Μαλβίνα: Ρωμαντικό Μυθιστόρημα του 18ου αιώνος
Part 6
— Μα τις γυναίκες τουλάχιστο δεν θυμάσαι . . . που θα στολίζουν την εορτή;
— Οι γυναίκες, θεία, δεν φροντίζουν πλέον να στολίζουν τας εορτάς όπως άλλοτε . . . έχουν πέσει εις νωθρότητα . . , βαρύνονται πλέον κάθε τι που δεν τις είναι τερπνόν.
— Είμαι περίεργη να μάθω την αιτίαν της απροσδόκητης αυτής μεταβολής σου.
Η Κίττη ύψωσε τα κεφάλι με αλαζονείαν, σαν να έλεγε: Εγώ είμαι.
Η Μαλβίνα δεν υποψιάζετο ότι εις αυτήν απέβλεπε ο λόγος της κ. Μπιρτών.
Αλλ' η κ Μπιρτών είπεν εις τον Έδμον.
Αν είν' αληθεία λοιπόν ότι εβαρέθηκες τις γυναίκες του κόσμου και ευρίσκεις θέλγητρα εις την κατ' ιδίαν ζωήν, θα ζητήσης μίαν σύντροφον για να καλλωπίση την κατ' ιδίαν ζωήν σου. Πλησιάζει λοιπόν ο καιρός, που θα εκπληρώσης τον λόγον σου.
— Δηλαδή τον λόγον που με συμβουλεύετε να δώσω.
— Γνωρίζεις ότι οι συγγενείς της Λαίδης Σούμεριλ θεωρούν το συνοικέσιον ως συμφωνημένον. Αμφιβάλλεις ότι η νέα σε περιμένει περιπαθώς εις την εορτήν του αδελφού της;
— Ναι, μα οι λόγοι μου προς αυτήν ήσαν από εκείνους που τους προφέρομεν εις την αρχήν εις κάθε γυναίκα με τον πρώτον ενθουσιασμόν και τους λησμονούμεν, όταν αρχίζομεν να την βαρυνόμεθα, Του νομίσματος τούτου καθένας γνωρίζει την πραγματικήν αξίαν. Και όταν καμιά απατηθή, πταίει περισσότερον αυτή που τους επίστευσε, παρά εκείνος που τους επρόφερε.
Την ιδίαν στιγμήν η Μαλβίνα εσήκωσε το κεφάλι και κοίταξε κατάματα τον Έδμον. Αυτός τότε εφάνη ότι εθορυβήθη και εξηκολούθησε να σείεται επάνω στην καρέγκλαν του.
Του είπε πάλιν η κ. Μπιρτών:
— Ίσως δεν καταδικάσης δα τόσον την Λαίδην Σούμεριλ πως σε πίστεψε πολύ εύκολα, αν θυμηθής με πόση ζέση της μίλησες. Αφού είσαι τόσον έμπειρος ναπατάς τις γυναίκες, δεν πρέπει να τις ψέγης κατόπιν, όταν πέφτουν στα δίχτυα σου.
Του βαροφάνηκε του νέου, νακούση τέτοιους ονειδισμούς εμπρός εις την Μαλβίναν.
— Αλήθεια, κυρία μου, ούτε ψεύτης, ούτε άπιστος είμαι.
Μεταχειρίστηκα λεπτά τεχνάσματα προς τις γυναίκες, αλλά πάντοτε έμεινα υποδεέστερος από εκείνες στο ζήτημα αυτό. Αυτές έχοντας καύχημά των την δολιότητα, όταν ερωτοτροπούν, γιατί σεμάς τάχα να την θεωρούν ως κακούργημα;
— Μου φαίνεται, είπε η Μαλβίνα, ότι αν η υπουλότης είναι συγχωρημένη στις γυναίκες, αιτία είναι η θέσις που τις έχει βάλει η κοινωνία απέναντι των ανδρών. Αλλά οι άνδρες που δεν έχουν καμίαν εξάρτηση έπρεπε να είναι ειλικρινείς. Η δολιότης είναι ασυγχώρητη, όταν δεν υπαγορεύεται από την ανάγκην. Για τούτο, νομίζω, οι άνδρες όταν υποκρίνωνται, το κάμνουν όχι ναποφύγουν το κακό, όπως αιτιολογείσθε, αλλά για να κακοποιήσουν.
— Καλά λέει η κ. Σορκή, είπε η κ. Μπιρτών. Δεν συλλογίζεσαι ότι σπαράττεις την καρδίαν της δυστυχούς Λαίδης Σούμεριλ.
— Μην είσαι δα τόσο τραγική, θεία μου. Άφισέ τ' αυτά. Οι γυναίκες σήμερα δεν έχουν τόσον αδύνατη την ψυχή. Η φιλαυτία τας προφυλάττει σαν θώρακας, που κανένα άλλο συναίσθημα δεν τον διαπερά.
