Μαλβίνα: Ρωμαντικό Μυθιστόρημα του 18ου αιώνος
Part 7
— Και πώς λοιπόν ο αυστηρός ιεροκήρυξ, είπε, ανέχεται τοιαύτας παρεκτροπάς; Πώς δεν εφρόντισε να νουθετήση το πλανώμενο κορίτσι και να του δείξη τον κίνδυνον που διατρέχει; Πώς δεν επέπληξε τον άνδρα εκείνον, ο οποίος υπό την στέγην της φιλανθρωπίας προσπαθεί να διαφθείρη την προστατευομένην αθωότητα; Πώς δεν τον απείλησε ότι θα τα κοινολογήση εις την μητέρα της κόρης, ή και εις την οικοδέσποιναν;
— Μόνον τότε νουθετεί και ελέγχει ο φρόνιμος, όταν γνωρίζη ότι θα πηγάση κάτι καλό. Όταν γνωρίζη ότι οι λόγοι του θα μείνουν άκαρποι, αφίνει να ενεργή η θεία Πρόνοια. Κατά παραχώρησιν της Προνοίας οι κακοί έχουν τιμωρόν την ιδίαν κακίαν και κολαστήριον την ασωτείαν των. Ο Έδμον θα με εκορόιδευε και θα επέτεινε στο πείσμα μου την επιβουλήν του. Η κυρία Μέλμορ είναι ένα μεγάλο μωρό, που καν μια επιβολή δεν έχει στην κόρη της και άν ποτε την μαλώση καταντά στα τελευταία να της ζητήση συγγνώμην. Η κ. Μπιρτών πάλι, επειδή είναι φυσικά μια κρύα γυναίκα κέχει βαστάξει σωφροσύνην ως τώρα η ίδια, νομίζει ότι αυτό είναι εύκολον στην καθεμιά, και κάθε γυναίκα οπωσδήποτε χωλαίνουσαν ως προς αυτό, την θεωρεί όνειδος ανθρώπων. Άμα λοιπόν μάθη ότι η Κίττη έχει φερθή έτσι ελαφρά, είναι ικανή όχι μόνον να την διώξη αλλά και να φανερώση το αίσχος της εις όλο τον κόσμο. Η Κίττη είναι ένα κομψό νευρόσπαστο χωρίς καμιά αρχή και είναι ικανή να δραπετεύση έξαφνα με τον κ. Έδμον, άμα αποκαλυφθή. Και τότε; σε λίγο ο κ. Έδμον θα την αφίσει και αυτή θακολουθήσει τότε άλλον και επειδή ο άλλος αυτός κανείς δεν μας εγγυάται ότι θα είναι σταθερώτερος του πρώτου, υπάρχει κίνδυνος να ολισθήση εις τον αριθμόν τον γυναικών που πωλούν την σάρκα τους.
— Και γιατί τάχα ο κ. Έδμον δεν την παίρνει γυναίκα του; ερώτησε δειλά η Μαλβίνα.
— Διότι καθόλου δεν του ταιριάζει. Οι νεανικές του παρεκτροπές είναι αλογάριαστες, αλλά η ψυχή του είναι γεμάτη ευγένεια: Δεν μπορεί να συμφωνήση με τον χαρακτήρα της Κίττης που δεν έχει καμίαν αρετήν απολύτως, εκτός της εξωτερικής ομορφιάς και της ευστροφίας του πνεύματος, προσόντα αρνητικά που καθιστούν μίαν γυναίκα πανούργον και επικίνδυνον ερωτοπλάνον.
— Δεν πιστεύετε ότι ο κ. Έδμον την αγαπά;
— Όχι.
— Εγώ όμως νομίζω πως την αγαπά.
— Έτσι φαίνεται, αλλά μην το πιστεύετε. Η έξις των ηδονών έχει νεκρώσει μέσα του κάθε συναίσθημα Χρειάζεται τώρα μια εξαιρετική γυναίκα για να του ξυπνήση την καρδιά του . . . Και μονάχα μίαν γνωρίζω που έχει αυτά τα προσόντα, επρόσθεσε ατενίζων χαρακτηριστικά την Μαλβίναν. Αλλά ποτέ εκείνος δεν θα τολμήση να υψώση προς αυτήν το βλέμμα, αισθανόμενος ότι δεν θα ταπεινώση αυτή το δικό της επάνω του.
Η Μαλβίνα εστενοχωρήθη διά τον απότομον αυτόν υπαινιγμόν· εκοκκίνησε και επειδή δεν ήθελε ναπαντήση, σηκώθηκε και πήγε στο παράθυρο.
— Κύριε Πρίορ, είπε, όσο δριμύ κιάν είναι το κρύο, όμως ο ήλιος είναι τόσο λαμπρός, που οι όχθες της λίμνης πρέπει νάχουνε μεγάλη χάρη. Έχω σφοδράν επιθυμίαν να κάνω ένα μικρόν περίπατον ως εκεί. Δεν πήγα ποτέ μου ίσια με τώρα.
— Όχι μονάχη. Πρέπει νάρθω κεγώ μαζί σας.
