Μαλβίνα: Ρωμαντικό Μυθιστόρημα του 18ου αιώνος
Part 5
Η δε κ. Μέλμορ ως νευρόσπαστον με φωνόγραφον εντός του εψυθίριζε κατά διαλείμματα εις κάθε φράσιν της κ. Μπιρτών.
— Έξοχον! Θαυμάσιον!
Και περιέβλεπε ηληθίως τους συγκαθημένους σαν να τους έλεγε,
— Τι λέτε και σεις;
Η Κίττη δεν ήξαιρε να ομιλή. Εξεφράζετο όλο με φρασίδια. Και για να φαίνεται ότι κάτι κάμνει έσκωπτε τη Μαλβίνα και τον κ. Πρίορ. Στην αρχή ήλπισε ότι θα είχε βοηθόν τον Έδμον, αλλά ηπατήθη. Αυτός ο αριστοτέχνης του λόγου άλλωστε και κατά τας κατ' ιδίαν συναναστροφής και κατά τας κοινάς ομηγύρεις ευχαριστείτο από τους λόγους της Μαλβίνας.
Η Κίττη λοιπόν επιτέλους ετραβήχθη εις μίαν άκραν και εσιώπησε.
Η ευγενής Μαλβίνα το παρετήρησε και επεχείρησε να την βγάλη από την αμηχανίαν της αποτείνουσα προς αυτήν τον λόγον με γλυκύτητα. Αλλ' η Κίττη εφέρετο με καταφανή πικρίαν και απήντα μονοσυλλάβως.
Τέλος αφού έμεινε αρκετήν ώραν σιωπηλή επροχώρησε κατηφής και εκάθησε εμπρός εις το πιάνο, όπου άρχισε να παίζη βαριατσιόνες. Η Μαλβίνα την επρόσεξε και την επαίνεσε. Αλλ' αυτή έκαμε ότι δεν την ακούει και προσεκάλεσε τον Έδμον να τραγουδήση μαζί της ένα Ιταλικό τραγούδι.
— Όχι, όχι, είπεν η κ. Μπιρτών, καλύτερα να τραγουδήσετε από Γαλλικές όπερες. Είμαστε Γάλλοι εμείς.
Η Μαλβίνα περιειργάσθη τα μουσικά τετράδια και είπε:
— Α! μα εσείς έχετε τον περίφημο Λούλλι, την Αρμίδα, την Άλκηστη, τον Οιδίποδα. Φιλτάτη κ. Μπιρτών, η καρδιά σας, ωστόσο πάντα είναι γαλλική.
Εμένα τουλάχιστο είπε με πείσμα η Κίττη διόλου δεν μαρέσει η Γαλλική γλώσσα, είναι κρύα, τίποτε δεν μπορείς να εκφράσης εις αυτήν με χάρη.
— Παρακαλέστε την κ. Σορκή να προφέρη μερικές λέξεις, είπε τότε ο Έδμον, και είμαι βέβαιος πως θαλλάξετε γνώμην.
— Ίσως όχι, του είπε χαμηλά η Κίττη με περισσότερο πείσμα, δεν ξυπάζομαι τόσο εύκολα εγώ, ούτε χάνω το νου μου για μια λέξη.
— Ναι αλήθεια κάτι άλλο παρά ο νους κινδυνεύει κοντά της, είπε ο Έδμον.
— Η καρδιά θέλετε να πήτε . . . ωστόσο μερικοί άλλοι δεν κινδυνεύουν και τόσο . . . λέγουν το ναι και κείνη που τους ακούει τους πιστεύει καθώς τόσες άλλες και απατάται και αυτή σαν εκείνες.
— Η Μαλβίνα εφαίνετο ότι δεν επρόσεχε, αλλά ούτε λέξη της διέφυγε. Η κ. Μπιρτών είχε πάει στον κοιτώνα της να φέρη τις νότες του Οιδίποδος και γύρισε, πριν προφθάση ο Έδμον να αποκριθή στα τελευταία λόγια της Κίττης, πράγμα που δυσαρέστησε και τον ίδιον και την Μαλβίναν περισσότερον.
— Έλα Κίττη, είπεν η κ. Μπιρτών, συνόδευσέ μας σαυτή την τριφωνία κέβαλε μπροστά της το τετράδιο απάνω στο πιάνο.
Η Κίττη δεν μπορούσε να παίξη από μέσα πρίμα βίστα, αν και έπαιζε αριστοτεχνικώς τα προμελετημένα κομμάτια.
Βλέπων ο Έδμων την αδυναμία της είπε:
— Είμαι βέβαιος ότι η κ. Σορκή θα επετύγχανε καλύτερα.
— Δεν θα είναι κατόρθωμα αυτό, είπε μετριοφρόνως η Μαλβίνα, εγώ έχω τραφή μαυτήν την μουσικήν.
— Γιαυτό είσθε τόσον ασθενική, απεκρίθη ειρωνικώς η Κίττη, η τροφή σας ήτο τόσον αθλία.
Η Μαλβίνα όμως δεν την εσυνερίσθη και της απήντησε με πραότητα.