— Εσύ είσαι ο φίλαυτος, ο οποίος, αφού εδελέασες την δυστυχή νέαν να σου αφοσιωθή, τώρα κάθεσαι εδώ και την βασανίζεις αυξάνων τας υποψίας και τον πόθον της. Τι λες και συ εξαδέλφη μου; Με θεωρείς αυστηράν προς τον Έδμον;
— Η κρίσις σας είναι ορθή, αλλ' η υπόνοιά σας δεν στέκει διά τον κ. Σέυμουρ. Ελπίζω αν τα πράγματα είναι όπως τα λέτε, ο κ. Έδμον θα σπεύση να απαλλάξη από τα βάσανά της την γυναίκα που τον αγαπά.
Η Κίττη έρριψε βλέμμα επιπλήξεως στην Μαλβίναν και εσηκώθη στενοχωρημένη. Ήρχισε να βηματίζει νευρικά. Ο Έδμον απήντησε:
— Η κρίσις της κ. Σορκή είναι κατεπείγουσα. Έπρεπε να υπάγω. Αλλά δεν προφθάνω πλέον στην εορτή.
— Πήγαινε, πήγαινε, υιέ μου, είπεν ανακουφιζομένη η κ. Μπιρτών, όχι για την εορτήν, αλλά για την καημένη τη Λαίδη Σούμεριλ. Τι θα φαντάζεται η δυστυχής, όταν δεν σε ιδή στου αδερφού της, και πόσον θα υποφέρη! Δεν είναι έτσι εξαδέλφη μου;
— Δεν ξαίρω, φιλτάτη μου, ως που έχει προχωρήσει της νέας αυτής η κλίσις, είπε η Μαλβίνα. Αν όμως ο κ. Σέυμουρ αισθάνεται ότι συνετέλεσε εις την κλίσιν αυτήν, το νομίζω τίμιον.
— Φιλτάτη, είπε έξαφνα η Κίττη. δεν ακούτε; η Φανή σας φωνάζει. Κάτι θα έχει πάθει βέβαια.
— Δεν άκουσα τίποτε, είπε η Μαλβίνα σηκωθείσα.
— Ναι, ναι, εγώ άκουσα, πάμε να δούμε τι συμβαίνει;
Η Μαλβίνα ανήσυχη εξήλθε με την Κίττην. Αλλά μόλις εβγήκαν, η Κίττη εσταμάτησε.
— Δε μου λέτε, παρακαλώ, τι συμφέρον έχετε να αποπέμψετε τον κ. Έδμον; Για να κολακέψετε τάχα την κ. Μπιρτών; Μα αυτό καθόλου δεν σας περιποιεί τιμήν. Αντίκειται εις τον ελευθέριον χαρακτήρα σας, για τον οποίον ο κ. Πρίορ μας ξεκουφαίνει κάθε τόσο.
— Μα όσα είπα μου φαίνονται τόσο απλά, τόσα φυσικά. Απορώ πώς δεν είσθε σύμφωνη μαζί μου.
— Νόστιμο! Να είμαι σύμφωνη μαζί σας; εγώ! Αλλά ο κ. Έδμον μένει εδώ για μένα και μόνο. Μαγαπά και, για να πάρη εμένα παραίτησε τη Λαίδη Σούμεριλ, τακούτε; Σας λέγω το μυστικόν μας για να εννοήσετε πόσον αι διδαχαί σας ενοχλούν και τον κ. Έδμον κεμένα.
— Αλλά αν είναι έτσι είπε ψυχρά η Μαλβίνα τι σκοτίζεσθε για τα λόγια μου. Μια ξένη γυναίκα σαν εμένα μπορεί να ψυχράνη έναν έρωτα αληθινόν;
— Όχι βέβαια, κυρία. Αλλά ενδέχεται να ταράξουν το νου του οι μεγάλες φράσεις και οι αποφθεγματικοί τρόποι σας. Εκτός αν έχετε σκοπόν μαυτά να στρέψετε την κλίσιν του προς εσάς. Και χωρίς να περιμείνη απάντησιν επέστρεψεν αμέσως εις την αίθουσαν.
Ήρχισαν λοιπόν οι πονηρές παρεξηγήσεις από αντίθετα μέρη. Η κ. Μπιρτών . . . η Κίττη . . . και αι δύο πολέμιαι κατ' αυτής εξ αντιθέτων απόψεων. Αλλά διατί τάχα; η καθαρότης της ψυχής της την έθετον υπεράνω των μικρολογιών αυτών. Δεν ήξαιρε ποια είχε δίκαιον, διότι δεν ημπορούσε να διακρίνη ποία έλεγε την αλήθειαν. Απεφάσισε να τηρήση, επιφυλακτικήν ουδετερότητα. Αυτή όμως η στάσις της δυσαρεστούσε και τας δύο και τας προδιέθετε εις έχθραν εναντίον της.
