Μαλβίνα: Ρωμαντικό Μυθιστόρημα του 18ου αιώνος

Part 18

Chapter 180 wordsPublic domain

— Όση ζωή είχα την έρριψα μέσ' σαυτό το γράμμα. Διπλώστε το και στείλτε το. Εγώ δεν μπορώ πια να βαστάξω. Μου φαίνεται πώς θα ξεψυχήσω.

Έκλεισε τα μάτια της. Ήταν πελιδνή σαν νεκρή. Η Κλάρα ετρόμαξε, και επεχείρησε να την ανακαλέση εις την ζωήν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΑ '.

ΑΝΑΚΑΛΥΨΗΣ ΤΟΥ ΔΟΛΟΥ

Ο Γουλιέλμος πήρε το γράμμα και έσπευσεν εις το Λονδίνον. Πέρασε από της λαίδης Ντόρσετ και έμαθε την αναχώρησιν της κ. Φέμπικ με το αμάξι του· εξακολουθεί τον δρόμον του. Όταν έφθασε εις το Λονδίνον επήγε εις το Ξενοδοχείον που έμενεν ο Έδμον και ευρίσκει εκεί την Κίττη. Του πήρε το γράμμα. Το άνοιξε και το διάβασε.

— Φύγε γρήγορα, του είπε. Κάμε ότι έρχεσαι αύριο πολλά πρωί· ο κύριος σου θα είναι εδώ. Πες του πώς για πιο ασφάλεια το πήγες εσύ το γράμμα στην κ. Σορκή. Είχε, πες πολλούς ξένους και δεν είχε καιρό να γράψη. Πες ότι ήταν και ο ιερεύς Πρίορ μεταξύ των ξένων της. Η κ. Μπιρτών και εγώ σε προστατεύομεν. Λάβε εικοσιπέντε χρυσάς λίρας και σπεύσε, μήπως φανή, όπου κιάν είναι, ο κ. Έδμον, γιατί τότε χαθήκαμε και συ κεμείς.

Ανέβηκε στο δωμάτιό της και διάβασε εμπεριστατωμένως το γράμμα της Μαλβίνας. Απεφάσισε δε και της έγραψεν η ιδία λέγοντας της, ότι ο Έδμον έχει βαρεθεί και αηδιάσει τα παθητικά όλο παράπονά της και χωρίς να διαβάση το γράμμα της το έδωκε εις αυτήν και ετελείωνε ως εξής. «Φίλη μου, η καρδιά του Έδμον δεν παίρνει από δάκρυα. Όμως εγώ, άμα τον βαρεθώ, θα σε διδάξω πώς πρέπει να του φερθής, για ναποχτήσης και συ την αγάπη του».

Έτσι κάμνοντας η κ. Φέμπικ δεν εφαντάζετο τι μεγάλο κακό έκαμνε στην ευαίσθητη εκείνη γυναίκα.

Ωστόσο ο Γουλιέλμος το πρωί της επιούσης παρουσιάσθη εις τον Έδμον και του ωμίλησε καθώς εδιδάχθη. Αλλά αυτός τίποτε δεν ένιωθε απ' αυτά.

Ποιους ξένους τάχα ημπορούσε να δέχεται η Μαλβίνα, και μάλιστα πώς μπορούσαν να την εμποδίσουν να γράψη στον σύζυγόν της. Ο κ. Πρίορ! . . . Α εδώ κάτι τρέχει.

— Μου φαίνεσαι ένας αχρείος, ένας καρκούργος· του λέγει με θυμό, και δεν ξαίρω ποιος θα σε γλυτώσει από τα χέρια μου αν . . .

Ο Γουλιέλμος άρχισε να τα χάνει και μέσα στην σαστισμάρα του ορκίζεται φρικτούς όρκους ότι λέγει αλήθεια και ρίχνει το πνεύμα του κυρίου του εις δισταγμούς και αμηχανίαν. Έτσι υπεκφεύγει προς στιγμήν και γίνεται άφαντος.

Την άλλη μέρα ο Έδμον ματαίως εζήτησε παντού τον υπηρέτην του. Τότε αρχίζει να βεβαιώνεται, ότι ο αχρείος εκείνος τον ηπάτησε. Φοβάται για τη Μαλβίνα. Μύριες προαισθήσεις ολέθριες τον βασανίζουν. Κάθεται και της γράφει μίαν επιστολήν, εκθέτει την έκπληξιν και την ανησυχίαν του. Την φέρνει ο ίδιος στο ταχυδρομείον, φοβούμενος ότι τον περικυκλώνουν άπιστα χέρια. Η εικόνα των βασάνων, που θα είναι εκτεθειμένη η αγαπητή του Μαλβίνα, κάμνουν περισσότερον οδυνηράν την τύψιν για τας αδικίας του προς εκείνην.

