Μαλβίνα: Ρωμαντικό Μυθιστόρημα του 18ου αιώνος
Part 2
— Αυτό, κυρία μου, δεν το διαδεβαιώνουν εδώ, διέκοψεν η Τομκίνα, και μου είπαν πράγματα . . . αλλά τι με μέλει να πω κακό εγώ; το κακό αμέσως ακούεται. Επιθυμώ μόνον να συγκατανεύση η κυρία μου εις ό,τι την παρακάλεσα. Όταν την βλέπω να λυπάται σπαράσσονται τα σπλάχνα μου.
— Καλέ Τομκίνα, απεκρίθη με ιλαρότητα, άφησε εις εμένα την φροντίδα της διασκεδάσεώς μου. Πίστεψε μόνον ότι καλύτερα ευχαριστούμαι όταν είμαι μόνη, παρά όταν είμαι με συναναστροφήν.
Η Τομκίνα έσεισε την κεφαλήν, ως μη πειθομένη, αλλά και μη τολμώσα να αντείπη περισσότερον.
Εξήλθε σιωπηλή.
Την επιούσαν η κ. Μπιρτών εκάλεσε την εξαδέλφην της να καταβή εις το διαμέρισμά της, να πάρουν μαζί το πρόγευμα.
Η Μαλβίνα δεν ευχαριστήθη από την πρόσκλησιν, αλλ' έκρινεν ανάρμοστον να της αρνηθή και κατέβη εις το δωμάτιον της κ. Μπιρτών.
— Τέλος πάντων, φίλη μου, της είπεν εκείνη, άμα την είδεν, οι ξένοι μου έφυγαν και ημπορώ πλέον ναπολαύσω την τερπνήν συναναστροφήν σου.
— Φοβούμαι, αγαπητή μου, ότι δεν είμαι καθόλου επιτηδεία να συντελέσω προς τέρψιν, και αλίμονον αν δεν έχετε συναναστροφήν εκτός της ιδικής μου.
Διατί, εξαδέλφη μου, με πικραίνετε με τους μετριόφρονας αυτούς λόγους σας; Απεναντίας είσθε ερασμιωτάτη. Έπειτα δα δεν είμαι και ολότελα μόνη εις τον πύργον. Εις το γεύμα θα γνωρισθήτε και με τους άλλους συνοίκους. Αλλά τας εν τω μεταξύ ώρας τας εφύλαξα διά να σας απολαύσω μόνη μου.
Η Μαλβίνα εστεναχωρήθη διά το φιλοφρόνημα, αλλά δεν απήντησε. Μόνον ήρχισε να αισθάνεται πλήξιν προκαταβολικώς στοχαζομένη ότι έμελλε να υποφέρη πολλών ωρών συναναστροφήν. Έτσι ηύξανεν έτι μάλλον η αμηχανία της.
Εκάθισε κατηφής κοντά εις την θερμάστραν εμπρός εις τραπέζι πολυτελές, επί του οποίου προσεφέρθη το πρόγευμα. Και δεν την εβίαζε μεν η κ. Μπιρτών να τρώγη, εφρόντιζεν όμως να της δείχνη τα νόστιμα και διαλεχτά φαγητά του προγεύματος, προσπαθούσα να της διεγείρη την όρεξιν.
Η Μαλβίνα την ευχαριστούσεν, αλλά θα επροτιμούσε μεγαλυτέραν αμέλειαν και αφελή αδιαφορίαν, παρά τας προς τιμήν της τάχα περιποιήσεις, που δεν αφίνουν τον άνθρωπον ναναπνεύση ανέτως.
Ματαίως η κ. Μπιρτών επροσπαθούσε να δείξη καλωσύνην ψυχής, η φύσις δεν την είχε προικίσει με το αγαθόν τούτο. Έλειπεν από τας φιλοφρονήσεις της η ελευθεροπρεπής ειλικρίνεια και από τους λόγους της η θέλγουσα απλότης.
Μετά το πρόγευμα η κ. Μπιρτών επρότεινεν εις την Μαλβίναν να περιέλθουν τον πύργον. Την ωδήγησε λοιπόν πρώτον εις την οργανοθήκην, όπου της έδειξε άρπας, κιθάρας, πιάνα και άλλα είδη Ευρωπαϊκών οργάνων της μουσικής. Έπειτα επήγαν εις την βιβλιοθήκην, μεγάλην και κομψήν. Από εκεί εισήλθον εις ευρύχωρον πινακοθήκην, στολισμένην με αξιόλογα έργα γνωστών ζωγράφων.