— Ναι, θα πω και της κ. Μπιρτών να μας συνοδεύση, αν θέλη.
Πήγε στον κοιτώνα της και φόρεσε βαρύ επανωφόρι. Ένδυσε καλά και την Φανήν και κατέβη στην αίθουσαν.
Εκεί είδε την Κίττη να παίζη όρθια άρπα. Ο κ. Σέυμουρ εκάθητο κοντά της και της ομιλούσε χαμηλά με πολλήν ζέσιν.
Η κ. Μπιρτών κοντά στη θερμάστρα εδιάβαζε, ή μάλλον επροσποιείτο ότι διαβάζει, αλλά πράγματι παρακαλουθούσε με ενδιαφέρον μέσα στον καθρέφτη το ειδύλλιον που εγίνετο όπισθέν της.
Ήδη απεφάσισε μέσα της την τύχην της Κίττης . . .
Ο ερχομός της Μαλβίνας τους έκανε να συνταραχθούν όλοι. Ο κ. Έδμον σηκώθηκε αποτόμως και ήρθε κοντά της. Της εξέφρασε την απορίαν, αλλά και την χαράν του για την έξαφνην παρουσίαν της.
Η Κίττη δυσαρεστήθηκε και χαιρέτησε ψυχρά κάπως.
Η κ. Μπιρτών καταχάρηκε. Της εφάνη ότι εκδικείται την Κίττην βλέπουσα αυτήν εις αδημονίαν, διότι διεκόπη η τόσο θερμή συνομιλία της με τον κ. Έδμον. Υπεδέχθη διά τούτο την Μαλβίναν μεξαιρετικήν ευμένειαν.
Η Μαλβίνα αφελώς και άνευ επιφυλάξεως τινος τους επρότεινε τον περίπατον έως στη λίμνη.
Ή κ. Μπιρτών εδέχθη με προσποιητήν αρέσκειαν.
Ο κ. Έδμον το εθεώρησε ως απροσδόκητον αγαθόν.
Η Κίττη με στενοχώριαν ανθρώπου που δεν έχει τα μέσα ναποφύγη επερχόμενον κακόν, υπέκυψε στο πεπρωμένο.
Οι βράχοι και τα δένδρα ενδυμένα με πάγους σαν λαμπρούς θώρακας, που αντιφέγγιζαν επάνω του οι ακτίνες του ηλίου, έπαιρναν τα πια ζωηρά χρώματα της Ίριδος. Το χιόνι σκέπαζε τις κορυφές των βουνών και σπινθηροβολούσε γύρο από του ήλιου την αντανάκλαση, ώστε θάμβωνε τα μάτια.
— Ας υμνήσωμε τον ήλιο μαζί με τον Οσσιανόν, είπεν ο κ. Πρίορ.
Κιάρχισε ναπαγγέλη.
«Σα θυρεός των αντρειωμένων εκείνων πατέρων μας, ω εσύ που ολογυρίζεις κυκλοτερής απάνου απ' τις κορφές μας, το θείο σου φως πούθε πηγάζει, ω Ήλιε! Προβαίνεις βασιλέας και τάστρα κρύβουν το φέγγος, κη σελήνη χλωμή, κρύα, βυθίζεται στη δύση. Μα εσύ τρέχεις! Ποιος άλλος νακολουθήση σε, είν' άξιος;
«Οι δρύες των ορέων γεράζουν πέφτουν, μα και τα όρη ακόμα τα τρώγει ο χρόνος.
«Ο Ωκεανός ξογκώνεται μα πέφτει, βυθίζεται στα σκότη το φεγγάρι. Μόνος εσύ! κιαδιάκοπα έχεις νιάτα και τη χαρά σου ως φως μας τη σκορπίζεις.
«Μπόρες τον κόσμον δέρνουν και σκοτάδια, οι κεραυνοί κυλιούνται μέσ' στο χάος κη αστραπή πετάει με μιας και σβυέται.
«Μα εσύ όλο νιος πεντάμορφος προβάλλεις, πέρκαλος μέσ' στα γνέφη, περιγελώντας τις μπόρες, τους ανέμους, τους χειμώνες»!
Ωστόσο η Μαλβίνα ενεθυμείτο την σκηνήν του σπιτιού. Γιατί να συγχισθή λοιπόν τόσο ο κ. Σέυμουρ, όταν την είδε να εμβαίνη; Δεν της έμελλε βέβαια που αγαπούσε την Κίττη, μα γιατί να θέλη να το κρύβη απ' αυτήν; Τι σκοπεύει τάχα; Θα του φέρνεται πλέον με τόσην ψυχρότητα, ώστε να μην του αφίση ούτε υπόνοιαν πως κάτι μπορεί να ελπίση από αυτήν. Ακόμη ζητούσε προφάσεις να τον παραστήση ανάξιον λόγου στον εαυτόν της. Τον παρέβαλλε λοιπόν με τον κ. Πρίορ κεύρισκε τον δεύτερον πολύ προτιμότερον.
