Μαλβίνα: Ρωμαντικό Μυθιστόρημα του 18ου αιώνος
Part 9
Ωστόσο για τον κ. Έδμον η Μαλβίνα δεν επίστευε ότι την επεβουλεύθη, άκουε μέσα της μια φωνή που τον εδικαίωνε, και για τούτο . . . τον αγαπούσε ακόμα, κιας την άφισε, χωρίς ελπίδα, χωρίς μέλλον. Και τότε ύψωνε την ψυχήν της προς την μνήμην της φίλης της και ζητούσε απ' αυτήν την εξ ύψους βοήθειαν.
Η Κίττη άκουσε της μητέρας της την πρότασιν με απάθειαν και ψυχραιμίαν. Από την εξαφνικήν αναχώρησίν του φίλου της είχε καταλάβει αμέσως, ότι από αυτόν δεν της έμενε πλέον καμιά ελπίδα. Όταν λοιπόν μέσα στον απελπισμόν της ευρέθη αμέσως ο αντικαταστάτης σύζυγος, ήρχισε να προεξοφλή διά της φαντασίας τας κοσμικάς απολαύσεις και η χαρά της δι' αυτάς δεν έδωκε τόπον εις λύπην διά του κ. Έδμον την στέρησιν. Εσκέφθη ακόμη ότι για να έχη περισσότερα μέσα, έπρεπε να έχη την εύνοιαν της κ. Μπιρτόν, και αυτό βέβαια δεν μπορούσε να το επιτύχη αλλέως, παρά μόνον αν έκλινε εις όλας τας απαιτήσεις εκείνης.
Εισήλθε λοιπόν εις το δωμάτιον της κ. Μπιρτών προσποιουμένη ψυχής συντριβήν με τα μάτια χαμηλωμένα και της λέγει ντροπαλά και κόσμια:
— Η μητέρα μου, κυρία, μου είπε την απόφασή σας για μένα. Είμαι πρόθυμη να υπακούσω αμέσως και πιστεύω να με αξιώσετε την συγγνώμην σας για την ασύνετη συμπεριφορά μου. Αλλά πιστέψατέ με, κ. Μπιρτών, ότι μόνον κουφότητα έδειξα εις την περίστασιν αυτήν και τίποτε περισσότερον. Ποτέ δεν ελησμόνησα το καθήκον μου, ώστε να γίνω ανάξια της ευνοίας σας, και να προδώσω την αρετήν, της οποίας υπόδειγμα περιφανές έχω καθ' εκάστην ενώπιόν μου εσάς.
Η κ. Μπιρτών, η οποία είχεν ήδη καταπραϋνθή από την άμεσον υπακοήν της, τώρα εξιλεώθη ολότελα με την κολακείαν της.
Εις ένα μήνα η Κίττη υπανδρεύθη τον κ. Φέμπικ.
Η κ. Μπιρτών απεφάσισε να ταξιδεύση εις Έδιμπουργκ. Έτσι ευσχήμως απέπεμψε και τον κ. Πρίορ.
Αν τα πράγματα ήσαν όπως προ έξ μηνών, ο κ. Πρίορ θα ησθάνετο ανακούφισιν φεύγων από τον πύργον. Αλλά τώρα άφινεν εκεί την Μαλβίνα, πράγμα που του εστοίχιζε πολύ. Όμως εκράτησε τη θέση του και τόσο μόνον έμεινε, όσο να μαζεύση τα πράγματά του. Εζήτησε δε την άδειαν από την Μαλβίναν ν' αναβή και να την αποχαιρετίση.
Η Μαλβίνα τον εδέχθη χωρίς δισταγμόν. Τον επαρηγόρησε θλιβόμενον που την απεχωρίζετο. Εκείνος της εζήτησε την χάριν να του γράφη, αυτή του το υπεσχέθη ανεπιφύλαχτα, διά να κάμη ευτυχή ένα θνητόν, ο οποίος τόσον της εστάθη παρήγορος και τίποτε δεν της εζητούσε περισσότερον από αγνήν φιλίαν.
Ο κ. Φέμπικ ήτο μικρέμπορος του Έδιμπουργκ, ως σαράντα ετών, μελαχρινός, κοντός και παχύς, σκυθρωπός μέσα στο δικό του σπίτι, και εύθυμος στα σπίτια των άλλων, πτωχός εις ιδέες, πλούσιος εις μνημονικό, αστείος χωρίς χάρη, κόλακας εις όλους και φίλος κανενός. Νυμφευόμενος την Κίττη, δεν εξέτασε τίποτε άλλο σχετικό με τη γυναίκα του, ούτε αν θα ζήση ευτυχής μαζί της. Κοίταξε μόνον ότι η κ. Μπιρτών ήταν φίλαυτη, πλούσια και άτεκνη. Επομένως με τον γάμον αυτόν θα οικειώνετο μαζί της και καθώς εύκολα εκείνη εκολακεύετο, ημπορούσε αυτός να έχη αναρίθμητες ωφέλειες. Διότι συνησθάνετο εαυτόν ότι ήτο ικανός να ωφεληθή από τον τοιούτον της κ. Μπιρτόν χαρακτήρα.