Ακαταπαύστως πηγαινοέρχεται στου λόρδου Χέριντεν, αλλά δεν τον ευρίσκει. Από την Μαλβίναν δεν μανθάνει τίποτε. Θέλει να επιστρέψη προς αυτήν, να την ιδή ζωντανήν, να φέρη την γαλήνην εις την ψυχήν της. Αλλά πώς να αναχωρήση από το Λονδίνον, χωρίς να της φέρη την άδειαν, να έχη την Φανήν κοντά της παντοτεινά;

Εν τω μεταξύ αι ραδιουργίαι της κ. Μπιρτών διεξαγόμεναι διά της κ. Φέμπικ καταχθονίως επιτυγχάνουν, και το διάταγμα της εξορίας του Έδμον εις τας Ινδίας εκδίδεται, ως ρουσφέτι μάλλον, παρά ως κάτι νόμιμον. Το όνομα του λόρδου Στάφφορδ συνήργησε τα μέγιστα προς τούτο.

Ενώ δε εις τα σκοτεινά υφαίνετο ο όλεθρός του, έμαθε ότι ο λόρδος Χέριντεν είναι στο σπίτι του. Τρέχει λοιπόν, ειδοποιεί ποίος είναι, και παρουσιάζεται εις αυτόν.

Κάποιος κύριος αγαθού και ευσχήμου ήθους τυχών εκεί στου λόρδου, άμα άκουσε τα όνομα του Έδμον Σέυμουρ, τον παρατηρεί με συμπαθή περιέργεια και τον ερωτά με τρόπον, αν είναι ανεψιός της κ. Μπιρτών και αν γνωρίζη τον λόρδον Στάφφορδ. Ο Έδμον απεκρίθη ναι, και ο άνθρωπος εκείνος εσκυθρώπασε και εξήλθε κάμνων σχήμα οίκτου.

Ο Έδμον τίποτε δεν αντελήφθη. Ήθελε να προτείνη προς τον Χέριντεν την επιθυμίαν του και δεν ήξαιρε πώς ναρχίση.

— Βεβαίως είναι η κ. Μπιρτών, που μου δίδει την τιμήν να σας γνωρίσω. Αλλά περίεργον πώς δεν μου γράφει τίποτε στο γράμμα της που ηύρα εδώ, με το οποίον με πληροφορεί, ότι κατά την μεταξύ μας συμφωνία έλαβε από τα χέρια της κυρίας Σορκή την κόρη μου, διότι εκείνη υπανδρεύθη.

— Τι λέτε μιλόρδε; Έμαθε λοιπόν η κ. Μπιρτών τον γάμον μου και ήρπασεν η σκληρά την κόρην σας από τα χέρια της Μαλβίνας;

— Τον γάμον σας; σεις ο σύζυγος της κ. Σορκή;

— Εγώ, μάλιστα.

— Ωστόσο η κυρία Μπιρτών μου γράφει, ότι ο σύζυγος της κ. Σορκή είναι ένας ασήμαντος, ακόμη ένας άθλιος, ο οποίος είναι ντροπή της οικογενείας του.....

— Ώστε η κ. Μπιρτών εστοχάσθη ότι εν τω μεταξύ θα εύρισκε καιρόν να συμπληρώση τα κακά της βουλεύματα εναντίον της αθωοτάτης εκείνης γυναίκας; Μιλόρδε, ήρθα επίτηδες στο Λονδίνον, να σας παρακαλέσω να ευδοκήσετε ναφίσετε την κόρην σας εις τας χείρας, της εναρετωτέρας από όλας τας γυναίκας. Ω! μιλόρδε, σας ηπάτησαν· ίσως εκπνέει την στιγμήν αυτήν μη δυναμένη να υποφέρη τον αποχωρισμόν του τέκνου σας!

— Τω όντι, σερ Έδμον, η κ. Σέυμουρ είναι αξία πάσης εμπιστοσύνης, αφού εξέλεξε σύζυγον εσάς, αλλά ως πατήρ έχω χρέος να φροντίσω για την ευτυχίαν του τέκνου μου. . . . Εγώ είμαι κατεστραμμένος και η κ. Μπιρτών θαναπληρώση προς την Φανήν την στέρησιν της πατρικής της περιουσίας.

— Η κ. Μπιρτών ευκάλως αποποιείται αύριον, ό,τι υπόσχεται σήμερον. Εγώ όμως, ο οποίος είμαι κληρονόμος της κ. Μπιρτών, έχω δε και ιδικήν μου περιουσίαν, σου υπόσχομαι ενόρκως, ότι είμαι διατεθειμένος να πράξω περισσότερα υπέρ της Φανής, παρ' ό,τι ήθελε πράξει εκείνη. Εγώ και η Μαλβίνα υιοθετούμεν την Φανήν Χέριντεν. Τρέχω να φέρω ένα συμβολαιογράφον· εσείς θα υπογράψετε διαταγήν, δυνάμει της οποίας θα μας αποδοθή η Φανή Χέριντεν από την κ. Μπιρτών, εγώ δε θα υπογράψω την πράξιν της υιοθεσίας, και αν κάμωμε παιδιά, η κόρη σας θα είναι ισότιμος συγκληρονόμος, αν δε μείνωμε άτεκνοι, θα είναι η μόνη μας κληρονόμος.

Εξέρχεται λοιπόν πάραυτα και μετ' ολίγον επιστρέφει με ένα συμβολαιογράφον, εις τον οποίον καθ' οδόν εξέθεσε όλα της υποθέσεως τα καθέκαστα.