— Αν προτιμάτε την Ιταλική μουσική εύκολο είναι ναφίσωμεν αυτήν κατά μέρος.
— Όχι, όχι, εξαδέλφη, είπε ζωηρά η κ. Μπιρτών, καθίστε στον τόπο της Κίττης και η ουράνιος αυτή μουσική θα κάμη να λησμονήσωμεν προς ώραν ότι δεν είμεθα στην πατρίδα μας.
Η κόρη της κ. Μέλμορ εσηκώθηκε θυμωμένη, εσκούντηξε το σκαμνί και πήγε και κάθισε μακρυά, ως να μην ήθελε νακούση την μουσικήν τους.
Η Μαλβίνα έπαιξε θαυμάσια τα δυσκολώτερα τεμάχια. Έπαιξε με ευκινησίαν και χάριν αμίμητον.
Ωστόσο η κ. Μπιρτών με όλην της την μουσοληψίαν εβαρέθηκε νακούη την Μαλβίναν, τα προτερήματα της εξαδέλφης της αναπτυσσόμενα μάλιστα ενώπιον του Έδμον την έθλιβαν και θέλουσα να απαλλαχθή προσεποιήθη ότι της ήλθε πονοκέφαλος και με αυτήν την πρόφασιν υπεχρέωσε τους επισκέπτας να τραβηχθή ο καθείς εις τα ίδια.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ'.
Η ΤΡΟΦΟΣ
Η Μαλβίνα ησθάνετο ότι επέρασε καλά τη βραδιά εκείνη. Ήλπιζε μάλιστα ότι η κ. Μπιρτών θα την επροσκαλούσε να κατεβαίνη εις το γεύμα καθημέραν.
Με ανήσυχη περιέργεια επερίμενε την άλλην ημέρα να ιδή αν θα την προσκαλέση, αλλά ματαίως. Το γεύμα της εστάλη ως συνήθως εις το οίκημά της.
Το βράδυ επεθύμησε να κατεβή, αλλά δεν ετόλμησεν απρόσκλητη·
Αλλά διατί τάχα τώρα επιθυμούσε την συναναστροφήν;
Ησθάνετο αόριστον τινά φόβον μήπως μαντεύσουν οι άλλοι την αιτίαν.
Έτσι η Μαλβίνα ήρχισε πάλιν την αποτραβηγμένην ζωήν της. Η δε κ. Μπιρτών την επεσκέπτετο συχνά διά να της αφαιρέση κάθε πρόφασιν του να κατεβή.
Απέφευγε με κάθε τρόπον να την προσκαλέση, πράγμα που εκείνη δεν ετολμούσε να της το προτείνη.
Αλλά εις τον Έδμον, ο οποίος την ενοχλούσε με συχνάς ερωτήσεις, γιατί δεν φέρνει την Μαλβίναν κάτω, έλεγεν υποκριτικώς, ότι όσες φορές ανεβαίνει, άλλο τίποτε δεν κάμνει, παρά να την παρακαλή να έλθη, αλλά εκείνη αρνείται.
Ωστόσο μίαν Κυριακήν πρωί η Φανή εμβήκε στης μητέρας της και της λέγει.
— Μητέρα κάτω είναι η Άτζολετ, ήρθε να παίξωμε μαζί, σήμερα που δεν έχει μάθημα. Έλα να κατεβούμε στην αυλή να κάνουμε χιονόσφαιρες.
— Ποια είναι, παιδί μου, η Άτζολετ;
— Εκείνο το ωραίο το κοριτσάκι που τραγουδεί τόσο γλυκά και μιλεί Αγγλικά.
— Α η βαπτιστική του σερ Έδμον; είπε η Μαλβίνα και εβάφη το πρόσωπόν της με ελαφρόν ερύθημα.
— Ναι μητέρα, μα αυτό δεν την εμποδίζει να είναι αυτή καλή.
— Όχι βέβαια, παιδί μου, μα και ο ίδιος ο σερ Έδμον δεν μου φαίνεται καθόλου κακός.
— Ξαίρεις, μητέρα, η Τομκίνα λέει πολλά κακά γιαυτόν.
— Τι δηλαδή;
— Μα . . . να, δεν τα θυμούμαι . . . .
— Πολύ καλά κάμνεις, παιδί μου, να μη ενθυμείσαι τις κακολογίες. Πήγαινε τώρα να εύρης την Άτζολετ. Σε λίγο έρχομαι κεγώ.
Άμα βγήκε έξω το κοριτσάκι, η Μαλβίνα είπε προς τη Τομκίνα:
— Γιατί λες στο παιδί τις φλυαρίες και τα παραμύθια που μήτε συ δεν τα ξαίρεις;
— Σας βεβαιώνω, κυρία, πώς δεν είναι παραμύθια. Και μήτε τα μισά απ' όσα ξαίρω δεν λέγω.
— Πιστεύω ότι δεν είναι η Φανή εκείνη που πρέπει να μανθάνει τέτοιες λεπτομέρειες.
Α όχι, κυρία, προσέχω πολύ όταν έρχεται εδώ η Τάσσα τα λέμε πολύ σιγά . . . Αχ και να ξαίρατε, κυρία, πώς ζη εδώ ο σερ Έδμον! . . .