Αν ήτο δυνατόν να μαντεύωνται τα διανοήματά μας από εκείνους που μας ενδιαφέρουν, ο κ. Πρίορ βεβαίως θα έμενε ευχαριστημένος από τας σκέψεις της. Αλλά . . . . και ο κ. Έδμον δεν θα καθυστέρει, αν εισχωρούσε στης ψυχής της τα βάθη. Ωστόσο εκείνοι εσυζητούσαν μεγαλόφωνα.
— Ομολογώ, έλεγε ο κ. Έδμον, πώς είναι άξιοι καταφρονήσεως, όσοι παρ' αξίαν έχουν ισχύν στην κοινωνία. Μα γιατί να δείχνωμε τα φρονήματα μας γιαυτούς, ενώ μπορούμε έχοντες την εύνοιάν των να τα μεταχειριστούμε για να βοηθήσουμε αναξιοπαθούντας ομοίους μας; Η αυστηρά παρρησία αυτούς μεν τους καγκελώνει γύρο με την κολακεία, από δε τους καλοθελητάς αφαιρεί κάθε μέσον να κάνουν το καλό.
— Όχι! η αρετή δεν πραγματεύεται. Όποιος το κάνει θα πει πως δεν την έχει γνωρίσει.
— Είναι κίνδυνος, αν πάμε έτσι να μη βρη κανένας το δρόμο του Παραδείσου.
— Αι γνώμαι του κ. Πρίορ είναι αυστηραί, αλλ' ομοιάζουν με τους επιστάτας της κοινής ευταξίας ουσσάρους, οι οποίοι χτυπούν δυνατά το μαστίγιον δεξιά κιαριστερά, με σκοπόν πάντοτε να κρατήσουν την τάξη.
Είδαν εμπρός τους ένα άνθρωπον γέροντα, ένα αόμματον.
— Να ο Οσσιανός, εφώναξε ο ευφάνταστος κ. Πρίορ. Τέλειος Οσσιανός. Έτσι επλανάτο σαυτά τα μέρη. Και μετ' ολίγον επρόσθεσε ένθους . . .
— Αχ ας είχα την δύναμιν να τον ζωγραφήσω!
— Καλύτερα μου φαίνεται να τον βοηθήσουμε παρά να τον ζωγραφήσουμε, είπε ο Έδμον. Και χωρίς πολλάς διατυπώσεις έτρεξε προς τον δυστυχή ανάμεσα εις βράχους παγωμένους και ολισθηρούς, εις χαράδρας και ρύακας. Τέλος τον έφθασε· τον επήρε στον βραχίονά του, τον κατέβασε σιγά και προσεχτικά σαν υιός φιλόστοργος, τον έφερε δε εις τον απέναντι φαινόμενον δημόσιον δρόμον, και τον παρηκολούθησεν ακόμη ολίγον, έως ότου έγιναν άφαντοι και οι δύο.
Οι άλλοι αφού τον επερίμειναν αρκετά, επί τέλους εβαρέθηκαν, διότι ο Έδμον αργούσε να φανή. Και ήρχισαν σιγά σιγά να προχωρούν προς τον πύργον, υποθέτοντες ότι και εκείνος από άλλην διεύθυνσιν έλαβε την προς τον πύργον άγουσαν.
Η Μαλβίνα έλαβε πολύ ενδιαφέρον διά την γενναίαν προθυμίαν του Έδμον προς βοήθειαν των αδυνάτων. Κεσκέπτετο ότι οι εμπράκτως ασκούντες την αρετήν είναι οι ολιγώτερον περί αρετής κοπτόμενοι.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ'.
ΑΝΗΣΥΧΙΑΙ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ.
Εις τον πύργον δεν ηύραν τον Έδμον. Άργησαν επίτηδες το γεύμα. Εκείνος δεν εφάνη. Όλοι απορούσαν διά την βραδύτητα. Η Μαλβίνα, δεν της έκαμνε καρδιά, ναναβή στο διαμέρισμα της. Ήταν ανήσυχη. Η ημέρα έκλεινε προς την δύσιν της. Ο Έδμον ακόμη να φανή! Ενύκτωσε. Η Μαλβίνα δεν εβάστηξε πλέον.
— Ίσως περιεπλανήθη κέχασε τον δρόμον. Ίσως την στιγμήν αυτήν δεν έχει πού να καταφύγη. Διατί τάχα να μη σταλούν άνθρωποι προς αναζήτησίν του;
— Πέφτει χιόνι πολύ. Δεν πιστεύω νάχει κανένας κουράγιο να βγη τέτοιαν ώρα· είπε ο κ. Πρίορ.
— Και πώς πάλι ναφίσουμε τον κ. Έδμον, εκτεθειμένον έτσι; Τις οίδε αν δεν κινδυνεύη να καταπλακωθή υπό της χιόνος; Ένας τόσο γενναίος άνθρωπος πρέπει να χαθή, για την καλή του προαίρεση;
Ο κ. Πρίορ ελυπήθη περισσότερον την Μαλβίναν, που δεν ημπορούσε να κρύψη την υπερβολική της συγκίνησιν, παρά τον κ. Έδμον.
