Μαλβίνα: Ρωμαντικό Μυθιστόρημα του 18ου αιώνος
Part 19
— Λοιπόν, κύριοι, η καλή μου θεία εδολιεύθη τον λόρδον Χέριντεν και του απέσπασε διαταγήν ίνα αποσπάση την μικράν αυτήν από την σύζυγόν μου, ειπών εις αυτόν ότι εκείνη ενυμφεύθη έναν αλύτην. Έπειτα παρουσίασε ψευδές χωρισοχάρτι προς την σύζυγόν μου, δήθεν εκ μέρους μου προερχόμενον απαιτούσα, ή να το υπογράψη εκείνη, ή να της στερήση το παιδί αυτό, που ήταν η ζωή της, στερούσα συνάμα η μεγαλόψυχη θεία μου και το παιδί αυτό από την στοργήν εκείνης. Από τον ηθικόν αυτόν κλονισμόν, κύριοι, η δυστυχής σύζυγός μου έχασε το λογικόν της και κείται ήδη θύμα εξαίσιον της ανηκούστου μοχθηρίας της κ. Μπιρτών και των συνεργών της.
— Έδμον, παρεφρόνησες!
— Δεν ετελείωσα ακόμη. Λοιπόν, κύριοι, η κάλλιστη θεία μου με διέβαλεν ακόμη εις την Αγγλικήν κυβέρνησιν, ως επικίνδυνον, και μόλις ως εκ θαύματος εσώθην από τας σκευωρίας της, άλλως αυτήν την στιγμήν θα εταξίδευα άναυλα προς τας Ινδίας, δι' όπου με είχαν προωρισμένην η θεία μου και οι συνεργοί της! Αυτά κύριοι.
Η εκδίκησις του Έδμον ήτο πλήρης. Η κ. Μπιρτών θα προτιμούσε να άνοιγε η γη και να την κατάπινε, παρά να ταπεινωθή έτσι. Καθείς εκ των τιμίων εκείνων ανθρώπων απεμακρύνετο, έκπληκτος για την κίβδηλον υπόληψιν, που είχε κατορθώσει να χαίρη η καταχθόνιος εκείνη γυναίκα.
Ο Έδμον πήρε το παιδί χωρίς να τολμήση να του αντισταθή κανείς και σπεύδει να πάρη μαζί του και τον γνωστόν μας ιατρόν κ. Πότβελ. Στον δρόμον του διηγείται τα κατά την Μαλβίναν. Η άμαξα εν τούτοις τρέχει και φθάνουν στο αγροκήπιον στας δέκα το βράδι. Η κ. Κλάρα βγαίνει να τους προϋπαντήσει.
— Η Μαλβίνα! τι γίνεται; πού είναι;
— Είναι στον κήπο τώρα. Η κατάστασί της . . .
— Αι λοιπόν η κατάστασή της; Η Κλάρα έσεισε περίλυπα το κεφάλι.
— Πάντοτε η ιδία.
— Πάω να την εύρω.
Προχώρησε μέσα στον κήπο. Εκείνη επιστρέφει. Φορεί λευκά. Τα μαλλιά της ξέπλεγα και σκόρπια. Περιπατεί σιγά κιαφηρημένα. Έξαφνα εστάθη, ξυσπάσθηκε από τον κρότον των βημάτων του συζύγου της και επεχείρησε να φύγη.
— Μη φοβάσαι, της λέγει.
— Δεν φοβούμαι. Εδώ όλα είναι ήσυχα. Άλλοτε ήσαν ωραία όλα, εκεί έκοφτα ρόδα προωρισμένα δι' εκείνον, εδώ άκουα τα πουλιά να κελαδούν για την αγάπη μας, παντού ο αέρας ήταν ευχάριστος, διότι με χάιδευε, αφού άγγιζε εκείνον. Τώρα εκείνος . . .
