Μαλβίνα: Ρωμαντικό Μυθιστόρημα του 18ου αιώνος

Part 17

Chapter 172 wordsPublic domain

Ο κ. Κάρολος Βέυμαρ αφού αποκατάστησε τους νεονύμφους στην καινούργια τους κατοικία και γευμάτισε μαζί τους, υπεσχέθη να προστατεύη την λαίδην Σέυμουρ κατά την απουσίαν του συζύγου της. Τους ευχήθηκε καλήν αντάμωσιν και ανεχώρησε.

Ο σερ Έδμον έπεσε με τον έρωτα και ελησμονήθη. Ξέχασε και το ταξίδι του, και τη θέση του.

Η κ. Μπιρτών τον εζητούσε παντού. Ο φίλος του κ. Βέυμαρ του τα ειδοποίησε, Η κυρά-Μούδη του έδειξε επιστολήν της κ. Κλάρας προς αυτήν, που την ερωτούσε τι γίνεται η Μαλβίνα, και της έλεγε ότι θάρθη στο Έδιμπουργκ να πληροφορηθή η ιδία.

Τότε οι δύο νέοι σύζυγοι κατάλαβαν, ότι έφθασεν η ώρα του αποχωρισμού των.

— Αύριο λοιπόν! είπε με αλγεινή φωνή η Μαλβίνα.

— Αύριο ναι είπε και ο Έδμον. Αλλά πολύ γρήγορα θα επιστρέψω πλησίον σου και δεν θα απομακρυνθώ ποτέ πλέον από την αγαπημένη μου γυναικούλα, από τη θεά της καρδιάς μου.

Η Μαλβίνα ρίχτηκε στην αγκαλιά του.

Ο ήλιος βασίλευε κείνη την ώρα πίσω από την στίλβουσαν θάλασσα. Αι πρώται σκιαί απλώνονταν επάνω στην γην. Η πηγή του δάσους εμουρμούριζε ποτίζουσα την παχείαν χλόην, και κάπου κάπου ηκούετο η αηδών γλυκά μηνυρίζουσα, σαν να τραγουδούσε τον έρωτά των.

Η ώρα αυτή του λυκόφωτος έκαμε την Μαλβίναν να μελαγχολήση. Κάποιο προαίσθημα κακό την ετάρασσε, εσκέπτετο την αποδημίαν του συζύγου της και δεν έβλεπε την επιστροφήν του. Ωστόσο παρεδόθησαν εις τας αγκάλας αλλήλων.

Το πρωί το αμάξι ήτο έτοιμο. Εχωρίσθηκαν με δάκρυα και με λυγμούς. Σε λίγο έβλεπε το όχημα να φεύγη παίρνοντας μαζί του την καρδιά της, ο κρότος του απομακρυνομένου αμαξιού της εφαίνετο ως ο τελευταίος αποχαιρετισμός του συζύγου της, βλέπει το χέρι του να βγαίνη από το παράθυρο, για να την αποχαιρετήση, και την παίρνουν τα δάκρυα.

Όταν ήρθε στον εαυτόν της, θυμήθηκε την Φανήν της, θυμήθηκε την κ. Κλάρα. Δυο μήνες είχε να τις ιδή. Τώρα που δεν είχε τον έρωτα, μόνον η στοργή μπορούσε να την παρηγορήση. Έτσι αποφασίζει να ταξιδεύση.

Όταν ήλθε στο κτήμα της κ. Κλάρας κέσφιξε τη Φανή στην αγκαλιά της, ησθάνθη μεγάλην ανακούφισιν. Μόνον αι δύο αυταί υπάρξεις ανεπλήρωναν οπωσδήποτε του Έδμον την απουσία, που της ήτο ανυπόφορη.

Ωστόσο η κ. Μπιρτών ανησυχούσα για την απουσία του ανεψιού της μετεκάλεσε την κυρά Μούδη και με πονηρία αρχίζει να δείχνει ότι συμπαθεί πολύ την Μαλβίναν, ότι θα ηύχετο να την κάμη νύμφην της εις τον Έδμον, αρκεί ο Έδμον να κατώρθωνε να την αγαπήση και αρκεί εκείνη να τον ήθελε σύζυγόν της. Ακόμη επρόσθεσεν ότι εκείνος που θα κατάφερνε ένα τέτοιο πράμα θα ήταν ένα είδος οικογενειακού των ευεργέτου, διότι έτσι ο Έδμον θα εγλύτωνε πλέον από την παραλυμένη ζωή, και αυτή θα τον εκαμάρωνε.

