Μαλβίνα: Ρωμαντικό Μυθιστόρημα του 18ου αιώνος

Part 8

Chapter 82 wordsPublic domain

Ο κ. Έδμον, που πολύ λίγο φρόντιζε για της θείας του την αρετή, ερώτησε την κ. Μέλμορ, με ποίαν πρόφασιν ο κ. Πρίορ συχνάζει ατής κ. Σορκή;

— Προφασίζεται, είπεν η κ. Μέλμορ ότι της παραδίδει μάθημα.

— Τι μάθημα! . . .

— Κύριος οίδε.

— Βρώμια λόγια! είπε. Αλλά η καρδιά του εσπαράχθη από ζήλεια. Ωστόσο δεν υπέφερε να την βρίζουν ενώπιόν του.

Εν τούτοις η κ. Μπιρτών είπε με απορίαν.

— Και γιατί τάχα την υπερασπίζεσαι; Βέβαια ο κ. Πρίορ είναι άξιος πάσης υπολήψεως, ούτε αυτή ομοιάζει την Κίττη. Αλλ' οπωσδήποτε παρέβλεψαν τους τύπους της ευπρεπείας. Έπειτα εστράφη αμέσως προς την κ. Μέλμορ.

— Για την κόρη σου, της είπε, τότε μόνον θα παραβλέψω, όταν μου υπακούση αμέσως και χωρίς την ελαχίστην αντίρρησιν. Άλλως πικρά θα μετανοήση και ξαίρε το.

Τρέμουσα η κ. Μέλμορ εβεβαίωσε την κ. Μπιρτών ότι η θυγατέρα της δεν θα φέρη καμίαν αντίρησιν, αλλά θα υπακούση προθύμως.

Ο κ. Έδμον τότε διά να αποφύγη κάθε παράπονον της Κίττης, που ήτο φυσικόν ότι θα του έκαμνε, απεφάσισε ναναχωρήση αμέσως. Και το εδήλωσε της θείας του.

Αυτή θέλουσα οπωσδήποτε να τον απομακρύνη, δεν εφρόντισε να εξακριβώση την αιτίαν. Απεφασίσθη να φύγη αμέσως την άλλη μέρα.

Απεσύρθη εις τον κοιτώνα του. Ήτο ταραγμένος. Αι σχέσεις της Μαλβίνας με τον κ. Πρίορ τον έκαμναν νευρικόν. Ήθελε να μάθη, τι είδους σχέσεις ήσαν και ποίαν τέρψιν εύρισκεν η Μαλβίνα εις αυτάς.

Δεν περνούσε βέβαια από τον νουν του να υποψιασθή την διαγωγήν της. Όχι. Αλλά και η ελαχίστη κλίσις της προς άλλον, έστω και η αθωοτέρα, τον εξαγρίωνε. Του εφαίνετο κλοπή προς αυτόν. Ακόμη και της Λαίδης Χέριντεν την μνήμην εζήλευε. Εν τούτοις ήτο ιπποτικός και υπερήφανος και δεν κατεδέχετο να διατυπώση παράπονα. Εσπάρασσε λοιπόν την ψυχήν του κατά μόνας χωρίς να εκφρασθή εις κανένα. Επερίμενε τα ιλαρά βλέμματα της καλής Μαλβίνας να του μεταδώσουν την ιλαρότητα εις την καρδίαν του.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΕ'.

Η ΠΑΡΑΜΟΝΗ ΤΗΣ ΑΝΑΧΩΡΗΣΕΩΣ

Το βράδυ εμαζεύθηκαν όλοι διά το τσάι.

Η κ. Μπιρτών φύσει χαιρέκακος εχαίρετο διά την ταπείνωσιν την οποίαν έμελλε να επιβάλη στην Κίττη, αλλά εφοβείτο την Μαλβίναν, και εσκέπτετο πώς ναπαλλαγή και απ' αυτήν.

Η κ. Μέλμορ εφοβείτο την οργήν της κ. Μπιρτών και τον εξαγριωμόν της θυγατρός της, όταν θα εμάνθανε τα καθέκαστα. Και έμενε σιωπηλή υποθέτουσα ότι σκέπτεται να εύρη διέξοδον.

Ο κ. Έδμον δύσθυμος δι' όλα ακουμβούσε επάνω εις την θερμάστραν και κρατών εφημερίδα την έβλεπε χωρίς να την διαβάζη . .

Ελυπείτο, διότι άφινε την Μαλβίναν εις τοιαύτην στιγμήν, αμφέβαλλε δε ακόμη διά την προς αυτόν αγάπην της.

Η. Μαλβίνα εκάθητο εις την άλλην άκραν του τραπεζιού έδειχνε στη Φανή κάτι χαλκογραφίες και τις εξηγούσε με χαμηλή φωνή.

Η Κίττη τις παρατηρούσε οκνηρά πάνου από τον ώμον της Μαλβίνας.

Ο κ. Πρίορ εβημάτιζε μέσα στην αίθουσα.

Όταν πήραν όλοι τα φλιντζάνια στο χέρι, η κ. Μπιρτών ηρώτησε τον κ. Έδμον.

