Μαλβίνα: Ρωμαντικό Μυθιστόρημα του 18ου αιώνος
Part 4
— Να σας το πω, κυρία μου. Καίομαι από τον πόθο να σας κοινολογήσω τους στοχασμούς μου· η φωνή σας, το πρόσωπό σας μου εμπνέει θάρρος και με φέρατε σε τόσο σφοδράν, τόσο κατεπείγουσαν ανάγκη να σας εμπιστευθώ, ώστε δεν μπορείτε πλέον να μη μου έχετε εμπιστοσύνην και να είσθε συνάμα ευσυνείδητη.
Και τους λόγους τούτους επρόφερε με φωνή περιπαθή ώστε διήγειρε τρυφεράς αναμνήσεις εις την ψυχήν της Μαλβίνας. Της εφάνη πως άκουε την φωνήν της φιλίας και εδάκρυσε από συγκίνησιν.
— Κύριε Πρίορ, του είπε, έτσι μου μιλούσε και η Μιλαίδη Χέριντεν.
— Πώς! εγώ λοιπόν ημπόρεσα να ξαναφέρω την κ. Χέριντεν στη μνήμη σας; Α, πόσο θα ήμουν ευτυχής, αν αξιωνόμην ελαχίστην μερίδα από τα αισθήματα, όσα εκείνη σας ενέπνεε. Αν η παρουσία μου ημπορούσε να μετριάση τας θλίψεις σας, και τα μάτια σας που ατενίζουν πάντα προς τον ουρανό, αν ένευαν κάποτε και προς την γην να κλαίουν μαζί μου, πόσον χαρούμενη θα εκάμνατε την ζωήν μου! Ίσως δε και η δική σας η ψυχή θα εύρισκε σεμένα κάποια παρηγοριά. Θα είμαι ο αδελφός σας ο αντικαταστάτης της φίλης σας ίσως.
— Η θέσις της Κλαίρης θα είναι πάντοτε κενή μέσα στην καρδιά μου. Πιστεύσατέ με όμως, είσθε ο μόνος άνθρωπος με τον οποίον μαζί κλαίω ευχαρίστως εις την ανάμνησίν της. Δεν μπορώ δε να σας πω πού στηρίζεται αυτή μου η προτίμησις, διότι πολύ ολίγον σας γνωρίζω.
— Και αυτό το ολίγον σας φαίνεται μικρού λόγου άξιον, είπε με χαμόγελο ο κ. Πρίορ. Αλλ' ίσως με κρίνετε αλλέως, όταν επαναλαμβάνω τον λόγον τον οποίον η φουσκωμένη καρδιά μου με βίασε να διακόψω. Είναι τρία χρόνια τώρα που είμαι εδώ. Δεν χρειάστηκε παρά μια λέξη της κ. Μπιρτών για να με κάμη να την θεωρήσω πως είναι αλήθεια τέτοια που θέλει να φαίνεται, αγαθή, γενναιόφρων, ανωτέρα κατά τας αρετάς και την παιδείαν και το θεωρούσα ευτύχημά μου να γίνω συγκάτοικός της. Η άπρεπη όμως πολυτέλεια του σπιτιού της εψύχρανε ολίγον τον ζήλον μου, αλλά δεν εξάλειψε τον σεβασμόν μου. Συνέβη τότε να δυστυχήση ένας αδελφός μου και να φυλακισθή διά χρέη. Οι γονείς μου επώλησαν τα έπιπλα του σπιτιού των για να τον ελευθερώσουν από την φυλακή· επειδή όμως το βοήθημα αυτό δεν έφθασε, παρακάλεσα την κ. Μπιρτών, να μου προκαταβάλη τριών ετών μισθόν και αυτή συγκατένευσε. Γεμάτος χαρά εγώ για τη γενναιοφροσύνη της ανέλαβα έγγραφον υποχρέωσιν να μείνω τρία χρόνια στο σπίτι της. Ούτε είχε περάσει ποτέ από το νου μου πως θα λάβω αφορμή να μετανοήσω. Δεν άργησα όμως να καταλάβω ότι απατήθηκα. Μόλις ευρέθηκα δεμένος με το έγγραφο άλλαξε τρόπο προς εμένα. Έπαυσε πλέον η χαριτωμένη εκείνη γλύκα της που με καθιστούσε πρόθυμον να υποταχθώ, την διεδέχθη παράλογη τυραννία, και αναγκαζόμουν να υπακούω δουλεπρεπώς, εγώ, που δεν μπορώ να κλίνω σε κανένα ζυγό. Άμα λοιπόν αισθάνθηκα τον δικόν της, θέλησα ναπομακρυνθώ υποσχόμενος να της αποδώσω τα όσα μου προκατέβαλε, από τας οικονομίας των όσων θα εκέρδιζα με τους φιλολογικούς μου κόπους. Αλλ' η κ. Μπιρτών αντεστάθη και μου έδειξε το έγγραφο, που έγραψα καθ' υπαγόρευσίν της και υπέγραψα εις την ανάγκην. Αλλά από εκείνην την στιγμήν η αχλύς διελύθη και είδα, ποία ήταν πραγματικώς η κ. Μπιρτών. Αλλ' επειδή οπωσδήποτε εις αυτήν εχρεωστούσα του αδελφού μου την λύτρωσιν, σας ορκίζομαι ότι σε κανένα άλλον, εκτός από σας, δεν έχω δώσει ουδέ απλήν υποψίαν των φρονημάτων μου δι' αυτήν. Και προς αμοιβήν βέβαια της υπομονής μου ευδόκησε, τέλος ο Θεός να εύρω εσάς, που να ημπορώ άφοβα να κοινολογήσω τα απόκρυφα της καρδιάς μου.