— Δεν έχω διόλου περιέργεια να το μάθω.
Και όμως . . . είχε, αλλ' εντρέπετο να έλθη εις τέτοιους λόγους με την υπηρέτριαν της.
Δεν εγνώριζεν ακριβώς οποίαι ήσαν αι παραφοραί του Έδμον, διά τις οποίες τον εκακολογούσαν, αλλά τις εσυμπέραινε και . . . δεν ήτο μάλιστα διατεθειμένη να τας συγχωρήση και μόλον ότι ήτο εκ φύσεως επιεικής. Αυταί όμως αι φήμαι ερέθιζον περισσότερο την περιέργειάν της, και το ενδιαφέρον της ακόμη.
Συλλογιζομένη επροχώρησε προς την αυλήν. Η Άτζολετ έτρεξεν εις την αγκαλιά της με τρυφεράν απλότητα και η Φανή άρχισε να επαινή τις χάρες της μικρής φίλη της.
Η Μαλβίνα θέλουσα να ζεσταθή άρχισε να παίζη με τα κοριτσάκια. Έξαφνα εφάνη από μακράν ερχόμενος ο Έδμον με γρήγορον βήμα. Εχαιρέτησε την Μαλβίναν, αλλά δεν εστάθη.
Η Μαλβίνα προκατειλημμένη καθώς ήτο ήδη εναντίον του δεν επιθυμούσε την συνάντησίν του. Ωστόσο η ψυχρά εκείνη διάβασίς χωρίς σχεδόν να την προσέξη της εφάνη παράδοξος. Τον παρηκολούθησε λοιπόν κρυφίως με το βλέμμα της.
Η Άτζολετ την επλησίασε με τρόπο και της είπε χαμηλά.
— Εγώ ξαίρω πού πάει ο νονός μου. Ελάτε μαζί μου και θα δήτε. Και προηγήθη τρέχουσα, ενώ η Φανή και η Μαλβίνα την ακολούθησαν.
Όταν έφθασαν εις την θύραν κάποιου οικίσκου εις τα έσχατα της αυλής, η Άτζολετ εστάθη, έβαλε στα χείλη το δάκτυλό της και είπε:
— Σιγά, μη μας καταλάβη.
Έσπρωξε ελαφρά την εξώθυρα, επροχώρησε στα άκρα των ποδών της κρατώντας την Μαλβίναν από το χέρι και της έδειξε μέσα από μίαν υαλίνην θύραν εις ένα καθαρόν δωμάτιον μιαν πτωχήν γραίαν που εκείτετο άρρωστη. Ο Έδμον εστέκετο κοντά της.
— Αυτή είναι η γριά Νόρτων, η τροφός του νουνού μου είπε χαμηλά η Άτζολετ. Σήμερα αρρώστησε βαριά. Φαίνεται, ειδοποίησαν στον πύργο και για τούτο ο νουνός μου έτρεξε. Α! είναι πολύ καλός ο νουνός μου, κυρία, η γριά Νόρτων τον αγαπά . . . δεν φαντάζεσθε!
Η Μαλβίνα άμα είδε τον καταλαλούμενον να εκπληρώνη τέτοιο ευσεβές χρέος, συνεκινήθη και κατηγόρησε τον εαυτόν της, διότι εκινδύνευσε να σχηματίση κακήν υπόληψιν δι' αυτόν. Τώρα πλέον τον εσυγχωρούσε, διότι δεν εστάθηκε, όταν επερνούσε από κοντά της. Η βία του της εφάνη τώρα δικαιολογημένη και θα της εκακοφαίνετο βέβαια, αν εξ αιτίας της παρέβλεπε τον φιλάνθρωπον σκοπόν του.
Η Μαλβίνα δεν ήτο από τας εγωιστικάς εκείνας γυναίκας, που θέλουν όλα να γίνωνται γι' αυτάς και μόνον. Το πάθος αυτό είναι η φιλαυτία, δεν είναι ο έρως. Ο έρως όταν εμφωλεύη εις τιμίαν ψυχήν, όσο σφορδός και αν είναι, είναι ωραίος και μία έκφανσις ψυχικής ωραιότητος είναι η φιλανθρωπία, διά την οποίαν δεν ζηλεύει.
Και τι; Μήπως η Μαλβίνα είχεν έρωτα προς τον Έδμον; Όχι δεν θέλομεν να ειπούμε αυτό. Αλλ' ότι ο χαρακτήρ της ήτο τοιούτος, ώστε ως γυναίκα θα ήθελε μεν να προτιμάται αυτή από κάθε άλλο. αλλά η αρετή να είναι προτιμοτέρα και από αυτήν.
Άλλως τε το να βλέπη ενώπιόν της μίαν τοιαύτην γενναίαν πράξιν από άνδρα, όστις ήτο ούτως ειπείν «σημείον αντιλεγόμενον» και να την θαυμάζει ανεπιφύλακτα, ήτο δόλωμα ασυγκρίτως πιο επικίνδυνον από τας μετά πάθους επαναλαμβανομένας συνήθως ερωτικάς εκφράσεις, εναντίον των οποίων ημπορούσε να την καθοπλίση η λογική σκέψεις ότι αυτή έχει ήδη υποσχεθή εις τον εαυτόν της και έχει αποφασίσει να μείνη ανέραστη.