— Θέλετε λοιπόν να συνάξω τους υπηρέτας του πύργου και να τρέξω μαζί των προς αναζήτησίν του;
— Αι, κ. Πρίορ, απεκρίθη με πικρίαν η Μαλβίνα, ο σερ Έδμον, αν επρόκειτο να σας συνδράμη, δεν θα επερίμενε βέβαια την ιδικήν μου άδειαν.
Ο κ. Πρίορ επληγώθη ολίγον από αυτήν την απάντησιν. Αλλ' εκινήθη προς δράσιν. Επενέβη η κ. Μπιρτών.
— Βλέπω, είπεν, ότι η εξαδέλφη μου ευρίσκεται εις παραζάλην και δεν μου φαίνεται παράδοξον ότι και οι δύο σας ζητείται να βάλετε εις κίνησιν τους υπηρέτας μου, χωρίς καν τυπικώς να ζητήσετε την συγκατάθεσίν μου, πράγμα βέβαια που δεν ενδιαφέρει ουσιαστικώς. Μενδιαφέρει όμως η ησυχία των ανθρώπων μου, τους οποίους απερίσκεπτα θέλετε να εκθέσετε εις κακοπαθείας, αι οποίαι καθόλου δεν θα ωφελήσουν τον ανεψιόν μου. Εκείνος γνωρίζει καλά τους τόπους αυτούς. Δεν θα έχη κάμει την αφροσύνην να εκτεθή εις προφανή κίνδυνον, θα περάση την νύκτα εις την καλύβην κανενός χωρικού.
— Και αν όχι; είπε με συγκίνησιν η Μαλβίνα.
— Φιλτάτη; προς τι πάλιν η τόση ορμή της ευαισθησίας σας; Αληθώς είμεθα πεπεισμένοι αρκούντως περί αυτής και νέα τεκμήρια εκ μέρους σας θα ήσαν οχληρά και εις εσάς και εις ημάς.
— Νομίζετε λοιπόν ότι το κάμνω προς επίδειξιν ευαισθησίας την στιγμήν που κινδυνεύει ένας άνθρωπος τόσον γενναιόφρων!
Η κ. Μπιρτών σκεφθείσα ωριμότερον έκρινεν ότι δεν εσύμφερε να δείξη περισσοτέραν κακίαν και απήντησεν ησυχότερον.
— Ενδέχεται να έσφαλα στην κρίση μου. Αλλά νομίζω ότι και εγώ αρκετά αγαπώ τον ανεψιόν μου,
Η Μαλβίνα βλέπουσα το ανωφελές της επιμονής της, εσιώπησε.
Ήτο πολύ αργά, όταν διέλυσαν την συναναστροφήν. Η Μαλβίνα ανέβη στο δωμάτιον της κατεχομένη από μερίμνας αλγεινοτάτας. Έστειλε την Τομκίνα να ησυχάση και έμεινε μόνη κοντά στην θερμάστρα του κοιτώνος της. Η ανησυχία την κρατούσε άυπνην και η ταραχή την εμπόδιζε από κάθε ασχολίαν. Ετρόμαζε τον σφοδρόν αέρα, που τον άκουε να βογγά στη στέγη και να τρίζει στα παράθυρα. Εσηκώνετο ανήσυχη, έβλεπεν έξω, ότι έπεφτε χιόνι. Εφαντάζετο πόσο παχύ θα ήταν έξω το στρώμα της χιόνος και πόσο ο Έδμον θα εκινδύνευε να παραχωθή. Άκουε τις βοές των χειμάρρων και των γλαυκών τις κραυγές και της εφαίνοντο ως οδυνηραί προσκλήσεις ανθρώπου κινδυνεύοντος. Έκλαιε και παρακαλούσε τον Θεόν διά την ζωήν του κ. Έδμον. Και τόσον φυσική της εφαίνοτο η συγκίνησίς της αυτή, ώστε δεν εζήτησε να εξετάση της ξεχωριστής αυτής συγκινήσεώς της την αιτίαν.
Είχεν ήδη εξημερώση. Η Μαλβίνα κουρασμένη από την συγκίνησιν και την αγρυπνίαν εξαπλώθη σέναν καναπέ. Η κόπωσις της έφερε ύπνον ταραγμένον με όνειρα αλλόκοτα.
Μετ' ολίγον την εξύπνησεν ο κώδων της εισόδου, ο οποίος αντήχησε καθ' όλον τον πύργον. Εσηκώθη με λαχτάραν και έτρεξεν εις το παράθυρον, από το οποίον εφαίνετο η αυλή. Είδεν εκείθεν τον κ. Έδμον βουτημένον εις το χιόνι και οι υπηρέται τον ετριγύριζον και προσπαθούσαν να του δώσουν τας πρώτας βοηθείας. Η ψυχή της ησύχασε και άφισε μικράν κραυγήν χαράς. Έκλαυσε από ευγνωμοσύνην προς την θείαν Πρόνοιαν, ήτις τον έσωσε και της εξέφρασε τας ενδομύχους ευχαριστίας της.