— Τα περιστατικά σας με κινούν εις συμπάθειαν. Η εξαδέλφη μου αλήθεια σας έδωσε αφορμάς παραπόνων. Αλλά πώς να συμβιβάσω τον αγεννή της τρόπο με τας γενναίας ευεργεσίας, που σκορπά γύρο της;
— Μην απατάσθε, κυρία μου, τα καλά που κάμνει είναι πολύ μικρότερα παρ' ότι φαίνονται. Είδατε τα καθιδρύματα, αλλά αυτά στερούνται όλα τα χρειαζόμενα εκείνη δε το ξαίρει, αλλά αδιαφορεί. Θέλει μόνο να διαφημίζεται ως προστάτις των δυστυχών και λίγο της μέλει, αν οι δυστυχείς βοηθούνται.
— Αλλ' αν δεν οδηγήται από την φιλανθρωπίαν τι την εβίασε νάρθη να κατοικήση εδώ στα άγρια αυτά όρη:
— Η φιλαυτία της, μην αμφιβάλλετε. Έλπιζε ότι μέσα στα άκαρπα βουνά του Μπρήντελβεν ανεγείρουσχ τα ευαγή καταστήματα κοντά στο μαγικό της παλάτι έμελλε να καταστήση περίφημο τόνομά της. Καθιδρύματα γινόμενα δια λόγους κενοδοξίας θα μένουν βέβαια ελλιπή. Τα πάθος της τρυφής και της πολυτελείας εστόλισεν όλα αυτά τα γύρο οικήματα και διά τούτο εξωδεύθησαν αλύπητα όσα εχρειάζοντο για τον υπέρμετρον ευτρεπισμόν τους. Τα έργα της κενοδοξίας όσο περισσότερο καμώνονται να ομοιάσουν την αρετήν τόσο περισσότερον μας δείχνουν ότι η αρετή είναι αμίμητη.
— Αι παρατηρήσεις σας είναι αυστηραί.
— Είναι όμως ορθαί και ομολογήσατε ότι φανερώνουν το ανεξήγητον αίτιον της μικράς κλίσεως που έχετε προς την κ. Μπιρτών.
— Δεν αρνούμαι ότι η προς αυτήν κλίσις μου είναι ασθενής εν σχέσει προς την υπόληψιν, της οποίας φρονώ ότι είναι αξία η κ. Μπιρτών, είπε η Μαλβίνα. Αλλά ας αφίσωμεν κατά μέρος όλην την κενοδοξία, που καθώς λέτε την κυριεύει, δεν μπορείτε να αρνηθήτε ότι φαίνεται πολύ μετριόφρων. Θεωρεί τον εαυτόν της ολιγώτερον νέαν και ωραίαν παρ' ό,τι τω όντι είναι.
— Κυρία μου! Μία μεσόκοπη γυναίκα, όταν δεν έχη να ελπίση πλέον τα εγκώμια που προσφέρουν συνήθως στα ωραία νιάτα, προσπαθεί να εγκωμιάζεται προσποιουμένη πως βάζει τάχα τον εαυτόν της σε τάξη πολύ κατωτέρα από εκείνην που της ταιριάζει. Εκείνες οι εκφράσεις της άκρας ταπεινοφροσύνης δεν είναι παρά προκλήσεις αποβλέπουσαι να λάβουν απάντησιν αναιρετικήν, προς κορεσμόν της αυταρεσκείας της. Συνηθισμένη να κολακεύεται, προτιμά κάλλιον να κακολογά τον εαυτόν της, παρά να την λησμονούν οι άλλοι. Η κ. Μπιρτών έχει ματαφυτεύσει στην ερημιά όλα του κοινωνικού βίου τα ψεγάδια και αποτραβηγμένη ούσα είναι πάλιν ως εν μέσω του κόσμου. Μήπως δεν κατατρώγεται και εδώ από μίαν ψευτοφιλοτιμίαν χωρίς λόγον; Δεν λιώνει από μίσος προς την Κίττη, γιατί αρέσει αυτή στον κ. Έδμον; Δεν τρέμει μήπως αυτός απορρίψη τον γάμο της Λαίδης Σούμεριλ;
Η Μαλβίνα όμως τον έκαμε να ομολογήση ότι και δίκαιον εάν είχεν απολύτως, σχετικώς όμως με τους κανόνας του επαγγέλματός του, το οποίον επιτάσσει την πραότητα και την συγγνώμην, αμαρτάνει βαρύτερα από τους άλλους, εάν δεν κρίνει την κ. Μπιρτών με επιείκειαν και συγκατάβασιν.
