη τον Κοντόσταυλον.

263) Εις 377,495 δρ. τω 1843. Βλ. καθ' έκαστα εν τω _Συγκριτικώ πίνακι όλων των εξόδων από του 1883 μέχρι 1844_, παρ' _Εκθέσει Μεταξά_ σελ. 209.

264) Προσθετέον και τούτο, ότι η οικονομική κατάστασις της χώρας ήτο τοιαύτη, ώστε και οι βουλόμενοι ηδυνάτουν να εύρωσιν εργασίαν.

265) Βλ. και Leconte, σελ. 172.

266) Αι συντάξεις αύται εδίδοντο απέναντι των κτημάτων των διαλυθεισών μονών, άτινα είχον περιέλθη εις το κράτος.

267) Το ποσόν ήτο επίσης υπέρογκον λογιζομένου, αφ' ετέρου, ότι σεβαστόν μέρος του λοιπού προϋπολογισμού εχρησίμευεν εις μισθοδοσίαν υπαλλήλων, οίτινες ως μόνον τίτλον είχον τας υπηρεσίας, ενίοτε όλως υποθετικάς, ας οι πατέρες αυτών είχον προσενέγκη κατά την Επανάστασιν. Περιέργως δε πως, εφ' όσον τα έτη παρέρχονται, τόσον ο αριθμός των ατόμων των επαιρομένων επί τοις προγονικοίς κατορθώμασι, και αιτούντων διά ταύτα ανταμοιβήν παρά της πολιτείας, πληθύνεται. Ίσως δε σήμερον μόνοι δεν προβάλλουσι τοιαύτας απαιτήσεις εκείνοι, ων οι πρόγονοι πράγματι εθυσίασαν την ζωήν και την περιουσίαν αυτών υπέρ του Έθνους.

268) Βλ. Έκθεσιν Εισηγητικήν της 26 Απρ. 1846. Εν τω ψηφισθέντι προϋπολογισμώ του 1845 σελ. 81 - 85.

269) Εξεδόθησαν φαλαγγιτικά γραμμάτια αποδοτέα δι' εθνικών γαιών (βλ. _έκθεσιν_ Μεταξά σελ. να')

τω 1838 = 3,719,902 δρ. » 1839 = 697,520 » » 1840 = 199,320 » » 1841 = 150,960 » » 1842 = 110,544 » » 1843 = 615,393 » _______ Σύνολον 5,493,639 δρ.

270) Βλ. περί του ζητήματος των φαλαγγιτικών γραμματίων τον λόγον του γερουσιαστου Ρήγα Παλαμήδη εν τη συνεδρία της 8 Οκτ. 1856. Ο αείμνηστος ανήρ, ον δεν διέκρινεν υπερβολική φειδώ του δημοσίου πλούτου, ανέπτυξε προ της γερουσίας τα αδικήματα, ων έπεσον θύματα οι φαλαγγίται, χωρίς να αναφέρη τας καταχρήσεις, ας παρήγαγεν ο θεσμός της φάλαγγος, καταχρήσεις ας, καίπερ εγγονός φαλαγγίτου, θεωρώ καθήκον να μνημονεύσω. (Παραβ. και _Θάνον Βλέκαν_ σ. 137).

271) Βλ. το εξαίρετον υπόμνημα περί του Ελληνικού στρατού, του κ. Guerin, προξένου της Γαλλίας εν Αθήναις και ακραιφνούς φιλέλληνος, παρά Leconte σελ. 155 - 166.

Προσθετέον ότι κατά καιρούς αφιερώθησαν ικανά ποσά προς συμψηφισμόν των φαλαγγιτικών γραμματίων.

272) Ως γνωστόν, υπήρχεν επί μακρόν ιδιαίτερον ταμείον συντάξεων τροφοδοτουμένων υπό των από των μισθών κρατουμένων ποσοστών. Εις το ταμείον τούτο ήρχετο αρωγός η πολιτεία δι' ενιαυσίου επιδόματος.

273) Σημειωτέον ότι οι νόμοι του 1852 και 1853 περί ναυτικών και στρατιωτικών συντάξεων ετροποποιήθησαν διά των νόμων 2 και 12 Φεβρ. 1859, διά των οποίων «ο χρόνος της υπηρεσίας, ο δικαίωμα συντάξεως παρέχων, ελαττούται κατά 15 έτη ως προς τας χήρας και τα ορφανά των αξιωματικών, των επί του αγώνος την πατρίδα υπηρετησάντων και αποθανόντων προ της εγκαθιδρύσεως του συντάγματος». Η Εισηγητική Επιτροπή της Βουλής έκρινε «το μέτρον τούτο επιεικές και δίκαιον, άτε προνοούν περί των οικογενειών ανδρών, οίτινες μόνους τους μόχθους του αγώνος υπέστησαν, ουδεμίαν δε άνεσιν των πολυειδών καμάτων υπέρ της του Έθνους ελευθερίας έφθασαν να λάβωσιν » (βλ. Συνεδρ. 16 Δεκ. 1858, σελ. 188, Πρακτικά συνόδου 1858 - 1859).