— Λάβετε την καλωσύνην να συντάξετε τα έγγραφα, είπεν ο λόρδος Χέριντεν προς τούτον, ενώ ημείς με τον σερ Έδμον θα είμεθα εις το παρακείμενον δωμάτιον, όπου κάποιος κύριος ζητεί να ομιλήσει προς εσάς κύριε Σέυμουρ.

— Προς εμέ, είπατε; ερώτησε ο Έδμον με απορία, και έσπευσε να ιδή, ποιός τον θέλει, και βλέπει τον καλόν εκείνον κύριον, που του ωμίλησε προ ολίγου. Τον εχαιρέτησε και τον ερωτά εις τι δύναται να λάβη την τιμήν να του φανή χρήσιμος.

— Όχι δυστυχώς εσείς προς εμένα, αλλά εγώ προς εσάς θα λάβω το ευτύχημα να σας φανώ χρήσιμος, είπε με αγαθότητα ο καλός κύριος, και ελπίζω να το επιτύχω. Κάποιοι δικοί σας θέλουν να σας αδικήσουν, και από το λίγο που σας εγνώρισα, εννόησα ότι σας συκοφαντούν, και έλαβα μεγάλη συμπάθεια για σας, διότι ολότελα αγνοείτε, ως φαίνεται, το κακό που σας ετοιμάζουν.

— Δεν έχω είδησιν τω όντι.

— Οι εχθροί σας είναι ισχυροί. Έχουν πείσει την Κυβέρνησιν να σας εξορίση στας Ινδίας, διότι, λέγει, στο Έδιμμπουργκ σχηματίζετε πολιτικόν κόμμα υπέρ των επαναστατικών αρχών της Γαλλίας. Αύριον μέλλει να εκδοθή το διάταγμα της εξορίας σας.

— Φρίκη! Θέλουν λοιπόν να σκοτώσουν μια δυστυχισμένη και ενάρετη γυναίκα, για να με ρίψουν εμένα κατόπιν εις απόγνωσιν! Και ποιοι είναι αυτοί, μπορώ να μάθω;

— Η αναφορά ήταν υπογραμμένη από την κ. Μπιρτών και τον λόρδον Στάφφορδ και από μερικούς άλλους τα πρώτα φέροντας.

— Και πώς εσείς επείσθητε περί της αθωότητός μου;

— Δεν ημπορούσα βέβαια να σας καταδικάσω πριν σας ακούσω! Και ιδού τώρα που σας εγνώρισα και έμαθα τα καθ' υμάς από τον λόρδον Χέριντεν, είμαι βέβαιος ότι συκοφαντείσθε, και σας παρακαλώ να έλθητε μαζί μου, για να σας απαλλάξω από την συμφοράν που σας περιμένει.

Και πράγματι ο κύριος εκείνος ήτο ο Δουξ Ε . . . εκ των πολύ σημαινόντων εις την πολιτικήν, άνθρωπος δίκαιος και ευσυνείδητος, ο οποίος έβαλε όλα του τα δυνατά, να σώση τον Έδμον. Τον παρουσίασεν αυθημερόν εις τον βασιλέα και εις τους υπουργούς. Κατώρθωσε να διασαφηνισθή η υπόθεσις και έτσι το διάταγμα δεν εξεδόθη και ο Έδμον απηλλάγη της εξορίας. Συναισθανόμενος δε οποίον κίνδυνον διέφυγε εξέφρασε την βαθείαν ευγνωμοσύνην του προς τον αγαθόν προστάτην του, ειπών προς αυτόν, ότι η σύζυγός του θα είναι η παντοτεινή ευχέτης προς τον ύψιστον υπέρ της υγείας και ευτυχίας του σωτήρος των, διότι εκείνην προ πάντων έσωσε. Και τοιουτοτρόπως τον απεχαιρέτισε.

Αφού υπέγραψε μετά του λόρδου Χέριντεν τα δύο έγγραφα και αντήλλαξαν αυτά αμοιβαίως, τον απεχαιρέτισε και ήρθε στο κατάλυμά του, για να ετοιμασθή και φύγη το ταχύτερο για τη Σκωτία. Άμα ως εμβήκε, του έδωκαν ένα γράμμα της κ. Κλάρας με τις ολίγες αυτές γραμμές,

«Δεν μπορώ να εξηγήσω, διατί προσποιείσθε απορία, ότι δεν ελάβατε επιστολάς παρά της κ. Μαλβίνας, διότι πώς μπορείτε να ξεχάσετε το σημείωμα που δώσατε επιβούλως στην κ. Φέμπικ, και το οποίον έκαμε την καημένη τη Μαλβίνα να μη σας πιστεύση πλέον, και αν διαρραγήτε ορκιζόμενος και αρνούμενος. Ωστόσο ακόμα δεν μπορώ να πιστεύσω ότι εσείς συνεργήσατε στην αρπαγή της Φανής, ούτε στη βδελυρά επιστολή που της έστειλε η κ. Φέμπικ. Αν λοιπόν σώζεται ακόμα μέσ' στην ψυχή σας μόριον αισθήματος ανθρωπίνου, πρέπει να φρίξετε βλέπων, ότι είσθε περικυκλωμένος από τους φονιάδες της γυναίκας σας. Κιάν θέλετε να την δήτε για τελευταία φορά, μηδέ στιγμήν μη χάνετε».