Υπόγειες θερμάστρες εθαίρμαναν όλα αυτά τα δωμάτια, και οι σωλήνες των συνήρχοντο περί τον θάλαμον της κ. Μπιρτών. Άνωθεν των σωλήνων είχε θερμοκήπιον, όπου καλλιεργούντο καθ' όλας τας ώρας του έτους, οι ευώδεις θάμνοι, όσοι εις τα μαλακώτερα κλίματα φύονται εν ώρα θέρους. Δια μικρού δε ανοίγματος εντέχνως κατασκευασμένου το ρόδον, η πορτοκαλέα, το ηλιοτρόπιον μετέδιδον το άρωμά των εις τον κοιτώνα της κ. Μπιρτών, του οποίου οι τοίχοι ευφυώς ζωγραφισμένοι παρίστων πράσινον δάσος κατασπαρμένον με σωρούς ανθέων, τα οποία τόσο επιμελώς εμιμήθη η τέχνη, ώστε ενόμιζε κανείς απατώμενος και υπό της πραγματικής ευωδίας ότι ευρίσκεται μέσα εις ευανθή λειμώνα. Καθρέπται με τα περιθώρια ψιλοδουλεμένα εις έντεχνα φύλλα ηύξανον την μαγικήν του θαλάμου φαιδρότητα. Εις δε το βάθος κλίνη μεγαλοπρεπής υποκρυπτομένη υπό λεπτεπιλέπτου παραπετάσματος συνεπλήρωνε της ηδυπαθείας το καταγώγιον.
Η Μαλβίνα ήτο βεβαίως συνηθισμένη εις το σπίτι της και εις της Λαίδης Χέριντεν να βλέπη έργα πλούτου και τέχνης, αλλά τόσο επιτηδευμένην πολυτέλειαν ποτέ της δεν είχεν ιδή και θα της εφαίνετο παράδοξον ακόμη και αν την έβλεπεν εις Παρισίους και εις Λονδίνον, πολύ δε περισσότερον εις την Σκωτίαν. Πόσα τω όντι θα εδαπανήθησαν διά την εκεί μετακόμισιν όλων εκείνων των καλλωπισμών! Πόσαι χείρες εχρειάσθησαν διά την εξεργασίαν των! Πόσαι φροντίδες διά την διατήρησίν των!
Η κ. Μπιρτών μαντεύουσα τας σκέψεις της τής είπε:
— Απορείτε, ως φαίνεται, διότι ευρίσκετε μερικάς αναπαύσεις εις τα εσωτερικά της επαρχίας αυτής και ίσως να με μέμφεσθε, ότι υπήκουσα περισσότερον του δέοντος εις τας ορέξεις μου. Εν τούτοις θα μου συγχωρήσετε, ελπίζω την αδυναμίαν μου αυτήν, όταν μάθετε ότι έχω ήδη συστήσει ευαγή ιδρύματα αγαθοποιίας διά τους δυστυχείς. Έχω, φιλτάτη, εις ένα διαμέρισμα του πύργου μου σχολείον διά τα παιδιά, νοσοκομείον διά τους ασθενείς, σιδηρουργείον εκ του οποίου μοιράζω εις τους πτωχούς εργάτας εργαλεία και σίδηρον ακόμη, διά να κερδίζουν τα προς ζωήν.
— Ω βέβαια, έτσι κανείς δεν ημπορεί να σας μεμφθή διά την πολυτέλειάν σας. Είναι πολύ αιτιολογημένον να ευχαριστήση κανείς ολίγον και τας ιδικάς του ορέξεις, αφού προηγουμένως εφρόντισε να ευεργετήση τους άλλους.
Αλλά ας πάμε λοιπόν να επισκεφθώμεν τα φιλανθρωπικά σας ιδρύματα, διά να θαυμάσω εκεί την αρετήν σας, όπως εδώ την φιλοκαλίαν σας.
— Προθύμως ήθελα εκπληρώσει την δικαίαν άλλως τε επιθυμίαν σας, είπεν η κ, Μπιρτών, αλλ' επειδή έχω διωρισμένον να επισκέπτωμαι τα καταστήματα εκείνα μόνον δύο φοράς την εβδομάδα, δεν θέλω να παραβώ την τάξιν, μήπως γίνω κακόν παράδειγμα εις τους επιστάτας, και αρχίσουν και αυτοί να παραβαίνουν τα διαταγμένα, μιμούμενοι εμένα.
— Όπως αγαπάτε, απεκρίθη η Μαλβίνα, απορούσα διά την ολίγον βιασμένην αυτήν αιτιολογίαν, αλλά δεν ημπορώ τάχα να υπάγω μόνη;
— Όχι, φιλτάτη. δεν θέλω να στερηθώ την ευχαρίστησιν να σας οδηγήσω εγώ εκεί.
Η Μαλβίνα δεν επέμεινε. Ωστόσο, αν και ούτε εις τους λόγους ούτε εις τους τρόπους της κ. Μπιρτών εύρισκε τίποτε το άξιον να την κατηγορήση, ησθάνετο όμως ότι είχεν εις το όλον της κάτι αντιπαθητικόν. Ο νους της Μαλβίνας ήταν ευδιάθετος προς επιείκειαν, αλλά η καρδία της είχεν οξύ το διαγνωστικόν και διησθάνετο τα κρύφια ελατήρια των ομιλούντων μαζί της. Προτού να σκεφθή εδέχετο αμέσως την ηθικήν εντύπωσιν των εκτός. Πολλάκις μάλιστα εμάλωνε τον εαυτόν της διά τα παράδοξα ταύτα συναισθήματά της, αλλά δεν ημπορούσε να τα κατασιγάση. Σκεπτομένη ακολούθως επροσπαθούσε να πείσει τον εαυτόν της ότι έχει άδικον, αλλ' η καρδία δεν υποχωρούσε εις του νου τα επιχειρήματα. Και αν κανείς ημπορούσε να απατήση την κρίσιν της, δύσκολον ήτο να εκφύγη τον προς διαίσθησιν αυτοματισμόν της.