Αφότου η Μαλβίνα άκουσε τα μυστικά της Κίττης, εφέρετο πια επιφυλακτικά προς τον κ. Σέυμουρ. Κατέβαινε εις την αίθουσαν, αφού προηγουμένως εμαζεύοντο όλοι οι άλλοι και όταν εκείνος της απέτεινε κολακευτικούς λόγους, τους άκουε με ψυχρότητα. Μόνον εις του κ. Πρίορ την σεμνήν συναναστροφήν εύρισκε ανακούφισιν η ψυχή της. Αυτός ήρχετο κάθε πρωί προς αυτήν διά να την διδάσκη την Ερσικήν γλώσσαν. Η μεταξύ τους φιλική διάλεξις παρετείνετο έως την ώραν του γεύματος.
Μετά το πρόγευμα καθείς επήγαινεν εις το διαμέρισμά του κατά κοινήν συνήθειαν, αυτή εκράτει την συνήθειαν αυτήν ακριβέστερα από κάθε άλλον.
Μίαν ημέραν κατά την ώραν του μαθήματος της Φανής επειδή αυτή δεν ήλθε στην ώρα της, κατέβη να την ζητήση. Την ηύρε, χωρίς να το περιμένη, να παίζη με τον κ. Έδμον μέσα στο εστιατόριο. Εφώναξε το κοριτσάκι να την ακολουθήση και επροχώρησε να εξέλθη.
Ο Έδμον όμως έπεσε κατόπιν της:
— Αφού η τύχη, της λέγει, μου δίδει την ποθητήν ευκαιρία να σας συναντήσω μονάχη, μη μου κάμνετε να την χάσω, σας ικετεύω, και ακούστε μου να σας πω δυο λόγια.
Η Μαλβίνα εκοκκίνησε και έγειρε το κεφάλι της.
Ο Έδμον έκλεισε τότε την θύραν, παρεκάλεσε την Μαλβίναν να καθίση, εκάθισε και ο ίδιος κοντά της και της είπε:
— Προχτές όταν η αξιόλογος κ. Μπιρτών με προέτρεπε με τόσην ζέσιν να επιστρέψω εις Έδιμπουργκ, είδα να δικαιολογήτε τον πόθον της. Ήθελα να μάθω (αν δεν είναι άτοπη η περιέργειά μου), έως ποίον βαθμόν επροχώρησε να σας πη τα πράγματα που τάχα με καλούν εκεί.
— Τίποτε άλλο δεν άκουσαν από ότι ελέχθη εκεί· ότι δηλαδή εις κάποια χαριτωμένη νέα που σας αγαπά εδώκατε υπόσχεσιν γάμου. Αλλά μόλα ταύτα την αφίνετε και προτιμάτε άλλας κατωτέρας της.
— Τόσο μόνο; είπε ο Έδμον ανήσυχος. Και τούτο λοιπόν ήταν αρκετό να στηρίξη την πρόληψη σας για μένα . .
— Ναι . . . δηλαδή . . . μια που με ρωτάτε . . . απόρησα, όταν άκουσα ότι εσείς ο ευεργέτης των δυστυχών το έχετε καύχημα να λησμονήτε κοντά στις γυναίκες την ευγενή ειλικρίνειαν και την ευσυνείδητη χρηστότητα, που χαρακτηρίζουν τον αληθινόν τίμιον άνδρα.
— Δεν σκοπεύω να υπερασπισθώ τον εαυτόν μου εναντίον των σφαλμάτων που μου προσάπτουν οι κατήγοροί μου προς εσάς. Θα σας παρακαλέσω όμως να μακούσετε να επανορθώσω μερικώς από τας διηγήσεις της αγαπητής μου θείας.
Δεν έδωκα ποτέ καμίαν υπόσχεσιν εις την Λαίδη Σούμεριλ, κυρία, και ποτέ δεν την αγάπησα. Είναι ίσως πολύ ωραία αλλ' εις εμένα ουδέποτε υπήρξε συμπαθητική. Διατί; «Ποτέ δεν ημπορείς, λέγει κάποιος ποιητής μας να προσδιορίσης την αιτίαν του έρωτος. Δεν είναι εις το πρόσωπον της ερωμένης, είναι εις του ερώντος την καρδίαν». Νωθρά δε και κούφη, όπως είναι, σας βεβαιώνω δεν έχει να ενοχληθή η ησυχία της από την προτίμησιν, που κατεδέχθη να με αξιώση.
— Αν είναι έτσι, γιατί δεν εφανερώσατε την διάθεσίν σας αμέσως εις την θείαν σας, αλλά την αφίσατε να διαπραγματευθή διά λογαριασμόν σας. Ημπορεί δικαίως να σας μεμφθή τώρα.
— Είναι η αλήθεια πως αμέσως από την αρχή δεν αρνήθηκα ρητώς αυτόν τον γάμον, αλλά τότε δεν είχα καμίαν ιδέαν της από τον γάμον ευδαιμονίας. Ενόμιζα ότι, όπως κάμνουν, όλοι ημπορούσα, κεγώ να πάρω μίαν γυναίκα. Και με τοιαύτας περί γάμου αντιλήψεις το συνοικέσιο με τη Λαίδη Σούμεριλ, ήτο συμφορώτατον . .