— Τι ώρα φεύγεις αύριον;

— Αμέσως μετά το πρόγευμα, απήντησεν εκείνος.

— Και για πού, παρακαλώ; είπεν η Κίττη εξαφνισθείσα.

— Στο Έδιμπουργκ, για υποθέσεις που επείγουν.

Η Μαλβίνα από την ταραχήν της έχυσε μερικάς σταγόνας τσάι στα χεράκια της Φανής, που της έκαψαν τα δάχτυλα.

Ο κ. Έδμον το επρόσεξε.

— Και θα μείνετε πολύ; ρώτησε πάλι η Κίττη.

— Ναι πολύ. Θα γίνη ανάγκη ίσως να υπάγω και εις το Λονδίνον.

Η Μαλβίνα χωρίς να θέλη άλλαξε όψιν. Ο Έδμον την επλησίασε για να της πάρη το φλιντζάνι· έπιασε το χέρι της και ήτανε ψυχρό. Κάθε αμφιβολία πλέον εξαλείφθηκε από το πνεύμα του. Η Μαλβίνα τον αγαπούσε. Εκάθησε κοντά της γεμάτος από ευγνωμοσύνην. Εκείνη στοχάζεται ότι θα χωρισθούν και μελαγχολά. Ούτε πλέον ερωτά τον εαυτόν της το διατί.

Μόνον επήρε στην αγκαλιά της την Φανήν και την έσφιγξε ψιθυρίζουσα:

— Ω κόρη μου, κόρη μου!

Ως να της εζητούσε συγγνώμην, διότι άλλος ήρχετο να λάβη την προνομιούχον θέσιν μέσα εις την καρδίαν της.

Ο Έδμον ενόησε το κίνημα και ησθάνθη τον εαυτόν του υπερήφανον ως νικητήν.

Το σιωπηλόν αυτό δράμα μια μόνο στιγμή εβάσταξε, αλλά ήτο η στιγμή εκείνη, που αποφασίζει των δρώντων προσώπων τας τύχας.

Στιγμή ευτυχίας ή καταστροφής, στιγμή τέλος ζωής ή θανάτου.

Την σιωπή την διέκοψε η Κίττη.

— Ως το Λονδίνο είπατε; Και ποια ανάγκη σας έκαμε να λάβετε μιαν τέτοια απόφαση τόσον απροσδόκητη;

Η κ. Μπιρτών επενέβη.

— Μήπως σας χρεωστεί λόγον των πράξεών του ο ανεψιός μου, δεσποινίς;

— Φαίνεται να είναι πολύ επείγοντες οι λόγοι που μαναγκάζουν να ταξιδεύσω, αφίνων οπίσω μου τόσας ερασμίας αναμνήσεις, αι οποίαι βέβαια θα με κάμουν να σπεύσω να τας ξαναεύρω όσο το δυνατόν ταχύτερα.

Η κ. Μπιρτών φοβουμένη μήπως η Κίττη ή η Μαλβίνα το πάρουν επάνω τους αυτό που είπε, τον διέκοψε.

— Μη μας συγκινείς περισσότερο με τους λόγους σου. Μας είναι αρκετή η συγκίνησις εκ της σκέψεως, ότι δεν θα σε έχωμεν μεταξύ μας τις οίδε πόσον; Ας κατευνάσωμεν την λύπην μας με ολίγην μουσικήν.

— Πολύ καλά, πολύ καλά, είπεν εκείνος, ελπίζων εν τω μεταξύ να εύρη καιρόν να είπη κατ ιδίαν δυο λέξεις στη Μαλβίνα.

— Μπας και νομίσατε πως έχω την όρεξη να σας τραγουδήσω; είπε με προπέτειαν η Κίττη.

— Και δεν βλέπω δα τη μεγάλη ανάγκη να μας τραγουδήσετε, δεσποινίς! είπε με τον ίδιον τόνον η κ. Μπιρτών.

Η κ. Μέλμορ έγνεψε την κόρην της να μη τεντώνη το σκοινί περισσότερον.

— Φιλτάτη μου θεία, είπεν ο Έδμον, κάμετέ μου τη χάρη να μου φέρετε τα νέα γαλλικά τραγούδια, που ελάβατε χθες.

Εκείνη εδίσταζε υποπτευομένη.

— Θέλω να τα κάμω δώρον εις την λαίδην Σούμεριλ, αν αξίζουν τον κόπον, επρόσθεσεν ο Έδμον.

Αυτό έφθανε. Μετ' ολίγον τα τραγούδια ήσαν εκεί.

— Πάντοτε αυτά τα καταραμένα τα γαλλικά! είπε η Κίττη με θυμό.

— Δε βαριέσαι, Κίττη, της είπε με γλύκα ο Έδμον ιδιαιτέρως. Τι σκοτίζεσαι γι' αυτά και για τάλλα. Δεν μπορείς να με περιμένης εδώ έως που να τους πουλήσω όλους και να επιστρέψω κοντά σου;

Η Κίττη ιλαρύνθη και εκάθησε ήσυχη, δηλώσασα ότι δεν είχε όρεξιν να το κουνίση απ' εκεί. Και η μητέρα της εδήλωσε ότι θα κάμη συντροφιά της κόρης της, διότι εβαρύνετο την μουσικήν.