Η κ. Μπιρτών βλέπουσα την Μαλβίναν ετοίμην ναναχωρήση είπε:
— Επιθυμούσα, φιλτάτη, να σας κάμω να λησμονήσετε ότι δεν είσθε στο σπίτι σας. Πέστε μου ειλικρινώς, σας παρακαλώ, αν προτιμάτε να γευματίζετε εις την κάμαρή σας. Ίσως τούτο φανή ολίγον παράξενον εις τους άλλους, αλλά τι με μέλει; Εγώ εσάς θέλω να ευχαριστήσω.
Κατά πρώτον η Μαλβίνα ήταν έτοιμη να δεχθή την πρότασιν, συλλογισθείσα όμως, ότι οπωσδήποτε ήτο υποχρεωμένη να περνά ολίγας ώρας την ημέραν με την εξαδέλφην της επροτίμησεν αι ώραι αύται να είναι ακριβώς αι του γεύματος, και είπε:
— Αν δεν σας είμαι άχαρις σύντροφος με την δυσθυμίαν μου αυτήν, αν όλοι σας ανέχεσθε να με βλέπετε έτσι κατηφή και σκυθρωπήν, ευχαρίστως θα κατεβαίνω εις το γεύμα.
— Αν θεληματικώς στέργετε να μας συντροφεύετε εις το γεύμα, φιλτάτη Μαλβίνα, πρέπει να είσθε βεβαία, ότι η συντροφιά σας θα με ευφραίνη. Διατί τάχα να μενοχλήση η λύπη σας· απεναντίας θέλω να μου κοινοποιήσετε τα παθήματά σας· και εγώ πολλά υπέφερα, γνωρίζω εκ πείρας τους πόνους εκείνους, των οποίων πηγή είναι η ευαισθησία, και δεν θα μείνω διόλου ασυμπαθής εις τους ιδικούς σας.
Η Μαλβίνα επίστευσεν εις τους λόγους της κ. Μπιρτών και την συνεπάθησε, αλλ' ησθάνθη συγχρόνως, ότι δεν θα προθυμοποιηθή ποτέ η ιδία να δείξη προς αυτήν τα τραύματα της ιδικής της ψυχής.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ'.
ΝΕΑΙ ΓΝΩΡIΜIΑΙ.
Αφότου η Μαλβίνα είχε χάσει την αγαπητήν Κλαίρην, πρώτην φοράν ευρέθη εις τόσο μακράν συνομιλίαν· την υπέφερε με αγωνίαν. Εκουράσθη. Διά τούτο με ευχαρίστησιν επέστρεφεν ήδη εις το διαμέρισμά της.
Ενώ επερνούσε τον μεταξύ των θαλάμων διάδρομον, την εχαιρέτισε κάποιος κύριος, έως τριάντα ετών, ευγενής την μορφήν και εντροπαλός τα ήθος, χαριέστατος δε. Η Μαλβίνα ηρκέσθη να του ανταποδώση τον χαιρετισμόν με ελαφράν κλίσιν της κεφαλής και αντιπαρήλθε, χωρίς να διακόψη το περιπάτημά της.
Αλλ' όμως δεν συνέβη το ίδιον και εις τον κ. Πρίορ. Αν και άχρι τούδε μόνος αυτός από όλους τους συνοίκους δεν είχε λάβει την περιέργειαν να γνωρίση την κ. Σορκή, δεν ημπόρεσε όμως να κρύψη την έκπληξίν του, όταν την είδε. Και πράγματι, πώς ημπορούσε να την αντικρύση κανείς με αδιαφορίαν! Ποιος θνητός θα ηδύνατο να αντιβλέψη τα δυνατά και θελκτικά εκείνα μάτια και να μείνη χωρίς ιμέρους απολαύσεως!
Διά τούτο, μόλις επέρασεν η Μαλβίνα, ο κ. Πρίορ εγύρισε να την ξαναϊδή. Αφού δε εκείνη έγινεν άφαντη, αυτός έμεινεν αρκετήν ώραν ακίνητος και ενεός. Τέλος ήρχισε να περιπατή σιγά σκεπτόμενος, και προεξοφλών την χαράν, ότι έμελλε καθεκάστην ναπολαύη την συντροφίαν τοιαύτης χαριεστάτης κυρίας.