Εν τούτοις αι τοιαύται αυστηραί κρίσεις της Μαλβίνας διά τον κ. Πρίορ είχον αντίθετο αποτέλεσμα, διότι παρώξυναν τόσο την ψυχήν του και ετράχυναν το ήθος του, ώστε κατήντησε πλέον αδύνατον να δείξει και την ελαχίστην επιείκειαν διά την κ. Μπιρτών.
Ενώ ακόμη συνωμιλούσαν, εσήμανε η ώρα του δείπνου και τότε μόνον εννόησαν πόσες ώρες πέρασαν έτσι με την ομιλία.
Ο κ. Πρίορ ποτέ δεν ησθάνθη στιγμές πιο ευχάριστες στη ζωή του. Εζήτησε την άδεια να έλθη και την άλλη μέρα για ναρχίση τα μαθήματα της Ερσικής.
Η Μαλβίνα η οποία ησθάνετο πλησίον του κάποιαν ανακούφισιν η οποία σκιωδώς της ενθύμιζε την φίλην της Χέριντεν, του το επέτρεψε ευχαρίστως.
Έτσι ο κ. Πρίορ τας ακολούθους ημέρας ήρχετο προς αυτήν και έμενε μαζί της πολλάς ώρας αι οποίαι επερνούσαν ως αστραπή. Να κοιτάζη την Μαλβίνα, να έχη ελπίδες για τη φιλία της, να της ομιλή πάντοτε διά την ιδικήν του φιλίαν προς αυτήν, αυτά ήσαν διά τον κ. Πρίορ ανώτερα από όλας τας ουρανίας αγαλιάσεις περί των οποίων έκαμνε λόγον εις τους πιστούς απ' Εκκλησίας.
Η Μαλβίνα δεν υποψιάζετο τα επακόλουθα μιας τοιαύτης οικειότητος. Η ηλικία δεν συντελεί τόσον εις εμπειρίαν όσον ο χαρακτήρ. Γυναίκα με καρδιά τρυφερή και ζωηρή φαντασία μένει πολύν καιρό μέσ' στον κόσμο, χωρίς να τον γνωρίση. Τόσον ξένος είναι σαυτήν ο κόσμος. Ακολουθούσα λοιπόν την φυσικήν ροπήν να κρίνη εκ των ιδίων τα αλλότρια, παρασύρεται από πλάνης εις πλάνην και περνά τη μισή της τη ζωή μη γνωρίζουσα ότι πλανάται.
Η άκακη και αφελής Μαλβίνα πολύ απείχε του να υποθέση, ότι ήτο ενδεχόμενον να παρεξηγηθούν αι επισκέψεις του κ. Πρίορ. Η ιδέα του έρωτος τόσο της ήταν ξένη, ώστε ποτέ δεν μπορούσε να υποπτευθή ότι θα ήτο δυνατόν να εμπνεύση στον φίλο της τέτοιο πάθος. Έπειτα ο κ. Πρίορ ήταν ιερεύς οπαδός του καθολικού δόγματος όπως εκείνη.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η'.
ΣΥΝΑΝΤΗΣIΣ
Οκτώ ημέρας η Μαλβίνα δεν είδε καθόλου την κ. Μπιρτών. Εφοβήθηκε μήπως την δυσαρεστήση, εάν παρατείνη ακόμη την κατ' ιδίαν διατριβήν της. Απεφάσισε λοιπόν να την ιδή και πολλά πρωί κατέβη και παρουσιάσθη εις το πρόθυρον του διαμερίσματος της εξαδέλφης της.
Αι υπηρέτριαι της είπον, ότι η δέσποινά των ενεδύετο και δεν ημπορούσε να την δεχθή πριν από μισή ώρα. Η Μαλβίνα λοιπόν ανεχώρησε παρακαλέσασα να την ειδοποιήσουν, όταν η κυρία των θα είναι έτοιμη.
Επιστρέφουσα επέρασε από την οργανοθήκην. Εκεί κοντά εις μίαν άρπαν πήρε το βλέμμα της μια συλλογή από Γαλλικά τραγούδια και εστάθη να την παρατηρήση. Η μητρική γλώσσα, η φιλτάτη, με την οποίαν παρέστησε τα πρώτα συναισθήματα της καρδίας της, τόσο δυνατό θέλγητρον είχε δι' αυτήν ώστε δεν ημπόρεσε να κρατηθή από τον πειρασμόν του να περάση όλα εκείνα τα τραγούδια της πατρίδος της. Εκάθισε λοιπόν εμπρός εις την άρπαν και άρχισε να τα τραγουδή ένα ένα με την ακολουθίαν του οργάνου. Έξαφνα γλυκείς φθόγγοι από φλάουτο συνταίριαζαν με την φωνή της. Απόρησε. Διέκοψε το τραγούδι της και γύρισε να ιδή. Όπισθέν της εστέκετο ένας νέος άγνωστος. Η Μαλβίνα εκοκκίνησε και σηκώθηκε να φύγη. Ο νέος όμως την παρακάλεσε θερμώς να μη τον στερήση τόσο γρήγορα από την τερπνήν μελωδίαν της. Εσήκωσε τα μάτια η Μαλβίνα και μόλις συνήντησε τα βλέμματα του νεανίου, εχαμήλωσε τα δικά της. Εκοκκίνησε πολύ περισσότερον. Του νέου το πρόσωπο ήταν απ' εκείνα που τα λαμπρύνει τα φως αγχινοίας και τα στολίζει το θέλγητρον της ευαισθησίας. Πρόσωπον που δεν πρέπει δυο φορές κατ' επανάληψιν να το ατενίση η γυναίκα που θέλει την ησυχία της.