Ο Έδμον πλήρης χαράς ότι επέτυχε το στρατήγημά του, επρόσφερε τον βραχίονά του προς την Μαλβίναν.

Εκείνη από την συγκίνησίν της δεν ετόλμησε ναντισταθή και αυτός την ωδήγησε θέλοντας και μη εις την αίθουσαν της μουσικής.

Τότε η Φανή άρχισε να κλαίη. Η δε Μαλβίνα θα ηναγκάζετο να στερήση τον Έδμον από την ευκαιρίαν που ζητούσε, ότε ως από μηχανής θεός παρουσιάσθη ο κ. Πρίορ.

— Α, κ. Πρίορ, καταπραΰνατε το κοριτσάκι αυτό που σας αγαπά ως πατέρα. Περιποιηθήτε το ως να είσθε πράγματι.

Ο κ. Πρίορ εκολακεύθη από το φιλοφρόνημα αυτό, γενόμενον τόσον γενναιοφρόνως ενώπιον της Μαλβίνας και γνωρίζων ότι μαυτόν τον τρόπον γίνεται προσφιλής προς αυτήν, επήγε και πήρε την Φανή στην αγκαλιά του και την έφερε στον κοιτώνα της.

Έτσι ο Έδμων κατώρθωσε τέλος να μείνη μόνος με την Μαλβίναν και την παρεκάλεσε να καθίση εμπρός στο πιάνο.

Εκείνη υπήκουσε ως άψυχη μηχανή και αυτός άνοιξε την Όπερα «Armida» προς το τέλος και άρχισε να τραγουδή με περιπάθεια το

— «Φεύγω, Αρμίδα, έχε υγεία».

Αυτό αύξησε την ταραχή της Μαλβίνας, γιατί ήταν τόσο ταιριαστό με την περίσταση και δε βάσταξε πια τα δάκρυά της.

Ο Έδμον γεμάτος χαρά ανυπόκριτη κόλλησε τα χείλια του στα χέρι της και φώναξε με ζέση:

— Αν απ' αλήθεια η αναχώρησίς μου δεν σας είναι όλως διόλου αδιάφορο πράγμα, πρέπει να κρίνετε πόσο πικρό είναι σ' εμένα ναπομακρυνθώ από σας πριν να τολμήσω μηδέ τι μου εμπνέεται να σας εκφράσω, μηδέ τι αισθάνεσθε να σας ερωτήσω. Σ' εμένα που σας αφίνω να περιστοιχίζεσθε από τόσες κακές προλήψεις για τον χαρακτήρα μου . . — Και όμως ο χαρακτήρ μου αυτός είχε ανάγκην μόνον καρδίας αξίας των καθαρών φλογών, υπό των οποίων εφλέγετο η ιδική μου και δεν ηύρε ως τώρα τοιαύτην. — Σεμένα τέλος που σας αφίνω κοντά σε άνδρα ενάρετον και εράσμιον, άξιον δε να σας εκτιμήση και τον οποίον . . . μόνον δέχεσθε καθ' εκάστην στο σπίτι σας!

— Έκαμα λοιπόν άσχημα να τον δέχωμαι: ηρώτησε με ταραχήν η Μαλβίνα.

— Κακόν εσύ δεν έχεις κάμει ποτέ! εμένα όμως μαυτό μπορείς να με κάμης να λυπούμαι.

— Αχ κ εγώ δεν ήθελα να σας κάμω ποτέ να λυπηθήτε, είπε η Μαλβίνα παρασυρομένη.

Ο Έδμον κατεγοητεύθη από τη φράση που της ξέφυγε, κιακόμα περισσότερο από τον τρόπο που την πρόφερε. Αλλά πριν προφθάση να της ανοίξη το θησαυρό της ψυχής του, εμπήκε μέσα στην αίθουσα ο κ. Πρίορ.

Η Μαλβίνα πολύ λίγο συνηθισμένη να προσποιήται, ήθελε τα χάσει, αλλά ο δεινός εκείνος περί τα τοιαύτα Έδμον άλλαξε αιφνιδίως και φυσικώς την ομιλίαν, ούτως ώστε και η ιδία η Μαλβίνα ευρέθη ελαφρωμένη και υπό νέαν όλως ψυχολογικήν κατάστασιν, ώστε κατώρθωσε ευκόλως να μη προδοθή αμέσως και σκύψασα ησύχως εφυλλομετρούσε τα τετράδια της μουσικής προσποιουμένη ότι προσέχει εις αυτά.

Όταν όμως ο κ. Πρίορ ήλθε κοντά της, παρετήρησε την ωχρότητα της και την ηρώτησε με ενδιαφέρον.

— Τι έχετε; μου φαίνεσθε χλωμή κάπως· μήπως πάσχετε;

Η Μαλβίνα εκοκκίνησε από εντροπήν. Ενόμιζε ότι όλος ο κόσμος εμάντευσε τα αισθήματά της· πως εδιάβαζαν πλέον στο βλέμμα της ό,τι εκείνη ανεκάλυπτε συμβαίνον εις την καρδίαν της.