Ήτο αυτός Σκώτος ευπατρίδης, αλλ' η οικογένειά του δεν ήτο εύπορος. Τον παρεκίνησαν λοιπόν να γίνη κληρικός. Πρόθυμος εκείνος υπήκουσε εις των γονέων του το θέλημα. Ήτο φιλόμουσος και φιλομαθής και ως εκκλησιαστικός ήλπιζεν ότι θα ημπορούσεν ευκολώτερα να καταγίνη με την φιλολογίαν προς την οποίαν μεγάλην είχε κλίσιν.
Αλλ' αι τοιαύται σπουδαί δεν είναι βέβαια και πηγαί πλούτου διά τους μύστας των. Και επειδή καθώς εις όλα τα επαγγέλματα, ούτω και εις το στάδιον του κληρικού επιτυγχάνει τις, μόνον όταν είναι επιδέξιος και ραδιούργος, παρά επιστήμων και χρηστοήθης, ο καλός Πρίορ δεν κατώρθωσε να εύρη θέσιν κατάλληλον, διά να πορίζεται τα προς τον βίον.
Ενώ λοιπόν ευρίσκετο εν αμηχανία εις Έδιμπουργκ, την πρωτεύουσαν της Σκωτίας, εγνωρίσθη μετά της κ. Μπιρτών, η οποία είχε μεταβή εκεί διά περιήγησιν.
Η κ. Μπιρτών είχεν αρκετήν οξύνοιαν, ώστε να εκτιμήση το πνεύμα του κ. Πρίορ. Το εθεώρησεν ευτύχημα να έχη εις τον οίκον της άνθρωπον από σημαντικόν γένος και του προσέφερε την εφημερίαν της Εκκλησίας του Πύργου της, με μισθόν ετήσιον εκατόν Αγγλικών λιρών.
Τόσον δε εδελέασε τον Πρίορ ο εύχαρις τρόπος της κ. Μπιρτών και τόσον ενθουσιάσθη από την ελπίδα ναφιερωθή εις τας μελέτας του μέσα εις τα άγρια τοπία του Μπρήντελβεν, ώστε προθύμως απεδέχθη την θέσιν.
Κατ' αρχάς εγοητεύθη από την γραφικήν θέσιν της ερημικής κατοικίας του, αλλ' ότε εισεχώρησεν εις τα εσώτερα του πύργου, απόρησε πολύ περισσότερον, παρ' όσον κατόπιν η Μαλβίνα, η δε κομψή εκείνη και πολυτελής χλιδή τον ενέβαλαν εις πολλάς υποψίας. Αλλ' οποιαδήποτε και αν ήσαν τα περί της κ. Μπιρτών φρονήματά του, δεν έκρινε καλόν να εκμυστηρευθή ποτέ εις κανένα έως τώρα.
Όταν η Μαλβίνα κατέβη εις το γεύμα, ηύρεν εκεί εκτός του κ. Πρίορ και δύο αγνώστους της γυναίκας, αι οποίαι της έρριχναν βλέμματα περίεργα.
— Ωραία μου εξαδέλφη, σας συνιστώ ευχαρίστως τους φίλους και συγκοινωνούς της ερημίας μου. Η νέα σύντροφος που αποκτούν θα τους γεμίση μεγάλην χαράν. Ιδού ο κ. Πρίορ, ιερεύς του πύργου μου, η ευγενής καταγωγή του είναι το μικρότερον από τα προτερήματά του. Εδώ ασχολείται εις έργον πολύ μικρόν ως προς την παιδείαν και τα φώτα του και γνωρίζω χάριν εις την προς αυτόν δυσμένειαν της τύχης, η οποία τον κρατεί πλησίον μου. Ιδού (εξηκολούθησε στρεφομένη προς πεντηκοντούτιδα κυρίαν) η κ. Μέλμορ, φίλη της μητρός μου, χήρα αξιωματικού.
Καταναλώσασα όλην την περιουσίαν της εις ατυχή δίκην, ήλθε να γίνη συγκοινωνός του μοναστικού βίου μου μαζί με την θυγατέρα της, την οποίαν βλέπετε παρούσαν. Η κόρη αύτη μόλις δεκαεπταέτις έχει ήδη σπάνια προτερήματα και δύναται να σας βοηθήση εις την ανατροφήν της μικράς ορφανής σας.
Η Μαλβίνα απεκρίθη χαριέντως, ότι ασμένως θα προσπαθήση να ωφεληθή από τα προτερήματα της καλής δεσποινίδος, αλλ' ως προς την ανατροφήν της μικράς, είπε, αύτη ανήκει καθ' ολοκληρίαν εις την μητέρα της.
— Αλλ' αν δεν απατώμαι, κυρία, είπε η κ. Μέλμορ, το ευγενές αυτό κοριτσάκι δεν είναι ιδικόν σας.
— Έχετε δίκαιον, κυρία, απεκρίθη η Μαλβίνα μόλις κρατούσα την συγκίνησίν της, αλλά η συμφορά την έκαμε περισσότερον προσφιλή εις εμέ, παρά αν ήτο φυσική μου θυγάτηρ.
— Εννοώ, είπεν η κ. Μέλμορ, θα είχατε φιλίαν στενήν με την μητέρα της, και μετά τον θάνατον εκείνης την υιοθετήσατε.