Ενώ εσυλλογίζετο να καταβή και η ίδια προς συνάντησίν του διά να μην εύρουν καιρόν αι κυρίαι Μέλμορ να φλυαρήσουν προς αυτόν διά την χθες βραδινήν ανησυχίαν της και τον κάμουν να υποψιασθή άλλο τι παρά την κοινήν προς κινδυνεύοντα συμπάθειαν, αίφνης ανοίγει η θύρα και εμφανίζεται ο κ. Έδμον κατάβρεκτα έχων τα φορέματα και ακατάστατον την περιβολήν. Το πρόσωπόν του ήτο ωχρό και κουρασμένο, αλλά φως από τα μάτια σου έλαμπε και χάρις επάνω του ήτο πολλή.
— Κυρία μου, της είπε, με συνεκίνησε πολύ το ενδιαφέρον που εδείξατε για μένα, όπως μου είπαν. Η ευγενής ψυχή σας λοιπόν δεν απαξιοί να φροντίζη και δι' εμένα! Η είδησις αυτή, της οποίας ούτε την ελπίδα δεν θα ετολμούσα να συλλάβω κατά διάνοιαν, μου έκαμε προσφιλείς τας κακοπαθείας μου. Ομολογήσατέ το λοιπόν και ενώπιόν μου, ότι με συλλογίζεσθε και απόντα.
Έλαβε το χέρι της περιπαθώς και ατένισε τα μάτια του στα δικά της με τέτοια γλύκα, που την έκαμε να κοκκινίση.
— Ναι, είπε με αιδημοσύνην, ήμουν ανήσυχη αλήθεια. . . . και ποιος ημπορούσε να μην είναι . . . . η νύχτα ήταν τόσο φοβερή!
Έξαφνα εμβήκε ορμητικώς μέσα η δεσποινίς Μέλμορ.
— Εύγε την προθυμίαν σας, σερ Έδμον! ανέκραξε, μόλις σας το είπαμε και τρέξατε να παύσετε τας ανυσηχίας της. Σας περιέγραψε λοιπόν τας μερίμνας της με τρόπον ευαίσθητον; Α τι βλέπω; το στρώμα της ανέγγιχτο, δεν εκοιμήθη καθόλου λοιπόν απόψε! Τωόντι αδύνατον να προβή περαιτέρω η συμπάθεια. Φαίνεται κιαπό την όψιν της, δεν είναι καθόλου χαρίεσσα σήμερα.
— Το εναντίο μάλιστα ποτέ δεν ήταν τόσον ωραία, όσον σήμερα, είπε θεωρών αυτήν με τρυφερότητα ο σερ Έδμον.
Η Μαλβίνα εφαίνετο θορυβημένη και δεν ήξαιρε τι να απαντήση. Αλλά η Κίττη επρασίνισε από ζήλεια. Την προσοχήν του κ. Έδμον την είχεν απορροφημένην η ελπίδα ότι ημπορούσε ναγαπηθή από την Μαλβίναν. Η αμηχανία της, η κοκκινίλα της, ήσαν θεάματα τερπνά και θελκτικά δι' αυτόν.
Απέναντί της ήτο ευσυνείδητος. Δεν ήθελε ηδονήν αποκτωμένην με θυσίαν εκ μέρους της φιλτάτης εκείνης ψυχής. Προσεπάθησε να μη φανή ότι εννόησε την ταραχήν της και κρύπτων την χαράν του έσπευσε να της ζητήση συγγνώμην ότι αρκετά κατεχράσθη την καλωσύνην της. — Ο ίδιος ήθελε να πιστεύη ότι μάλλον την αδυναμίαν της. — Και εξήλθεν ακολουθούμενος υπό της οχληράς δεσποινίδος Μέλμορ.
Μίαν άλλην ημέραν, όταν ευρέθη μόνη η Μαλβίνα με τον κ. Έδμον, ετόλμησε να τον ερωτήση διά την περιπλάνησιν εκείνην.
— Αλήθεια επεράσατε στο δρόμο μέρος της νυκτός;
— Αϊ, ναι! είπε, το χιόνι και η ανεμοζάλη δεν μπορούσαν να μεμποδίσουν νάρθω κοντά στη φίλη μου το γρηγορώτερο. Τα λόγια αυτά δεν ωμοίαζον τας κοινάς φιλοφρονήσεις του κ. Έδμον προς τας ερωμένας του, έβγαιναν από την καρδιά του. Αλλ' η Μαλβίνα έχουσα υπ' όψει την Κίττη δεν το πιστεύει και αναστενάζει απ' τον καημό της ότι την θεωρεί και αυτήν μίαν από τας συνήθεις γυναίκας. Έπειτα σιγή επικρατεί.
Ο στεναγμός αυτός δεν διέφυγε τον κ. Έδμον. Ζητεί να μαντεύση την σιωπήν της.
— Τι συλλογίζεσθε; της λέγει, ήθελα να εμβαθύνω στην καρδιά σας.
— Και τι άλλο θα βλέπατε εκεί από θλίψιν! Όσο βλέπω ψευδόμενον τον κόσμον τόσο περισσότερον αισθάνομαι την στέρησιν της φίλης μου.
Ο κ. Έδμον εκατάλαβε ότι δι' αυτόν ήτο ο υπαινιγμός.