Στα νιάτα της η κ. Μπιρτών είχε αυλήν ευφυών επαινετών, αλλά με της ηλικίας και της καλλονής την πάροδον ένας ένας επέταξαν, σαν τα χελιδόνια το φθινόπωρον, για άλλες ανθηρότερες καλλονές. Αυτή όμως είχε συνηθίσει νακούη επαίνους και προτιμούσε να μυρίζεται έστω και παχυλόν θυμίαμα τυχαίου ανδρός, παρά να στερήται ολότελα αυτήν την ευχαρίστησιν.
Έτσι λοιπόν ο κ. Φέμπικ επιτηδευόμενος ότι θεωρεί την γυναίκα του νήπιο, την πενθερά του έπιπλο, τη Μαλβίνα αεροβατούσα και μόνην άξια υπολήψεως την κ. Μπιρτών, ηυτύχησε να γίνη επιστήθιος φίλος της.
Αποπέμπουσα από τον πύργο τον κ. Πρίορ έτσι απότομα, το έκαμε όχι μόνον από ζήλεια, γιατί εκείνος επροτιμούσε επιφύλαχτα την Μαλβίναν, αλλά και από σατανικόν προϋπολογισμόν να κακοφημίση την Μαλβίναν, ώστε ο κ. Έδμον και αν ακόμη ίδιος δεν επίστευσεν εις τας κακοβούλους διαβάσεις, δεν θα ετόλμα όμως να δώση το όνομά του εις μίαν κακοφημισμένην γυναίκα.
Διέδοσε λοιπόν με τρόπον ότι αιτία της τοιαύτης αιφνηδίας αποπομπής ήτον η ασύγγνωστος οικειότης με την Μαλβίναν, και ότι ήτο μυστήριον μέχρι τίνος σημείου σχέσεων προέβησαν.
Τας τοιαύτας δε καταλαλιάς ενεπιστεύετο ως μυστηριώδεις ανακαλύψεις της προς δύο γύναια, την γνωστήν κ. Μέλμορ και την θαλαμηπόλον της Τάπαν, έτσι δε επανελαμβάνετο εμπιστευτικώς από αυτάς εις άλλας ομοίας των σκοτεινή κορκουσουριά κατά της υπολήψεως της αμέμπτου εκείνης νέας γυναικός.
Διά να πάνε γρηγορώτερα και σταυτιά του κ. Σέυμουρ προαπέστειλε στο Έδιμπουργκ την Τάπα και την κ. Μέλμορ τάχα διά να ετοιμάσουν κατάλυμα, αφού τας καθωδήγησε πώς να τα εκθέσουν στον κ. Έδμον.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η'.
ΝΕΑ ΓΝΩΡΙΜΙΑ
Κατά τας αρχάς Απριλίου η Μαλβίνα μετέβαινε λοιπόν ως ακόλουθος της κ. Μπιρτών εις πόλιν που δεν της ενδιέφερε, με ανθρώπους που δεν τους αγαπούσε, για να ξαναδή εκείνον που τον εφοβείτο. Και όμως γιαυτόν και μόνον πήγαινε.
Κανείς δεν την εβίασε να κάμη το ταξίδι εκείνο. Εν τούτοις αυτή αιτιολογούσε τον εαυτόν της ότι πάγει να λάβη εμπειρικάς αποδείξεις, ότι εκείνος δεν της αξίζει. Διότι εκεί θα είχε όλα τα μέσα να δείξη τις ερωτοτροπίες του πρόθυμα σε κάθε γυναίκα, ενώ συγχρόνως θα ιδή με τα μάτια της τον γάμον του με τη λαίδη Σούμεριλ, κέτσι δεν θα έχη πια να φοβηθή τίποτε από αυτόν τον κύριον.
Όταν η καρδιά ζητή πρόφαση για να γελάση τον εαυτό της, η φαντασία είνε πρόθυμη να της εύρη μίαν, που να είναι μάλιστα πολύ ομοιαλήθης.
Έτσι η Μαλβίνα με καλήν συνείδησιν και με κρυφήν λαχτάραν απεφάσισε να ακολουθήση την εξαδέλφην της.
Την τρίτην ημέραν της οδοιπορίας η κ. Μπιρτών προείπε εις τους συνταξιδιώτας της, ότι το βράδι μελετά να καταλύση στον πύργο της κ. Κλάρας, που ευρίσκετο επάνω στον δρόμον τους.
— Εγνώρισα, είπεν, άλλοτε την περί ης ο λόγος κυρίαν στο Έδιμπουργ. Ήταν νιόνυφη. Ο άντρας της αξιόλογος. Η εμφάνισίς της εις τας συναθροίσεις των σαλονιών έκαμνεν εντύπωση. Ωστόσο χήρεψε νωρίς και ήρθε να μείνη στην εξοχή με τον πατέρα της, αποτραβηγμένη από τον κόσμο. Εν τούτοις λέγουν πώς το κάνει για επίδειξη. Και θάχουν δίκιο, γιατί να κεγώ είμαι αποτραβηγμένη, επειδή όμως είμαι απλή και ανεπιτήδευτη, κανείς ποτε δεν εστοχάσθη να μου προσάψη τέτοια μομφή.