Το γράμμα αυτό τον κατετάραξε. Ήταν κάτι περισσότερο από τρομερό το κακό που του έκαμαν, ήταν καταχθόνια συνέργεια όλων των δαιμόνων της κολάσεως. Εισέρχεται στο δωμάτιον της κ. Φέμπικ για να τη ρωτήση με ποιο δικαίωμα ετόλμησε να του κάνη τόσο μεγάλο κακό. Εκείνη εκοιμάτο ωραία όσον ουδέποτε αλλά ο Έδμον την βλέπει ως Ερυννύα.

Απάνω στο κομό της βλέπει ένα γράμμα ανοιχτό. Αναγνωρίζει τον γραφικόν χαρακτήρα της Μαλβίνας, το παίρνει και το διαβάζει. Φρίκη! Η καρδιά του χτυπά σαν το σφυρί στο αμόνι, όταν διαβάζει τας σπαραξικαρδίους εκείνας εκφράσεις της δυστυχισμένης της Μαλβίνας του. Οι λυγμοί τον πνίγουν. Εξυπνά η κ. Φέμπικ και φρίττει βλέπουσα αυτόν να κρατεί στα χέρια του το κλεμμένο από αυτήν γράμμα της γυναίκας του.

Εκείνος τη βλέπει με φρικτήν περιφρόνησιν.

— Πόρνη! της λέγει, την φτύνει και φεύγει.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΒ΄.

ΤΡΕΛΗ.

Ο Έδμον σπεύδει. Η άμαξά του τρέχει ημέρα και νύκτα. Ύπνο δεν δίδει στους καταπονημένους οφθαλμούς του. Η αδικημένη τόσο Μαλβίνα ψυχομαχώντας παρουσιάζεται πάντα στην αναμμένη φαντασία του.

Αν τον έβλεπε κανείς, θα τον έπαιρνε για παράφρονα. Η απόγνωσις είναι χαραγμένη στη φυσιογνωμία του όλη· έτσι πάντα ο αμαρτωλός βασανίζεται από τας σκέψεις της ιδίας ψυχής του.

Άμα έφθασε στην νέαν κατοικίαν της συζύγου του, κατεβαίνει από την άμαξαν και ανοίγει το παραπόρτι με το κλειδί που κρατούσε επάνω του και εμβαίνει μέσα στον κήπο. Η σελήνη λάμπει πλησιφαής, αισθάνεται ψύχος δριμύ. Τα κυπαρίσσια ρίχνουν τις σκιές των τις μελαγχολικές. Τα έλατα ψιθυρίζουν πένθιμα. Κάπου ακούστηκε η φωνή της γλαυκός εβόησε στην παγκόσμια σιωπή της νυκτός, και τα πέριξ επανέλαβον τον απαίσιον αντίλαλον. Ο Έδμον ερρίγησε, τα γόνατά του τρέμουν.

Αίφνης προσκόπτει εις ένα τάφον. Φρίκη! απέθανε κανείς εδώ; Φωνάζει με λαχτάρα:

— Μαλβίνα! . . . . Μαλβίνα!

Φωνή ιλαρά και ασθενής μέσα από τα δένδρα αποκρίνεται.

— Ποιος φωνάζει τη Μαλβίνα;

Σηκώνει το κεφάλι του να ιδή. Ακούει θρουν εσθήτος μεταξύ των φύλλων. Βλέπει γυναίκα σκεπασμένην με μαύρη σκέπη.

— Ποιος είσαι; του λέγει με φωνή αδύνατη. Τι θέλεις και ταράττεις την ησυχία των νεκρών;

— Μαλβίνα! εφώναξεν έξαλλος εκείνος.

— Η Μαλβίνα . . . Δεν υπάρχει πλέον η Μαλβίνα . . . αφότου έπαυσε να την αγαπά εκείνος . . .

Την αρπάζει στην αγκαλιά του τη σφίγγει και την φιλεί με περιπάθειαν.

— Γυναικούλα μου! δεν με αναγνωρίζεις λοιπόν! Ξέχασες τον Έδμον, που τόσο σαγαπά!

Εκείνη τον απωθεί.

— Τη νύχτα της απελπισίας τον εκάλεσα πολλάκις, αλλά δεν ήλθε, αγαπά μίαν άλλη . . . . όχι εμένα.

— Όχι! Εσένα, εσένα μονάχα αγαπώ, Μαλβίνα μου. Εγώ είμαι ο Έδμον και ήρθα, για να μη σε αποχωρισθώ πλέον.

Εκάθισε επάνω σε μια πέτρα και με πικρόν μειδίαμα απήντησε.

— Μπα! Θέλετε να μου τα κρύψετε. Εγώ τα ξαίρω όλα. Ο Έδμον δεν έρχεται πια εδώ . . . . Τον έκλεψεν εκείνη η ξένη. . . . Δεν τη θυμάται πια τη Μαλβίνα . . . . ίσως μάλιστα και την μισεί . . .