— Αλλά εκείνος είναι εδώ, της λέγει σφίγγων αυτήν επάνω εις το στήθος του . . . Δεν βλέπεις τα ρόδα που ανθούν για σένα; δεν ακούς τα πουλιά που κελαϊδούν για σένα; δεν αισθάνεσαι γλυκόν τον αέρα να πνέη για σένα;
— Τι ωραία λόγια: Έτσι μου μιλούσε εκείνος όταν μαγαπούσε, τώρα μου τον πήραν . . . τώρα νου δεν έχω. Κάποια ξένη μου τον πήρε — αχ πονώ! . . . εδώ, εδώ, εδώ, και έδειχνε διαδοχικώς την καρδιά, το στήθος, το μέτωπο. Αύριο πια πεθαίνω την ώρα που θα μου φέρουν το κακορρίζικο γράμμα της κλέφτρας του καλού μου . . . αχ εκείνη η ξένη! . . τώρα πάει ο νους μου . . .
Και έπεσεν αναίσθητη στην αγκαλιά του.
— Μαλβίνα! Μαλβίνα! εφώναξεν αλλόφρων σφίγγων επί του στήθους του το άψυχον εκείνο σώμα.
Κανείς δεν του αποκρίνεται. Μόνο λαλούν από μακρυά τα νυχτοπούλια.
Μόνος μέσα στη φύση νύχτα με την αγάπη του αναίσθητη στην αγκαλιά του. Και η συνείδησή του τού φωνάζει πως αυτός είναι ο αίτιος του κακού.
— Όχι δεν θα μου φύγης μόνη . . . αν πας στον τάφο ακολουθώ κεγώ κατόπιν σου αμέσως . . .
Εν τούτοις η κ. Κλάρα ανησύχη και διά τον Έδμον ακόμη, του οποίου έβλεπεν ήδη την συντριβήν. Πήρε το γιατρό και κατέβηκαν μαζί στον κήπο.
— Γιατρέ μου τη γυναίκα μου! τη Μαλβίνα μου, σώστε μου την.
— Σπεύσατε να την μεταφέρετε στην κλίνη της, εδώ κάνει κρύο.
Αμέσως ο Έδμον σηκώνεται με το πολύτιμον φορτίον του, και το μεταφέρει επάνω, εις την κλίνην. Τότε ο ιατρός άρχισε να την εξετάζη με πολλήν και ενδελεχή προσοχήν. Νεκρική σιγή επικρατεί καθ' όλην την διάρκειαν της ιατρικής επισκοπήσεως. Ο Έδμον και η κ. Κλάρα κρατούν ως και την αναπνοήν τους, κρέμουνται από τα χείλια του γιατρού.
Όταν ετελείωσε, ο Έδμον ετόλμησε να ερωτήση.
— Γιατρέ μου έχετε ελπίδα να την σώσετε;
— Την ζωήν της ίσως . . . . το λογικόν της όμως . . .
— Ω! γιατρέ μου, μόνον την ζωήν της!
— Ας περιμένομεν. Ποιός ξαίρει: . . .Διατάξετε τώρα ένα ψυχρό λουτρό. Πάντοτε είναι ωφέλιμο. Αύριο δοκιμάζουμε και την μουσική. Τα απαλά αυτά μέσα έχουν επίδρασιν εις τας ψυχικάς ασθενείας.
— Ω αγία ελπίδα! μη μας εγκαταλίπης ποτέ! είπε η κ. Κλάρα.
— Θα την σώσωμεν ναι! ο ιατρός το ελπίζει. Εμπρός κάμετε ότι διατάσσει ο ιατρός, σας βοηθώ κεγώ, πρέπει να σώσωμεν την Μαλβίνα μας, την κυρά μας· όλοι θα βάλουμε τα δυνατά μας να την θεραπεύσωμεν! Ω! Μαλβίνα. Άγγελε των αρετών, εσύ!