Έτσι η δυστυχισμένη η απλοϊκή γυναίκα πιάστηκε στην παγίδα και επίστευσεν, ότι αυτή θα έχη την τιμήν να επισπάση την ευγνωμοσύνην της κυρίας. Έτσι λοιπόν έμαθεν η κ. Μπιρτών τους γάμους των και τον τόπον και την ημέραν που ετελέσθησαν. Κατόρθωσε δε να κρύψη από την αφελή γραίαν την οργήν και την αγανάκτησίν της. Μόνον της είπε να μη τους φανερώση, ότι αυτή γνωρίζει τι περί του γάμου των, για να τους προξενήση η ιδία μίαν έκπληξιν.

Όταν όμως έμεινε μόνη αγρίεψε. Περιπατούσε άνω κάτω συλλογισμένη και εσκέπτετο τρομεράν εκδίκησιν κατά της δυστυχούς Μαλβίνας. Απεφάσισε λοιπόν νανακοινώση τούτο προς τον λόρδον Στάφφορδ, διά να τον έχει συνεργόν εις τα κακούργα της σχέδια.

Τότε παρουσιάσθη ενώπιόν της ο Έδμον και της είπεν, ότι ταξιδεύει για το Λονδίνον.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΖ'.

ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Είχαν σκεφθή με τη Μαλβίνα ότι ήταν φρόνιμο να περάση μια από της θειάς του, για να σκορπίση έτσι κάθε της υποψία. Και θα τα κατάφερνε βέβαια, αν η απλοϊκή κυρά Μούδη δεν επρόφθανε να της γνωστοποιήση όλα τα πάντα.

Η κ. Μπιρτών κατώρθωσε να κρυφθή ολότελα ενώπιόν του, του απηύθυνε ερωτήσεις για την τελευταία απουσία του όχι με πολύ ενδιαφέρον. Υπεκρίθη ότι πιστεύει εις τας δικαιολογίας του τας βεβιασμένας. Για το ταξίδι του δεν τον ερώτησε λεπτομερείας. Υποψιάζετο ότι αυτό γίνεται για τη Μαλβίνα. Ο χωρισμός αυτός του Έδμον από εκείνην της εφάνη πολύ πρόσφορος, για να εκτελέση τους σκοπούς της.

— Σευχαριστώ, του είπε, που δεν αναχώρησες προτού να με ιδής. Θα σε παρακαλέσω λοιπόν να λάβης την καλωσύνην να περάσης από το κτήμα της λαίδης Ντόρσετ, που ευρίσκεται επάνω στον δρόμον σου. Εκεί είναι η κ. Φέμπικ από δεκαπέντε μέρες. Σε παρακαλώ να της εγχειρίσης ένα γράμμα μου, που θα σου δώσω, πολύ επείγον.

— Ευχαρίστως, θεία μου. Χαρά μου που το ταξίδι μου αυτό αποβαίνει κάπως χρήσιμο και σε σας.

Έσπευσε η κ. Μπιρτών στο γραφείο της κέγραψε τα εξής προς την κ. Φέμπικ.

Αγαπητή μου Κίττη.

« . . Αυτήν την ώραν έμαθα τον γάμον τους. Ξαίρεις δα ότι ποτέ δεν θα ανεχθώ τον εμπαιγμόν αυτόν. Και αν το προαίσθημά μου δεν με απατά, πιστεύω να κόψω σε λίγο τον δεσμόν αυτόν τον ανάρμοστον, που με αδικεί, πολυτρόπως. Βοήθησέ με και συ. Κράτησε κοντά σου τον Έδμον όσο μπορείς περισσότερο.

Θυμήσου λίγο μαζί του τα νιάτα σου για χάρη μου.