Η Μαλβίνα έμεινε αδιάφορη σόλην αυτή την προκλητική κάπως ομιλία της κ. Μπιρτών.
Το βράδυ έφθασαν στον πύργο. Η κ. Κλάρα τας υπεδέχθη με πολλήν προσήνειαν.
Ήταν ακόμη νέα απλή στους τρόπους, ζωηρά και ανεπιτήδευτη στην ομιλία της. Εντροπαλή εις το εξωτερικόν της, αλλά και μεγαλόφρων, για τούτο δεν μπορούσε να κρύψη την αντιπάθεια της προς την επιδεικτικήν κ. Μπιρτών και την ψυχρότητά της προς την ελαφράν κ. Φέμπικ.
Ησθάνθη απεναντίας κλίσιν προς την Μαλβίναν και την επεδείκνυε ανεπιφύλακτα. Αλλά και της Μαλβίνας η ψυχή ανταποδίδουσα τα ίσα, εφάνη λίαν ευδιάθετη να την αγαπήση.
Την άλλη μέρα πρωί πρωί συναντηθήκανε στα σαλόνι. Εφάνησαν ευχαριστημένες εξίσου. Επήγαν εις τον κήπον. Περιπατούσαι κάτω από δένδρα νεοθαλή, συνωμιλούσαν με τόσην οικειότητα, σα να εγνωρίζουντο από καιρό.
Η κ. Κλάρα τόσο πολύ εθέλχθη από την ομιλία της Μαλβίνας, ώστε εξέχασεν ότι είχε ξενιζομένους.
Η Μαλβίνα ενθύμισεν εις την νέαν φίλην της, ότι η κ. Μπιρτών θα την επερίμενε και θα απορούσε ίσως διά την απουσίαν της.
Επήγαν λοιπόν εις το σπίτι και ηύραν όλους συνηγμένους εις το σαλόνι.
Η κ. Κλάρα εζήτησε συγγνώμην.
Η κ. Μπιρτών της είπε πικρόχολα, ότι η κ. Σορκή έκρινε καλόν να την πάρη ιδιαιτέρως, για να την απολαύη μόνη της.
— Αλήθεια, είπε η κ. Κλάρα. Αλλά και πάλιν αυτή εφρόντισε να με ανακαλέση εις το προς εσάς καθήκον μου. Τόσον πολύ εθέλχθην από την συναναστροφήν της, ώστε προς στιγμήν ελησμόνησα τα χρέη της ξενίας, αλλά θα με συγχωρήσετε πιστεύω σεις, αι οποίαι καθ' εκάστην απολαύετε τας γοητείας των χαρίτων της.
Ο θερμός αυτός έπαινος δυσηρέστησε την κ. Μπιρτών. Ο κύριος και η κυρία Φέμπικ προσέχοντες εκ προμελέτης να φαίνωνται ευάρεστοι πάντοτε εις την κ. Μπιρτών την εμιμήθησαν, ώστε η συναναστροφή έγινε ψυχρά.
Η κ. Μπιρτών συνηθισμένη νακούη μόνον αυτήν να επαινούν, εστενοχωρήθη εις το περιβάλλον εκείνο και απεφάσισε ναναχωρήση την επαύριον.
Η κ. Κλάρα ελυπήθη ειλικρινώς διά τούτο, μόνον διότι θα εστερείτο την συναναστροφήν της Μαλβίνας, και προσεπάθησε να πείση την κ. Μπιρτών ν' αναβάλη επί τινας έτι ημέρας την αναχώρησίν των. Αλλ' αυτή επέμενε προφασιζομένη ότι επεθύμει να επιταχύνη τον γάμον της λαίδης Σούμεριλ.
— Α, ο σερ Έδμον Σέυμουρ λοιπόν νυμφεύεται την λαίδη Σούμεριλ; ηρώτησε με ενδιαφέρον η κ. Κλάρα, ενώ ζωηρότατον ερύθημα διεχύθη εις τα μάγουλά της.
— Τον γνωρίζετε, κυρία; ηρώτησε έκπληκτη η κ. Μπιρτών.
— Ναι τους εγνώρισα και τους δυο στο Έδιμπουργκ. Και δεν επίστεψα τότε πως ημπορούν να συμφωνήσουν ως σύζυγοι. Κατόπιν . . . αι, άλλαξα γνώμην. Και να τώρα, η είδησις που ακούω φαίνεται σύμφωνη με την κατοπινήν γνώμην μου.
— Και γιατί να μη συμφωνήσουν; Και οι δύο είναι νέοι εράσμιοι, πλούσιοι και κατάγονται από τας πλέον ευγενείς οικογενείας της Σκωτίας, είπε με υπεροψίαν η κ. Μπιρτών.
— Α, βέβαια. Αυτά είναι στοιχεία υπεραρκετά, διά να αποβή ευτυχές έν συνοικέσιον, είπε με ειρωνείαν αδιόρατον η κ. Κλάρα.
— Εμένα μάλιστα μου φαίνονται ο ένας πλασμένος διά τον άλλον, επρόσθεσε με πείσμα η κ. Μπιρτών.