— Και τώρα λοιπόν έχουν αλλάξει αι περί γάμου αντιλήψεις σας;
— Συμβεβηκός απροσδόκητον αλήθεια μέκαμε ναλλάξω αρχάς και να μεταβάλω ιδέας. Αι αντιλήψεις μου λοιπόν περί γάμου σήμερον είναι ολοτελώς διάφορες από τότε. Από αυτόν θεωρώ ότι εξαρτάται η ζωή μου, από την εκλογήν του προσώπου η ευτυχία μου, διά τούτο κατ' ανάγκην πρέπει να παραιτηθώ από την Λαίδην Σούμεριλ. Και το κάμνω με όλην μου την ευσυνειδησίαν, διότι σας βεβαιώνω και πάλιν, ποτέ δεν έδωκα τον λόγον μου ούτε εις εκείνην, ούτε εις τους συγγενείς της.
— Αλλά η θεία σας νομίζω . . . .
— Μα εγώ δεν της έδωσα ποτέ τοιαύτην πληρεξουσιότητα και δεν νομίζω, ότι θα ήτο δίκαιον να πληρώνω εγώ με θυσίαν της ευδαιμονίας της ζωής μου, τις γκάφες της θείας μου.
— Τότε αλλάζει το πράγμα, είπε η Μαλβίνα, (πιστεύουσα πάντοτε ότι περί άλλης τινός επρόκειτο, και μάλιστα υποθέτουσα διά την Κίττην). Και μάλιστα στοχάζομαι ότι η κυρία θεία σας δεν θα παρεμβάλη κανένα εμπόδιον εις αυτήν την νέαν εκλογήν σας, όταν πληροφορηθή ότι από αυτήν εξαρτάται η ευτυχία σας. Αρκεί να φανερώσετε προς αυτήν τα καθέκαστα. Σας ευχαριστώ διά την εμπιστοσύνην που μου δεικνύετε και σας εύχομαι καλήν επιτυχίαν.
Από αυτό εκατάλαβε ο Έδμον ότι η Μαλβίνα δεν τον εκατάλαβε. Ωστόσο του εφάνη ότι η ψυχή της ησθάνετο κάτι ξεχωριστόν δι' αυτόν.
Απεχωρίσθησαν χωρίς περαιτέρω εξηγήσεις.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ'.
ΜΕΡΙΚΑ ΜΙΚΡΑ ΣΥΜΒΑΝΤΑ
Δεν αμελούσε ποτέ ο Έδμον την ευκαιρίαν να λέγη κάτι περιπαθές ή και απλώς ευχάριστο στη Μαλβίνα, πάντοτε όμως λίγο σκεπαστά, ώστε εκείνη το έπαιρνε ότι ελέγετο πλαγίως διά μέσου αυτής προς την δεσποινίδα Κίττη. Υπό τον ήσκιο της τοιαύτης υποθέσεως το εθεωρούσε συγχωρημένον να τον ακούη, να τον εύρισκε καλόν, να ευχαριστήται από την συναναστροφήν του και να θέλγεται από τα εγκώμια της Άτζολετ δι' αυτόν . .
Ένα βράδυ έγινε λόγος διά τα ήθη του νεωτέρου πολιτισμού και την διαφθοράν εν γένει.
Εν τω μεταξύ η κ. Μπιρτών απεσύρθη για να διαβάση κάτι επιστολάς, που της έφεραν την στιγμήν εκείνην.
Ο κ. Πρίορ εξηκολούθησε:
— Έτσι αι απολαύσεις των αισθήσεων ομοιάζουν χείμαρρον αφρώδη . . .
— Ω Θεέ μου, τον διέκοψε απότομα η Κίττη, έχεις σκοπό λοιπόν και με την κ. Μπιρτών απούσαν να κάμης διδαχήν, κύριε Πρίορ; Δεν αφίνεις να πούμε και τίποτε λιγώτερο σοβαρό;
Και άρχισε να κάμνη διαφόρους ανοήτους ερωτήσεις προς τον Έδμον, ο οποίος της απαντούσε με ανάλογον επιπολαιότητα.
Ο κ. Πρίορ ύψωσε τους ώμους και εβγήκε από τον θάλαμον. Η Μαλβίνα κάτι εδιάβαζε κοντά στη θερμάστρα. Η κ. Μέλμορ εσιωπούσε. Το καλύτερον που ημπορούσε να κάνη.
Η Κίττη ερώτησε τον Έδμον;
— Ποιάν αγαπήσατε ως τώρα περισσότερον καιρόν, από όσας εγνωρίσατε;
— Τι να σας πω, απεκρίθη ο Έδμον, μου φαίνεται ότι ποτέ ακόμη δεν αγάπησα. Και άρχισε να φυλλομετρά ένα τόμον του Σαίκσπηρ, σαν κάτι να εζητούσε.
Η Μαλβίνα αν και εκοίταζε μέσα στο βιβλίο της, δεν εδιάβαζε πλέον.
— Καμιά από τας ωραίας αριστοκράτιδας του Λονδίνου ή του Έδιμπουργκ, δεν σας εφάνη άξια αγάπης αληθινής;
— Τουλάχιστον καμία δεν μου ενέπνευσε αγάπην τέτοιαν που λέτε.