Και καθένας από τους οικείους έκλαιε ακούων τον Έδμον και βλέπων την πανάγαθην εκείνην ψυχήν εις τοιαύτην κατάστασιν. Η γριά Τομκίνα η τροφός της, που την έθρεψε με το γάλα της, ο Γέρο - Πέτρος, που την ακολούθησε από τόσο μακρυά, η καλή Κλάρα που είχεν εκτιμήση τας υπερόχους αρετάς της και την αγαπούσεν περισσότερον παρ' όσον την εθαύμαζε. Ακόμη και ο ιατρός Πότβελ, που την εγνώρισεν ως νοσοκόμον· ω την ενάρετη τη Μαλβίνα.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΕ'.
ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ
Την άλλη μέρα το βράδι, την ώρα που η Μαλβίνα ετοιμάζετο να καταβή στον κήπο, ο ιατρός εζήτησε να εφαρμόση την διά της μουσικής επέμβασιν. Κάθεται λοιπόν η κ. Κλάρα στο πιάνο κιαρχίζει μια μελωδία του Σοπέν.
Η ασθενής εσκίρτησε. Εγύρισε το κεφάλι, στάθηκε και φαίνεται ότι ακροάζεται με προσοχήν. Η κ. Κλάρα έπαυσε να παίζη. Στρέφει τότε εκείνη, ρίχνει κάτω το κεφάλι και βαδίζει μελαγχολικά.
— Πρέπει να τραγουδήσετε κάτι πολύ γνωστό της, είπε ο γιατρός.
Τότε η Κλάρα εκρύβη πίσω από μια κουρτίνα, έλαβε στα χέρια της την άρπα. Μόλις άρχισε να κρούη, η Μαλβίνα ξαναστάθηκε και αφού έκανε μερικές βαριατσιόνες, αρχινά ένα τραγούδι, που άρεσκε άλλοτε της Μαλβίνας και συχνά στη λύπη της το τραγουδούσε, συνθεμένο και μελουργημένο από την ιδίαν ίσως.
Ενόσω η κ. Κλάρα τραγουδούσε, η Μαλβίνα πρόσεχε στη μελωδία, έβλεπε δώθε κείθε, σαν να ζητούσε την φωνήν από πού ήρχετο.
— Εγώ; Όχι, εγώ δεν ήμουν.
Όλοι επερίμεναν με αγωνία της ασθενείας την κρίσιν. Η Μαλβίνα μετ' ολίγο άρχισε να τραγουδεί το ίδιο, ενώ η κ. Κλάρα την παρακολουθεί με την άρπα.
Τι τραγούδημα ήταν εκείνο; οι άγγελοι δεν μέλπουν γλυκύτερα εμπρός στον θρόνον του Παντάνακτος.
Όλοι την ακούν με ιεράν σιωπήν και με συγκίνησιν. Ο απαλός τόνος της ωραίας φωνής της καταπραΰνει τας ψυχάς των παρόντων. Η Φανή βγαίνει έξαφνα από την κάμαρή της.
— Μητέρα! μητέρα.
— Α! έκαμεν η Μαλβίνα και την άρπαξε στην αγκαλιά της. Εσύ εδώ; . . Δεν σε σκότωσε λοιπόν εκείνη; Αχ! . . αχ! . . . Πόσο με ανακουφίζει η παρουσία σου! . . Η φίλη μου η Κλαίρη δεν θα μερωτήση πλέον τι έκαμα το τέκνον της.
— Αχ μαμάκα μου! Εκείνη η κακή η γυναίκα μου έλεγε πώς δε με θέλεις πλέον, και μέδωκες σεκείνην.
Την εφίλησε πολλές φορές και την άφισε χάμω σιγά σιγά.
Εξακολούθησε τον δρόμον της προς τον κήπον, που είχε διακόψει με την μουσικήν. Ο γιατρός επενέβη τότε.
— Πού πάτε; την ερωτά.
— Πάω ναποθάνω. Τώρα πλέον που ευρέθη η Φανή, η Κλαίρη θα με πάρη κοντά της.
— Πρέπει να μείνετε εδώ, για να προφυλάττετε το τέκνον της.
— Αχ εγώ δεν είμαι πλέον ικανή να το προφυλάξω . . .Μόνον ο Έδμον θα ημπορούσε. . . . αλλά που είναι ο Έδμον; . . . πάει, έφυγε . . . έφυγε πια ο Έδμον.