— Αφού ο κόσμος το ευρίσκει τόσον ευάρμοστον το συνοικέσιον τούτο, πώς ημπορεί να μην τα θεωρή οιοσδήποτε έτερος.
Η κ. Μπιρτών ενόησε το δάγκαμα, όπου ο κόσμος υπενόει αυτήν και οιοσδήποτε έτερος υπενόει τον ανεψιόν της. (ο οποίος δεν έκρινε όπως αυτή το περί ού ο λόγος συνοικέσιον, καθώς γνωρίζομεν). Δεν εξηκολούθησε λοιπόν διά να μη δεχθή και άλλα όμοια.
Εις την Μαλβίναν τα λόγια αυτά επροξένησαν κατάπληξιν. Ήθελε να ευρεθή ιδιαιτέρως με την κ. Κλάραν και να φέρη με τρόπον την συνομιλίαν εις αυτήν την υπόθεσιν· έπειτα πάλιν εσκέφθη: Και τι μενδιαφέρουν όλ αυτά; μήπως τάχα δεν τον ξαίρω τι είναι;
Ωστόσο, αν και τα έλεγεν αυτά, δεν έλειψε να καιροφυλακτή, ίσως εύρη μονάχην την κ. Κλάραν. Αλλά η αδιάκριτη κ. Φέμπικ δεν τις άφισε από κοντά όλη τη μέρα.
Την επιούσαν, μόλις εξημέρωσε, η Μαλβίνα ευρέθηκε στο παράθυρο. Σε λίγο κατέβηκε στην αίθουσα, αλλά κανένα δεν ηύρε, εκτός των υπηρετών που κατεγίνοντο να ευπρεπίσουν την αίθουσαν.
Επήγε τότε εις τον κήπον και περιπατούσε με προφανή ανυπομονησίαν.
Σε λίγο ήλθε και η κ. Κλάρα.
— Έμαθα, της είπε, ότι σήμερα σηκωθήκατε πολύ νωρίς. Η λαχτάρα δε με την οποίαν είδα τώρα ότι με προϋπαντήσατε καθώς και τα χθεσινά βλέμματά σας τα πλήρη προς εμένα πόθου, με κάνουν να υποθέτω ότι κάτι σπουδαίο έχετε να μου ανακοινώσετε, ή και να μερωτήσετε. Δεν είν' έτσι;
Ψυχρό νερό χύθηκε στη ζέση της Μαλβίνας.
Άμα ερωτούσε τώρα σχετικόν τι με όσα επιθυμούσε να μάθη, θα έδιδεν αμέσως υπονοίας, ότι ενδιεφέρετο ιδιαιτέρως διά τον κ. Σέυμουρ, πράγμα το οποίον άλλως τε επάθαινε και η ίδια κ. Κλάρα, ως ήτο εύκολον να εννοήση αυτή εκ των ήδη διαμειφθέντων χθες.
Έκλεισε λοιπόν την περιέργεια μέσα στην ψυχή της και προσεπάθησε να φανή αδιάφορος, αιτιολόγησε δε την συμπεριφοράν της ως προερχομένην εκ της συμπαθείας, την οποίαν ησθάνετο ότι διήγειρεν εις την ψυχήν της η νέα φίλη της.
Μετ' ολίγον όμως ήλθε κοντά τους η νεαρά κ. Φέμπικ και εξέφρασε την μεγάλην επιθυμίαν που είχε, να φθάσουν μίαν ώραν αρχύτερα στο Έδιμπουργ.
— Βέβαια, της είπε, ο γάμος του κ. Σέυμουρ θα αναστατώση κόσμον εκεί. Χοροί, θεάματα, εορταί, και σ' όλα αυτά βέβαια εσείς καθόλου δεν θα είστε από τα δευτερεύοντα στολίδια. Ποιος τη χάρη σας!
— Ναι ναι έτσι ελπίζω κεγώ, απεκρίθη με προπέτειαν, και τότε θα ευχαριστηθώ, όταν αμαυρώσω τας ωραίας του Έδιμπουργ και μάλιστα την απεχθή εκείνην λαίδην Σούμεριλ.
— Γιατί την εχθρεύεσθε; διότι κατώρθωσε να ελκύση τον σερ Έδμον Σέυμουρ;
— Όχι δα, τέτοια καύχηση δεν θα μπορή να κάνη μπροστά μου. Μάλλον τα πλούτη της έλκυσαν τον κ. Έδμον Σέυμουρ.
— Δεν το πιστεύω, είπε με ζέσιν, την οποίαν ματαίως προσεπάθει να κρύψη η Μαλβίνα. Τουλάχιστον ανάμεσα στις κακές συνήθειες που προσάπτουν στον κ. Σέυμουρ, ποτέ δεν άκουσα και την φιλοχρηματία. Το εναντίον είναι μεγαλόφρων και ελευθέριος όσο δεν γίνεται.
— Τον γνωρίζετε λοιπόν; ερώτησεν η κ. Κλάρα, χωρίς να μπορέση να κρύψη κάποιαν ταραχήν.