Αλλά η απλή και αθώα Μαλβίνα δεν ήξαιρε τον κίνδυνον κεκείνο που έπρεπε να την κάμη να τραπή εις φυγήν εκείνο την έκαμε να μείνη.
Αλλ' αν η θέα του σερ Έδμον Σέυμουρ επροξένησε έκπληξιν εις την Μαλβίναν, τι ησθάνθη άραγε εκείνος, άμα είδε την νεαράν γυναίκα!
Την είχεν ακούσει από μακράν, ακροάζεται και η φωνή της αντηχεί μέσα στην καρδιά του, για να του αναγγείλη ότι έχει και αυτός καρδιά.
Τότε λοιπόν εμβήκε μέσα εις την αίθουσαν των οργάνων, όπου την είδε και η γοητεία συνεπληρώθη.
Ωραία ξανθή κόμη, της οποίας αι πλεξίδες με αφέλειαν έπεφταν επάνω εις τους ώμους της. Όψις που ωμοίαζε τα λευκά ρόδα, των οποίων το απαλόν ερύθημα αφίνει τον θεατήν ναμφιβάλλη ποιο είναι το αληθινό τους χρώμα. Λαιμός ολόασπρος, που εφάνταζε πιο ωραίος με την πένθιμη ενδυμασία. Μάτια μάβρα πλουμισμένα με μακρυές και απαλές βλεφαρίδες — που το ωραίο και διαρκές βλέμμα τους έμβαινε στην καρδιά.
Μορφή αιδήμων και άτολμη, που ωστόσο σαν κεραυνός έπεσε στην αντίληψή του και τον εμάγευσε. Στη στιγμή ο κόσμος που ως τώρα ήξαιρε, του έγινε άφαντος κένας άλλος νέος κόσμος του παρουσιάσθη. Ο Έδμον ανερώτητα ορμά στο άγνωστο και φαντάζεται πως θα ζήσει ευχάριστα, αν αξιωθή να έχη μόνην σύντροφον, μόνην σύνοικον εις τον νέον αυτόν κόσμον, την Μαλβίναν.
Όλα αυτά συγχρόνως και οξέως προσέβαλαν εις την αντίληψίν του και παρεστάθησαν συγχισμένα στο νου του. Στέκεται βουβός και δεν ημπορεί να τα ξεχωρίση, να τα ξεδιαλύση. Έπειτα ένα τέτοιο συναίσθημα είναι τόσο γλυκό, ώστε με κάποιον αυτοματισμόν η ψυχή αποβάλλει κάθε τι που ημπορεί να το χαλάση. Έτσι εκουσίως κάμνομεν ότι αγνοούμεν την ύπαρξίν του, μόνο και μόνο για να το αφίσωμεν να υπάρχη. Άμα λοιπόν γεννηθή μέσα μας, όλες αι δυνάμεις της ψυχής το αναγνωρίζουν ως κυρίαρχον ακαταμάχητον και προθυμοποιούνται να του παράσχουν κάθε υπηρεσίαν.
Ενώ η Μαλβίνα επλησίασε στα κάθισμα και εσυλλογίζετο διστάζουσα, εμπήκεν η κ. Μπιρτών. Τρόμαξε άμα είδε εκεί τον κ. Έδμον. Είπε με ειρωνικό πείσμα.
— Έτρεχα να απαλλάξω την ωραίαν μου εξαδέλφην από την στενοχωρίαν να περιμένη, αλλά βλέπω ήδη με χαράν αυτή ηύρε τρόπον να διασκεδάση.
Ενώ εγύριζα από τον θάλαμόν σας ηύρα εδώ αυτά τα τραγούδια, είναι γεννήματα της πατρίδος μου, με τράβηξε ο πόθος να τα τραγουδήσω, να θυμηθώ την Γαλλίαν. Ενώ καταγινόμουνα μαυτά, εμβήκε και ο κύριος κατά συγκυρίαν.
— Ναι αλήθεια, είπε η κ. Μπιρτών. τυχαίνουν συγκυρίες πολύ ευτυχισμένες.
— Αναμφιβόλως, φώναξε ο κ. Έδμον, και ποτέ δεν το πίστευα όσο σήμερα.
— Και δεν είσαι ίσως ο μόνος επρόσθεσε η κ. Μπιρτών σκυθρωπάζουσα.