— Ο Έδμον επέστρεψε . . . ο Έδμον είναι εδώ, σας περιμένει κάτω εις τον κήπον.
— Με περιμένει; . . . εμένα: . . . ο Έδμον; . . . πού; . . .
— Κάτω στον κήπο.
— Μη με γελάτε! . . . μου κάνετε πολύ κακό, αν με γελάτε.
— Όχι, δεν σας γελώ. Πηγαίνετε κάτω να τον ιδήτε.
— Αχ ελάτε πάμε μαζί . . . Όταν πάω μόνη μου δεν τον ευρίσκω.
Ο Έδμον εν τω μεταξύ κατέβηκε στον κήπο. Η Κλάρα και η Φανή τον ακολούθησαν.
— Ναι, ναι. Πάμε μαζί της, λέγει ο κ. Πότβελ. Την εστήριξε στο μπράτσο του και σιγά σιγά κατέβησαν εις τον κήπον.
— Σεις είσθε καλός άνθρωπος, σας θυμούμαι. Κιάλλη μια φορά ήθελε να μαφίση και να φύγη, αλλά εσείς ήρθατε και τον εμποδίσατε.
— Τώρα ομιλεί η ψυχή της· διενοήθη ο ιατρός, εννοεί την ασθένειάν της.
Την στιγμήν εκείνην ηκούσθη ήχος γλυκύτατος από φλάουτο να διασχίζει της νυκτός την σιωπήν. Τα μάγουλά της ερόδισαν και η καρδιά της άρχισε να πάλλη δυνατά. Έτρεμε ολάκερη.
— Εκείνος είναι! είπε με λαχτάρα στα γιατρό. Έτσι τον άκουσα να παίζη και τότε κι απ' αυτό τον εγνώρισα. Αχ! Έδμον, η μουσική σου μου κάμνει πολύ καλό. Παίζε, παίζε, ως που να βγη σαν πνοή η ψυχή μου.
— Πήγαινε λοιπόν να τον εύρης.
— Φοβούμαι . . . μήπως δεν τον εύρω. . . μήπως δεν είναι εκείνος και τότε . . . ω!
— Μη φοβάσαι. Εκείνος είναι.
Εν τω μεταξύ ο Έδμον επροχώρησε προς αυτήν και η σελήνη της έδειξε τη σιλουέττα του.
— Α, ναι! εκείνος είναι, εκείνος! . . . Και έπεσε στην αγκαλιά του.
— Μη μαφίσης πια, αγάπη μου! . . . Μη χωρισθής δεύτερο από τη Μαλβίνα σου! . . .
Και λιποθύμησε . . .
— Η κρίσις! είπε ταραγμένος ο κ. Πότβελ.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΣΤ'.
ΑΝΕΠΑΥΘΗ Η ΑΘΩΟΤΗΣ
— Μαλβίνα! εφώναξεν έντρομος ο Έδμον, Μαλβίνα μου! πώς! σε χάνω λοιπόν μόλις σε απήλαυσα!
— Ησυχάσετε, του λέγει ο ιατρός με ταραχήν που ζητούσε να κρύψη, η φύσις έχει ανάγκην αναπαύσεως ύστερα από τόσους κλονισμούς.
Η κατάστασις της ασθενούς ήτο η αυτή καθ' όλην την νύκτα και την άλλην ημέραν.
— Πώς είμεθα ιατρέ, ηρώτησεν ο Έδμον, μόλις εισήλθε ο κ. Πότβελ.
— Μην ομιλείτε τόσο δυνατά, είπεν ο ιατρός αντί πάσης απαντήσεως, ο ελάχιστος θόρυβος βλάπτει, πηγαίνετε πίσω από τα παραπετάσματα διά να μη σας δη, όταν εξυπνήση. Είναι επικίνδυνον. Ο Έδμον υπήκουσε.