— Αφήσατε παρακαλώ, είπεν η κ. Μπιρτών ανεξέταστον την λεπτομέρειαν ταύτην, είναι πληγαί τας οποίας μόνος ο καιρός θεραπεύει.
— Είναι και άλλαι επρόσθεσεν η Μαλβίνα, επί των οποίων ο καιρός διέρχεται χωρίς να τας θεραπεύση.
— Ας μη απελπιζώμεθα, είπεν η κ. Μπιρτών. Ελπίζω να έχη κάποιαν αγαθήν επίδρασιν επί των συναισθημάτων σας ο ζήλος της ειλικρινούς μου φιλίας. Και την εφίλησεν εις το μέτωπον.
Καθ' όλον το διάστημα τούτο ο κ. Πρίορ σιωπών εκοίταζεν αδιακόπως την Μαλβίναν. Το περίλυπον εκείνο και ωχρόν πρόσωπόν της του εφαίνετο το θελκικώτερον παρ' όσα ποτέ είδεν επί ζωής του.
Κάθε λέξις την οποίαν επρόφερεν εκλόνιζε την καρδίαν του και απορούσε, πώς ήτον δυνατόν να τολμούν να ομιλούν και άλλες εμπρός της, τόσο ήταν εκείνη θελκτική και η φωνή της μαγεία.
Πρώτη η κόρη της κ. Μέλμορ κατάλαβε τα συναισθήματα του κ. Πρίορ.
— Μαντεύω, είπε, ότι της κ. Σορκή η λύπη μετεδόθη και στον κ. Πρίορ και κοντεύει να κλάψη για συμφορές, που δεν τις έμαθε ακόμη. Φαντασθήτε να τις μάθη κιόλας.
— Και τι μένει να μάθω ακόμα; απεκρίθη με τόνο ο κ. Πρίορ, η φωνή του προσώπου, τα χαρακτηριστικά, δεν διερμηνεύουν αρκετά της ψυχής τη διάθεση; Αν οι δυστυχείς δεν είχαν άλλο από λόγους για να παραστήνουν τη διάθεση της ψύχης τους, σας βεβαιώνω πολύ μικρή εντύπωση θα έκαμναν οι λόγοι τους μονάχα στις καρδιές των άλλων.
Η Μαλβίνα ύψωσε τα μάτια της προς τον κ. Πρίορ δείχνουσα με λεπτότητα ότι συμφωνεί μαζί του. Έως τότε δεν τον είχε παρατηρήσει ακόμη. Μόλις τώρα τον επρόσεξε και εσχημάτισε πολύ καλήν ιδέαν διά τον χαρακτήρά του. Ήτο σοβαρός και τραχύς κατ' επίφασιν, αλλ' η ευαισθησία του δεν ημπορούσε να διαφύγη την οξυδέρκειαν της Μαλβίνας.
Η κόρη της κ. Μέλμορ πολλάκις κατά το γεύμα ερώτησε την Μαλβίναν διά τας τέρψεις του Λονδίνου.
— Λίγο τας εγνώρισα, της είπε· η Μιλαίδη Χέριντεν μόνον χάριν του συζύγου της εσύχναζεν εις τοιαύτα κέντρα. Μα εκείνος πολύ σπάνια της το ζητούσε, κεγώ ποτέ δεν έβγαινα χωρίς αυτήν.
— Θεέ μου, είπε η νέα, είναι δυνατό, να μεταχειρίζεται κανείς τόσο άσχημα την ελευθερία του, να στερήται τους χορούς, τας διασκεδάσεις, τα θέατρα, όταν μάλιστα είναι αυτεξούσιος και ημπορεί να ταπολαύη όλα αυτά. Ως για μένα σας ομολογώ πώς αυτές οι χαρές είναι οι μόνοι μου πόθοι και τις προτιμώ καλύτερα κιαπό την τροφή.
— Πίστεψέ με, κόρη μου, την διέκοψεν η κ. Μπιρτών, όλα αυτά κανείς τα βαρυέται πολύ γρήγορα. Εγώ τα απόλαυσα όλα στα νιάτα μου, μέθυσα με ό,τι οι θρίαμβοι της φιλαυτίας έχουν ευχάριστο και γλυκό, μα όταν ήρθα αργότερα στον εαυτό μου, κατάλαβα πόσο μάταιες είναι αυτές οι απολαύσεις κιάφησα τον κόσμο, προτού να μαφήση εκείνος. Επιμόνως εζήτησε να με ξανατραβήξη πάλι, μα εγώ εναντιώθηκα στα δελεάσματά του και προτίμησα τας μόνας αληθινάς ευχαριστήσεις της ψυχής, την ευεργεσίαν και την φιλίαν. Και τώρα πια που δεν είμαι ούτε νέα ούτε ωραία, μένω ευχαριστημένη που δεν αφιέρωσα όλη τη ζωή μου στις ματαιότητες του κόσμου.