— Αμφιβάλλετε; είπε ειρωνικώς η κ. Φέμπικ. Αλλά καθώς εκείνος μου διεβεβαίωσε, δεν ίσχυσαν να τον ελκύσουν σπουδαία οι χάρες της κυρίας. Μόνο παίζοντας πάντοτε της έκαμνε τα γλυκά μάτια.
Η κ. Κλάρα έκαμε πώς δεν επρόσεξε της Μαλβίνας την ταραχήν και είπε:
— Εγώ τουλάχιστον είμαι βεβαία ότι ποτέ δεν της μίλησε ελαφρά. Ο σερ Έδμον έχει το γνώθι σαυτόν και είναι των αδυνάτων να λάβη θάρρος κοντά στην κ. Σορκή. Καταλαβαίνει ότι, και όλων των γυναικών του κόσμου εραστής αν γίνη τις, όμως ποτέ δεν θα κατορθώση, να γίνη και της κ. Σορκή.
Από κείνη τη στιγμή η Κλάρα έπεσε σε συλλογή. Έβλεπε με πόνο ψυχής την Μαλβίνα. Ήθελε να της πη: Αχ άνοιξε σεμένα την καρδιά σου, δυστυχισμένη μου!
Μετά το πρόγευμα ταμάξια ωδηγήθησαν εις την αυλήν. Η κ. Μπιρτών έδωκε το σύνθημα της αναχωρήσεως. Όλοι άρχισαν να ετοιμάζωνται.
Η κ. Κλάρα ηύρε μια στιγμή καιρό. Επλησίασε τη Μαλβίνα. την αγκάλιασε και της είπε:
— Πολύ πικραίνομαι, που δεν ηύρα καιρό να σας ομιλήσω. Αχ και να ήταν δυνατόν να μένατε εδώ μαζί μου. Θα επροφυλάττεσθε από κινδύνους, που δεν τους προβλέπετε ίσως.
Η Μαλβίνα εννόησε ότι η νέα φίλη εμάντευσε το πάθος της.
— Ευχαριστώ, αγαπητή μου, είπε. Αλλά τώρα αίφνης να το αποφασίσω, θα φανή καταπληκτικόν . .
— Αν το φέρη τουλάχιστον η περίστασις ναναχωρήσετε πριν από την κ. Μπιρτών από το Έδιμπουργκ, μη με λησμονήσετε· ελάτε να την περιμένετε εδώ σεμένα.
Η Μαλβίνα το υπεσχέθη ευχαριστούσα ευγνωμόνως. Η δε κ. Κλάρα επρόσθεσε:
— Μην αναφέρετε τίποτε καθόλου για μένα εις τον κ. Έδμον, σας το ικετεύω.
Η Μαλβίνα υπεσχέθη και τούτο, αλλά της εφάνησαν πολύ παράξενα όλα αυτά. Ενώ δε εδίσταζε, αν πρέπει να ζητήση λεπτομερείας, η κ. Μπιρτών έσπευσε να τραβήξη από το χέρι την κ. Κλάραν, διά να της αφίση υγείαν, εις δε την Μαλβίναν είπεν ότι άργησαν εξ αιτίας της.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Κ'.
ΑΠΟΨΕΙΣ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ
Εκείνο το βράδι αργά έφθασαν στο Έδιμπουργκ.
Την άλλη μέρα τα πρωί η κ. Μπιρτών εβγήκε δι' υποθέσεις της. Επίσης εβγήκε και η Κίττη για να ψωνίση.
Η Μαλβίνα λοιπόν έμεινε μόνη. Καμμίαν διάθεσιν δεν είχε να εξέλθη.
Κατέβη εις το κοινόν εντευκτήριον να ζητήση μερικά βιβλία. Εκεί έξαφνα ήκουσε την φωνήν του κ. Έδμον που ρωτούσε την Τάπαν πότε ήρθαν οι κυρίες της και αν είχαν καιρόν να τας ιδή.
— Η κυρία μου και η κ. Φέμπικ είναι έξω. Μόνον η κ. Σορκή είν' εδώ, θέλετε να . . .
— Όχι, δεν είν' ανάγκη τώρα, έρχομαι άλλοτε.
Η Μαλβίνα, αν και δεν ήθελε να συναντηθή με τον Έδμον, εν τούτοις κατεπικράνθη, όταν άκουσε ότι δεν θέλει να την ιδή, ενώ ήταν μόνη και τόσο κοντά του. Ντράπηκε, γιατί έλπισε σέναν άστατο και γέμισαν τα μάτια της δάκρυα.
— Αι, κ. Έδμον, είπε με υπερηφάνειαν, να που σεμένα δεν τα κατάφερες, γιατί εμένα δεν με δελέασες όπως την Κίττη ή και κάθε άλλη. Τώρα λοιπόν χαίρομαι, διότι θα θεραπευθώ.
Μετ' ολίγον εισήλθεν η κ. Μπιρτών ακολουθουμένη από κομψόν τινά νέον, υπεροπτικόν κάπως, ο οποίος άμα είδε την Μαλβίναν, έμεινε εμβρόντητος. Την προσηγόρευσε μετά σεβασμού και είπε αποτείνων τον λόγον εις την κ. Μπιρτών.
— Η κυρία βέβαια θα είναι η ερασμία συγγενίς σας, η αδελφή μου θα χαρή πολύ να την γνωρίση.