Η Μαλβίνα εκατάλαβε το λόγο της και λυπήθηκε για τις υποψίες της κ. Μπιρτών. Χαιρέτισε για να φύγη. Αλλά ο Έδμον την επλησίασε και της είπε:
— Μας φεύγετε, κυρία; Εφανήκατε λοιπόν μια στιγμή μόνο, για να αισθανθώμεν πόσο μας λυπεί η στέρησίς σας; Από πού σας έχει έρθει αυτή η μελαγχολική συνήθεια να ζήτε αποτραβηγμένη; Γιατί κρύβεστε από τους ανθρώπους: φοβάστε μήπως σας λατρεύσουν πολύ;
Η κ. Μπιρτών εκοκκίνισε από το θυμό της. Εκοκκίνισε και η Μαλβίνα, αλλά από άλλο βέβαια αίσθημα πιο ευχάριστο, αλλά άγνωστο. Θα επιθυμούσε ίσως να ενδώση εις την επίμονη παράκληση του Έδμον. Αλλά εκατάλαβε ότι δεν έπρεπε να τα κάμη, διότι η κ. Μπιρτών έμεινε σιωπηλή και ήτο φανερό ότι δεν επιθυμούσε την παρουσία της. Ανεχώρησε λοιπόν.
Ο κ. Πρίορ ήλθε νωρίς προς την Μαλβίνα μετά το γεύμα.
— Ξαίρετε, της είπε, ότι η πρωινή συνάντησίς σας επροκάλεσε θαυμασμόν μεγάλον; ο κ. Έδμον εις το γεύμα για τίποτε άλλο δε μίλησε, παρά όλο για σας.
— Αλήθεια; είπε η Μαλβίνα με ενδόμυχη ευχαρίστηση.
— Ναι βέβαια. Αλλά γιατί τάχα σας φαίνεται παράξενο; Όποιος μια στιγμή σας ατενίση αισθάνεται ότι, όπου είσθε σεις δεν ημπορεί ο νους να απασχοληθή με άλλο αντικείμενον.
— Αλλά, κ. Πρίορ, είπε δειλά η Μαλβίνα. Με ποίον τρόπον έγινα αντικείμενον της ομιλίας των. Τι έλεγαν για μένα;
— Χαίρω που βλέπω τέλος το μικρό αυτό σημάδι της περιεργείας στην χαριεστάτη μορφή σας. Αυτό παρέχει την ελπίδα ότι η πικρή λύπη που σκέπαζε τα πάντα με τον πέπλο της αδιαφορίας αρχίζει να διαλύεται:
Τα λόγια αυτά έκαμαν την Μαλβίναν να κοκκινίση, κιάν την ερωτούσε κανείς, γιατί; δεν θα ημπορούσε να πη την αιτία.
— Ο κ. Έδμον έκαμε άπειρες ερωτήσεις για σας. Ήθελε να μάθη, γιατί ήρθατε εδώ και γιατί ζήτε αποτραβηγμένη από τους ανθρώπους.
Η κ. Μπιρτών είπε ότι μεγάλες συμφορές έβλαψαν την υγείαν σας και αύξησαν την φυσικήν σας ατολμίαν, ώστε θεωρείτε, λέγει τον εαυτόν σας ως ακατάλληλον διά κοινωνικήν συντροφίαν και διά τούτο την φοβάστε και την αποφεύγετε.
— «Θαυμάζω, είπε τότε ο κ. Έδμον, πώς φοβάται εκείνο που αυτή το στολίζει; Σε ποια συνάθροιση η κ. Σορκή δεν θα ήτο το καλλώπισμα; Εγώ τουλάχιστο, είπε, στη ζωή μου δεν είδα γυναίκα να μπορή να συγκριθή μαζί της».
Η Μαλβίνα έκαμε σχήμα μετριοφροσύνης. Ο δε κ. Πρίορ εκλαβών ως σημείον εκπλήξεως επρόσθεσε:
— Απορείτε ίσως, κυρία μου, για την παρρησία του κ. Έδμον σε γυναίκα τόσο φίλαυτη και περήφανη ως η κ. Μπιρτών; Αλλά ο νέος αυτός ο άστατος και φιλήδονος έχει μία σπανιωτάτη ειλικρίνεια, ώστε και προς την ίδια την κ. Μπιρτών δεν εδίστασε να πει τι αισθάνεται, αν και γνωρίζει το χαρακτήρα της, κι ακόμα απ' αυτήν ελπίζει το παν.
— Με τούτο, κύριε Πρίορ, επαινείται και τους δύο. Noμίζω εξίσου σπάνιον και το να ημπορή κανείς νακούη την αλήθεια, όσο και να τολμά να την λέγη.
— Αλλά επειδή μόνος ο κ. Έδμον έχει αυτό το προνόμιο . . .
— Εις τούτο ίσως πταίουν οι άλλοι, τον αντίσκοψε η Μαλβίνα. Πολλές φορές γίνεται κανείς άδικος θέλων να φανή φιλαλήθης.