Η Κίττη μόλις περιστέλλουσα την χαράν της τον ηρώτησε με αυταρέσκειαν:
— Και τι είδος γυναίκα ημπορούσε να σας αρέσει;
Και περίμενε να της ψιθυρίση στο αυτί. «Τέτοια που είσαι συ». Μα εκείνος δεν το έκαμε. Μόνο άνοιξε τον τόμο που βαστούσε και εδιάβασε κάπου:
«Πολλές κυρίες εμάτιασα με κοίταγμα τρυφερό και πολλές φορές τα γλυκομίλητα χείλη τους υπόταξαν τα παραπρόθυμα αυτιά μου. Διάφορες γυναίκες μάρεσαν για διάφορες αρετές, αλλά την ψυχή μου καμιά τους δε συνεπήρε τόσο βαθιά, ώστε να μην της βρω κάποιο λάθος, να πολεμάει από τις χάρες της την υψηλότερη, ώστε να την καταβιβάζη. Αλλά, εσύ! ω εσύ, τόσο τέλεια, ασύγκριτη τόσο, που επλάσθης με κάθε άλλου πλάσματος το άνθος». (2)
Και προφέρων την τελευταίαν αυτήν φράσιν με τόνον έρριψεν απάνω στην Μαλβίναν ένα βλέμμα τόσο εκφραστικό, ώστε αυτή εταράχθη έως τα μύχια της καρδιάς της. Από τη στιγμή εκείνη εννόησε πλέον ότι εκείνος αυτήν αγαπούσε πράγματι και όχι την Κίττην, όπως υπέθετε . .
Αυτό δα το εννόησε πλέον και ιδία η Κίττη και ήτο όλο θυμό και γρίνα. Εφέρετο δε ψυχρά πλέον προς την Μαλβίναν.
Περί το τέλος της συναναστροφής η κ. Μπιρτών είπε προς τον κ. Έδμον.
— Σε λίγο θα είναι έτοιμον το νέο διαμέρισμά σου. Όταν λοιπόν επιστρέψης θα ημπορείς να κατοικήσεις εκεί.
— Όχι. Όχι. Εγώ δεν αφίνω αυτό που κατέχω ήδη είπε ο Έδμον εντόνως.
— Κάμε όπως θέλεις . . . . . είπεν η κ. Μπιρτών και εβγήκε έξω.
— Αυτό έχει καθιερωθεί ήδη επρόσθεσε χαμηλοφόνως ο Έδμον προσβλέπων με χαμόγελο την Μαλβίναν ενθυμίζων αυτήν την ημέραν που είχε έμβει εκεί.
Ο νους της αφηρέθη και η προσοχή της περιεσπάσθη. Δεν εκινήθη λοιπόν προς αναχώρησιν.
Η Κίττη της το υπενθύμισε με προπέτειαν.
— Πώς τόπαθε η κ. Σορκή να μένη τελευταία εις την αίθουσαν; Ο κ. Έδμον πρέπει να είναι πολύ υπερήφανος που καθήμενος κοντά της την εμαγνήτισε και δεν λέγει να κινηθή.
— Η Μαλβίνα εσηκώθη ολίγον ταραγμένη και απλώνοντας να πάρη τον επί της τραπέζης σάκκον του εργοχείρου της άγγιξε χωρίς να θέλη το χέρι του κ. Έδμον. Έτσι ηναγκάσθη να βιαστή ακόμη περισσότερον ναπομακρυνθή. Αλλά φεύγουσα είδε μέσα στον καθρέφτη, ότι ο Έδμον εφιλούσε επάνω στο χέρι του το μέρος που του άγγιξεν αυτή. Αυτό της έκαμεν να χτυπά η καρδιά της δυνατά και ησθάνθη τα μάγουλά της να φλογίζωνται.
Μόλις ανεχώρησε ο Έδμον, η Κίττη ερώτησε.
— Γιατί τάχα δεν θέλει ο κύριος ναλλάξη το οίκημά του; Μήπως το θεωρεί κατάλληλον διά να δέχεται επισκέψεις; Και είδε ειρωνικώς την Μαλβίναν.
Ο κ. Πρίορ ενόησε τον υπαινιγμόν της· ηγανάκτησε διά την αυθάδειάν της και της είπε αυστηρά.
— Ναι μις, Κίττη, έτσι φαίνεται. Εσείς δα το ξαίρετε αυτό.
Η δεσποινίς Μέλμορ απασβολώθη. Εκοκκίνησε, εψέλλισε κάτι. Έπειτα επήρε την μητέρα της, η οποία εστέκετο ώσπερ τούβλον, και ανήλθον εις τον κοιτώνα τους.
Η Μαλβίνα συλλογισμένη. Δεν επρόσεξε καν στον κ. Πρίορ, που της είπε «Καληνύχτα».
Ερρίφθη εις την κλίνην της, αλλά πού ύπνος: Μύριοι στοχασμοί ανεδεύοντο εις την κεφαλήν της.