Ενώ η Μαλβίνα ήτο παραδομένη εις το θελκτικόν εκείνο θέαμα, η Φανή εκρύωσε και βαρέθηκε. Την ετράβηξε λοιπόν από το φόρεμά της για να επιστρέψουν, εκείνη, όμως αφηρημένη όπως ήτο, δεν αντελήφθη την επιθυμίαν της.
Τότε το κοριτσάκι άρχισε να κλαυθμυρίζει. Ο Έδμον έστρεψε με απορίαν και προχώρησε προς την θύραν να ιδή ποιος είναι. Η Μαλβίνα ευρέθη εις θέσιν στενόχωρον, διότι θα εφωράτο ότι παρακολουθεί οπωσδήποτε τας πράξεις του και εσκέφθη να φύγη, αλλ' ήτο αργά πλέον. Προτιμότερον ήτο να δείξη αφέλειαν. Και εστάθη.
Ότε λοιπόν ο Έδμον εξέφρασε την χαρούμενην έκπληξίν του, έρριψε κάτω το βλέμμα της και του είπε σεμνά.
— Η βαπτιστική σας, κύριε, μέφερεν εδώ να μου δείξη τον ανάδοχόν της εις την ακμήν της δόξης του.
— Εισέλθετε, παρακαλώ, κυρία. Το θέαμα προξενεί θλίψιν, αλλ' όχι τρόμον. Η ταλαίπωρος τροφός μου φοβείται τον θάνατον, ελάτε να την εγκαρδιώσετε. Επικαλείται το έλεος του Θεού και θα το ελπίση με περισσότερη πίστη, όταν θα ιδή κοντά της ένα άγγελον.
Η Μαλβίνα επροχώρησε:
— Και είναι λοιπόν τόσο άσχημα; είπε, ίσως πρέπει να μηνύσωμεν τον κ. Πρίορ.
Η γριά αντελήφθη και απήντησε ήρεμα.
— Όχι, κόρη μου. Του αγαπημένου αυτού παιδιού η στοργή με παρηγορεί περισσότερο από κάθε ψυχρά ρητορεία.
— Η Μαλβίνα συνεκινήθη πολύ από το όνομα που απεδόθη εις τον Έδμον εκ μέρος της γραίας και από το εγκώμιον εν γένει. Δάκρυα εγέμισαν τα μάτια της και έπιασε το χέρι της άρρωστης.
— Πάσχετε πολύ, μητέρα; τη ρώτησε με γλυκύτητα.
Το θέλγητρο της φωνής της εβαλσάμωσε την ψυχήν της.
— Είσθε, νομίζω, της είπε, η κυρία, που επισκεφθήκατε λίγες μέρες μαζί με την αφέντισσα την κ. Μπιρτών τους φτωχούς και τους αρρώστους, δεν είναι έτσι; Όλοι μου μίλησαν για την καλωσύνη σας. Ευχαριστώ το Θεό που μαξίωσε να σας ιδώ πριν αποθάνω.
— Μην κουράζεσαι, μητέρα, της είπε ο κ. Έδμον. Πάρε λίγο απ' αυτό το γιατρικό. Ας έλθη και ο κ. Πρίορ, αν θέλης.
— Η Άτζολετ πήγε να τον φωνάξη, είπε η Φανή κρυμμένη πίσω από την μητέρα της, για να μην κοιτάξη την άρρωστη που την εφοβείτο.
— Πώς ο κ. Πρίορ δεν εκλήθη ήδη; ερώτησε η Μαλβίνα κάποιαν συγγενή της κ. Νόρτων.
— Συστελλόμεθα να τον ενοχλούμε, είναι τόσο απασχολημένος με τις σπουδές του . . . όλο γράφει . . .
Ο ερχομός του κ. Πρίορ διέκοψε της γυναίκας τους λόγους. Αυτός περισσότερο επρόσεξε την Μαλβίναν παρά την ασθενή. Επλησίασε και της είπε:
— Ήρθατε λοιπόν να δήτε την φοβερή την κρίσιμη την ώρα . . την ώρα που η ψυχή ανήσυχη προσβλέπει προς τα όρια του αγνώστου, τα οποία μέλλει να υπερπηδήση;
— Κύριε Πρίορ, του είπε χαμηλά ο Έδμον, εύρετε, παρακαλώ, λόγους πλέον καταληπτούς εις αυτήν εδώ, και έδειξε την ασθενή, και ικανούς να στηρίξουν την καρδιά της.
Η Μαλβίνα σηκώθηκε να παραχωρήση προς τον κ. Πρίορ την παρά την ασθενή θέσιν της και ακούμπησε επάνω στην κλίνην κοντά εις τον Έδμον.