— Σας βεβαιώνω, κυρία, ότι η κ. Μπιρτών από κανένα άλλον δεν ήθελε υποφέρει νακούση, τα όσα ανέχεται νακούη από του κ. Έδμον το στόμα. Και τον υποφέρει πάλιν από υστεροβουλίαν, διότι η έκβασις των φιλοδόξων σχεδίων της εξαρτάται ολότελα από αυτόν. Θα ξαίρετε ίσως ότι υπεσχέθη να τον κάμη κληρονόμον της με την συμφωνία να πάρη την Λαίδην Σούμεριλ. Και μη νομίσετε ότι το κάμνει διά την ευτυχίαν του Έδμον. Μπα! λίγο φροντίζει αυτή για τέτοια πράματα. Αλλά ο οίκος Σούμεριλ είναι από τους πιο αρχαίους της Σκωτίας και από τους περισσότερον ευνοουμένους στην Αυλή του Λονδίνου. Προσέτι δε ο Λόρδος Στάφφορδ, θείος της νέας υπεσχέθη να κάμη τον κ. Έδμον σύνεδρον της άνω Βουλής, αν γίνη το συνοικέσιον, και να προσθέση εις αυτά τα χωρία γην τιμαριωτικήν τόσην, ώστε να παρέχη εις την κ. Μπιρτών το δικαίωμα να ονομασθή Λαίδη. Αυτοί είναι οι σκοποί της, αλλά ο κ. Έδμον αντιστέκεται, διότι προτιμά το να είναι ανεξάρτητος περισσότερον από όλα τα πλούτη και τα αξιώματα, αν και είναι άνθρωπος με μετρίαν κατάστασιν. Και δεν αποποιείται μεν φανερά τον περί ου ο λόγος γάμον, αλλά τον αναβάλλει από ημέρα σε ημέρα. Η δε κ. Μπιρτών επειδή φοβείται μήπως αρνηθή αυτός και έτσι στερηθή η ιδία τον μέγαν τίτλον, τον οποίον από καιρόν διψά η φιλόδοξη ψυχή της, φέρνεται προς αυτόν τόσο μαλακά. Αυτό λοιπόν είναι που του δίδει δύναμιν όχι ολίγην επάνω της. Αλλά πρέπει να ομολογήσω ότι την δύναμιν αυτήν, όταν μείνη εδώ ο κ. Έδμον, την μεταχειρίζεται όχι διά δικό του, αλλά διά κοινόν όφελος, διότι την αναγκάζει να μοιράζη στους δυστυχείς όσα εκείνη προθύμως θα ασώτευε διά να τον προσελκύση.
— Όποιος μεταχειρίζεται έτσι την δύναμίν του, πρέπει να είναι ευγενούς και γενναίου χαρακτήρος άνθρωπος.
— Ο Έδμον έπαθε το δυστήχημα να ευρεθή κύριος του εαυτού του εις πολύ νεαράν ηλικίαν· δεν ημπόρεσε ο ίδιος, ούτε είχε τινά να του χαλινώση τας πρώτας ορμάς της νεότητος κέγιναν αυταί πηγαί αθεράπευτης διαφθοράς. Φυσικά όμως είναι ευγενής και μεγαλόφρων. Τον είδα πολλές φορές για να κάμη μίαν καλήν πράξιν να δείχνη ενθουσιασμόν. Επίσης κρατεί την υπόσχεσίν του ιεράν. Είναι ανδρείος μέχρι θρασύτητος, έχει προτιμοτέραν την τιμήν από την ζωή του. Είναι δε τόσο αφιλοχρήματος, ώστε εις την αδελφήν του, επειδή η προίκα της ήτο σχετικώς ολίγη ως προς το συνοικέσιον το οποίον έμελλε να συνάψη, δεν εδίστασε αυτός να ελαττώση την δική του περιουσία για να εξομαλύνη του συνοικεσίου τας δυσκολίας.
— Λοιπόν; . . . είπεν η Μαλβίνα κλίνουσα την κεφαλήν με ενδιαφέρον.
— Λοιπόν, κυρία μου, ενώ αι αρεταί του είναι τέτοιες και τόσο μεγάλες, μέσα στην καρδιά του έχει για τας γυναίκας πάθος παράφορον, ώστε ενώ κατά τα άλλα είναι τόσον τίμιος, αυτάς τας απατά ασυστόλως χωρίς έλεγχον συνειδήσεως. Και σύρεται μεν εις τούτο από ορμήν ακάθεκτον, αλλ' όχι άσκεπτα και απρομελέτητα, αλλά με σχέδιον καταχθόνιον. Αι μόναι ερωτικαί σχέσεις τας οποίας εγνώρισε είναι η απόλαυσις και ο κόρος. Ο αληθινός έρως είναι και θα είναι άγνωστος εις αυτόν.
Η Μαλβίνα εβυθίσθη εις σκέψεις και εφαίνετο ότι δεν ήκουε πλέον. Ο κ. Πρίορ εσιώπησε και εβυθίσθη και αυτός.
Αίφνης η Τομκίνα άνοιξε την θύραν και ηρώτησε.