Η κ. Μέλμορ απαντώσα εις αυτά εξεθείασε της κ. Μπιρτών την φρόνησιν. Αλλά τα εγκώμια της ήταν τόσο υπερβολικά, ώστε η Μαλβίνα αηδίασε κέτσι δεν μπόρεσε να προσθέση και αυτή ένα λόγον επαινετικόν, όπως το απαιτούσε η ευγένεια. Είδε και στα χείλη του κ. Πρίορ ένα κρυμμένο χαμόγελο κιάρχισε ναμφιβάλη για την ειλικρίνεια των λόγων της εξαδέλφης της.
Κατόπιν την κατάκλυσαν οι θλιβερές αναμνήσεις και πριν τελειώση τα γεύμα εζήτησε συγγνώμη και ανέβη εις τον θάλαμόν της.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε'.
Η ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ
Επειδή η Μαλβίνα δεν είχε μαζί της βιβλία, κατέβη ένα πρωί στης κ. Μπιρτών και εζήτησε την άδεια να πάρη μερικά από την βιβλιοθήκην της.
— Αγαπητή μου, είπεν η κ. Μπιρτών επειδή μου αρέσει να έχω καινούργια τα βιβλία μου, δεν συνηθίζω να δανείζω τα βιβλία μου στις κυρίες, γιατί τα μεταχειρίζονται με πολλήν αμέλεια, αλλά στη χάρη τη δική σας ποιος ημπορεί να μη λησμονήση τους κανονισμούς του; Σας αφίνω να διαλέξετε ό,τι θέλετε.
Η Μαλβίνα την ευχαρίστησε κάπως κρύα, γιατί τέτοιας λογής χάρη ήτο χειρότερη και από άρνησιν. Απεφάσισε να κάμη ολίγην χρήσιν της χάριτος αυτής. Προτού νανέβη εις το δωμάτιόν της εμβήκεν εις την βιβλιοθήκην και εστάθη εμπρός εις το τμήμα των Γάλλων συγγραφέων.
Αυτοί ήσαν της νεότητός της οι καλοί φίλοι, ανάμεσα εις αυτούς και την κ. Χέριντεν επέρασε τας καλυτέρας ώρας της ζωής της.
Εδάκρυσε, όταν είδε τον Montaigne. Η φαντασία της την έφερε αμέσως στη χαριτωμένη πατρίδα της, στο σπίτι του πατέρα της, όπου πρώτην φοράν είχεν αναγνώσει το «περί φιλίας» αξιόλογόν του σύγγραμμα.
Ήταν ακόμα τότε άγαμος καθώς και η Κλαίρη, η οποία ελάμβανε μέρος εις την ανάγνωσιν εκείνην. Εις κάθε φράσιν τα μάτια των υψώνοντο εις συνάντησιν ως να έλεγαν:
— Αυτά και μεις συναισθανόμεθα.
Αλλά τα δειλά των χείλη δεν ετολμούσαν να τομολογήσουν, διότι κάποια κρυφή συστολή — η πιστή συντρόφισσα των πρώτων εντυπώσεων των νεαρών ψυχών — δεν άφινε τα καρδίας των να το εκφράσουν.
Απορούσαν, διότι η φύσις τις εφαίνετο πιο ωραία, αφότου ήρχισαν να την θαυμάζουν μαζί. Τα άνθη ήταν πιο όμορφα, αφότου τα έκοπτον η μια για την άλλη.
Ευρισκόμεναι εις ευδαιμονίαν για την αμοιβαίαν των φιλίαν παρεδίδοντο με ευφροσύνην εις το αίσθημα το οποίον τας ετραβούσε συναλλήλως. Ωστόσο δεν εγνώριζον καν την πηγήν της ευτυχίας των αυτής.
Εις τας απαλάς και αδόλους εκείνας ψυχάς η καθαρά και άκακη φιλία είχε συνάμα τας στενοχωρίας και τα θέλγητρα νεογεννήτου έρωτος.
Αυτές αι αναμνήσεις ήρθαν επανωτές εις τον νουν της Μαλβίνας και καθεμία των έφερνε δυνατούς παλμούς στην καρδία της.
— Ω πρώτη εποχή της ζωής! εφώναξε κλαίουσα, εποχή μαγική! πέρασες τόσο γρήγορα και άφισες πόθους αιωνίους! Πόσα ίχνη βαθιά χαραγμένα στη μνήμη μου άφησε το πέρασμά σου!
Ενώ εμονολογούσεν έτσι η Μαλβίνα, έξαφνα άνοιξε η θύρα και παρουσιάσθη ο κ. Πρίορ με μερικά βιβλία στα χέρια.
Άμα είδε την Μαλβίναν, την εχαιρέτισε με σεβασμόν και τραβήχτηκε πίσω να φύγη. Αλλά εκείνη εσηκώθη και του έκαμε σημείον να σταθή.
— Μην ταράττεσθε, κύριε, του είπε με μαλακή φωνή, εγώ αναχωρώ.
Αλλ' ο κ. Πρίορ, άμα την είδε έτσι να περνά με το κεφάλι σκυμμένο, εσύμπλεξε τα χέρια του και ανεφώνησε.