Αλλά κατόπιν απήντησε ότι δεν έχει τίποτε και είναι όπως πάντοτε. Εν τω μεταξύ εισήλθε και η κ. Μπιρτών, η δε Μαλβίνα άρχισε το τραγούδι. Εν τούτοις τέτοια ήτο η ψυχολογική κατάστασις του καθενός, ώστε εις παν άλλο ή εις την μουσικήν είχαν την προσοχήν των και τραγουδούντες και ακούοντες.

Η κ. Μπιρτών χωρίς όρεξη τράβηξε εν τω μεταξύ ένα τετράδιον και είπε χασμωμένη ότι αυτά είναι συνθέματα γυναικός.

Ο κ. Πρίορ την παρεκάλεσε τότε να τους πη και κανένα από της ομοεθνούς ποιητρίας τα τραγούδια.

Η Μαλβίνα ακουσίως προσέβλεψε προς τον Έδμον.

Εκείνος μειδιάσας αυταρέσκως, έβαλε εμπρός της τα τετράδιον. Η Μαλβίνα άρχισε να ψάλη με προθυμίαν τώρα:

_Φεύγεις, καλέ μου; — Εγώ θρηνώ, ότι μόνη μακρυά από σε η καρδιά μου θα ραγίση. Του χωρισμού η στιγμή οϊμέ ζυγώνει, Ποιος ξαίρει για πάντα αν δε μας χωρίση! Μέσα μου τώρα ο πόθος γιγαντώνει για να σου πω πόσο έχω αγαπήσει και κλαίω. Ο χρόνος που όλα τα ησκιώνει μονάχα τον καημό μου δεν θα σβύση. Στάσου στερνή φορά να σ' αντικρύσω και δέξου απ' την ψυχή μου μνήμης δώρα τα τραγούδια του πόνου που με δέρνει. Μην τα ξεχνάς. Κιόταν ξανάρθης πίσω, Όσες πίκρες με φαρμακώνουν τώρα διπλές χαρές η όψη σου θα μου φέρνη._

Τόσο δυνατά οι στίχοι αυτοί εκλόνισαν την ψυχήν της, ώστε η φωνή της έτρεμε.

— Ας παύσωμεν, της είπεν η κ. Μπιρτών, δεν είσθε τόσον καλά σήμερα. Ποτέ δεν ετραγουδίσατε τόσο άσχημα.

Ωστόσο ο Έδμον την είδε με μίαν ιλαρότητα, που την έκαμε να ησυχάση.

Έπειτα επλησίασε και προσποιούμενος ότι μουρμουρίζει τα προ αυτής τραγούδια της είπε:

— Για μένα ο ήχος της φωνής σου είναι η χαρά του ουρανού. Ευτυχής ο θνητός τον οποίον θα προτιμήσης! Μαφίνης να φύγω χωρίς ελπίδα . . . ένα βλέμμα σου, μια λέξις σου μπορούν να με υψώσουν στους ουρανούς!

Η Μαλβίνα χαμήλωσε τα μάτια και δεν είπε λέξη.

Μα υπάρχουν περιστάσεις που η σιωπή λέγει περισσότερα από τα λόγια.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΣΤ'.

ΤΑPAXΑΙ

Αφού σηκώθηκαν όλοι να παν στην αίθουσαν, η Μαλβίνα μη ημπορούσα να ανθέξη εις τας συγκινήσεις, εζήτησε από την εξαδέλφη της την άδεια ν' αποσυρθή και την έλαβεν αμέσως.

Ο Έδμον όμως διεμαρτυρήθη.

— Πώς, κυρία, της είπε, μας αφίνετε τόσο γρήγορα! Τουλάχιστο δεν θα σας ιδώ αύριο πριν φύγω. Αν δεν έχετε διάθεσιν να καταβήτε στο πρόγευμα, δεν θα με συγχωρήσετε τουλάχιστον να έλθω να σας αποχαιρετήσω στο σπίτι σας;

Η Μαλβίνα ταραγμένη του είπε να μην κάμη τον κόπο, γιατί εκείνη εξάπαντος θα καταβή. Και ανέβηκε στον κοιτώνα της.

Άρχισε να περιπατή με μεγάλα βήματα. Δεν το πιστεύει ακόμη, και φοβείται εν τούτοις να το σκεφθή.

— Παύει η ευτυχία μου, παύει η ειρήνη της ψυχής μου. Έχασα την ηρεμία του πνεύματος. Δεν μπορώ να συγκεντρώσω το νου μου . . . Έχει λοιπόν τόση δύναμη απάνω του αυτός ο άνθρωπος! Γιατί τάχα έχει συγκλονιστεί τόσο η ύπαρξίς μου; Μήπως είμαι ερωτευμένη μαζί του; . . . Μπα; μα εγώ δεν τον βλέπω με καμιά ευχαρίστηση. Το εναντίο μάλιστα θέλω να τον αποφύγω . . . Ναι ας φύγη λοιπόν να εύρω την ησυχία μου!

— Μαμά! εφώναξε χαϊδευτικά η Φανή από το κρεβατάκι της.

Η Μαλβίνα έτρεξε αμέσως και ρίχτηκε απάνω στο κοριτσάκι με στοργή.