Μετ' ολίγον θέρμη διεχύθη εις το πρόσωπον της Μαλβίνας. Εσείσθη ολίγον μέσα στην κλίνη σης προφέρουσα λέξεις τινάς.
— Τελείωσε! εμουρμούρισεν ο γιατρός, η θέρμη! . .
— Τελείωσε! επανέλαβε ο Έδμον μεγαλοφώνως εν απελπισία!
Η Μαλβίνα άνοιξε τα μάτια της.
— Τι ήκουσα! ήταν ο Έδμον; Πού είναι λοιπόν;
Εκείνος ερρίφθη γονατισμένος κοντά στην κλίνη της, επήρεν το ωχρόν χέρι της συζύγου του και το έβρεχε με δάκρυα χωρίς να λέγη τίποτε.
Η Μαλβίνα άμα τον είδε, κατέβαλε προσπάθειαν υστάτην και εκάθησε εις την κλίνην της: Αγκάλιασε το κεφάλι του συζύγου της.
— Με αγαπάς λοιπόν ακόμη! Ο Θεός δεν ηθέλησε ναποθάνω απελπισμένη.
— Ποτέ δεν έπαυσα να σε λατρεύω! Δεν μπορώ να υποφέρω την φρικτήν αυτήν κατηγορίαν.
— Ο σύζυγός σου είναι συκοφαντημένος, είπε η Κλάρα.
— Ενόησα τα πάντα, φίλε μου! . . , ω Έδμον! βάλε το χέρι σου στην καρδιά μου και ζωογόνησέ με . . . για να ημπορώ να σαγαπήσω ακόμη . . . . αισθάνομαι ότι η ζωή με αφίνει . .
Έπεσεν εκ νέου υπτία στο προσκεφάλι της.
— Φέρτε μου τη Φανή! είπε η Μαλβίνα.
Η Κλάρα επήγε και έφερε το κοριτσάκι κοιμισμένο και το έβαλε κοντά της, στο στρώμα της.
— Κοιμάσαι, Φανή; σε λίγο θα κοιμηθώ κεγώ . . . . κέσκυψε και το φίλησε. — Έδμον, στη φροντίδα σου την αφιερώνω. Κλάρα, φρόντισε την ανατροφήν της, αφού σε μένα δεν το επέτρεψε η Πρόνοια.
— Ορκίζομαι, εφώναξεν άπελπις ο Έδμον . . . αλλά, ω άγγελε, πού μαφίνεις εμένα;
Άπλωσε το χέρι της, έπιασε το χέρι του Έδμον.
— Πάγω να σου ετοιμάσω τόπο . . . αγάπη . . μου . . είπε χαμογελώντας του γλυκά. Έκλεισε τα μάτια, άφισε βαθύν στεναγμόν, άνοιξε τα στόμα της καναδυό φορές και . . . εξέπνευσε.
Μόνον όποιος έχασε τον αγαπημένον, μόνον εκείνος γνωρίζει ποία τις είναι η επακολουθούσα οδύνη.
Δεν περιγράφεται· τα ανθρώπινα μέσα δεν επαρκούν.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Η Κλάρα ζη με την Φανήν εις το κτήμα της. Ο Έδμον συντηρεί το κοριτσάκι, αλλά δεν μπορεί να το βλέπει. Δεν θέλει να του περισπά την προσοχήν άλλο από την ανάμνησιν εκείνης.
Ο Έδμον έγινε ως σκιά, η οξύτης του εσβέσθη εις τα δάκρυα, ο έλεγχος του συνειδότος εξήλειψε την κουφότητά του, ο κόσμος του περιορίσθη εντός του τάφου, που εκάλυπτεν εκείνην.
Θα ήτο βεβαίως προτιμότερον να μη αναφέρναμεν πλέον διά την αθλίαν κ. Μπιρτών και την αθλιεστέραν κ. Φέμπικ. Αλλά διά τον περίεργον αναγνώστην εκθέτομεν εν συντόμω το τέλος των. Η κ. Μπιρτών μετά την καταισχύνην την οποίαν υπέστη ενώπιον τόσου εκλεκτού κόσμου από τον ανεψιόν της ετραβήχτηκε στο δωμάτιόν της και έπεσε κλινήρης.