— Αλλά, Θεέ μου, πώς παιδεύεις τέτοια σου πλάσματα, και οι κακοί ευτυχούν και απολαύουν αγαθά περισσότερα από όσα επεθύμησαν!
— Η φωνή αυτή έκαμε βαθειά εντύπωση εις την ψυχή της Μαλβίνας· εγύρισε λοιπόν προς τον κ. Πρίορ με τα μάτια δακρυσμένα ακόμη και είπε:
— Ναι αλήθεια, πολύ σκληρά τιμωρήθηκα. Και εζούσα αθώα και δεν ήμουν άξια τόσης τιμωρίας.
— Μη παραπονείσθε κατά του Θεού, είπεν ο κ. Πρίορ. Έλθετε πλησίον του και θα σας δεχθή· παρακαλέσετέ τον και θα σας ακούση. Προσέρχεται εις τας ταπεινάς καρδίας και δεν αποστρέφει το πρόσωπόν του, όταν ακούη τη φωνή του θλιμμένου.
— Είσθε, κύριε, αγαθός και εύσπλαχνος, καθώς βλέπω, και στήριγμα των θλιβομένων, καθώς απαιτεί το σχήμα σας.
— Αι! απεκρίθη εκείνος, αν μπορούσα νάχω την ελπίδα πως θα είμαι ικανός να φέρω κάποια παρηγοριά στην ψυχή σας, από σήμερα θα θεωρώ τον εαυτό μου πολύ ευτυχή.
— Είμαι, κύριε, ένα ελάχιστο μέλος του ποιμνίου, που είναι εμπιστευμένον εις την επιστασίαν σας. Δέχομαι ευγνωμώνως την πνευματική σας βοήθεια. Ίσως με διδάξετε να υποφέρω τον θάνατον, που με άφισε μόνην εις τον κόσμον.
— Αυτή τη βοήθεια μην τη ζητάτε από μένα, αλλά από την υψηλήν ιδέαν, που παρηγόρησε όλους τους ανθρώπους όλων των αιώνων· από την ελπίδα, λέγω, της αθανασίας, η οποία είναι σαν άγκυρα της ψυχής μέσα σαυτό το πέλαγος, όπου κάθε λίγο προσβαλλόμεθα από τα άγρια κύματα των παθών.
Ο θάνατος άλλο δεν είναι παρά η έξοδος της ψυχής από το γνήσιον σκήνωμα. Αποσπάσατε τα βλέμματά σας από την γην και υψώσατέ τα προς την αχειροποίητον εκείνην κατοικίαν, που υπάρχει προ αιώνων. Εκεί αναζητήσατε την φίλην σας και θα την εύρετε.
— Αισθάνομαι κάποια ανακούφιση από τους λόγους σας, είπε η Μαλβίνα. Ποτέ δεν αμφέβαλλα ότι ο Θεός δεν θα μας έκαμνε βέβαια δυστυχείς, αν ήθελε μας πλάσει θνητούς. Το πιστεύω περισσότερο τώρα που μου το λέτε σεις και σας γνωρίζω χάρη για τούτο.
Η Μαλβίνα ήτο πολύ ευχαριστημένη, διότι ηύρε άνθρωπον με τον οποίον συνεννοείτο τόσο καλά. Πολλήν παρηγορίαν ελπίζουσα από την συναναστροφήν του κατέβη πρόθυμα εις το γεύμα.
Όταν εμβήκεν εις την αίθουσαν, ηύρε την κ. Μέλμορ να καταγίνεται με το κέντημά της, και την θυγατέρα της να διαβάζη κάποιο φυλλάδιο.
Άμα είδε αυτή την Μαλβίναν να εμβαίνη άφισε αποτόμως το βιβλίον.
— Θα ημπορέσης, Κίττη μου, της είπε η μητέρα της να διηγηθής εις την κυρίαν αυτό που σου παρήγγειλε ναναγνώσης η κ. Μπιρτών.
— Μάλιστα, απεκρίθη η νέα, και αν η κυρία Μπιρτών εφέρετο προς τους άλλους, όπως επιθυμεί να φέρωνται προς εκείνην οι άλλοι, αναμφιβόλως έπρεπε νακούσω από το στόμα της κανέναν έπαινον. Μα όταν θέλη κανείς μόνος ο ίδιος να επαινήται, βέβαια δεν του πάει να επαινέση και άλλον.
— Τι λες, παιδί μου! είπε η μητέρα, λησμονείς για ποιαν ομιλείς και εμπρός εις ποίαν ομιλείς;
— Αλήθεια, μαμά, δεν ξαίρω πώς μπορεί κανείς να βιάζη τον εαυτό του και να στεναχορείται! Ως για μένα τόσο πολύ βαρέθηκα την εδώ ζωή κιαυτά τα διαβάσματα, ώστε δεν μπορώ πια να το κρύβω.