Η κ. Μπιρτών ωμίλησε για επιστροφήν του Έδμον, επρόκειτο λοιπόν ναναχωρήση;
Αλλά και η παράξενη εκείνη απόκρισις του κ. Πρίορ προς την Κίττη . . Μήπως τάχα η νέα επήγαινε κεύρισκε τον Έδμον; . . . Βέβαια· μήπως αυτή δεν ήταν που άνοιξε τη θύρα εκείνο το βράδυ που η Μαλβίνα ήταν εκεί για να ζητήση την κόρη της; . . . Μπα και ποιος την βεβαιώνει ότι δεν ήλθε και εκείνη έτσι κατά τύχην; όπως ήλθε και αυτή η ιδία . . . Αλλά πάλι πώς να τραβηχθή έτσι βιαίως, ως να εφοβείτο μήπως γνωρισθή. Έπειτα η απόκρισις αυτή του κ. Πρίορ! . . . Ναι μεν ήτο αυστηρός αυτός και μεγαλοποιούσε τα πράγματα, αλλά ποτέ δεν υπώπτευε πράγματα ανύπαρκτα. Ώστε ο Έδμον ετόλμησε να δελεάση την αθώαν κόρην τίποτε μη σεβόμενος, μήτε την θείαν του, μήτε την φιλοξενίαν, μήτε την ηθικήν!
Αλλά μήπως δεν τον παριστάνουν τέτοιον όλοι, όσοι τον γνωρίζουν; Τίποτε δεν τον εμποδίζει από το να εκπληρώνη εις το άρτιον τας ορέξεις του. Ώστε όλα του λοιπόν είναι πλαστά! Το τρυφερόν εκείνο και άδολον βλέμμα! Η φωνή του που φαίνεται ότι πηγάζει από την καρδιά του και σε χτυπά μέσ' στην καρδιά. Όλα προσποίησις! Όλα επιτήδευσις! — Αι άμα λοιπόν τέτοιον είναι το ψέμα, ποια αλήθεια ημπορεί να το ισοσταθμίσει.
Εν τούτοις την ίδια εκείνη στιγμή ο σερ Έδμον Σέυμουρ μέσα στην κάμαρή του μέσ' στην ησυχία της νυκτός έγραφε προς ένα φίλον του, τον κ. Βέυμαρδ, τακόλουθα:
Αγαπητέ μου Κάρολε.
Για να λυθή η απορία σου, γιατί βρίσκομαι εδώ, έλα όσο ημπορείς γρήγορα και όταν την ιδής και είναι ανάγκη ακόμη να απορής, τότε θαπορής μόνον, πώς είναι δυνατόν ναπομακρυνθή κανείς από αυτήν.
Μαλβίνα! . . . ω όνομα χαρούμενον, που και μόνον ο θελκτικός του ήχος με συγκινεί και γεννά εις την καρδίαν μου το αληθινόν αίσθημα της ζωής.
Μαλβίνα! . . . είναι ναός χαρίτων, τέμενος αρετών, ο βωμός του κάλλους. Είναι να εξίσταται κανείς βλέπων την εναρμόνιον τελειότητα της θαυμασίας αυτής γυναικός.
Αλλά η Μαλβίνα μου είναι . . . είναι ανέραστη. Ο έρως! αυτός μόνον της λείπει. Ο έρως μόνον ημπορεί να εξωραΐση αυτό το υπερτέλειον της φύσεως δημιούργημα.
Ξαίρεις, Κάρολε, ότι εγύρισα εδώ από περιέργεια να γνωρίσω την μυστηριώδη αυτήν γυναίκα, το σέμνωμα του φύλου της, που δεν είχαμε κατορθώσει να την ιδούμε στο πρωτυτερινό μας ταξίδι. Όσα είχα ακούσει γιαυτήν εθέρμαναν την φαντασία μου και απεφάσισα να μην αναχωρήσω από το κτήμα της κ. Μπιρτών προτού να βεβαιωθώ, αν είναι αξία της φήμης, που την τριγυρίζει.
Επειδή όμως έπρεπε να περιμείνω διά να παρουσιασθή η ποθουμένη ευκαιρία, έτσι για να σκοτώνω τον καιρό, έκανα τα γλυκά μάτια στη δυστυχισμένη την Κίττη· κιαυτή η καημένη πίστεψε πως γιαυτήν ξαναγύρισα, πράμα που εγώ δε θέλησα να της το διαψεύσω, γιατί μου χρειάζεται. Είναι καθώς ξαίρεις νοστιμούτσικη κένα μήνα τώρα που παίζω μαζί της κατ' ανάγκην, ανακάλυψα ότι, θα της ήτο εύκολον να γίνη αρκετά θελκτική, αν δεν παρεδίδετο τόσον εύκολα.
Όταν παύσω πλέον να την χρειάζομαι, θα της το πω προς αμοιβήν του προς εμέ έρωτός της και των ανεπιφυλάκτως εις εμέ παρεχομένων θελγήτρων της.