— Βλέπω καλή μου γραία, είπε ο κ Πρίορ προς την ασθενή, ότι η καρδιά σου είναι αδύνατη, όπως το σώμα. Έχε θάρρος. Και αν ακόμη πρόκειται ναποθάνης δεν έχεις να πάθης κανένα κακόν. Απεναντίας θα γίνης μέρος της θείας ουσίας, έχε πίστην εις τον Θεόν. Αυτός είναι μαζί σου όπου και αν υπάγης για να σε προστατεύη.
— Ας γίνη το θέλημά του είπε η γριά. Είθε ο Σωτήρ να μεσιτεύση υπέρ εμού.
— Έχε τας ελπίδας σου στην ευσπλαγχνίαν του. Γνωρίζει από τι επλάσθημεν. Συγχωρεί, διότι αγαπά και θέλει να τον αγαπούν περισσότερον παρά όσο τον φοβούνται.
— Κανένα δεν έβλαψα ποτέ, είπε η γραία, επιθυμούσα μόνο να ζήσω για τα παιδιά μου, εσυμμεριζόμην μεκείνα τις ευεργεσίες του αγαπητού μου Σέυμουρ, μα σαν πεθάνω ποιος θα τα βοηθήση;
— Εγώ, καλή μου γραία, είπεν ο Έδμον.
— Γνωρίζω την καλή προαίρεση του Έδμον μου . . . αλλά σπανίως βρίσκεσαι εδώ.
— Τότε λοιπόν εγώ, είπεν η Μαλβίνα, εγώ που μένω εδώ πάντοτε, θα προσπαθώ να αναπληρώνω τον κύριον, όταν θα είναι απών.
Ο Έδμον συνεκινήθη. Ησθάνθη κατάνυξιν ότι είχε τέτοιον συμμέτοχον των υποχρεώσεών του.
— Ναι, μητέρα, είπε, συνορκιζόμεθα ότι μαζί θα φροντίζωμε για των παιδιών σου την ευημερία.
Η Μαλβίνα άπλωσε το χέρι, ως σημείον ότι εδέχετο τον όρκον, και ο Έδμον το πήρε μέσ' στα δικά του χέρια και το έβαλε επάνω στα γόνατα της άρρωστης.
Η γραία από την συγκίνησιν, από την αδυναμίαν, από την εξάντλησιν, πλήρης ικανοποιήσεως διά τας ενδείξεις ταύτας της αγάπης, χωρίς φροντίδας πλέον και εύελπις, έκλεισε ησύχως τα μάτια, μουρμουρίζοντας κάτι που έμοιαζε σαν το «Νυν απολύεις», και δεν τα άνοιξε πλέον. Το πνεύμα της αμέριμνον επέταξεν εις την αιωνιότητα.
Όταν εγύριζαν εις τον πύργον, όλοι ήσαν συλλογισμένοι και έφερον την εντύπωσιν των τελευταίων στιγμών της γραίας Νόρτων.
Ο Έδμον ενδίδων εις τας μελαγχολικάς σκέψεις της στιγμής είπε:
— Ότι και αν λέγουν οι Εκκλησιαστικοί δεν με πείθουν. Πώς ημπορεί να συμβάλη εις την αρμονίαν του Συνόλου το ναποθνήσκη ο τίμιος εις ελεεινήν κατάστασιν, χωρίς να έχη χαρή την ζωήν ένεκα των ταλαιπωριών της ενδείας:
— Και ποιος σας είπε ότι η αποθανούσα δεν την εχάρηκε: απεκρίθη ο κ. Πρίορ. Η ευτυχία ανήκει περισσότερον εις τους εναρέτους, παρά εις τους ευνοουμένους της τύχης. Ίσως αυτή έζησε ευτυχεστέρα και . . . από εσάς ακόμη.
— Μπορεί αλήθεια, είπε ο Έδμον, καθώς κυβερνώνται τα πράγματα του κόσμου εδώ κάτου, η λαμπρή ζωή να μην είναι πιο ευτυχισμένη.
Κατά το διάστημα του βίου μου, του μακαριστού δα, όπως ενομίζετο, αρίθμησα περισσότερες λυπημένες ώρες, παρά χαρούμενες. Έτσι έλαβα αφορμή να αμφιβάλλω για την αγαθότητα της Δυνάμεως που διέπει τον κόσμον, η οποία μας δίδει τόσον ολίγα καλά ανακατωμένα με τόσα πολλά κακά.
Αυτά τα λόγια παρώργισαν τον κ. Πρίορ και του είπε με αγανάκτησιν.
— Ποιος είσαι συ, υιέ άνθρωπου, χθεσινό γέννημα του πηλού, και αμφισβητείς την αγαθότητα του Δημιουργού: Με ποιο δικαίωμα κατηγορείς του Σύμπαντος την αρμονίαν, συ ο οποίος απολαύεις αγαθά ανώτερα από τας αρετάς σου;
— Πιστέψατέ με, κ. Πρίορ, εγώ το νιώθω πόσο λίγο αξίζω και πολύ μικρή ιδέα έχω για τον εαυτό μου. Μα για τούτο δεν φταίω εγώ, φταίει εκείνος που με έπλασε τέτοιον. Αφού είναι παντοδύναμος, ας μέκαμνε τέλειον. Γιατί μου στέλνει γλυκούς πειρασμούς με την απόφαση να με κολάση, αν υποχωρήσω εις αυτούς; Τι φταίω εγώ που μεταχειρίζομαι ότι εκείνος μου έδωσε;
— Φταίετε, υπέλαβεν η Μαλβίνα, βλέπουσα αυτόν με πραότητα, διότι σας επροίκισε με γνώμονα την συνείδησιν, με την οποίαν αναμετράτε τον κίνδυνον των παθών και δύνασθε να τα νικήσετε, αλλ' ενώ αισθάνεσθε τον εαυτόν σας ικανόν προς τούτο, σεις επαφίνεσθε εις των παθών τον σάλον και νικάσθε υπ' αυτών εκουσίως.