— Θα είναι βέβαια και διά την αξαδέλφην μου ευτύχημα να γνωρίση την ερασμίαν αδελφήν σας, υπέλαβεν η κ. Μπιρτών και ητένισε την Μαλβίναν περιμένουσα να βεβαιώση τους λόγους της, αλλ' εκείνη έμεινεν αδιάφορη. Η κ. Μπιρτόν επρόσθεσε.
— Η ευγενεία του είναι ο μιλόρδος δουξ Στάνοπ, αδελφός της λαίδης Σούμερολ, και το θεωρώ τιμήν μου, ότι μεσολαβώ να σας γνωρίσω.
Η Μαλβίνα έκλινε αξιοπρεπώς την κεφαλήν προς δείγμα ευχαριστήσεως.
— Ελπίζω ότι η κυρία θα κοσμήση την εορτήν, που ετοιμάζεται εις του θείου μου, είπεν ο λόρδος, κεπειδή προβλέπω ότι θα γεννηθή άμιλλα, ποιος να πρωτοχορέψη μαζί της, την αγκαζάρω από τώρα και την παρακαλώ να δεχθή το αγκαζέ μου, ώστε να γίνω επίφθονος εκείνη τη μέρα και να μην είναι άλλος σαν εμένα.
— Σας ζητώ συγγνώμη, μιλόρδε. Μελετώ να μην παρευρεθώ σε καμιά εορτή. Σας ευχαριστώ εν τούτοις για την ευγενή σας προτίμησιν.
Έπειτα αμέσως απεχαιρέτισε και εβγήκε.
— Πόσο είναι παράξενη αυτή η γυναίκα! εφώναξε η κ. Μπιρτών.
— Παράξενη ίσως, είπε ο λόρδος, μα θαυμασίως χαριτωμένη. Δι' όνομα του Θεού πρέπει να την καταφέρετε χωρίς άλλο νάρθη στου θείου μου . . . Να μη σώσω, αν καμία άλλη γυναίκα ως τώρα μου έχει κάνει τέτοιαν εντύπωσι — κέχω δα γνωρίσει του κόσμου τις γυναίκες.
— Πολύ τιμάτε την εξαδέρφη μου. Είναι όμως καθώς βλέπετε αγριογυναίκα.
— Τόσο το καλύτερο, την διέκοψε ο λόρδος γελών, τίποτε δεν υπάρχει πιο θελκτικό από τα άγρια αυτά κάλλη, όταν κανείς φθάση να τα ημερέψη.
— Προσέχετε, μιλόρδε, η νέα αυτή δεν είναι από κείνες που ξαίρετε. Δεν είναι ευκόλως εξημερώσιμη.
— Όχι δα!
— Αυτά που σας λέω.
— Θα δούμε.
Έπειτα είναι συγγενίς μου και δεν επιτρέπω καμμίαν όχι έντιμον απόπειραν.
— Έννοια σας . . . Εγώ είμαι λεύτερος το ξαίρετε. Ποιος μπορεί να μαντεύση το μέλλον; Ίσως είναι γραφτό να διπλοσυμπεθερέψωμε.
— Μακάρι, είπε με προφανή ευχαρίστησιν η κ. Μπιρτών.
— Ωστόσο σπεύσατε να την συναντήσετε. Πρέπει να έχη δώσει υπόσχεσιν, πριν φύγω από το σπίτι σας.
Η κ Μπιρτών κολακευομένη από την ελπίδα ότι η γενεά της έμελλε να λαμπρυνθή περισσότερον, έτρεξε προς την Μαλβίνα.
— Αδύνατο, αγαπητή μου, ναρνηθήτε την πρόσκληση. Πρέπει ναρθήτε στου λόρδου Στάφφορδ.
Η Μαλβίνα αντεστάθη με όλα της τα δυνατά.
— Αδύνατο, αγαπητή μου, ναρθώ.
— Έχετε λοιπόν οριστική απόφαση να μου χαλάσετε την καρδιά, ως φαίνεται. Και συμπλέκουσα τα χέρια εις σχήμα απελπισμού: Δυστύχημα! εφώναξε, να μην μπορεί κανείς να πείση μερικούς ανθρώπους, για κάτι πράγματα πολύ πολύ χρειαζούμενα . . .
Η Μαλβίνα έμεινε σιωπηλή.
Η κ. Μπιρτών κατέφυγεν εις τας παρακλήσεις. Η Μαλβίνα σκεφθείσα ωριμότερον, εστοχάσθη, ότι δεν έπρεπε να εντείνη περισσότερο το σχοινί.
Μόνον επειδή η εορτή θα εγίνετο μετά οκτώ ημέρας, εζήτησε να τας περάση χωρίς να φανή εις καμίαν συνάθροισιν. Έτσι ήθελε ναποδείξη στον σερ Έδμον, ότι καθόλου δα δεν εζητούσε ευκαιρίαν να τον ιδή, μια που εκείνος της εφέρθη πρώτος τόσον εφεκτικώς.