Αλλά, φίλε μου, τι σημαίνουν όλα αυτά και άλλα ακόμη καλύτερα. Δεν ημπορούν να παραβληθούν ούτε με ένα βλέμμα της Μαλβίνας μου.
Αυτή, φίλε μου, μέχει αλλάξει ολότελα. Έχει διεγείρει εις την ψυχήν μου συναισθήματα νέα. Έχει κάμει να ηχήσουν χορδές της καρδίας μου, που έως τώρα δεν ήξαιρα την ύπαρξίν τους. Όταν έμβω, όπου είναι αυτή, παθαίνω θρησκευτικόν θάμβος, οποίον αισθάνεται εκείνος που εμβαίνει εις ναόν. Όταν δε την ιδώ, αποθέτω έξω του ναού κάθε λογισμόν βέβηλον και ανάξιον της θεάς μου.
Η θεία πνοή της αγιάζει τα περίγυρα και όταν είμαι υπό την επίδρασιν των βλεμμάττων της των ουρανίων, δεν φοβούμαι από δαιμονοπείραξιν.
Κάρολε μου, το μαγικό της κάλλος διεγείρει την ψυχήν και όχι τας αισθήσεις. Η επιθυμία μου είναι ναπολαύσω όχι τα θέλγητρά της, αλλά την αγάπην της. Το γεμάτο από χάρες φυσικές πρόσωπον της γίνεται υπέροχο, γιατί αυγάζεται από το εσωτερικό φως της θείας της ψυχής, την κοιτάζω και λέγω:
«Θαύμασε τον μεγαλοπρεπή αυτόν ναόν· χέρια ουράνια τον έχουν φτειάσει. Μια θεότης κατοικεί μέσα του, είναι η ψυχή της. Μα και το κτήριο ανάξιο δεν είναι της θεότητος».
Δεν μπορώ να σου πω ακόμα αν έλκυσα την καρδιά της. Αν το καταφέρω θα το νιώσω πολύ πριν μου τομολογήση. Μα και ίδια θα το αισθανθή πολύ πριν τομολογήση στον εαυτόν της. Ετούτο είναι ακριβώς που με κάμνει να την αγαπώ αληθινά, πράγμα που δεν κατάφερε ως τώρα καμιά άλλη γυναίκα. Θα πη πως με καμιά λοιπόν δεν μοιάζει, αλλιώς εμένα πώς μπορούσε να με μεταβάλη;
Υποθέτω πώς η θελκτική μου θεία έβαλε με το νου της να μεμποδίση να την βλέπω, γιατί φοβάται μήπως ο σωρείτης των χαρίτων που λέγεται Μαλβίνα με κάμνει να λησμονήσω την προστατευομένην της θείας μου, την Λαίδην Σούμεριλ. Μα δεν ήταν και ανάγκη καν να συγκριθή η πτωχή εκείνη με την Μαλβίνα, για να εννοήσω πως δεν αξίζει τον κόπον ναλλάξω την ελευθερίαν μου με τοιούτον ζυγόν. Έπειτα η θεία μου γιαυτόν τον ζυγόν ζητεί και ρέστα, θέλει να την ευγνωμονώ, γιατί η νύμφη είναι πλουσιωτάτη κα συνδέεται με υψηλά υποκείμενα του Κράτους.
Έπειτα μη λησμονείς, ότι θα με αναδείξη γενικόν κληρονόμον της, με την υπονοουμένη δα εκ των προτέρων, απαίτησιν, να έχη και την γενικήν εξουσίαν επάνω μου.
Πράγμα που εγώ βέβαια δεν θα το δεχθώ, και αν η θεία μου είχε να μου χαρίση τους θησαυρούς του Σολομώντος μαζί με τους γυναινωνίτας του.
Η Κίττη όμως με στενοχωρεί πολύ. Κάτι που της είχα υποσχεθή για να την καταταφέρω, το τρελοκόριτσο το πήρε τοις μετρητοίς. Και τώρα μου ζητεί όχι περισσότερο, όχι ολιγώτερο . . . . . γάμον, φίλε μου.
Εγώ βέβαια έχω συνηθίσει νακούω τέτοιες απαιτήσεις. Μα είναι λίγο αδιάντροπη και φοβούμαι μην παραπονεθή δημοσία και δώση αφορμή στην κυρία Σορκή να σχηματίση κακήν ιδέα για μένα. Άμα μάθη, να ξαίρης η Μαλβίνα την αλήθεια, για να μην αδικηθή το κορίτσι, είναι ικανή, κιαν μαγαπά ακόμη, να τραβηχθή. Τόσο είναι ενάρετη. Ανάγκη λοιπόν ναπομακρύνω την Κίττη το γρηγορώτερο.