Ενώ εκείνος θα ξεχνιέται κοντά σου, εγώ μαζί με τον λόρδον Στάφφορδ θα τον καταγγείλω δι αναφοράς στην Κυβέρνηση, ότι είναι οπαδός των Γαλλικών ιδεών και ένθερμος ζηλωτής της Δημοκρατίας, και ότι η οικογένειά του ευλαβουμένη μήπως ατιμασθή εξ αιτίας του, εκλιπαρεί την απομάκρυνσή του στας Ινδίας. Μόλις καταφέρω να επιβιβασθή του πλοίου, του προτείνω να τον απαλλάξω της εξορίας, αν συγκατατεθή να υπογραφή διαζύγιον του γάμου του. Γνωστοποιώ αφ' ετέρου στην κ. Σορκή τα διάταγμα, να μου παραδώση αμέσως τη Φανή Χέριντεν, εκτός αν στρέξη την ακύρωση του γάμου της με τον Έδμον. Και αν μεν υποταχθούν στας επιθυμίας μου, διαλύεται ο καταραμένος αυτός γάμος, που μου κατέστρεψε όλα τα σχέδια. Αν πάλιν αρνηθούν, θα είναι δυστυχισμένοι για πάντα, εκείνος εξόριστος μακράν της, και αυτή στερουμένη την κόρην που λατρεύει και τον σύζυγον που αγαπά τρελά. Έτσι συντελείται η εκδίκησίς μου.

Μεταχειρίσου λοιπόν όλα σου τα θέλγητρα και τας γοητείας, για να κρατήσης πλησίον σου τον Έδμον, ως που να φθάση η αναφορά μου στον προς ον όρον.

Σε χαιρετώ και σου εύχομαι καλή διασκέδαση. Άννα Μπιρτών.»

Αυτό το γράμμα το έδωκεν εις τον ανύποπτον Έδμον προσποιουμένη αγαθότητα και ειλικρίνειαν· Η τιμιότης του για τέτοια πράγματα ήταν παραμιώδης, ώστε κανένα φόβον μην ανοίξη την επιστολήν δεν είχεν η θεία του.

Πριν βραδυάση ευρίσκετο στο κτήμα της λαίδης Ντρόσε. Βιάζεται όμως να εξακολουθήση το ταξίδι του και χωρίς να κατέβη από την άμαξα, δίδει το γράμμα στον υπηρέτην του Γουλιέλμον, να το δώση στην κ. Φέμπικ. Πάγωσε η Καίτη, άμα έμαθε το γάμο της Μαλβίνας με τον Έδμον. Φώναξε λοιπόν κοντά της τον Γουλιέλμον και τον εκατήχησε, ότι αυτό ήταν η καταστροφή του Έδμον, και τον έπεισε να χρησιμεύση και αυτός βοηθός του έργου της επανορθώσεως το οποίον έχει αναλάβει αυτή μαζί με την κ. Μπιρτών. Του έδωκε δε και μερικές χρυσές λίρες, οι οποίες ελάλησαν ευγλωττότερα από τα επιχειρήματά της στην καρδιά του υπηρέτου, και του έταξε ότι έχει να κερδήση πολλά, αν τας υπηρετήση πιστά. Έτσι λοιπόν έμειναν σύμφωνοι να προδίδη εις αυτήν όλας τας πράξεις του κυρίου του, και ακόμη όλα τα γράμματα, που στέλνει και που λαμβάνει ο σερ Έδμον, να περνούν από τα χέρια της κ. Φέμπικ, για το καλό του κυρίου του εννοείται.

Τότε η κ. Φέμπικ μαζί με την λαίδη Ντρόσετ ήλθον προς τον Έδμον και τον εμάλωσαν, γιατί δεν κατέβη να τους χαιρετίση τουλάχιστον. Επειδή δε δυσανασχετούσε, η κ. Φέμπικ του είπε, ότι επείγεται να στείλη επιστολήν εις Λονδίνον εν σχέσει προς όσα της γράφει η θεία του και τον παρακαλεί να περιμένη στην αίθουσα έως ότου την γράψει.

Ο Έδμον μη δυνάμενος να πράξη άλλως κατέβη με λύπη από την άμαξαν και ανήλθε εις την αίθουσαν. Εκεί όμως παρ' ελπίδα συνήντησε συναναστροφήν από νέους ευθυμούντας και από γυναίκας πολύ κομψάς και πολύ καθώς πρέπει.