Της έπιασεν ανάλαφρα τα κεφάλι, εκόλλησε τα χείλη του στο χλωμό της πρόσωπο και της είπε δακρύων.

— Ο Έδμον να σε μισήση! . . . Μάρτυς μου ο Θεός, ποτέ του δεν σαγάπησε όπως τώρα.

— Μη μου το λέτε αυτό, γιατί έτσι δεν μαφίνετε ναποθάνω.

— Θεέ μου! με τιμωρείς για τα μεγάλα κακά που έχω κάνει στον κόσμο! . . . Ω Μαλβίνα! Μαλβίνα· αδικημένη κοπέλλα. Έτσι λοιπόν καταπονείται και πάσχει η αρετή σου για να τιμωρηθή η κακία μου! . . . Για όνομα Θεού, μη με βλέπεις έτσι! . . . με σκοτώνει τα άγριο βλέμμα σου.

Πέφτει στα πόδια της και της τα φιλεί. Εκείνη μένει αναίσθητη στας περιποιήσεις του, αδιάφορη στα αναφυλλητά του.

Σηκώνεται και πηγαίνει στον τάφο, που κατεσκεύασε η ιδία, και γονατίζει.

— Κλαίρη μου, φίλη μου, θέλω νάρθω πλησίον σου μέρες τώρα, και συ εξακολουθείς να μαφίνης ακόμη εδώ στον άχαρο αυτόν κόσμο για να βασανίζομαι. Με σιχάθηκες λοιπόν, διότι παρέβην τους όρκους μου προς σε, και δεν θέλεις να με ξαίρης, για τούτο δεν με παίρνεις πλησίον σου! . . . Πόσον καιρόν, ακόμη θα με τιμωρήσης, ω αγία ψυχή . . . Είχα ορκισθή να μην αφίσω ουδέ στιγμήν την κόρη σου από κοντά μου, και ιδού τώρα άφισα και μου την έκλεψαν . . . Δικαίως λοιπόν με τιμωρείς . . . Αλλά οίκτιρέ με και πάρε με . . . Αύριο, αύριο χωρίς άλλο.

Σηκώθηκε και κρέμασε τη μαύρη σκέπη της σε κλαδί κυπαρίσσου. Η ξανθή κόμη της εσκορπίσθη γύρω στον τράχηλόν της, την εμάζευσε και την έρριξε πίσω στους ώμους της. Επροχώρησε κατόπιν προς την οικίαν. Η σελήνη φέγγει το πρόσωπόν της, το χλωμόν και αλλοιωμένον από την λύπην. Επροχώρησε και ο Έδμον κατόπιν της.

— Η Μαλβίνα μου, Θεέ μου, είναι αυτή! . . . .

Εκείνη εισέρχεται εις την αίθουσαν, όπου την επερίμενε η φίλη της η κ. Κλάρα.

— Ιδού ήρθα πάλι. Δεν με παίρνει η Κλαίρη, η ψυχή μου δεν είναι καθαρά. Μ' αφίνει να την εξαγνίσω. . . Δεν εγνώριζα, ότι είναι τόσο δύσκολο να αποθάνω.

Η κ. Κλάρα ανεστέναξε, την έλαβε από το μπράτσο να την οδηγήση στον κοιτώνα της. Στην θύραν είδε τον κ. Έδμον και εξαφνίσθη.

— Σεις εδώ! . . . Σας είδε λοιπόν; της μιλήσατε καθόλου;

— Ναι! λέγει ο Έδμον μόλις ακουόμενος.

— Και έμεινεν αναίσθητος;

Εκείνος αντί πάσης απαντήσεως ήρχισε τους λυγμούς και τα δάκρυα. Η κ. Κλάρα άπελπις ερρίφθη εις ένα κάθισμα.

— Λοιπόν τετέλεσται! . . . Κάθε ελπίδα μου εκόπη. Αλίμονο! φτωχή μου φίλη. Ο Έδμον έξαλλος ολοφύρεται:

— Ω! πώς απέπτη νους τοσούτο ευγενής!

Η Μαλβίνα τον πλησιάζει και τον ατενίζει με περιέργεια.

— Πώς κλαίει ο ευτυχής αυτός θνητός! . . . Αχ μόνον εγώ δεν μπορώ πλέον να κλάψω . . . ω! εγώ έχω χύσει πλέον όλα τα δάκρυά μου. Τώρα περιμένω να με καλέση εκεί επάνω η φίλη μου η Κλαίρη Χέριντεν. Εκεί θα αναπαυθώ πλέον από τους πόνους μου. Εκεί θα γλυτώσω από τα βάσανα . . . . Αλλά πώς να τολμήσω να παρουσιασθώ, αφού έχασα το τέκνον της; Αν τολμήσω να πάγω κοντά της, θα αποστρέψη το πρόσωπόν της με φρίκη . . . «Τι έκαμες το τέκνον μου; τι έκαμες την Φανήν μου επίορκη! . . .» ω! Έδμον, Έδμον!