Προσποιούμαι ενώπιον της θείας μου τον πολύ ερωτευμένον με την Κίττη. Αυτή για να με προφυλάξη διά την Λαίδην Σούμεριλ θα φροντίση το ταχύτερο να εύρη κάποιον για να παντρέψη την Κίττη. Αυτό δε, θα μου το πη. Εγώ τότε θα προσποιηθώ, ότι με μεγάλην μου λύπην, αλλά μη δυνάμενος να κάμω αλλιώς υπακούω. Και φεύγω μια μέρα πριν αναγγελθή το μέγα γεγονός εις την ηλιθίαν κυρίαν Μέλμορ. Η δεσποινίς θα τα φέρη πολύ στενά. Αλλά μην έχοντες κανένα να την προστατεύση, αφού εγώ θα λείπω, θα προτιμήση τον γαμβρόν που θα της προτείνουν, παρά να υποπέση εις την δυσμένειαν της φοβεράς κ. Μπιρτών. Κεπειδή μπορεί να πέση και κατόπι μου, πράγμα που αυτή δεν θα της βαρύνη το κεφάλι να το κάμη, αλλά εις εμέ θα είναι πολύ οχληρόν, θα υποβάλω εις την θείαν μου το ενδεχόμενον αυτό, για να την προφυλάττη με προσοχήν. Και ακόμα θα της πω ότι όλα αυτά πρέπει να τηρηθούν μυστικά, για να μην πάνε σταυτιά της Λαίδης Σούμεριλ και την ανησυχήσουν.
Η θεία μου θα δελεασθή από τους λόγους μου και θα επιβληθή δι' όλα αυτά στην ψυχοκόρη της. Και επειδή η κομψή μου Κίττη δεν είναι δα και πολύ δυνατή ψυχή, θα φοβηθή την οργήν της κ. Μπιρτών, και μια που δεν θα βλέπη πλέον εμένα, θα πάρη τον καλόν της και θα καθίση στη γωνιά της.
Τότε δα εγώ θα επανέλθω και η ωραία μου Μαλβίνα διά της αληθινής μου αγάπης, διά των επιμόνων μου περιποιήσεων, διά της ειλικρινούς μου συμπεριφοράς θα συγκατατεθή να μου παράσχη την αγάπην της. Το ευφρόσυνον αγαθόν που μέλλει να με υψώση επάνω από όλους τους μονάρχας της οικουμένης.
Ω Κάρολε! Κάρολε.
Όταν βλέπω της γυναίκας αυτής την πραότητα, την ειλικρίνειαν, του αγγελικού προσώπου της την ανθηρότητα, την ομορφιά την ακηλίδωτη, που εικονίζει την πρωτόπλαστη άνοιξη της δημιουργίας, θαρρώ πώς δεν είμαι άξιος τέτοιας ευτυχίας. Αλλά ορκίζομαι πώς κανένας άλλος από μένα δεν θα την αποκτήση.
Χαίρε Έδμον Σέυμουρ
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ'.
ΕΝΑΣ ΠΕΡΙΠΑΤΟΣ
Νά λοιπόν που ήταν αλήθεια. Πριν ο Έδμον γνωρίσει την Μαλβίνα θέλησε έτσι να παίξη λίγο με την Κίττη. Η απόπειρα επέτυχε γρηγορότερα απ' όσο και ο ίδιος θα επερίμενε. Η καημένη η νέα ήλπισε ότι νυμφευομένη τον Έδμον θα γλυτώση πια από την φρικτήν προστασίαν της κ. Μπιρτών, παρεδόθη αμέσως χωρίς ούτε την τυπικήν καν αντίστασιν. Αυτός φοβούμενος μήπως φωραθή εις τον θάλαμόν της την έπεισε να έρχεται εκείνη στον δικόν του, πως θα μιλούνε για το μετ' ολίγον συνοικέσιόν των. Αι συχναί αυταί επισκέψεις ένεκα της κουφότητος της Κίττης δεν έγιναν με τας αναγκαίας προφυλάξεις. Ο κ. Πρίορ τας υπώπτευσε. Κανένα όμως περιστατικόν δεν τας εβεβαίωσε. Διά τούτο έλεγε καθ' εαυτόν ότι δεν έκανε καλά που τας εφανέρωσε απερισκέπτως. Εφοβείτο μήπως η Μαλβίνα τον κατακρίνει. Το πρωί λοιπόν έσπευσε στο διαμέρισμά της.
Η Μαλβίνα απόρησε που τον είδε. Ευχαριστήθη όμως και τον προσεκάλεσε να πάρουν μαζί το τσάι. Εκάθησε προθύμως και αμέσως της εφανέρωσε την αιτίαν του ερχομού του.
Η Μαλβίνα εκεντήθη από περιέργειαν να διασαφίση μερικάς αμφιβολίας, αι οποίαι της ήσαν περισσότερον ενδιαφέρουσαι, παρ' όσον ενόμιζε. Άφησε κατά μέρος κάθε επιφύλαξιν και του έκαμε πλείστας ερωτήσεις.
Ο Πρίορ το θεωρούσε βάρος στην ψυχή του να κρύψη από τη Μαλβίνα και τον ελάχιστο στοχασμόν του. Της εφανέρωσε λοιπόν τας υποψίας του.
Εκείνη ενώ τον άκουε κοκκινίλα εχύθηκε εις όλο της το πρόσωπον.