Εν τω μεταξύ ο Γουλιέλμος νομίζων δήθεν ότι ο κύριός του θα νυκτερεύση εκεί ανεχώρησε με την άμαξαν εις το πλησιέστερον χωρίον, διά να αναπαύση τα άλογα· ώστε όταν η κ. Φέμπικ έφερε το γράμμα, ο κ. Έδμον δεν είχε πλέον με τι να ξεκινήση. Αυτή του εξέφρασε την μεγάλην της λύπην που έγινε αιτία να βραδύνη το ταξίδι του, αλλά η λαίδη Ντρόσετ και η συντροφιά της έμειναν ενθουσιασμένοι διά τούτο και ηνάγκασαν τον Έδμον θέλοντα και μη, να μείνη εκεί έως αύριο. Εκεί είδε ότι η Κίττη έπαιζε σπουδαίον κοσμικόν ρόλον. Δεν ήτο πλέον η αφελής εκείνη κόρη της κ. Μέλμορ, που είχε γνωρίσει άλλοτε. Ήτο φιλάρεσκη και ευφυής. Όλην δε την ώραν αυτόν έβλεπε, αυτόν παρακολουθούσε, αυτόν ετόξευε με τα μάτια της, τα οποία εταπεινώνοντο εντροπαλά, άμα κατώρθωναν να τον προσελκύσουν.

Χαμογελούσε με πανουργία, έδειχνε επιτηδευμένη αμηχανία, επίπλαστη απροσεξία, άφινε πότε πότε ανώμαλη την αμφίεσή της, για να φαίνωνται τάχα από απροσεξία, όσα δεν επιτρέπεται υπό της ευπρεπείας να δειχτούν ανεπιφύλαχτα.

Εν τούτοις αυτός ωπλισμένος από τον έρωτα προς την Μαλβίναν νομίζει εαυτόν άτρωτον και δεν προφυλάσσεται.

Δεν σκέπτεται ο δείλαιος, ότι ημπορεί κανείς να αγαπά και να μένη στον έρωτά του σταθερός, αλλά κάποτε να κάμνη σαρκικάς απιστίας. Διότι ο συζιγικός έρως, όσο μέγας και αν είναι, δεν εγείρει προμαχώνας και κατά του δελεασμού των αισθήσεων.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΗ'.

ΓΥΝΑΙΚΕΙΑ ΤΕΧΝΗ

Η πείρα του κόσμου είχεν αναπτύξει τις χάρες της κ. Φέμπικ. Ακόμη είχεν αποκτήση ευστοχίαν και οξύνοιαν, του πώς πρέπει να χρωματίζει τας επιθέσεις της, για να επιτυχαίνουν.

Ήταν βεβαία, ότι ο Έδμον ήθελε να φυλάξει τον όρκον πίστεως, που έδωκε στη γυναίκα του· κρίνει λοιπόν ότι λίαν επαισθητοί ερεθισμοί τον συνεφέρνουν, να συλλογίζεται τον όρκον του και να προφυλάσσεται· ούτε και πάλιν να περιμένη από εκείνον πρώτον την επίθεσιν, πράγμα που τώρα δεν θα το έκαμνεν ο Έδμον. Ανάγκη λοιπόν να τον δελεάζη με τέχνην χωρίς να φαίνεται ότι τον προκαλεί. Να είναι τόσον ερασμία, ώστε να του κινεί εις αίσθησιν της ερασμιότητός της, και να του απασχολεί το αισθαντικόν κατά τρόπον αδιάσπαστον, ώστε εκείνος εκτός εαυτού και μόλις αναπνέων να υποταχθή εξ ολοκλήρου χωρίς καθόλου σχεδόν να ευρίσκη καιρόν να ενθυμηθή: τι λησμονεί, μηδέ να σκεφθή: τι παθαίνει.

Δεν αμελεί λοιπόν καμίαν ευκαιρίαν, να ευρεθή κοντά του, χωρίς να φαίνεται ότι την επιζητεί. Προσέχει να μην του μιλήση εκείνη πρώτη, και τον υποχρεώνει έντεχνα αυτός να της αποτείνη τον λόγον, και προσέχει να του αποκρίνεται με προκλητικήν συστολήν, που παρατείνει ευχαρίστως και την πιο αδιάφορη συνομιλία. Όταν του ομιλεί δεν λάμπει το πνεύμα της, αλλ' όταν την ίδια ώρα αποτείνεται προς άλλον, τότε το αφίνει να σπινθηροβολεί και τα χείλη της καθωραΐζονται διά της χάριτος επιτηδευμένων συστολών. Είναι λοιπόν δυνατόν η κόρη της κ. Μέλμορ να φιλοτιμήται ναρέσκει εις άλλους και όχι εις τον Έδμον! αυτό αρχίζει να τον δαιμονίζει. Όλα γύρο του είναι χαρούμενα, η Κίττη μετέχει της γενικής ευθυμίας.