— Ναι, παιδί μου, η μαμά σου είμ' εγώ. Και κανείς δε θα με χωρίση από σένα, το έχω ορκισθή ήδη. Εκείνος . . φεύγει πια . . .

Και προσπαθεί να μη τον θυμηθή πλέον. Κατακλίνεται και αποκοιμάται, διότι η ψυχική αγωνία είχε καταβάλει τον οργανισμόν της.

Την άλλη μέρα η Μαλβίνα παραβαίνει τον λόγο της και δεν κατεβαίνει. Έτσι η δυστυχής ενόμισε ότι απαλλάσσεται από το συναίσθημα, που άρχισε να αναπτύσσεται μέσα στην ψυχή της.

Είπε να ειδοποιήσουν κάτω ότι είναι αδιάθετη. Ο Έδμον επληγώθη καιρίως από την είδησιν. Και προσπαθούσε ναναβάλη όσο ηδύνατο πιο βραδύτερον την ώρα της αναχωρήσεως με την ελπίδα να την ιδή να προβάλη από κάπου. Αλλά εκείνη δεν εφάνη.

Ο Έδμον κατάλαβε ότι πρόκειται περί γυναικείου πείσματος. Φεύγων λοιπόν, ούτε τους τυπικούς χαιρετισμούς του δεν της έστειλε, αν και αυτό το έκαμε με πολλήν συντριβήν της καρδίας του.

Εκείνη δε . . ω εκείνη ήτο βεβαία ότι θα ήρχετο να την αποχαιρετήση και κάθε στιγμή που άκουε κάποιον θόρυβον έξωθεν, ελαχταρούσε και έστρεφε προς την θύραν του δωματίου της. Αλλά . . τίποτε.

Μετ' ολίγον κρότος αμάξης ήχησε εις τα ώτα της . . Αλίμονον της εφάνη ως κρότος νεκροφόρου, που επήγαιναν να κηδεύσουν την ευτυχίαν της.

— Εγώ φταίω, είπε. Του ημπόδισα με κάθε τρόπον την άνοδον. Και ήρχισε να παραδίδεται εις απελπισίαν θυμοφθόρον.

Αίφνης ακτίς ελπίδος την ανεθάρρυνε. Εσκέφθη ότι ο Έδμον μη δυνηθείς να την ιδή, της άφισε κάποια σημειωσούλα. Και την επερίμενε με πλήρη βεβαιότητα.

Όταν εμβήκε λοιπόν η Τομκίνα την εκοίταξε με αγωνία. Περίμενε πως κάτι θα της δώση.

Η αφελής Τομκίνα βλέπουσα την λαχτάρα της, την ηρώτησε τι επιθυμεί.

Ενύχτωσε και κανένα σημείωμα κανείς δεν της έδωσε. Φοβερά αθυμία κατέλαβε την ψυχήν της. Προσπαθούσε να δικαιολογήση τον εαυτόν της και να κατηγορήση εκείνον. Ω αυτή είχε τόσας αντιξόους περιστάσεις, τόσα εμπόδια, την εδέσμευαν υποχρεώσεις· ω αν ήτο ελευθέρα σαν εκείνον, βεβαίως θα έσπευδε να τον συναντήση. Αυτός όμως χωρίς να έχη κανένα εμπόδιον, έφυγε χωρίς καν να της αφίση τους χαιρετισμούς του . . .

Έμεινε όλην την ημέραν κατάκλειστη. Ούτε ο κ. Πρίορ δεν ετόλμησε να την ανησυχήση, πράγμα που του εκόστισε πολύ . . . Διατί άρα γε;

Ηύχετο να περάση αμέσως η ημέρα εκείνη και να ξημερώση η επαύριον. Μόλις λοιπόν έφεξε εσηκώθη. Επερίμενε ολίγον ακόμη με αγωνίαν, ήλθε την ώραν που εκείνη εσυνήθιζε να κατεβαίνη. Αλλά εκείνη δεν εφάνη. Σιωπή βαθειά επικράτει γύρο. Ο κ. Πρίορ επέστρεψε δύσθυμος. Τέλος εσήμανε μεσημέρι. Ο κ. Πρίορ είδε την Τομκίναν και την ηρώτησε τι γίνεται η κυρία της.

— Αχ, Θεέ μου, από την αυγή την ακούω και περιπατεί στον κοιτώνα της. Κοιμάται τόσο λίγο . . αδύνατο να μην αρρωστήση. Δυο νύχτες κατά σειρά εμένα με στέλνει ναναπαυθώ, μα αυτή αγρυπνά.

Ο κ. Πρίορ ετράβηξε ίσα στης Μαλβίνας. Καθόταν εκείνη σκυμμένη, το μέτωπο στο χέρι της και τον αγκώνα στο γόνατο στηριγμένον. Άμα είδε τον κ. Πρίορ, σηκώθηκε. Τα μάτια της ήσαν ξεκομμένα.

— Πάσχετε, κυρία! της είπε. Μου φαίνεσθε βαριά λυπημένη.

— Ναι τω όντι είμαι λίγο αδιάθετη και φοβούμαι μην παρεξηγηθώ.

— Και ποιος μπορεί να σας παρεξηγήση εδώ μέσα; . . το πολύ ο κ. Σέυμουρ.