— Δεν πιστεύετε λοιπόν, ότι υπάρχει και άλλο συναίσθημα εκτός της φιλίας, γλυκύτερον και θελκτικώτερον, το οποίον τόσον υπερτερεί την φιλίαν, όσον η αληθινή ευδαιμονία υπερέχει από την απλήν ανάπαυσιν!
— Εγώ έχω ορκισθή να μη γνωρίσω αυτό το άλλο συναίσθημα.
— Αμαρτήσατε να δώσετε τέτοιον όρκο, και περισσότερο θα αμαρτήσετε, αν τον φυλάξετε. Άλλως τε τα συναισθήματα δεν εξαρτώνται από την θέλησίν μας.
— Φθάνει, είπε η Μαλβίνα, ο χαρακτήρ σας δεν σηκώνει σοβαρώτερα.
— Υποθέτετε λοιπόν, είπε μετά πικρίας ο κ. Έδμον, ότι δεν μπορώ τελοσπάντων να είμαι και σοβαρός από καμιά φορά; Σας βεβαιώνω, υπάρχουν μερικά περιστατικά, που συγκινούν εμένα περισσότερο από κάθε άλλον.
— Τότε χαρά στην δεσποινίδα Κίττη, είπε η Μαλβίνα με χαμόγελο.
— Η Κίττη! έκραξε έκπληκτος. Και τι σχέση έχει η Κίττη; Βλέπω, κυρία μου. ότι με έχουν διαβάλει . . . .
— Γιατί να σας διαβάλουν; Είναι τόσο χαριτωμένη, ποιός ημπορεί να σας κατηγορήση για μια τέτοιαν εκλογή.
— Δεν έχω σκοπό βέβαια ναρνηθώ τις χάρες και τα θέλγητρα της νέας, αλλά σας βεβαιώνω, κυρία μου, εάν . . .
— Και όμως, είσθε νομίζω ο μόνος εδώ, ο οποίος αρνείσθε το γεγονός.
— Είναι λυπηρόν, αν το πιστεύη η Κίττη, αλλά θα ελυπούμην πολύ περισσότερο, αν μάθαινα πώς το θεωρεί σωστό και η κ. Σορκή. Η ιδία έχετε παρατηρήσει τάχα την υποτιθεμένην αυτήν κλίσιν μου;
— «Ο κόσμος τόχει τούμπανο . . . . »
— Και ποιος τόχει αυτός ο κόσμος;
— Όλοι σας βλέπουν. Αλλά απορώ, γιατί τάχα αρνείσθε σαν νάναι έγκλημα μία κλίσις τόσο φυσική. Η μις Μέλμον έχει όλες τις χάρες και χαρακτήρα φαιδρό σαν το δικό σας.
— Αχ ναι αυτό είναι που με κατηγορούν όλοι· φαιδρός μέχρις ελαφρότητος. Έχω μέσ' στην ψυχή, πιστέψετέ με, κυρία κάθε τι που χρειάζεται διά να είμαι σοβαρός, όταν θελήσω.
Ιδού η ψυχολογική αιτία, που ήταν επικίνδυνη στη Μαλβίνα, χωρίς αυτή να το καταλάβη: Όταν μία γυναίκα έχει τέτοια μιαν επίδραση εις ένα χαρακτήρα ελαφρόν και φιλοπαίγμονα, ώστε να κατορθώση να τον μεταβάλη και να τον καταστήση σοβαρόν και ευσταθή, η γυναίκα εκείνη δεν μπορεί να καυχηθή, ότι της είναι αδιάφορος ο άνδρας, που υπέστη την τοιαύτην επίδρασίν της.
Το κατάντημα της συνδιαλέξεως εκείνης ήτο, ότι η Μαλβίνα ήρχισε να συλλαμβάνεται χωρίς να θέλη, χωρίς καν να το εννοήση εις του έρωτος τας μυστικάς πλεκτάνας. Ήτο σύννους το υπόλοιπον της εσπέρας. Ακόμη περισσότερον την άλλην ημέραν.
Η ανάμνησις της μις Χέριντεν, που την επροφύλαττε, άρχισε να υποχωρή. Η φύσις εξασκεί τα δικαιώματά της τα απαράγραπτα. Το αίμα της φέρεται βιαιότερα προς την καρδίαν, έν και μόνον πρόσωπον κατέχει τώρα ολόκληρον την ύπαρξίν της. Ωστόσο δεν υποψιάζεται ακόμη το πάθος της. Όταν το εννοήση, δεν θα είναι πλέον καιρός να το εκριζώση. Ο έρως είναι μάγος, εξασκεί γοητείας και θέλγητρα ακαταμάχητα γλυκά για να κυριεύση την ψυχήν. Την αποκοιμίζει και την σύρει εις το δίκτυόν του· όταν εκείνη εξυπνήση, είναι πλέον από παντού περιτυλιγμένη και παραδίδεται χωρίς αντίστασιν.