Αρχίζει ο χορός και εκείνη θριαμβεύει, όλες της οι χάρες αναπτύσσονται τότε. Χορεύει ελαφρά, και ηδυπαθώς. Δεν κινεί την ψυχήν εις θαυμασμόν, αλλά προκαλεί τας αισθήσεις εις επιθυμίαν. Αδύνατον νανθέξη κανείς στα θέλγητρά της.

Το κεφάλι του Έδμον θερμαίνεται. Η κ. Φέμπικ το κατάλαβε και τον πλησιάζει.

— Τώρα θαρχίση το βαλς, του λέγει, και ξαίρετε πόσο ταγαπώ κιαπ' όλους αυτούς που είναι εδώ η Κίττη μόνο μεκείνον που δεν της είναι ξένος θα το χορεύση μευχαρίστηση.

Τα όνομα Κίττη του ξύπνισε όλες τις παλιές του αναμνήσεις. Του εφάνη τόσον χαριτωμένη, είδε ότι του ήτο πάντοτε η καλόβολη Κίττη του, η κόρη της κ. Μέλμορ.

Αλλά συγχρόνως εκοίταξεν ότι όλοι εις αυτόν επρόσεχαν και τον εζήλευαν, διότι εκείνη τον επροτιμούσε. Έτσι εκολακεύθη η φιλοτιμία του, ότι εθριάμβευσε η λεβεντιά του.

Αρχίζει λοιπόν μαζί της το βαλς, τον ηδυπαθή χορόν, ο οποίος εφευρέθη, διά να κεντά την όρεξιν και να μαλθακίζει την αρετήν, κάμνωντας να γλυστρίσουν και οι πιο αθώες ψυχές.

Σε λίγο κάθισαν όλοι στο σουπέ. Όλοι είναι εύθυμοι και χαρούμενοι. Το αβρό χέρι της κ. Φέμπικ χύνει κρασί αφρισμένο στα ποτήρια των ανδρών αρχίζοντας από όποιον δήποτε, αλλά τελειώνοντας πάντοτε στον Έδμον. Το κεφάλι του ανάβει, όλα γύρο του πολεμούνε την αρετή του και την ευτυχία της Μαλβίνας. Το δείπνον τελειώνει· όλοι είναι μεθυσμένοι.

Η κ. Φέμπικ του προτείνει τότε να μείνη μαζί τους κάμποσες μέρες. Τότε μόνο θυμήθηκε, πως δεν ήταν εκεί η θέση του, και ορκίζεται ότι φεύγει το πρωί το δίχως άλλο.

Η Κίττη καμώνεται ότι δεν προσέχει. Κερνά και πάλι σαμπάνια αρχίζοντας από τον Έδμον και τελειώνοντας πάλι στον ίδιον. Εκείνος πίνει. Εκείνη τότε σηκώνεται και δίδει τo σύνθημα για τα οικογενειακά παιγνίδια, που συνηθίζονται στην εξοχή, και που καμιά φορά αποβαίνουν πολύ επικίνδυνα.

Έδεσε τα μάτια με μαντήλι μεταξωτό και γυρίζει μέσα στην αίθουσα να πιάση κανένα στα τυφλά και να τον αναγνωρίση. Πέφτει επάνω στον Έδμον, τον ψηλαφά και φωνάζει.

— Ο λόρδος Χάταμον.

— Όλοι καγχάζουν, ο ονομασθείς ήτο ένας γέρος.