Αυτό δεν ήτο τ ο - π ο λ ύ, ήτο το παν διά την Μαλβίναν. Όμως μη θέλουσα να δώση υπονοίας, δεν είπε λέξιν.

— Χθες βασανίστηκα που δεν σας είδα, είπε ο κ. Πρίορ. Εσείς δεν λυπηθήκατε καθόλου που χάσαμε τας ώρας της συναναστροφής μας;

— Αχ. κ. Πρίορ, είπε η Μαλβίνα. Πρέπει να σας τα πω. Η συναναστροφή σας μου είναι πολύτιμη και είδατε πόσο με τέρπει . . Αλλά φοβούμαι μήπως μας παρεξηγήσουν εδώ μέσα. Ήδη ήρχισαν να φαίνωνται παράξενες οι συχνές συνεντεύξεις μας.

— Ω Θεέ μου! Και ποιος σας έβαλε αυτήν την ιδέαν;

Η Μαλβίνα ταράχτηκε. Ή έπρεπε να πη ψέματα, ή να ονομάση τον Έδμον. Το πρώτο της ήτο αδύνατον, το δεύτερον της εφάνη φοβερόν. Αλλά μόλα ταύτα ηναγκάσθη να του πη όλην την αλήθειαν.

Ο κ. Πρίορ ανεφώνησε με ταραχή . .

— Και με ποιο δικαίωμα ο κ Σέυμουρ κατασκοπεύει τα καμώματα σας; Και διατί εσείς θυσιάζετε την φιλίαν μου εις τας παρατηρήσεις ενός . . . ξένου;

Ή Μαλβίνα ηγανάκτησεν εσωτερικώς και ηύρε την δύναμιν ναπαντήση.

— Ό,τι και αν φρονήτε, κ. Πρίορ, διά τον σερ Σέυμουρ, δεν πιστεύω να τον θεωρήτε και όλως ανίκανον να κάμη και μίαν καν ορθήν παρατήρησιν. Ούτε αμαρτάνει κανείς, νομίζω, όταν ακούη και παραδέχεται το ορθόν οποιοσδήποτε και αν του το υπέδειξε.

— Αλλά τέτοια μια συμβουλή προϋποθέτει οικειότητα. Και σεις ποτέ δεν μου είπατε ότι υπήρχε μεταξύ σας τέτοιο πράγμα.

— Μα και δεν πιστεύω να υπάρχη, είπε στενοχωρημένη η Μαλβίνα.

Η στενοχώρια της αυτή δεν διέφυγε τον κ. Πρίορ. Του ήλθε ως επίλαμψις, η οποία τον εφώτισε διά τα συμβαίνοντα.

— Τι φρικτό φως! ανέκραξε. Α, κ. Μαλβίνα, Λοιπόν δεν το πιστεύετε . . . ώστε δεν είσθε βεβαία περί του εναντίου. Δυστυχισμένη μου φίλη; οι λύπες σας! οι αγρυπνίες σας! . . Δεν αποκρίνεσθε, Μαλβίνα! Κατώρθωσε λοιπόν να περιπλέξη και σας στα δίχτυα του ο πολυμήχανος εκείνος! . . . Τώρα κατανοώ την αλλόκοτη, την μυστηριώδη του διαγωγήν. Και σας ήθελε να ελκύση, μα και την Κίττη να μη χάση. Αφ' ότου άρχισε να σας κάμνη τα γλυκά μάτια, από τότε με περισσότερη ζέση προσκολλήθηκε στην Κίττη. Όταν ήσθε σεις παρούσα επεδείκνυε προς εσάς προτίμησιν, αλλ' όταν δεν ήσθε, παρεδίδετο εις εκείνην φλογισμένος από έρωτα.

Η Μαλβίνα κιτρίνησε και μαργαριτάρια από ίδρωτα εκάλυψαν το μέτωπό της.

— Τι έχετε, κ. Μαλβίνα; ανήσυχος έκραξεν ο κ. Πρίορ και βάζωντάς την να καθίση. Έπειτα επρόσθεσε·

Αν ο Έδμον δεν ήτο ανάξιος της καρδίας σας, αν θα ηδύνατο να σας κάμη πράγματι ευτυχισμένην, αν τέλος ήτο εις θέσιν να εκτιμήση τους θησαυρούς της ψυχής σας, εγώ ο ίδιος ήθελα τον φέρει στα πόδια σας, ακόμη και αν επρόκειτο για πάντα να λησμονήσετε . . εμένα.

Και το είπε αυτό με τόση πίκρα! . .

Ωστόσο κρότος ηκούσθη εις την θύραν. Ο κ. Πρίορ διεκόπη, και παρουσιάσθη ως κεφαλή Μεδούσης η κ. Μπιρτών. Η θέσις εις την οποίαν τους ηύρε παν άλλο ήτο παρά εποικοδομητική προς διάλυσιν των υποψιών της.

Εστάθη σιωπώσα θεατρικώς, ως να μη εύρισκε λέξεις να παραστήση την κατάπληξίν της.

— Καλά δα μου τα έλεγαν, κεγώ δεν ήθελα να τα πιστεύσω! Τώρα πλέον αντιλαμβάνομαι ότι δεν ήσαν λόγια του κόσμου.