— Ο Έδμον εκοκκίνησε και είπε προς τον κ. Πρίορ.
— Τακούτε, αιδεσιμώτατε; Ιδού τι πρέπει να λέτε και πώς πρέπει να τα λέτε, όταν από τον άμβωνα· θέλετε να εξυπνήσετε την συνείδησιν του αμαρτωλού, ή νανοίξετε τα μάτια των ασεβών. Αλλά πρέπει να έχης και το βλέμμα και τη φωνή και τα θέλγοντα εκείνα χειλάκια, που τα στολίζει η χάρη και τα φυλάττει η φρόνηση.
Έτσι συνομιλούντες έφθασαν εις τον πύργο. Όπου ο κ. Πρίορ τους άφισε.
Η Μαλβίνα επεχείρησε να διευθυνθή εις το διαμέρισμά της, αλλ' ο Έδμον της είπε:
— Πώς, κυρία μου, μας φεύγετε πάντα έτσι; Γιατί μένετε άκαμπτη εις της κ. Μπιρτών τας προτροπάς και τας παρακλήσεις;
Η Μαλβίνα δεν ημπόρεσε να εξηγήση τους τελευταίους αυτούς λόγους.
— Ποίας παρακλήσεις εννοείτε;
Η εξαδέλφη σας καταθλίβεται από την ισχυρογνωμοσύνην σας συγχωρήσατέ μου την λέξιν, είναι ιδική της, που αποποιείσθε την συναναστροφήν μας.
— Αστειεύεσθε βέβαια, κ. Έδμον.
— Ομιλώ πολύ σοβαρά μάλιστα. Ημέρα δεν περνά, που να μην την ερωτήσω, γιατί τάχα να μη σας βλέπουμε καθόλου; Κεκείνη κάθε μέρα μου λέγει ότι διαρκώς προσπαθεί να σας φέρη στην ομήγυρή μας, αλλά σεις ευρίσκετε πάντοτε αιτίας αρνήσεως.
Η Μαλβίνα εταράχθη. Δεν εννοούσε τον λόγον της τοιαύτης συμπεριφοράς της εξαδέλφης της. Ωστόσο είπε προς τον κ. Έδμον.
Αλλά και αν αντιστάθηκα αλήθεια στης κ. Μπιρτών την παράκλησιν διατί υποθέτετε ότι . . .
— Ότι ηθέλετε ενδώσει στις δικές μου; . . Βέβαια πριν έλθω εγώ διήγετε τόσον αποτραβηγμένη . . . Σας ενοχλεί ίσως η παρουσία μου. Επιθυμείτε ίσως να αναχωρήσω . .
— Παρεξηγείτε, κύριε Έδμον, τας έξεις μου, απεκρίθη με ταραχήν η Μαλβίνα. Κάποιες θλιβερές αναμνήσεις . . . .
Αλλ' αν εγνώριζα ότι η απουσία μου λυπεί . . . την εξαδέλφην μου θα ημπορούσα ναλλάξω έξεις.
Ο Έδμον την έπιασε από το χέρι.
— Ελάτε της είπε. Και την ωδήγησε εις τον θάλαμον της κ. Μπιρτών.
— Θεία μου, θεία μου! Ακούστε τι λέγει η κ. Σορκή. Φρονεί ότι αστειεύομαι και δεν θέλει να πιστέψη ότι λυπείσθε που στερείσθε την συναναστροφήν της. Συνενώσατε παρακαλώ τας δικάς σας με τας δικάς μου παρακλήσεις, ίσως και την καταφέρομεν να μας έρχεται.
Η κ. Μπιρτών εκοκκίνησε από την ταραχήν της. Αλλά γρήγορα έγινε κυρία του εαυτού της και είπε με υποκρισίαν αριστοτεχνικήν.
— Η εξαδέλφη μου γνωρίζει πόσον η παρουσία της με ευφραίνει, αλλά εγώ επροτίμησα την ιδικήν της ανάπαυσιν από την ιδικήν μου τέρψιν. Δεν ηθέλησα να παραβιάσω την φιλήσυχή της διάθεση και ελπίζω ότι τούτο το θεωρεί ως ένα τεκμήριον της αγάπης μου. Τώρα που βλέπω πως άρχισε να βαρύνεται την αποτραβηγμένη ζωή χαίρω πολύ για την μεταβολήν της αυτήν.