Και έπεσε εξηντλημένη εις ένα καναπέ. Τα μάτια της έκλεισαν και τα μέλη της εχαλαρώθησαν. Ο Έδμον έβγαλε από το θυλάκιον ένα χαρτί.

— Ιδού έγγραφον του λόρδου Χέριντεν, είπε στην Κλάρα, δυνάμει του οποίου δύναμαι να της αποδώσω ευθύς την κόρην της.

— Μη χάνετε λοιπόν καιρόν σερ Έδμον, είπεν η Κλάρα, τρέξατε να φέρετε την Φανήν.

— Τρέχω ευθύς μόλις ξημερώσει είπεν εκείνος. Τολμώ να ελπίσω πολλά από την παρουσίαν του κοριτσιού. Αυτό είναι που ταράζει το πνεύμα της, η ιδέα πώς το έχασε την τρελάνει. Αυτή που συγχωρούσε ολωνών τα σφάλματα με την αγαθότητα της καρδίας της, αφότου εστοχάσθη ότι είναι ένοχος η ιδία, το εθεώρησε φοβερόν και έχασε τον νουν της. Η ολοκάθαρη ψυχή της δεν ημπόρεσε να ανθέξη στας τύψεις του συνειδότος.

Τη Μαλβίνα την εσήκωσαν σιγά σιγά και την έφεραν εις τον κοιτώνα της, χωρίς να το καταλάβη. Εκείτετο δε άφωνη και αναίσθητη και τίποτε δεν διέκρινε. Είχε πέσει εις είδος νάρκης.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΓ'.

Η κ. ΜΠΙΡΤΩΝ

Ημέρας τινάς πριν ή έλθη ο σερ Έδμον, μία άμαξα εστάθμευσε προ της κατοικίας της Μαλβίνας. Μία γυναίκα κατέβη και εισήλθε εις το αγροκήπιον ακολουθουμένη από ένα άνδρα.

Η γυναίκα αυτή ήτο η κ. Μπιρτών, ο δε ακόλουθός της ήτο ο Ειρηνοδίκης της περιφερείας, ο οποίος είπε:

— Ζητώ να παρουσιασθή ενώπιόν μου η λαίδη Μαλβίνα Σέυμουρ.

Μετ' ολίγον παρουσιάζεται η κ. Κλάρα με την Μαλβίναν.

— Δεν υπάρχει ενταύθα καμία κυρία με τέτοιο όνομα, είπε.

— Δεν ωφελούν αι προσποιήσεις, λέγει τότε η κ. Μπιρτών. Ιδού αντίγραφον της πράξεως του γάμου, από τον κώδικα της εκκλησίας, όπου ούτος ετελέσθη.

Η Μαλβίνα έμεινε κατάπληκτη. Η δε άφιλη και δολία κ. Μπιρτών της επρόσθεσε:

— Εκείνο το οποίον ίσως η κ. αγνοεί είναι, ότι ο σερ Έδμον Σέυμουρ, είτε διότι ηγάπησεν άλλην ωραιοτέραν, είτε και διότι εννόησε το μέγεθος της αφροσύνης του, επιθυμεί να διαλύση τον γάμον, διότι τον θεωρεί εις το εξής ως δυστύχημά του. Ιδού, κυρία, το διαζύγιον, τα οποίον ανεδέχθην να σας φέρω εκ μέρους του. Αν υπογράψετε, ακυρώνεται ο γάμος σας και η Φανή Χέριντεν μένει κοντά σας, αν αρνηθείτε όμως, το θέλημα του πατρός της είναι να την παραδώσετε εις εμέ αυτοστιγμεί. Ιδού και το έγγραφον. Ο κ. ειρηνοδίκης από δω ήλθε να ενεργήση την εκτέλεσίν του.

Η Μαλβίνα της απήντησε με θάρρος και ατάραχη.

— Κυρία, επειδή εις αυτό το έγγραφον δεν βλέπω την υπογραφήν του σερ Έδμον Σέυμουρ, δεν μπορώ να βάλω την υπογραφήν μου.

— Τότε λοιπόν θα σας πάρωμεν το παιδί.

— Κατά του αδικήματός σας τούτου θα ζητήσω την προστασίαν των νόμων. Και μη φρονείτε ότι θα υπερισχύετε πάντοτε, τότε ο κόσμος θα γνωρίση ποία είσθε και θα φρίξη . .

Η κ. Μπιρτών ταραγμένη στρέφεται προς τον ειρηνοδίκην.

— Βλέπετε, ότι η κυρία δεν συγκατανεύει εις τίποτε. Εκτελέσατε, παρακαλώ, τας διατάξεις του νόμου, του οποίου είσθε λειτουργός.

— Προσέξατε, κύριε, κακήν υπόθεσιν αναδέχεσθε· εγώ είμαι ξένη προς αυτήν, ωστόσο σας λέγω θα μεταμεληθήτε κατόπιν.

— Μην ανακατώνεσθε, κυρία Κλάρα. Κύριε ειρηνοδίκη, σας καλώ να εκτελέσετε τον νόμον, είπε με ταραχήν η κ. Μπιρτών, το εις χείρας μου έγγραφον είναι περιβεβλημένον με όλους τους τύπους της νομιμότητος και εκδέχομαι από σας την άμεσον εκτέλεσίν του.