— Και γιατί να το κρύβετε; είπε η Μαλβίνα, οι διασκεδάσεις και η ευθυμία είναι τα χαρακτηριστικά της ηλικίας σας, και δεν νομίζω ναπορή για τούτο η κ. Μπιρτών. Είναι αρκετά λογική.
— Να απορή, λέτε; Αν ήταν μόνον αυτό, λίγο θα μέμελε. Πώς μπορεί να μου συγχωρέση το ασυγχώρετο αμάρτημα, ότι δεν μένω ευχαριστημένη στο σπίτι της! Έπειτα, ξαίρω κεγώ . . . είναι όχι λίγο προδιατεθειμένη να θυμώνη εναντίον μου παραλόγως, γιατί έξαφνα ο σερ Έδμον Σέυμουρ έδειξε κατά το τελευταίο του ταξίδι κάποια κλίση προς εμένα.
Βέβαια και δεν το νομίζω σπουδαίο πράμα του σερ Έδμον αυτήν την προτίμησιν, γιατί ξαίρω τι άστατος είναι. Ξαίρω πως σε χίλιες άλλες λέει τα ίδια που είπε και σε μένα. Μα κιαλλιώς να ήτανε (που μπορεί να είναι κιόλας), αναμφιβόλως η κ. Μπιρτών θα αναγκάσει τον ανεψιό της να πάρη γυναίκα της δικής της εκλογής. Ούτε πρέπει να ελπίζω, μητέρα, την προίκα που έταξε σεμένα, παρά μόνον αν στρέξω να υπανδρευθώ κατά τη δική της αρέσκεια και όχι κατά τη δική μου.
Η κόρη βέβαια δεν είχε σκοπό να σταθή έως εδώ, αλλά η μητέρα πρόλαβε και έκοψε τη φόρα της.
— Σώπα, Κίττη, της είπε με τόνον εμφαντικόν μάλλον, παρά ωργισμένον. Μάθε να σέβεσαι τη γενναία γυναίκα που μας φιλοξενεί στο σπίτι της.
— Ω, Θεέ μου, τώρα σου ήρθε η ευσυνειδησία! είπε προπετώς η νέα· δεν σάκουσα τάχα χιλιάδες φορές να την κακολογής χειρότερα από μένα!
— Μπορεί, είπε στενοχωρημένη η κ. Μέλμορ, αλλά ξαίρω τουλάχιστον με ποιον ομιλώ.
— Ελπίζω, κυρίες μου, είπε σοβαρά η Μαλβίνα, ότι δεν με παίρνετε ικανήν να τα επαναλάβω όσα ακούω. Ίσως αυτά με κινούν εις απορίαν, αλλά τίποτε περισσότερο, και μένετε ήσυχες.
— Δεν αμφιβάλλω γιαυτό το πράμα, απεκρίθη η κ. Μέλμορ πραϋνομένη.
Κυρία προικισμένη με τόσες αρετές δεν εκστομίζει βέβαια ότι δεν πρέπει.
Αλλά επιπλήττω την κόρην μου, γιατί μιλεί με την ίδια ελευθεροστομία μπροστά σε όποιον τύχη. Εννοείται, κυρία, με πόση φρόνηση πρέπει κανείς να εκφράζεται για κείνους από τους οποίους κρέμονται όλες οι ελπίδες της υπάρξεώς του.
— Όχι, κυρία μου, εγώ δεν τα παίρνω έτσι τα πράγματα, απεκρίθη ολίγον ξηρά η Μαλβίνα, και μάλιστα φρονώ ότι ή δεν πρέπει να δεχόμαστε τίποτε από ανθρώπους που δεν μπορούμε να τους αγαπούμε, ή αλλιώς δεν έχουμε κανένα δίκαιο να παραπονιούμαστε εναντίον των.
Πριν προφθάση ναποκριθή η κ. Μέλμορ, εμβήκε η κ. Μπιρτών.
— Καλημέρα, φίλτατές μου, τις λέγει, χαίρω από καρδίας, που σας βλέπω μαζί· λυπούμαι για τας στιγμάς που έχασα μακράν από τη συναναστροφή σας, αλλά τουλάχιστο με είχετε εις τον νουν σας; με ενθυμήθητε καθόλου;
— Και υπάρχει αμφιβολία; απεκρίθη η κ. Μέλμορ μαλακύνουσα την φωνήν της, δεν είσθε σεις εδώ η ψυχή όλων;
Οι κολακευτικοί αυτοί λόγοι έγιναν δεκτοί με κομψόν μειδίαμα της κ. Μπιρτών, αλλά και με περιφρονητικό βλέμμα της Μαλβίνας.
Εν τούτοις εισήλθε ο κ. Πρίορ φέρων υπό την μασχάλην σωρόν από χαρτιά.
— Τι καλά μας φέρνετε, κ. Πρίορ; ερώτησε η κ. Μπιρτών.
— Τα ποιήματα του Οσσιανού. Όσα δηλαδή εμπόρεσα να συνάξω.
— Ουφ! διέκοψεν η Κίττη. Τι υπομονή να κάθεται κανείς να γράφη τέτοιες ελεεινές ψαλμωδίες!