— Και τι σας είπαν, κυρία; είπεν σοβαρά ο κ. Πρίορ. Τι υποψίαι αναβαίνουν στον εγκέφαλον σας;

— Υποψίαι, λέγει; Και η κατάσταση αυτή που σας βρίσκω μπορεί να μου αφίση αμφιβολία για το αντικείμενον που σας απασχολή;

— Κυρία! είπε με εντονοτέραν φωνήν ο κ. Πρίορ, προσέξατε. Μη πλανηθήτε από πάθος ουτιδανόν, που διαστρέφει του νου το κριτήριον και τυφλώνει την συνείδησιν, ουδ' επί στιγμήν μη τολμήσετε να υποψιασθήτε διά την αγγελικήν αυτήν ψυχήν.

— Πόθεν τόση τόλμη και τόση οίησις, κ. Πρίορ; και από πότε έχετε την άδειαν να με νουθετήτε; Και αντί ναπολογήσθε για τον εαυτό σας, αναλαμβάνετε εργολαβικώς την απολογίαν της κυρίας απ' εδώ;

— Εγώ για μένα δεν έχω να δώσω λόγο σε κανένα, παρά μόνον στον ετάζοντα τους νεφρούς και τας καρδίας των ανθρώπων, και στου οποίου την υπηρεσίαν είμαι ήδη αφιερωμένος.

— Εξέλθετε, κύριε! είπεν η κ. Μπιρτών παραλλαγμένη και τρέμουσα από θυμόν, αν δεν θέλετε να πιστεύσω, ότι έχετε περισσότερα δικαιώματα από μένα, να μένετε εντός αυτού του δωματίου.

Ο κ. Πρίορ επεισμώθη και εδίσταζε να υπακούση.

Τότε η Μαλβίνα με την γαλήνην του έχοντος καθαράν την συνείδησιν επροχώρησε και είπε σεμνά:

— Πηγαίνετε, κ. Πρίορ. Βλέπετε ότι η εξαδέλφη μου επιθυμεί να μας αφίσετε μονάχους. Μείνετε ήσυχος. Υπάρχουν επιπλήξεις που καθόλου δεν ταράζουν τον επιπληττόμενον.

Ο τρόπος αυτός της Μαλβίνας, ο ανεπιφυλάκτως ειλικρινής και αταράχως τολμηρός, έπεισε κατά βάθος την κ. Μπιρτών περί της αθωότητός της, η δε επιδεικνυομένη εισέτι αμφιβολία της ήτο πλέον προσποιητή.

Τούτο δεν διέφυγε την προσοχήν του κ. Πρίορ και χαίρων διά την νίκην, την οποίαν ειρηνικώς κατήγαγεν η φίλη του, εξήλθε από το δωμάτιον χωρίς να προφέρη λέξιν.

Η Μαλβίνα τότε παρεκάλεσε με ηρεμίαν την εξαδέλφην της, να της δώση μερικάς εξηγήσεις διά την σκηνήν την οποίαν εδημιούργησε προ ολίγου ως ώφειλε.

Η κ. Μπιρτών εντράπηκε λίγο και ωσεί αιτολογουμένη είπε·

— Σας βεβαιώνω, φιλτάτη, ότι δεν παραδέχθηκα τας υποψίας που θέλησαν να ρίξουν εις το πνεύμα μου εναντίον σας. Ποτέ δεν μπορώ να παραδεχθώ, ότι γυναίκα από την συγγένειά μου περνά ζωήν άταχτη.

Η Μαλβίνα εκοκκίνησε και με φωνήν ταραγμένην είπε:

— Δεν πιστεύω δα ο μόνος τίτλος της ευπρεπείας μου ότι πρέπει να είναι η προς εσάς συγγένειά μου. Σας επιβάλλεται εν τούτοις να μου πήτε αμέσως: ποιες είναι οι υποψίες σας, ώστε να ημπορέσω να τας διαλύσω. Και ακόμη έχετε υποχρέωσιν ηθικήν απέναντί μου να μου αποκαλύψετε εκείνον που σας έκαμε να τας συλλάβετε, διά να τον εξελέγξω.

Ο μεγαλοπρεπής τόνος της Μαλβίνας είχε κάτι το ξεχωριστό, που η κ. Μπιρτών δεν μπόρεσε ναντισταθή. Ηναγκάσθη λοιπόν να ομολογήση της κ. Μέλμορ τας σπερμολογίας. Και ακόμη νικημένη ολοτελώς από το κράτος της αθωότητος της Μαλβίνας, την εβεβαίωσεν, ότι αυτή καθόλου δεν τα επίστευσε, αλλά της τα λέγει μόνον, διά να προφυλάσσεται από τας παρεξηγήσεις του κακού κόσμου.

— Δεν εγνώριζα ότι μένουσα κοντά σας, ευρίσκομαι εις το μέσον του κόσμου και μάλιστα του κακού. Ούτε ήλπιζα ότι στο σπίτι σας θα κριθώ από φαινόμενα εξωτερικά.