Τότε ο ειρηνοδίκης διέταξε τους υπηρέτας να του φέρουν την Φανήν Χέριντεν και κανείς δεν ετόλμησε ναρνηθή, διότι εν Σκωτία σέβονται και φοβούνται τους λειτουργούς του νόμου.

Ωστόσο η Μαλβίνα βλέπουσα ότι θα έχανε το κορίτσι, έκαμε και την τελευταίαν απόπειραν συμβιβασμού.

— Αφίσατέ μου προσωρινά το κοριτσάκι υπό εγγύησιν χρηματικήν καταβλητέαν αμέσως εις τον κ. ειρηνοδίκην, έως ότου ο κ. Έδμον Σέυμουρ υπογράψη το χωρισοχάρτι. Σας ορκίζομαι ότι τότε θα υπογράψω και εγώ την διάλυσιν του γάμου, ειδεμή χάνω τα χρήματα της εγγυήσεως και πάλιν δυνάμει του εγγράφου του λόρδου Χέριντεν μου παίρνετε και την κόρην του.

Εις τον ειρηνοδίκην εφάνη το πράγμα λογικόν. Αλλά η κ. Μπιρτών, η κακίστη πασών των γυναικών, απήντησε:

— Κυρία, απαιτώ άνευ αναβολής ή την υπογραφήν σας, ή το κορίτσι. Τρίτον τι δεν εισχωρεί.

Ήλθεν εκεί η υπηρέτρια της κ. Μπιρτών, η Τάπα και είπε ότι η διαταγή του κ. ειρηνοδίκου εξετελέσθη και το κοριτσάκι είναι εντός της αμάξης. Η Μαλβίνα ετινάχθη έξω.

— Μου αρπάζουν λοιπόν το παιδί μου!

— Μητέρα, μητέρα! έλα λοιπόν! Τι; μόνη μου θα μαφίσης;

— Όχι, δεν θα σαφίσω! και ρίχτηκε μπρος στους τροχούς της αμάξης.

— Παραμερίσατε την κυρίαν. Βλέπετε ότι είναι τρελή.

— Και τι ελπίζετε από αυτήν σας την απανθρωπίαν, κυρία;

— Σηκώσετε από δω την δυστυχισμένην αυτήν παράφρονα, είπε πάλιν η κ. Μπιρτών τρέμουσα από θυμόν.

Τότε η Μαλβίνα βλέποντας, ότι ήσαν έτοιμοι οι βάρβαροι εκείνοι να την απομακρύνουν διά της βίας, τρέχει και πέφτει στα πόδια της κ. Μπιρτών.

— Σας εξορκίζω εις τον Θεόν, εις την φιλανθρωπίαν, εις την ησυχίαν της ψυχής σας, μη μου αρπάζετε το παιδί αυτό μέσα από την αγκαλιά μου. Θαποθάνωμε και οι δύο μας. . . . Και το αίμα μας θα βοά εναντίον σας. Λυπηθήτε μας!

— Από σας εξαρτάται να το κρατήσετε κοντά σας! , . . Υπογράψατε.

— Έχιδνα! εφώναξε τότε έξω φρενών η Μαλβίνα, φύγετε από δω! Με το πλαστό αυτό έγγραφο ελπίσατε να απατήσετε και μένα και τον άντρα μου, και να μας χωρίσετε. Ο Έδμον έρχεται σε λίγο, έννοια σας! Αύριο ίσως θα είναι εδώ και τότε τα λέμε. . . . Πηγαίνετε τώρα! Και έπεσε ολωσδιόλου άτονη.

Η δυσειδής ψυχή της Μπιρτών την ώραν εκείνην εζωγραφίζετο ολόκληρη εις το πρόσωπόν της· έσπευσε ναπομακρυνθή αποκομίζουσα το κοριτσάκι.

Η Μαλβίνα ως το βράδι ήτο αλλόφρων. Δεν ημπορούσαν να την καθησυχάσουν. Το βράδι της φρικτής εκείνης ημέρας της έφεραν την γνωστήν μας εκείνην απαισίαν επιστολήν της κ. Φέμπικ.

Αυτή ήτο τρομερώτατον πλήγμα δια το πνεύμα της. Ενόμισεν, ότι μέσα εις αυτήν έβλεπε την βεβαίωσιν των λόγων της κ. Μπιρτών. Υπέθεσεν ότι ο σύζυγός της ήτο σύμφωνος με τους εχθρούς της, και ότι αυτή ίσως ματαίως εθυσιάσθη και εθυσίασε και το τέκνον της Κλαίρης, χάριν ανθρώπου χωρίς πίστιν και στερημένου από κάθε τιμιότητα.

Όλην την νύκτα επεριπατούσε σκυθρωπή και συλλογισμένη. Δεν έκλαιε πλέον. Πότε πότε παραμιλούσε. Το πρωί βγήκε έξω αλλόφρων χωρίς κανένα να ομιλήση. Κατέβηκε στον κήπον, εφώναξε την Κλάραν και απήτησε να κατασκευασθή εκεί ένας τάφος. Εκείνη κατ' αρχάς αντεστάθη, αλλά άμα είδε ότι η ασθενής ερεθίζετο και υπέφερε περισσότερον, ηναγκάσθη να υποχωρήση· εκάλεσε λοιπόν εργάτας και οικοδόμησαν εκείνον τον τάφον που ξαίρουμε.