Η ποινή της αποτυχίας είναι, να δεχθή ένα φίλημα. Αλλά αυτή φωνάζει ότι δεν δέχεται. Εκείνος ζητεί να λάβη διά της βίας το δίκαιόν του. Αυτή αντιστέκεται αλλά με τέτοιον μαλθακό τρόπο, ώστε το αρπαζόμενον να γίνη πολυτιμότερον. Εις την πάλην αυτήν ο αντίπαλος αποκρούεται, για να γίνη επιθετικώτερος και κάθε κίνημα είναι χάρις. Εκείνη κατορθώνει υπό το πρόσχημα της αρνήσεως, να δώση περισσότερον από το ζητούμενον. Αποστρέφοντας το μάγουλό της τον κάμνει να συναντήση τα χείλη της και επιθέτει εκεί το ποθούμενον φίλημα. Τότε κάμνει τον θυμωμένο και του δίδει ένα χαριτωμένο μπατσάκι με γέλια και φεύγει. Εκείνος τρέχει κατόπι της, όλοι κάμνουν τα ίδια με τις κυρίες και το σπίτι αντηχεί από τα γέλια. Εκείνος πέφτει κατόπιν από την Κίττη έξω από την αίθουσαν . . . Μετ' ολίγον η ομήγυρις διαλύεται . . . Όλοι ησυχάζουν στα δωμάτιά τους.

Όταν το πρωί ο Γουλιέλμος επέστρεψε με την άμαξα και ζήτησε τον κύριόν του, δεν τον ηύρε μέσα στον κοιτώνα του.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΘ'.

ΣΦΑΛΜΑΤΟΣ ΕΠΑΚΟΛΟΥΘΑ

Ο ήλιος είχε προ πολλού ανατείλει. Ο Έδμον ατημέλητος και με βία περπαντώντας φωνάζει τον Γουλιέλμον.

— Πού είναι τα αμάξι σου λοιπόν;

Εκείνος χαμογελώντας πονηρά:

— Είμαι εδώ από την αυγήν, αλλά επειδή ο κύριος δεν ήταν στο κρεββάτι του, υπέθεσα ότι θα άλλαξε γνώμην και ξέζεψα τα άλογα . . . Αλλά αν θέλη ο κύριος . . .

— Ναι ετοίμασε αμέσως το αμάξι, και στο εξής μην κάνεις του κεφαλιού σου, χωρίς να σε διατάξω. Ως που να ετοιμαστή λοιπόν το αμάξι ο Έδμον επήγε να γράψη γράμμα στη Μαλβίνα. Αλλά τι να της πη; πώς να της γράψη;

Αισθάνεται πόσον είναι δυστυχισμένος εκείνος που αφαιρεί από τον εαυτόν του την δύναμιν να λέγη αλήθεια! Ούτε τολμά να της ομολογήση τα γενόμενα για να μην της σπαράξη την καρδιά. Η αλγεινή ιδέα ότι υπάρχει κάτι που δεν μπορεί να της το ομολογήση, καταπικραίνει την ψυχήν του.

Η πέννα του προχωρεί χωρίς όρεξη, κέτσι τα γράμματα που ήταν προωρισμένα να παρηγορούν τον αποχωρισμό, του γίνονται βασανιστήριον! Ο έρως εκδικείται. Ο Έδμον βλέπει ότι γράφων ευρίσκεται εν αμηχανία. Η απορία της εκφράσεως φαίνεται και εις αυτάς ακόμη της αγάπης του τας διαβεβαιώσεις· και όμως ουδέποτε άλλοτε διαβεβαιώσεις αγάπης υπήρξαν ειλικρινέστερες από αυτές.

Αλλά η συναίσθησις του σφάλματος του αφαιρεί την φλόγα από την έκφραση, και επιβάλλει κάποιαν επιφυλακτικότητα εις την διάχυσιν των αισθημάτων. Αφού δε το αισθάνεται ο ίδιος, πολύ περισσότερον θα το αισθανθή εκείνη, όταν το διαβάση. Όθεν αποφασίζει να μη γράψη πολλά. Αλλά και τούτο πάλιν είναι ύποπτον. Αυτήν βέβαια την επιφύλαξιν δεν θα την είχε, αν της έγραφε την προηγουμένην ημέραν. Μια στιγμή λοιπόν αθέμιτης ηδονής του εξάλειψε το θάρρος και την παντοτεινήν ευδαιμονίαν. Τότε ησθάνθη μίσος άσπονδον εναντίον της κ. Φέμπικ.

Έγραψε της Μαλβίνας, πώς πέρασε από της λαίδης Ντόρσετ το κτήμα κέμεινε λίγο.