Ποιος ημπορούσε να προφυλάξη την νεαράν γυναίκα από τέτοιον κίνδυνον; Η πείρα; Αλλά δεν την είχεν αποκτήσει εισέτι. Η φιλία; αλλά δεν την είχε πλέον. Η μις Κλαίρη Χέριντεν είχεν αποθάνει ήδη, ο δε κ. Πρίορ ήτο άνδρας και φιλία μεταξύ ανδρός και γυναικός εις τοιαύτας περιστάσεις ουδέποτε ηυδοκίμησε.
Από τους άνδρας ακόμη λείπει η λεπτή αίσθησις, που προνοεί όσα θέλομε να πούμε και μαντεύει όσα δεν τολμούμε να ομολογήσουμε, που νουθετεί και δεν εκθέτει.
Έπειτα ο κ. Πρίορ δεν ημπορούσε να συμβιβάση εις την μονοκόμματην ψυχήν του, πώς ήτο δυνατόν ναγαπήση η Μαλβίνα τον κ. Έδμον, αφού δεν συνεννοούντο αι καρδίαι των.
Και όμως πολλές φορές συμβαίνει, ώστε οι αντίθετοι χαρακτήρες να συνδεθούν τόσον σφιχτά, που μόνος ο θάνατος να διασπάση την αγάπην των.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΔ'.
ΤΕΧΝΑΣΜΑ ΠΟΥ ΦΑΝΕΡΩΝΕΤΑΙ
Πολύ σπάνια συνέβαινε να ευρεθή ο κ. Έδμον μόνος με την Μαλβίναν. Αυτή δεν ήταν πλέον αποτραβηγμένη όπως πρωτύτερα. Αλλ' ήταν απασχολημένη με της Φανής την αγωγήν.
Όταν κατέβαινεν εις την αίθουσαν, ποτέ δεν έλειπαν από εκεί ούτε η κ. Μπιρτών, ούτε η Κίττη.
Αν φυσικά η παρουσία ξένου προσώπου, έστω και αδιαφόρου, στενοχωρή τους ερωτευμένους, πολύ περισσότερον βέβαια θα τους στενοχωρούν οι ενδιαφερόμενοι εναντίον του έρωτός των.
Η ανήσυχη φιλοτιμία της κ. Μπιρτών, η ζηλιάρικη περιέργεια της μις Κίττης κατεσκόπευαν κάθε κίνημα του κ. Έδμον και παρεξηγούσαν με χαιρεκακίαν κάθε αθώα εκδήλωση της καλής Μαλβίνας.
Άν ποτε εκάθητο κοντά εις τον κ. Έδμον κατά τύχην, κακόβουλον βλέμμα της κ. Μπιρτών την έκαμνε να κοκκινίζη. Αν ο κ. Έδμον έδραττε την ευκαιρίαν να της πη κάτι, η μις Κίττη έχωνε ανάμεσά των την κεφαλήν της και υπέκλεπτε την απάντησιν.
Ωστόσο η Μαλβίνα, χωρίς να το εννοή, όχι μόνον δεν απέφευγε πλέον τον κ. Έδμον, αλλά επεδίωκε μάλιστα να ευρίσκεται μόνη με αυτόν, πότε καταβαίνουσα ενωρύτερα, πότε αποχωρούσα αργότερα. Και ναι μεν τα ίδια του έλεγε και όταν ήσαν μόνοι, οποία και όταν παρευρίσκοντο και άλλοι, αλλά δεν του τα έλεγε βέβαια με τον ίδιον τρόπον.
Όταν η γυναίκα είναι μονάχη με τον αγαπημένον της, αλλάζει έκφρασιν χωρίς να το υποψιάζεται καν. Μένα μονάχο βλέμμα της κάμνει να γίνη καταληπτός ο στοχασμός της, πράγμα που το αποφεύγει επιμελώς, όταν είναι και άλλοι παρόντες.
Αλλά ο κ. Έδμον δεν ημπορούσε να υποφέρη τον μοχθηρόν έλεγχον της κ. Μπιρτών, ούτε την οχληράν τυραννίαν της μις Κίττης.
Μη ων συνηθισμένος να νικά τον εαυτόν του, και ακόμη ολιγώτερον να κρύπτη την κλίσιν του προς την γυναίκα που του ήρεσκε, απεφάσισε ναπομακρύνη τον ευκολώτερον εχθρόν. Έπρεπε λοιπόν να λείψη η Κίττη, απέναντι της οποίας ήτο και κάπως υπεύθυνος.
Ο προς την Κίττη προσποιητός έρως δεν εφόβισε την παμπόνηρη κ. Μπιρτών, εκείνη ήξαιρε ποίαν έπρεπε να φοβήται. Τότε αυτός μετεχειρίσθη άλλο τέχνασμα διά να φέρη τας δύο εις διάστασιν. Υπέβαλλεν εις την μεταιόφρονα δεσποινίδα ιδέας υψηλοφροσύνης και ανεξαρτησίας, τας οποίας αυτή προσεπάθει να επιδεικνύει κυνικώς προ της κ. Μπιρτών. Ελπίζουσα ότι θα γίνη κυρία Σέυμουρ και ότι δεν έχει πλέον την ανάγκην της προστάτιδός της, έπαυσε το λοιπόν να κολακεύη την φιλαυτίαν της, καταφρονούσε υπερήφανα την εξουσίαν της, και την επροκαλούσε τρόπον τινά.