— Εδώ είναι η Φανή;
— Και δεν ήτανε μαζί σου; είπε η Μαλβίνα ταραχθείσα.
— Όχι, κυρία, δεν την είδα από την ώρα του γεύματος, τη ζήτησα παντού και δεν την ηύρα.
— Ω Θεέ μου, εφώναξε η Μαλβίνα και τινάχτηκε έξω διέτρεξε όλο το σπίτι, αλλά ανωφελώς.
Ο κ. Πρίορ έσπευσεν επίσης εις την αυλήν προς αναζήτησιν.
Η Μαλβίνα επιστρέφουσα άπρακτη και απελπισμένη ήρχισε να φωνάζη μεγαλοφώνως.
— Φανή! Φανή!
— Έξαφνα ακούει την φωνήν του κοριτσιού να της ανταποκρίνεται. Επροχώρησε λοιπόν προς τα μέρος από το οποίον ήρχετο η φωνή, άνοιξε πολλάς θύρας και εμβήκεν εις δωμάτιον άγνωστον δι' αυτήν. Εκεί βλέπει τον Έδμον Σέυμουρ να κρατεί στα γόνατά του την μικρή.
Η χαρά της, η συγκίνησίς της, η έκπληξίς της διά την αιφνηδίαν συνάντησιν την ετάραξαν τόσον, ώστε ελύθησαν αι δυνάμεις της και δεν ημπόρεσε να προχωρήση και έπεσεν εις τον καναπέ εκτείνουσα τα χέρια προς τα κοριτσάκι της. Εκείνο έτρεξε και ρήχτηκε στην αγκαλιά της. Η Μαλβίνα τόσφιγγε στα στήθια της και το φιλούσε περιπαθώς.
— Πόσο είμαι φταίχτης! . . . Είναι δυνατόν να με αξιώσετε συγγνώμην τινά;
— Η χαρά μου είναι τόση, ότι κρατώ στην αγκαλιά μου το παιδί που το θεωρούσα χαμένο, ώστε καμιά ιδέα να κατηγορήσω κανένα δεν περνά από το νου μου.
— Η αγάπη σας στα παιδί αυτό, επρόσθεσε, είναι ανωτέρα πλέον από μητρικήν στοργήν, είναι υπερφυσική, είναι υπεράνθρωπη.
— Και το νομίζετε αυτό δυνατόν:
— Ναι από σήμερα βλέπω εις εσάς πώς είναι δυνατόν να υπερτερήση κανείς την φύσιν.
— Αλίμονον, είπε η Μαλβίνα, αν κανείς θέλη να την υπερβή . . . Τιμωρείται.
— Και άλλοι πριν από σας το είπαν αυτό, αλλά κανείς δεν το είπε καθώς το λέτε σεις. Μόνος ο θαυμασμός που προκαλείτε ημπορεί να εξισωθή προς την ευφροσύνην, την οποίαν αισθάνεται κανείς, όταν σας βλέπη. Και σας βεβαιώνω κυρία μου το ερασμιώτερον πράγμα εις τον κόσμον δεν θα ήτο δυνατόν ούτε αμυδρώς να ενθυμίση την εικόνα την οποίαν βλέπω αυτήν την στιγμήν εμπρός μου και . .
Η Μαλβίνα εσηκώθη διά να απέλθη.
— Σας δυσηρέστησα ίσως, κυρία, επρόσθεσεν εκείνος, και με τιμωρείτε, διότι ωμίλησα με πολλήν ειλικρίνειαν.
— Δεν είμαι συνηθισμένη από τον κόσμον και δεν καταλαβαίνω την γλώσσαν του. Δεν ξαίρω λοιπόν τινά σας αποκριθώ και ήθελα σας γνωρίσει και πολλήν χάριν, αν δεν μετήρχεσθε προς εμέ αυτήν την γλώσσαν.
Ταύτα λέγουσα η Μαλβίνα απεμακρύνετο μετά της Φανής, ο δε Έδμον ακολουθών αυτήν με ήθος ταραγμένον έκραξε:
— Όχι δεν ομιλώ προς εσάς γλώσσα που συνηθίζω εις τον κόσμον. Όποια προσποιητή συνήθεια και νάχη κανείς, την χάνει άμα ιδή εσάς.
Η φράσις αυτή ενθύμισεν εις την Μαλβίναν όσα όμοια της είπεν άλλοτε ο κ. Πρίορ και χαμογέλασε.
Ο Έδμον το παρατήρησε και της είπε:
— Σέβομαι τη σιωπή σας, κυρία, και τολμώ να σας ερωτήσω την αιτίαν του χαμόγελού σας. Φοβούμαι όμως μήπως με παρέστησαν εις εσάς ως απεχθή.
— Μείνετε ήσυχος και αν μου είπε κανείς κακόν τι για σας, τα περισσότερα που μου είπε ήσαν καλά.
Έτσι ομιλώντας έφθασε κοντά, στην θύραν.
Ο Έδμον την ακολουθούσε ποθών να εγγίση το χέρι της αλλά δεν ετολμούσε.