274) 20 εκατ. δρ. παλαιών.

275) Ο Παπαρρηγόπουλος, διά βραχέων ιστορών τα της Επαναστάσεως, αφιεροί εξαιρέτους τινάς σελίδας εις τας τρεις νήσους και περιγράφει εκτενώς τας χρηματικάς υπηρεσίας, ας προσήνεγκον. Αφ' ετέρου δ' όμως ο Αν. Ορλάνδος, όστις έγραψε δίτομον έργον περί της δράσεως των νήσων κατά την επανάστασιν, παραμελεί σχεδόν εντελώς την οικονομικήν άποψιν του ζητήματος.

276) Κατά τους επισήμους υπολογισμούς (βλ. Εφημ. Κυβερ. 30 Ιουλίου 1856), αι θυσίαι των Κουντουριωτών συνεποσούντο εις 2,141,806 δρ. παλ., ποσόν όπερ, λαμβανομένης υπ' όψιν της τότε σπάνεως του νομίσματος, θα ισοδυναμεί σήμερον προς 10 εκατομ. και, το έτι αξιοθαυμαστότερον, αντεπροσώπευεν όλην την περιουσίαν των δωρητών. Μετά τους Κουντουριώτας διεκρίθησαν επί θυσίαις διά μεν την Ύδραν οι Βουδούρηδες και οι Τομπάζηδες (764,114 και 559,170 δρ.), διά δε τας Σπέτσας οι Ανάργυροι, Μπότασης και Μέξαι (609,606, 453,530 και 430,606 δρ.), διά δε τα Ψαρά οι Κοτζάδες και οι Αποστόλαι (495,570 και 448,133).

277) Αι μεγάλαι θυσίαι των Κουντουριωτών εξωγκώθησαν ενίοτε, εις βαθμόν ώστε ν' αποδοθή μόνον εις αυτάς η επιτυχία του αγώνος. Ιδού λ. χ. τι γράφει ο Μένδελσων - Βαρθόλδης (σελ. 279 τόμου α' μετάφρ. Αγγ. Βλάχου):

«Τριάκοντα ήδη έτη, έλεγεν ο Λ. Κουντουριώτης, συνάζω μετά κόπου θησαυρούς, και θα νομισθώ ευτυχής, δυνάμενος να προσφέρω αυτούς σήμερον εις απελευθέρωσιν της πατρίδος. Είμαι πεπεισμένος ότι πάντες οι Υδραίοι συμμερίζονται τα αισθήματά μου· αν όμως διστάζωσι να θυσιάσωσι χρήματα, μη ανησυχείτε· και μόνος εγώ είμαι εις θέσιν να επαρκέσω εις όλην την ναυτικήν επανάστασιν». — Η επανάστασις δε αληθώς απήτησε την ακριβή της επαγγελίας εκείνης εκπλήρωσιν, και διά της ευημερίας του οίκου του επλήρωσε και ο ανήρ την επιτυχίαν του υπέρ της ανεξαρτησίας αγώνος».

278) Τω 1823 αι τρεις νήσοι έλαβον (βλ. την αναφοράν αυτών της 20ης Δεκ. 1823, παρά Αν. Ορλάνδω. _Ναυτικά_ όμ. α' σελ. 440):

26,000 γρ. από έρανον Πελοποννήσου 36,000 » » δασμούς Κορίνθου, Καλαβρύτων, Ναυπλίου και Βοστίτζης 12,518 » » δάνεια ατομικά προς την επιτροπήν των δασμών 46,338 » » πωλήσεις εθνικών κτημάτων ________ 121,148 γρ.

Εξ άλλου κατά το υπόμνημα του υποναυάρχου Νικοδήμου (παρά Παπαρρηγ. σελ. 791) εκ των προσόδων αυτών των νήσων μέχρι του 1824 τα Ψαρά είχον λάβη 120,000 γρ., αι Σπέτσαι 160,000 και η Ύδρα 240,000, ήτοι εν συνόλω 520,000 γρ.

Προς τούτοις εκ του δανείου του 1824 αι νήσοι έλαβον 94,000 διστήλων (Ύδρα 47,000, Σπέτσαι 32,000, Ψαρά 15,000).

Τέλος μετά την άλωσιν της Κορίνθου εδόθησαν εις τας νήσους, εκτός 35,000 γρ. εις μετρητά, και λάφυρα σκεύη, τιμαλφή κ.τ.λ. αξίας κατά μεν τον Φιλήμονα 800,000 γρ.. κατά δε τον Ορλάνδον 213,000.