Ωστόσο η απομόνωσις εντός των πόλεων δεν ομοιάζει την απομόνωσιν της εξοχής. Οι ώρες δεν επερνούσαν γρήγορα. Οι συνηθισμένες της ασχολίες έχασαν τα πρώην θέλγητρά των και οι κρότοι, που εγίνοντο πέριξ, της έφερναν ακατάπαστον περισπασμόν. Συχνά άκουε του κ. Έδμον τα βήματα που έκαμναν την καρδιά της να σκιρτά και χωρίς να θέλη. Εν τούτοις απέφευγε με προσοχή μεγάλη να τον συναντήση, αν και θα έδιδε τη ζωή της να μάθη, γιατί εκείνος την αποφεύγει, κιακόμη να μάθη, αν ρώτησε τουλάχιστον περί αυτής.
Η κ. Μπιρτών και η νεαρά Φέμπικ ποτέ δεν της έκαμαν τον ελάχιστον περί αυτού λόγον. Έτσι ενθυμείτο τη συντροφιά του κ. Πρίορ, που τόσα πάντοτε της έλεγε για τον Έδμον και τα κατ' αυτόν.
Η εορτή επλησίαζε. Η Μαλβίνα είχε απόφαση σταθερή να μη συναντηθή με τον κ. Έδμον. Ωστόσο μια μέρα που ήτο στην αίθουσα κιαυτός, αίφνης την επροσκάλεσαν να υπάγη να διαλέξη καπέλλο για την εορτή, που τα είχε φέρει μια καπελλού επί τούτο κατά παραγγελίαν της κ. Μπιρτών.
Ενώ έμβαινε ολίγον ταραγμένη, διότι θα τον συνήντα, προ της εισόδου, βλέπει μια γυναίκα του λαού να κλαυθμυρίζη.
— Τι τρέχει; την ερωτά με την συνηθισμένη της συμπάθειαν.
Η γυναίκα βλέπουσα έξαφνα ευμένειαν από κει που δεν επερίμενε, την επλησίασε και της διηγήθη, ότι ήρθε να παρακαλέση την κ. Μπιρτών να μεσιτεύση στον λόρδον Στάνοπ, για να μην την διώξουν από το σπίτι που εκάθητο, κτήμα του λόρδου κοντά εις την αγοράν, που αυτή εκεί μπορούσε να εργάζεται και να κερδίζη τα της ζωής της. Ωστόσο την έδιωξαν όλοι σαν το σκυλί και η κ. Μπιρτών της είπε, πως έχει να βοηθήση δικούς της ανθρώπους.
Η Μαλβίνα έχουσα υπ' όψιν τον κ. Έδμον, την ερώτησε.
— Όλοι εξίσου σε διώξανε;
— Όχι όλοι ενώ μέβγαζεν έξω ο υπηρέτης, ένας νέος λόρδος — νάχη του Θεού την ευχή — μούβαλε τούτα κρυφά στο χέρι μου, (κέδειξε χαρτονόμισμα δέκα λιρών) κιακόμα με ρώτησε πού κάθομαι.
Η Μαλβίνα ησθάνθη αμέσως ανακούφισιν.
— Κεγώ θα μιλήσω του λόρδου Στάνοπ, είπε, μένε ήσυχη.
Η Μουδ — έτσι την έλεγαν τη γραία — έσκυψε να φιλήση της Μαλβίνας το χέρι την ώρα ακριβώς που έβγαινε ο κ. Έδμον. Ξυπάσθηκε που την συνήντησε έτσι έξαφνα. Ωστόσο την εχαιρέτησε με κλίσιν της κεφαλής και προσπέρασε.
Η Μαλβίνα έμεινε κατάπληκτη για τον τρόπο του. Η καρδιά της σπαράχτηκε· επίτηδες εβγήκε βέβαια, διότι ήταν να έμβη αυτή. Η αδιαφορία ήτο προσποιητή λοιπόν. Τι ήθελε τάχα να της δείξη; Κατηγορούσε τον εαυτό της, που έστω και μερικές στιγμές τον έκαμε να χαρή. Τώρα θα γελούσε βέβαια εκείνος, γιατί τον είχε πιστεύσει, και της φέρνεται τώρα έτσι, διά να της βγάλη κάθε ελπίδα, που μπορούσε να συλλάβη. Νά λοιπόν και αυτήν την τόσον ακατάδεχτην, όπου την κατέκτησε ο πλάνος εκείνος. Και ησθάνετο ψυχικούς πόνους νομίζουσα ότι επληγώθη η περηφάνεια της.
— Από τους συλλογισμούς αυτούς την έβγαλεν ο κ. Φέμπικ, ο οποίος έσκυψε έξω κωμικά τα κεφάλι και βλέπων την Μαλβίνα να της φιλή τα χέρια η Μουδ έστρεψε και είπε προς τας εντός της αιθούσης.
— Η κ. Σορκή, κυρίες μου, προτιμά την συναναστροφήν των, λ α δ ι κ ώ ν καταγίνεται με την κλαψόγρια εκείνη, κεσείς την περιμένετε να διαλέξη καπέλλο!
Η Μαλβίνα εντοσούτω εμβήκε στην αίθουσα.
— Η εξαδέλφη μου, είπε ειρωνικώς η κ. Μπιρτών, βρίσκει τέρψη με την συναναστροφή τέτοιων υποκειμένων.