Ο Έδμον όμως ήθελε πλέον θετικήν την απάντησιν της θείας του και είπεν ανυπομόνως.
— Βλέπω, θεία μου, ολοφάνερα πως πρέπει το δίχως άλλο ναναχωρήσω. Ενόσω είμαι εδώ, κ. Σορκή δεν έρχεται στη συναναστροφή σας, ή έρχεται χωρίς όρεξη.
— Σωστά, είπε με τόνον η κ. Μπιρτών. Εδώ χάνεις, μου φαίνεται, τον καιρό σου, ενώ σπουδαίοι λόγοι σε καλούν εις το Έδιμπουργκ. Επίστρεψε εκεί. Τότε η ωραία εξαδέλφη μου μένει ελεύθερη . . .
— Του κ. Έδμον η παρουσία καμίαν ενόχλησιν δεν μου παρέχει, είπε σοβαρά η Μαλβίνα. Είτε εδώ είναι, είτε απουσιάζει, η διάθεσίς μου να μονάζω δεν λαμβάνει καμίαν τροπήν. Ούτε με εμποδίζει η παρουσία του να κάμνω το θέλημά σας, εξαδέλφη μου, αν πράγματι σας αρέσει η συντροφιά μου.
Η κ. Μπιρτών εδαγκάθηκε. Καμίαν πρόφασιν δεν είχε να αρνηθή.
Αφού λοιπόν ήτο αδύνατον πλέον να εμποδίση να βλέπωνται ο Έδμον με την Μαλβίναν, εστοχάσθη ότι θα ήταν προτιμότερον να γίνεται αυτό επί παρουσία της.
Έτσι συνεφωνήθη να έρχεται η Μαλβίνα στη συναναστροφή, καθώς ήρχετο και προτού να έλθη ο κ. Έδμον.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι'.
ΣΥΝΔΙΑΛΕΞΙΣ
Η κ. Μπιρτών μόνον κατά την ώραν του γεύματος έμαθε ότι αιτία να συναντηθούν ο Έδμον και η Μαλβίνα ήτο ο θάνατος της γραίας Νόρτων.
Δεν ήξαιρε καν ότι η γραία ήτο άρρωστη. Για τίποτε πράγματι δεν ενδιεφέρετο, για τούτο κανείς δεν ήρχετο να της διηγηθή τους πόνους του. Πολλοί από τους προστατευομένους της χωρικούς αρρωστούσαν και απέθνησκαν, χωρίς να λάβη αυτή καμίαν είδησιν.
Η μικροφιλοδοξία της την έκαμνε να διατηρή τακτικήν αλληλογραφίαν με τον Λόρδον Στάφφορδ. Προσπαθούσε να τον κρατεί πιστόν εις τας μεταξύ των συμφωνίας, ως προς τα αντισηκώματα του συνοικεσίου, και εβίαζε τον ανεψιό της να υπάγη προς τέλεσίν του.
Ο Έδμον εν τούτοις καθημέραν εύρισκε νέας προφάσεις αναβολής και έμενεν εις τον πύργον. Ποτέ άλλοτε δεν είχε μείνει τόσον καιρόν.
Η κουφόνους Κίττη εμεγαλαυχούσε, πως ήτο δι' αυτήν η παράτασις της διαμονής του εκεί. Αλλά η κ. Μπιρτών καταλάβαινε την αληθινή αιτία και ευρίσκετο εις διαρκή αγωνίαν, πώς ναπομακρύνη τον ανεψιόν της, ή τουλάχιστον να διακόψη τας σχέσεις του με την Μαλβίναν. Ο Έδμον όμως δεν έπαιρνε βέβαια από βίαν, εχρειάζετο πειθώ, πράγμα δύσκολο για το χαρακτήρα της κ. Μπιρτών. Με την Μαλβίνα πάλιν δεν ημπορούσε να τα χαλάση, διότι ήτο πραοτάτη και υποχωρητική εις όλα. Άλλως τε αυτό θα ήτο και ολιγώτερον οικοδομητικόν διά τον σκοπόν της, διότι θα καθίστα την Μαλβίναν προσφιλεστέραν προς εκείνον. Και αν την απεμάκρυνε τι θα εκέρδιζε τάχα; Δεν ήτο αυτεξούσια η Μαλβίνα να υπάγη όπου ήθελε; Ημπορούσε να εμποδίση τον ανεψιόν της να την βλέπει αλλού παρά εις τον πύργον; Και τότε; θα ανεκάλυπτε ο Έδμον όλας τας πανουργίας της και . . .
Εις τοιαύτην λοιπόν ευρισκομένη αμηχανίαν απεφάσισε να κοινολογήση εις την Μαλβίναν τα σχέδιά της διά τον γάμον του Έδμον. Δεν έλειψε δε να παραστήση τον ανεψιόν της ως νέον ανάγωγον και άσωτον, παραδιδόμενον εις έρωτας αθεμίτους και σκανδαλώδεις, και ότι απέφευγεν ακριβώς το μελετώμενον συνοικέσιον, διότι εθεωρούσε τον γάμον ως χαλινόν της ακολασίας του.
Και υποκρινομένη εμπιστοσύνην της προσέθετε.