Εκείνην την ίδια βραδιά της ήλθε συγκοπή της καρδίας κεραυνοβόλος και το πρωί την εκήδευσαν.
Η δε κ. Φέμπικ;
Αυτήν ένεκα του αδικαιολογήτου ταξιδίου της εις Λονδίνον όπισθεν του σερ Έδμον Σέυμουρ και του εξ αυτού γεννηθέντος κοσμικού σκανδάλου, μετά το πάθημα της Μαλβίνας, ο σύζυγός της κακήν κακώς την εξεδίωξε.
Επειδή δε αυτή αφ' ενός μεν ήτο συνηθισμένη να ζη βίον ανειμένον και πολυδάπανον, αφ' ετέρου δε δεν υπήρχε πλέον η κ. Μπιρτών να την συγκρατεί και να την συντηρεί, κατήντησε να ζητεί ελεημοσύνην και τέλος απέθανεν αθλίως εις έν νοσοκομείον του Λονδίνου.
Τέλος ο κ. Πρίορ είχε αποσυρθή εις έν καθολικόν μοναστήριον εν Γαλλία.
ΤΕΛΟΣ
ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡ. I. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ — ΣΤΑΔΙΟΥ 42 — ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ "ΕΚΛΕΚΤΑ ΕΡΓΑ,,
No Άδ. Δεμ. 1 Χάμσουν Κ. Η βασίλισσα του Σαβά κι' άλλα διηγ. 3. — 4 50 2 Γκέιγερσταμ Γ. Το αγόρι της κυρά-Λένης κι' άλ. διηγ. 3. — 4.50 3 Κίλλαντ Αλ. Η μάχη του Βαρτελώ κι' άλλα διηγ. 2.50 4. — 4 Αχ. Γ. Ο Κατατρεγμένος και άλλα διηγήματα 2.50 4. — 5 Ίψεν Ερρ. Έντα Γκάμπλερ, δράμα 3.50 5 — 6 Φλωμπέρ Γ. Μια απλή καρδιά και άλλα διηγήματα 3. — 4.50 7 Γκωτιέ Θ. Το Κακό Μάτι 3. — 4.50 8 Γκαίτε. Ερμάννος και Δωροθέα, μετάφρ. Κ. Θεοτόκη 2.50 4. — 9 Μπγιέρσον Μ. Η Κόρη του Βουνού 3. — 4.50 10 Χάινε Ρ. Λυρικόν Ιντερμέδιο, μετάφρ. Λ. Κουκούλα 3.00 4.50 11 Θεοτόκη Κ. Κατάδικος 3. — 4.50 12 Αντρέγιεφ Α. Το Σκοτάδι και άλλα διηγήματα 3. — 4.50 13 Ροΐδη Εμ. Η Πάπισσα Ιωάννα 5. — 6.50 14 Φος Φ. Δύο Ρωμαϊκά Διηγήματα 2.50 4. — 15 Ουέλς. Στη Χώρα των Τυφλών κι' άλλα διηγήματα 2.50 4. — 16 Βουτυρά Δ. Παππάς Ειδωλολάτρης και άλλα διήγημ. 3.50 5. — 17 Όφφμαν Ε. Το Βιολί της Κρεμώνας και άλλα διηγ. 2.50 4. — 18 Σολωμού Δ. Ποιήματα 3.50 4.50 19 Τολστόι Α. Σονάτα Κρόυτζερ 3. — 4.50 20 Θεοτόκη Κ. Ο Καραβέλας 2.50 4. — 21 Σιέγκεβιτς Ερ. Οι Αντίζηλοι 2.50 4. — 22 Γκέιγερσταμ Γ. Η Ντόρα 3. — 4.50 23 Κοττέν Μ. Μαλβίνα 5. — 6.50 24 Σαιν - Πιερ Β. Παύλος και Βιργινία 2.50 4. 