Αθροίζοντες πάντα ταύτα και δεχόμενοι ως προς τα Κορινθιακά λάφυρα τους υπολογισμούς του Φιλήμονος, φθάνομεν μόλις εις σύνολον 1,400,000 παλ. δραχμών.

Το ποσόν τούτο είναι βεβαίως μικρόν, δεν πρέπει δ' όμως να λησμονηθή ότι παρ' αυτώ υπήρχον και αι ναυτικαί λείαι, αίτινες βεβαίως συνετέλεσαν, υπέρ παν άλλο, εις την συντήρησιν του στόλου.

279) Επανειλημμέναι προσπάθειαι έγιναν κατά καιρούς όπως οι λογαριασμοί ούτοι εκκαθαρισθώσιν. Είχε μάλιστα συσταθή προς τούτο και επιτροπή, ης προήδρευσεν επί μακρόν ο Ρήγας Παλαμήδης. Υπήρχεν όμως παρά τω κοινώ δυσπιστία ως προς το βάσιμον των προβαλλομένων απαιτήσεων και, ως παρατηρεί λεπτότατα ο Παπαρρηγόπουλος (αυτ. σ. 781), «Η κοινή του Εθνους συνείδησις δεν επέβαλεν άχρι τούδε την των λογαριασμών εκείνων εκκαθάρισιν, όπως υπέλαβεν ιερόν αυτής καθήκον να πράξη εγκαίρως διά τας προς τας νήσους απαιτήσεις».

Η δυσπιστία αύτη και η ιδέα ότι οι προύχοντες της λοιπής Ελλάδος και ιδίως της Πελοποννήσου δεν παρέσχον την οφειλομένην χρηματικήν συνδρομήν χρονολογείται από της εποχής της Επαναστάσεως.

Ο Κολοκοτρώνης γράφων τη 19η Οκτωβρίου 1822 εκ Μύλων προς τον Μέξην και τους προκρίτους των Σπετσών έλεγεν «Οι άρχοντές μας δεν παραδειγματίζονται εις σας, να εξοδεύσουν από τα ιδικά των, αλλά σφετερίζονται τα της πατρίδος και προς διαφέντευσίν των στασιάζουν και προξενείται εκ τούτου εσχάτη δυστυχία και κινδυνεύομεν να χαθώμεν». Επίσης εγράφετο εκ Λιβόρνου προς τον Ρώμαν (βλ. _Αρχείον Ρώμα_ σελ. 65) «οι Μωραΐται παρουσιάζονται ότι ηφανίσθησαν και δεν έχουν μετρητά και μικρόν μέρος (των ομολογιών) υπέγραψαν θεληματικώς ».

Ίσως υπάρχει ποια τις αλήθεια εν ταις κατηγορίαις ταύταις, πάντως όμως η αλήθεια αύτη δεν είναι απόλυτος. Υπήρξαν πολλοί των προυχόντων της Πελοποννήσου, οίτινες έπραξαν το καθήκον αυτών (βλ. και άνω σημ. 16), άλλοι δε μάλιστα έπραξαν καί τι πλειότερον, θυσιάσαντες ως οι νησιώται όλην αυτών την περιουσίαν. Μεταξύ τούτων έρχονται εις πρώτην γραμμήν και οι Δηλιγιανναίοι, ων αι μήπω εκκαθαρισθείσαι απαιτήσεις ανέρχονται κατ' ασφαλείς πληροφορίας εις 1,700,000 γρ.

Η συζήτησις όμως περί της σχετικής αξίας των θυσιών ταύτης ή εκείνης της επαρχίας του Κράτους λεπτεπίλεπτον άμα και ήκιστα πρακτικόν ζήτημα είναι, αναξέων δε τις παλαιάς πληγάς μάλλον επιβλαβής δύναται ν' αποβή. Διά τούτο ακριβώς, αναγκασθέντες να θίξωμεν το ζήτημα επράξαμεν τούτο διά βραχέων και εν σημειώσει.

280) Βλ. Μάμουκαν, τόμ. γ' σελ. 22 - 24.

281) Το έγγραφον τούτο ο Μάμουκας δεν κατώρθωσε ν' ανεύρη. 282) Βλ. Μάμουκαν, τόμ. δ' σελ. 119.

283) Βλ. το διάγγελμα του Κυβερνήτου και τας τρεις αναφοράς των νήσων παρά Μάμουκα, τόμ. ια' σελ. 697 - 714.

284) Ήτοι εις την Ύδραν 147,000, εις τας Σπέτσας 90,000 και εις τα Ψαρά 63,000 δρ. παλαιών.