— Κυρία μου, είπε η Μαλβίνα, χωρίς να αφαιρώ βέβαια την τέρψη από την εκλεκτή σας ομήγυρη.
Ο λόρδος Στάνοπ, που του έκαμε εντύπωση και η ωραία απάντηση και η αργυρόηχη φωνή της, επενέβη αμέσως.
— Πώς; η κ. Σορκή φροντίζει για τα αιτήματα της γραίας Μουδ; Αι μα τότε αυτή η γριά δεν μπορούσε νάχη καλύτερο συνήγορο. Και σκύπτων έξω της θύρας είπεν εις την γραίαν. Πήγαινε, κερά Μουδ· η δουλειά σου είναι τελειωμένη.
Η κ. Φέμπικ ζήλευσε: Ουφ! αυτός ο ανιαρός διάλογος· δεν θα παύση λοιπόν! Και της φώναξε:
— Ελάτε να δήτε τα κομψά αυτά πραματάκια!
Η Μαλβίνα επλησίασε, έπιασε στα χέρια της ένα καπελλίνο το παρετήρησε λίγο, έπειτα με την έμφυτη φιλοκαλία, που έχουν εις τέτοια πράγματα οι Γαλλίδες, μεταχειριζομένη μερικές καρφίτσες του έδωσε ένα τέτοιο σχήμα, τόσο αρμονικό, τόσο χαριτωμένο, ώστε η Κίττη το ζήλεψε πάλιν.
— Αναμφιβόλως, είπε αν φορέσετε αυτό το καπελλίνο, είναι το κομψότερο απ' όσα θα φανούν αύριο στην αμαξάδα που θα κάνουμε.
— Ποια αμαξάδα; ρώτησε αφελώς η Μαλβίνα.
— Σκοπεύομε να περιέλθωμε αμαξηδόν την προκυμαία, για να δη η κ. Φέμπικ τη θάλασσα, και ελπίζω να ταξιωθώ, κυρία μου, να έχω την ωραία συντροφιά σας στο δικό μου όχημα, είπε ο λόρδος.
— Ναι θάμαι κεγώ μαζί σας, επρόφθασε να προσθέση η Μπιρτών, για να προλάβη κάθε ενδεχομένην άρνησίν της.
H Μαλβίνα εδέχθη. Ο λόρδος Στάνοπ ήταν στις χαρές του. Η Κίττη επλησίασε τη Μαλβίνα να χύση το φαρμάκι της.
— Ξαίρετε γιατί θα πάτε με τα λόρδο Στάνοπ; γιατί ο κ. Έδμον απήτησε να λάβω θέση στο δικό του όχημα, κοντά στη λαίδη Σούμεριλ . . φοβούμενος μήπως τη δώσουν σε σας.
— Πολύ φυσικά, είπε η Μαλβίνα κρατούσα την ψυχραιμίαν της. Για πολλούς λόγους η δική σας η συναναστροφή ξαίρουμε πως του είναι μάλλον ευάρεστη παρά η δική μου.
Η κ. Φέμπικ δαγκάθηκε.
— Και ποιοι είν' αυτοί οι λόγοι, κυρία μου; εγώ δεν φροντίζω να του αρέσω, νά ποια φροντίζει, είπε παίρνοντας στα χέρια της το καπελλίνο, που είχε σιάξει η Μαλβίνα.
Εκείνη εμειδίασε για την ανεπιδέξια φράση της κ. Φέμπικ.
— Μπα; αυτό ήταν όλο; είπε. Μα αν το προτιμάτε λοιπόν, καλή μου, πάρτε το, ή αν θέλετε, δόστε μου να σας φιάξω το δικό σας, όπως σας αρέσει.
— Αχ τι καλή που είστε! είπε τότε με ειλικρίνειαν παιδικήν η ελαφρά Κίττη. Με καθυποχρεώνετε.
Η Μαλβίνα χαμογέλασε και πήρε να σιάξη το καπελλίνο.
Ο λόρδος Στάνοπ παρατηρούσε τα επιδέξια κινήματα των χεριών της.
— Μόνον οι Γαλλίδες δίνουνε χάρη σε ό,τι πιάσουν, είπε.
— Και μόνον οι Άγγλοι εκπληρώνουν με ακρίβειαν ό,τι υπόσχονται, απεκρίθη με γλυκό χαμόγελο η Μαλβίνα.
Ο λόρδος εκατάλαβε τον υπαινιγμόν. Γεμάτος από χαρά έβγαλε αμέσως το σημειωματάριόν του, έκοψε ένα φύλλο κέγραψε επάνω:
«Ο Βίγγαμ να υπογράψη αμέσως συμβόλαια με την κερά - Μούδη διά το σπίτι μου, που κάθεται ήδη αυτή, και το οποίον της ξανανοικιάζω.
ΕΡΡΙΚΟΣ, δουξ του Στάνοπ»
— Σας αρέσει; είπε, προσφέρων το έγγραφον.
— Δεν πρόκειται για μένα, μιλόρδε, απεκρίθη κοκκινίζουσα.
— Εγώ μα την πίστη μου μόνο για σας τόγραψα.