Κάθε βράδι άμα φθάση η ώρα που της έφεραν τα γράμμα εκείνο το ολέθριον κατεβαίνει στον κήπο. Θέλει δε να είναι μόνη και επικαλείται την ψυχήν της Κλαίρης Χέριντεν να την μετακαλέση κοντά της! Όταν φθάσουν τα μεσάνυχτα κάμνει ένα γύρο στον κήπον και επιστρέφει στην κλίνην της αδιάφορη σχεδόν για όσα συμβαίνουν γύρο της και πέφτει σε λήθαργον. Η κ. Κλάρα εκάλεσε όλους τους εκεί πλησίον κατοικούντας ιατρούς τον ένα μετά τον άλλον, κανείς όμως δεν κατώρθωσε να την θεραπεύση ως την ώρα, ελπίζουσα ότι ίσως με την παρουσίαν του σερ Έδμον συντελεσθή κανένα θαύμα του έγραψε· καθώς είδαμε, εκείνος έσπευσεν αμέσως. Αλλά όλα μάταια.

Την ιστορίαν αυτήν η κ. Κλάρα, ως που να ξημερώσει, την έκαμε γνωστήν εις τον σερ Έδμον.

Έφριξεν εκείνος και ωρκίσθη εκδίκησιν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΔ'

ΑΚΤΙΝΑ ΕΛΠΙΔΟΣ

Μόλις λοιπόν έφεξεν η ημέρα ανέβηκε στο αμάξι του και τράβηξε για το Έδιμπουργκ. Δεν είχε χτυπήσει ακόμα μεσημέρι, κεκείνος ευρέθηκε στης κ. Μπιρτών.

Είχε συμπόσιον αυτή την ημέραν εκείνην και γύρο στο τραπέζι της λαμπράν ομήγυριν. Διηγείτο λοιπόν εις τους καλεσμένους τα αίσχιστα για την δυστυχή τη Μαλβίνα, και επροκαλούσε τον αποτροπιασμόν των εναντίον της.

Ο Έδμον εμβήκε χωρίς να ειδοποιήση και ευρέθη αίφνης ενώπιον της εκλεκτής εκείνης συναθροίσεως, ωχρός, τρέμων από θυμόν, με την κόμην ανώμαλην και με το βλέμμα άγριον. Η κ. Μπιρτών, που δεν τον επερίμενε καθόλου — τον είχε, βλέπετε, για τας Ινδίας — ωχρίασε και δεν μπόρεσε να κρατήση κραυγήν εκπλήξεως.

Η Φανή μόλις τον είδε ερρίχθηκε στον τράχηλόν του.

— Φίλε μου κ. Έδμον, γιατί δε μου φέρατε λοιπόν τη μαμά μου;

Ο Έδμον πήρε το κοριτσάκι στην αγκαλιά του και το φίλησε.

— Απόψε θα πάμε μαζί στη μαμά, του είπε.

— Δεν πιστεύω τόσο εύκολα. Απήντησε η κ. Μπιρτών με ειρωνείαν.

— Ευκολώτερα, παρά όσο το αρπάξατε εσείς από τα χέρια της συζύγου μου.

Όσοι από την ομήγυριν άκουσαν τον Έδμον να ομιλή έτσι προς την κ. Μπιρτών και να λέγη σύζυγόν του την Μαλβίναν, αντιθέτως προς τα ψέματα που τους είχε αραδιάσει πριν η κ. Μπερτών, εκατάλαβαν τι τρέχει και αλληλοκοιτάχτηκαν με χαμόγελο, περιμένοντες την έκβασιν της υποθέσεως εις βάρος της κυρίας.

Αυτή ευρέθη εις αμηχανίαν και εντρεπομένη λέγει προς τον ανεψιόν της.

— Αυτά τα πράγματα, οικογενειακά και όλως ιδιαίτερα, έχομεν καιρόν να τα συζητήσουμε αργότερα ιδιαιτέρως μεταξύ μας.

— Όχι, όχι! τίποτε ιδιαίτερο, τίποτε ιδιαίτερο δεν έχω μαζί σας. Απ' εναντίας μάλιστα πρέπει όλοι οι ευγενείς εδώ κύριοι να μάθουν το κίβδηλον του χαρακτήρος σας και τη μαυρίλα που βασιλεύει στην δολίαν ψυχήν σας. Λυπούμαι μάλιστα που δεν είναι εδώ παρών όλος ο καλός κόσμος του Έδιμπουργκ, για να ακούσουν τον καημό μου, να ενωτισθούν τας καταχθονίους πράξεις σας και να σας εκτιμήσουν όπως σας αρμόζει.

— Τι είν' αυτά Έδμον! παιδί μου! είπεν η κ. Μπιρτών με πρόσωπον πανιασμένο ως το σουδάριον.