— Και θα πιστέψατε βέβαια τα κακά περισσότερο, παρά τα καλά.
— Σας βεβαιώνω, όταν μου μιλούν για ένα ξένον, είμαι διατεθειμένη να πιστεύω περισσότερο τα καλά.
— Κεγώ σας είμαι ξένος . . .
— Έτσι νομίζω, είπε με χαμόγελο η Μαλβίνα και γύρισε το πόμολο της θύρας. Ενώ άνοιγε, έξαφνα από άλλη θύρα επρόβαλε πρόσωπο γυναικείο, αλλά μόλις έσκυψε και είδε, έκανε — Α! . . . με έκπληξη και τραβήχτηκε αμέσως κλείνοντας την θύρα.
Η Μαλβίνα από την κραυγή της κατάλαβε πώς ήταν η κόρη της κ. Μέλμορ και συλλογίστηκε πόσο παράξενο θα εφαίνετο εις την δεσποινίδα Κίττη, ότι την ηύρεν εκεί, χωρίς η ίδια να παραξενευθή διά την είσοδον της Κίττης.
Ο Έδμον εκαμώθη πως δεν κατάλαβε, ούτε πως άκουσε. Εχαιρέτησε και την άφισε να αναχωρήση.
Κατέβηκε η Μαλβίνα στης κ. Μπιρτών και ηύρε τον κ. Πρίορ. Και με τόση απλότητα διηγήθηκε το τυχαίο περιστατικό της, ώστε μήτε καν η κ. Μπιρτών δεν υποψιάσθηκε τίποτε.
Σε λίγο ήλθε και ο Έδμον κέτσι η Μαλβίνα ελησμόνησε να αναχωρήση.
Η κ. Μπιρτών δεν έβλεπε μεν με καλό μάτι τον ανεψιόν της κοντά εις την ερασμίαν εκείνην γυναίκα, ωστόσο έκρινε άπρεπο να της υπενθυμίση ότι ώφειλε να εξέλθη.
Από τη στιγμήν που είχεν ιδεί τι πλάσμα εξαίσιον ήταν η Μαλβίνα, μετενόησε που την εδέχθη στο σπίτι της και άλλο δεν εσυλλογίζετο παρά πώς να εμποδίση την συνάντησή της με τον Έδμον. Τον ήξαιρε ότι ήταν έκδοτος στις γυναίκες. Μα για τη Μαλβίνα εφοβείτο ακόμη περισσότερον, διότι η εμορφιά της ήταν ικανή κάτι σφοδρότερον να προκαλέση και επομένως να ματαιώση το συνοικέσιον με την Λαίδη Σούμεριλ.
Ακόμα όμως προσπαθούσε και να μη προσβάλη το ανεξάρτητο ήθος του Έδμον δίνοντας φανερά αφορμήν να εννοήση ότι επίτηδες απεμάκρυνε την Μαλβίναν. Ήτο ακόμη βεβαία ότι μάλιστα θα έκαμνε τον πείσμονα νέον προθυμότερον να την γνωρίση, και ότι αν αντετάσσετο στην επιθυμία ενός ανθρώπου, που ποτέ δεν υπέκυψεν εις άλλην εκτός της ιδικής του, άλλο δεν θα κατώρθωνε, παρά να τον ερεθίση περισσότερο.
Εκαμώνετο λοιπόν ότι προσπαθούσε να φέρνη την Μαλβίναν εις την συναναστροφήν των, αλλ' ότι οι προσπάθειές της ήσαν ανωφελείς, διότι η εξαδέλφη της ήτο αγρία και απέφευγε τους ανθρώπους, ώστε δεν υπεχώρει εις τας παρακλήσεις της.
Όταν το πρωί λοιπόν τους είδε να συνομιλούν, επειδή εφοβήθη μήπως αναποδογυρίσουν τα σχέδιά της, καθόλου δεν ημπόρεσε να κρύψη τον θυμόν της. Έπειτα όμως εσκέφθη νηφαλιώτερα και εννόησε ότι δεν ημπορούσε αλιώς να απατήση τον Έδμον, παρά αν επροσποιείτο ήθος αδιάφορον, όταν θα τους εύρισκεν εκ νέου κατά περίστασιν συναντωμένους. Συνεμάζευσε λοιπόν την ταραχήν της. Εφέρθη προσηνώς προς την εξαδέλφην της και έδειξε προθυμίαν να φανή ερασμία εις όλους, πράγμα που όταν ήθελε το κατώρθωνε μια χαρά.
Έμεινε λοιπόν ευχαριστημένη από τον εαυτόν της και η εκ τούτου φιλαυτία της την έκαμεν έτι μάλλον εύχαριν.
Η συναναστροφή εκείνη ήτο κάτι ωραίον.
Ο Έδμον ζωηρός και εύθυμος. Ο κ. Πρίορ ήρεμος και διδακτικός αντισκοπτόμενος υπό της Μαλβίνας η οποία με την θελκτικήν μελαγχολίαν της έχυνε εις το όλον της συναναστροφής κάτι το αγγελικόν.