Η κ. Μπιρτών ησθάνθη την ανάγκην προς ησυχίαν της να ταπεινώση την Κίττην· όχι πως εφοβείτο μήπως την πάρη γυναίκα του ο ανεψιός της, αλλά δεν ημπορούσε να χωνέψη το προπετές ύφος της, που ανέπτυξε τελευταία από την ελπίδα πώς θα πάρη τον κ. Έδμον σύζυγόν της.
Ηύρε λοιπόν ευθύς ένα άνδρα δυνάμει κάποιας προίκας που της έδιδε, και εφώναξεν, ιδιαιτέρως από την κόρην, την μητέρα της εμπρός εις τον κ. Έδμον μάλιστα. Της ωμίλησε παστρικά και ξάστερα, ή να πείση την Κίττη να δεχθή αμέσως τον προτεινόμενον γάμον, ή να φύγη αμέσως με την κόρην της και να μην τις ξαναϊδή πλέον.
Ο κ. Έδμον, που δεν ήλπιζε να καρποφορήση τόσο γρήγορα το τέχνασμά του, εξεπλάγη και έκρυψε τα πρόσωπο με τα χέρια του υποκρινόμενος ότι λυπείται για να κρύψη τη χαρά του.
Η κ. Μέλμορ, που άκουε τα λόγια της κόρης της και επίστευε ότι μετ' ολίγον θα εγίνετο η ευτυχής πενθερά του σερ Έδμον Σέυμορ, έμεινε ξερή και άλαλη. Απορούσε δε περισσότερον, διατί ο κ. Έδμον δεν διεμαρτύρετο. Το μικρό μυαλό της εστάθη ολότελα και εδέθη η γλώσσα της από φόβον μήπως εκδιωχθή εκ του πύργου.
Η κ. Μπιρτών, η οποία ποτέ δεν την είδε απειθούσαν εις τα λεγόμενά της, βλέπουσα τον δισταγμόν της ήδη, επανέλαβεν εντονώτερον την προσταγήν της.
— Ενόμιζα . . . ενόμιζα, κυρία . . . . υπέθετα, κυρία . . . . εφανταζόμην ότι . . . . ότι ο κ. Έδμον. . . .
— Ότι η άμυαλη η κόρη σας συνέλαβε τοιαύτην ελπίδα, δυσκολεύομαι να το εννοήσω ακόμη και τώρα, που μου το λέτε. Αλλά βλέπω ότι και σεις είσθε μέτοχος της μωρίας και αισθάνομαι φρίκην.
Τότε η κ. Μέλμορ εστράφη προς τον κ. Έδμον και εξέσπασεν εναντίον του.
— Διατί λοιπόν ελέγατε εις την κόρην μου ότι θα την πάρετε; Διατί την επαίρνατε εις τον κοιτώνα σας;
Ο Έδμον εθορυβήθη βλέπων ότι η κ. Μέλμορ ήξαιρε τα διατρέξαντα. Η κ. Μπιρτών είχε πάρει φόρα.
— Ώστε έτσι; η κόρη σας περιύβριζε τα σπίτι μου παραδιδομένη εις παρανόμους έρωτας! . .
— Όχι! η κόρη μου είναι άμεμπτος. Σε κανέναν δεν παρεδόθη. Αλλά διατί ο κ. Έδμον την επροσκαλούσε στην κάμαρά του και της μιλούσε διά γαμηλίους προπαρασκευάς, χωρίς να έχη την άδειαν της θείας του; Η κ. Μπιρτών εξεμάνη.
— Ομολογείς ότι η κόρη σου είχε την αφροσύνην να συχνάζη εις του κ. Έδμον τον κοιτώνα και αμφιβάλλεις ακόμη πως είναι χαμένο πρόβατο, ατιμασμένη και ανάξια να μένη στο εξής σπίτι μου!
— Ω Θεέ μου! Με κάνετε να τρέμω, κυρία, αλλά αν κάθε γυναίκα που μένει μόνη με άντρα θεωρείται ατιμασμένη, τότε τι να πούμε για την κ. Σορκή;
Ο κ. Έδμον εταράχθη σύσσωμος. Ταυτιά του εσφύριξαν και ησθάνθη την καρδιά του να χτυπά δυνατότερα. Δεν ωμίλησε όμως. Αλλά η κ. Μπιρτών;
— Για όνομα Θεού, εφώναξε, εξηγηθείτε περί τίνος πρόκειται; Αυτή η σεμνή, αυτή η σοβαρή! Η κ. Μέλμορ εθορυβήθη.
— Δεν λέγω βέβαια ότι γνωρίζω τίποτε. Αλλά ο κ. Πρίορ κάθε πρωί εμβαίνει στο σπίτι της και μένει εκεί δύο ώρες το λιγώτερο. Τάχουνε πολύ καλά μαζί και . . .
— Αφού έχουν εμένα εδώ πρότυπον, δεν περιστέλλουν λοιπόν την αναίδειαν! εφώναξε φρενιασμένη η κ. Μπιρτών. Δεν έμεινε πλέον αρετή εις τον κόσμον!