— Ιδέ, καλή μου Μαλβίνα, τα τι τραβώ από την πολλή μου αγάπη στο τρελόπαιδο αυτό. Για να τον ανυψώσω μαυτόν τον γάμο και για να τον αποσπάσω από τις αθλιότητες των αθεμίτων ερώτων, υποσχέθηκα να του δώσω όλη μου την περιουσία, να γυμνωθώ χάριν του από όλο μου το έχειν. Αυτός έκαμε πως συγκατένευσε στο θέλημά μου κεγώ έδωκα το λόγο μου, ώστε η Λαίδη Σούμεριλ απεποιήθηκε χάριν του άλλους λαμπρούς μνηστήρας του Έδιμπουργκ. Και τώρα μέλλει ίσως να μου προσάψη τη μεγαλύτερη εντροπή αρνούμενος αυτός το συνοικέσιον. Θέλω από σας, αγαπημένη μου εξαδέλφη, να συνεργήσετε να τον πείσω, ότι δεν κάμνει καλά και ότι είναι ανάγκη ναναχωρήση το γρηγορώτερο για το Έδιμπουργκ.
— Αλλά, φιλτάτη μου, τι δύναμη έχω εγώ στη θέληση, και στα φρονήματα του κ. Έδμον;
— Κάτι μπορείτε να κάμετε. Παρετήρησα πως δεν προσπαθεί ξεχωριστά ναποκτήση τη φιλία σας, όπως κάμνει για κάθε πρώτη γνωριμία του, γιατί εσείς δεν είσθε καμιά ξαπολυμένη σαν εκείνες που τον ομοιάζουν. Αλλ' οπωσδήποτε αν δεν σας εράται, όμως σας τιμά και ίσως σας ακούση, για ναποκτήση την υπόληψίν σας.
— Λυπούμαι πολύ, που δεν θα ημπορέσω να σας ευχαριστήσω. Αστεία βέβαια πολύ θα ήμουν να φαίνουμαι ότι επεμβαίνω εις υπόθεσιν ολότελα ξένην προς εμένα και μάλιστα συμβουλεύουσα άνθρωπον, που δεν μου ζήτησε καν την συμβουλή μου.
— Α! τότε μιλήστε γενικά. Πέστε λόγου χάριν ότι ένας τίμιος νέος που έδωκε ελπίδες γάμου σε μια γυναίκα είναι ασύγγνωστος, άμα τις αθετήση. Πέστε ακόμα ότι τα πλούτη και ταξιώματα είναι τα συντελούντα εις την ευδαιμονίαν και μακάριος όποιος . . . Αλλά ιδού έρχεται, ας μη φανούμε πως συνεννοούμαστε. Φροντίστε να υποστηρίζετε τα όσα εγώ θα λέγω. Εκτός αν . . . , επρόσθεσε με χαιρεκακίαν, αιτίες ιδιαίτερες σας εμποδίζουν να το κάμετε.
Η τελευταία αυτή φαρμακερή φρασούλα συνετάραξε τη Μαλβίνα. Τι έπρεπε να κάμη για να μην ενισχύση την υποψία της κ. Μπιρτών; να του συστήση να συνάψη συνοικέσιον που μόνον τας φιλοδοξίες της κ. Μπιρτών εξεπλήρωνε, χωρίς να καταστήση τον ίδιον ευτυχισμένον;
Εσιώπησε και επερίμενε να πη ότι θα έφερνεν η σειρά της ομιλίας ευπρεπές και λογικόν.
Μόλις άνοιξε ομιλίαν με τον ανεψιόν της η κ. Μπιρτών, εμπήκε με ορμή η Κίττη με μιαν εφημερίδα στο χέρι φωνάζοντας.
— Τα μάθατε; ο Λόρδος Στάνωπ ετοιμάζει μια μεγαλοπρεπή εορτήν στο Έδιμπουργκ.
— Ο αδελφός της Λαίδης Σούμεριλ . . είπε με λαχτάρα η κ. Μπιρτών.
— Ναι, είπε με αδιαφορία ο κ. Έδμον.
— Τι χαρά να ήμουν κεγώ εκεί! είπε η Κίττη.
— Δεν υπάρχει αμφιβολία, Έδμον, ότι θα σπεύσης να ευρεθής εκεί, είπε η κ. Μπιρτών με σοβαρότητα.
— Με νομίζετε ικανόν να κάμω αυτήν την γκάφα! Ναφίσω την ωραίαν συναναστροφήν, να περιφρονήσω τέτοιον χειμώνα, που επικρατεί έξω αυτήν την ώρα, και να τρέξω σε μιαν κοινή εορτή από κείνες που η αργία τις κάμνει ίσως χρειαζούμενες, αλλά η συνήθεια τις καθιστά αηδείς!
— Πρέπει να πας όχι για την εορτή καθ' εαυτήν, αλλά για να λάβης μέρος στην ομήγυρη, που θα μαζευτή εκεί, τη λαμπρή και την εκλεκτή.
— Αν εγνωρίζατε, θεία, πόσο οχληρά είναι η μονοτονία των τοιούτων ομηγύρεων . . .