— Σε κανένα μέρος, αγαπητή μου, δεν υπάρχει ασφάλεια από την καταλαλιά. Φοβούμαι μάλιστα μήπως τα λόγια της κ. Μέλμορ έχουν διαθέσει τον Έδμον εναντίον σας, και ποιος ξαίρει αν δεν του έρθη όρεξις να σας περιπαίξη στας ομηγύρεις του Έδιμπουργκ.

— Τον νομίζετε ικανόν; είπε η Μαλβίνα κοκκινίζουσα.

— Αν εσείς δεν τον νομίζετε, τότε τον κρίνετε με περισσότερη επιείκεια, παρά με όσην εκείνος θα έκρινεν εσάς. Κιακόμη συγχωρέστε με να σας πω ότι είναι απλοϊκότης να ζητήτε ναθωώσετε άνθρωπον, ο οποίος ετόλμησε να κάμη το σπίτι μου καταγώγιον ανόμων ερώτων με κορίτσι, που εγώ το έχω υπό την προστασίαν μου.

— Ίσως και η κατά της Κίττης κατηγορία να μοιάζη με τη δική μου. Ποιος σας την κατηγόρησε;

— Η μητέρα της . . .

— Ω! πάλιν η ιδία . . . . και την κόρη της; Αλλ' αν ο κ. Σέυμουρ το ήξαιρε, θα την υπερασπίζετο βέβαια.

— Ωστόσο εγώ την κατηγόρησα εμπρός του, αλλ' εκείνος δεν το ηρνήθη.

— Τουλάχιστο δεν είπε να διορθώση το σφάλμα του! . . . να την νυμφευθή!

— Τι λέτε; Κεγώ πού είμαι; Πιστεύετε ότι θα επιτρέψω νανταμειφθή το τιποτένιο αυτό κορίτσι για τις ατασθαλίες του μ' έναν τέτοιον γάμον;

— Κρίμα τα κορίτσι!

— Πολύ συμπαθήτε τις αμαρτωλές.

— Το ίδιο έκαμνε και ο Σωτήρ.

— Αι τότε μάθετε λοιπόν, ότι δεν θα την αφίσω εις την καταισχύνην η οποία της αρμόζει, Μετ' ολίγας ημέρας παντρεύεται με άλλον.

— Κι ο σερ Έδμον το δέχεται;

— Το εύχεται από καρδιάς για να γλυτώση από κάθε εμπόδιον να επιταχύνη τον γάμον του με την λαίδη Σούμεριλ. Γιαυτό πάει δα και στο Έδιμπουργκ, όπου σκοπεύω να πάγω κεγώ για να παρευρεθώ στην τελετή του γάμου, που θα ανυψώση τον ανεψιόν μου σένα απ' τα πρώτα αξιώματα του βασιλείου και θα τον κάμη άξιον των αγαθών που του προετοιμάζω.

Η Μαλβίνα ωχρίασε. Αυτό δεν διέφυγε την προσοχήν της κ. Μπιρτών.

— Σας ενοχλεί βλέπω η ομιλία αυτή, εξαδέλφη, είπε.

— Καθόλου.

— Ο κ. Πρίορ μετά τα γεγονότα δεν δύναται πλέον βέβαια να μένη στο σπίτι μου. Ούτε θα εναντιωθήτε, πιστεύω, διά την αναχώρησίν του.

— Εγώ, κυρία μου! είπε η Μαλβίνα με ειλικρινή κατάπληξιν, η οποία ηυχαρίστησε την κ. Μπιρτών τόσον, ώστε την εφίλησε εις ένδειξιν ειλικρινούς συνδιαλλαγής και απεσύρθη.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΖ'.

Η ΨΎΧΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΚΑΘΕΝΟΣ ΤΩΝ

Η Μαλβίνα έπεσεν εις συλλογισμούς ζοφερούς. Αγαπούσε τον Έδμον αν και δεν το ομολογούσε στον εαυτόν της. Όστις αγαπά ζητεί πάντοτε να εξαγνίζη το αγαπώμενον ον. Ο δε Έδμον ήτο από τα πρόσωπα, που δεν μπορεί να παρέλθη ενώπιόν των αδιάφορη και η πλέον ενάρετη γυναίκα. Ολίγαι γυναίκες βέβαια υπήρξαν επί γης άξιαι να παραβληθούν προς την Μαλβίναν. Ωστόσο και αυτή γυναίκα ήταν. Εφοβείτο μήπως ο Έδμον δεν την έκρινε όσον ήτο άξια, μήπως την συνέχεε με τον όχλον των γυναικών. Υπεκρίθη ενώπιον της ψυχής ταραχήν και μετεχειρίσθη φωνήν τρυφεράν καρδίας ερώσης, ενώ αφ' ενός κατεγίνετο να δελεάση την Κίττη και αφ' ετέρου ετοιμάζετο να νυμφευθή μίαν τρίτην. Όταν μόνον τα λόγια είναι ψεύτικα, ημπορεί κανείς να τα εννοήση και περιφρονών τον ψευδόμενον, συγχωρεί αυτόν συγχρόνως. Αλλ' όταν τα μάτια, τα τελευταία εκείνα άσυλα της αληθείας κατορθώνουν να απατούν, θα πη πως η ψυχή είναι διεσταμμένη αθεράπευτα.