25 Φλαμμαριόν Κ. Η Στέλλα 3.50 5. — 26 Αϊχένδορφ I. Από τη ζωή ενός Ακαμάτη 2.50 4. — 27 Γκόρκυ Μ. Ο Περαστικός και άλλα διηγήματα 2.50 4. — 28 Λουίς Π. Η Αφροδίτη, αρχαία ήθη 5. — 7. — 29 Μπενουά Π. Η Ατλαντίς 5. — 6.50 30 Γκάρσιν Σ. Το κόκκινο λουλούδι και άλλα διηγ. 2.50 4. — 31 Χαλιμά τόμ Α'. Η ωραία Σαχραζάτ 5. — 7. — 32 » τόμ Β'. Η ευνοουμένη του Χαλίφη 5. — 7. — 33 » τόμ Γ'. Σεβάχ Θαλασσινός 5. — 7. — 34 » τόμ Δ'. Η Σουλτάνα της Αγάπης 5. — 7. — 35 » τόμ Ε'. Η Πανούργα Δαλιδά 5. — 7. — 36 Χάουφ Γ. Η ζητιάνα της Γέφυρας 3.50 5. — 37 Λάστκο Α. Άνθρωποι εν πολέμω 3. — 4.50 38 Ουέλς. Η μηχανή του Χρόνου 2.50 4. — 39 Μεριμέ Πρ. Κάρμεν 2.50 4. — 40 Μαντές Κ. Η τέχνη της Αγάπης 2.50 4. — 41 Δοστογέβσκυ Θ. Ο Αιώνιος Σύζυγος 5. — 6.50 42 Ονέ Τ. Ο ιατρός Ραμώ 5. — 7. — 43 Φρανς Αν. Ο λιγνός Γάτος — Ιοκάστη 5. — 6.50 44 Ντ' Ανούντσιο Γ. Λήδα χωρίς κύκνο και άλλα διηγ. 3. — 4.50 45 Κέλλερμαν Β. Τρελλός; 5 — 6.50 46 Ντελέντα Γ. Ο Τοκογλύφος και άλλα διηγήματα 3. — 4.50 47 Φρανς Αν. Ο κόκκινος Κρίνος 5. — 7. — 48 Νασρ - εν - Ντιν Χότζας 3. — 4.50 49 Ίψεν Ερρ. Η Αγριόπαπια, δράμα 3.50 5. — 50 Ζολά Αιμ. Θηρεσία Ρακέν 5. — 6.50 51 Ουγγώ Β. «Οι Άθλιοι» Τόμ Α' «Φαντίνα» 6. — 7.50 52 Ουγγώ Β. «Οι Άθλιοι» Τόμ Β' «Τιτίκα» 6. — 7.50 53 Ουγγώ Β. «Οι Άθλιοι» Τόμ Γ' Μάριος 6. — 7.50 54 Ουγγώ Β. «Οι Άθλιοι» Τόμ Δ Ειδύλλιον και Εποιία 6. — 7.50 55 Ουγγώ Β. «Οι Άθλιοι» Τόμ Ε' Γιάννης Αγιάννης 6. — 7.50 56 Κιέζε Φραντζέσκα. Ντα ρίμιν 6. — 7.50 57 Τραυλαντώνη Κρουσταλένια 6. — 7.50 58 Λανδρύ Απομνημονεύματα 3. — 4.50 59 Μπάι Γκάνιος 3.50 5. — 60 Δοστογιέφσκη Φ. Έγκλημα και Τιμωρία Τόμος Α 5. — 6.50 61 Δοστογιέφσκη Φ. Έγκλημα και Τιμωρία Τόμος Β 5. — 6.50 62 Δοστογιέφσκη Φ. Έγκλημα και Τιμωρία Τόμος Γ 5. — 6.50 63 Μπαρρές Μ. Ο κήπος της Βερενίκης 3. — 4.50
* * *
1) Αγγλία, Σκωτία, Ιρλανδία.
2) Σαίξπηρ «Τρικυμία». Απ' τη μετάφραση του Πολυλά.