Της έλεγε, πως ένας μόνο στοχασμός απασχολεί το πνεύμα του: το πώς νανταμωθούνε γρηγορώτερα.

Ενώ ο Έδμον έγραφε, ο Γουλιέλμος ειδοποίησε την κ. Φέμπικ, πώς ο κύριος φεύγει για το Λονδίνον.

Τρέχει ευθύς εκείνη και πέφτει στην αγκαλιά του. Ο έρως και τα δάκρυα την κάνουν υπέρκαλη. Τα μάτια της είναι χαύνα, τα χείλη της ηδυπαθή. τα στήθη της προκλητικώτατα. Αλλά ο Έδμον δεν προσέχει.

— Χρέος απαραίτητον με καλεί στο Λονδίνον. Άφισέ με.

— Και η Κίττη δεν αξίζει τίποτε πια για σένα, Έδμον!

— Έμεινα ήδη αρκετά!

— Καλά, τότε θα πάμε μαζί στο Λονδίνον, έχω κεγώ δουλειά εκεί, με στέλνει η κ. Μπιρτών.

— Όχι μαζί μου Κίττη για όνομα του Θεού.

— Όχι μαζί σου; και πώς θα μαποφύγης; πώς θα μεμποδίσης να σακολουθήσω; Πάγω να ετοιμασθώ αμέσως. Και έτρεξε ελαφρά ως δορκάς αφού τον εφίλησε περιπαθώς στα χείλη.

Ο Έδμον τότε τρέχει και δίδει την επιστολήν της Μαλβίνας στον Γουλιέλμον, να της την στείλη και κατόπιν να έλθη με την άμαξαν στο Λονδίνον, αυτός δε καβαλλικεύει ένα ίππον και γίνεται άφαντος αφίνοντας για την Κίττη μία σιμειωσούλα.

Η Κίττη φρένιασε από το κακό της. Ωστόσο συλλαμβάνει σατανικόν σχέδιον να εκδικηθή μεκείνη την σημείωση του Έδμον, που της έγραφε:

«Φεύγω, Κίττη, και δεν θέλω πλέον να σε ιδώ, σε φοβούμαι. Κίττη! με δελεάζεις και με κάμνεις να ξεχνώ τα πάντα . . . τον άγγελόν μου ακόμη!

Σε μισώ, Κίττη. Αλλά περισσότερο βδελύσσομαι τον εαυτόν μου . . . ω τις αμαρτωλές ώρες που πέρασα κοντά σου!. . . .

Η κ. Φέμπικ ερεθίζεται περισσότερο όσο διαβάζει τη σημείωση αυτή. Ζητεί και την επιστολή του Έδμον προς την Μαλβίναν και την διαβάζει και συλλογίζεται. Τέλος φωνάζει τον συνεργόν της.

— Άκουε Γουλιέλμε, αύριο εγώ φεύγω για τα Λονδίνο με το αμάξι σου. Τρέχα λοιπόν και δώσε το γράμμα του κυρίου στην κ. Σορκή. Πες της πώς ο κ. Σέυμουρ περιμένει την απάντησι στης λαίδης Ντόρσετ. Πες της ότι είχε κατ' αρχάς σκοπό να φύγη για το Λονδίνον, αλλά η κ. Φέμπικ τον παρεκάλεσε να μείνη για να την πάρη μαζί του, κεκείνος συγκατένευσε. Πρόσεχε να τα λες έτσι με συστολή και κοφτά κοφτά, που να φαίνεται ότι δεν τα λέγεις ελευθέρως, αλλά σου ξεφεύγουν από την αθυροστομίαν σου. Άφισε εν τω μεταξύ να σου πέση από την τσέπη σου εξ απροσεξίας τάχα αυτή η σημείωση του κυρίου σου προς εμένα.

Και σχίζει το τέλος και ταφίνει ίσα με τη λέξη «τα πάντα . . » Κατόπι τα ζαρώνει στα δάκτυλά της και του τα δίδει, για να υποτεθή ότι το έγραψε και τόδωσε του Γουλιέλμου να του το δώση, όμως ύστερα ενέδωκε στας παρακλήσεις της, αλλά ξέχασε να το ζητήση πίσω.

— Όταν έρθης, του επρόσθεσε, στο Λονδίνον, σεμένα να φέρης την απάντησιν της κ. Σορκή· κιάν συμφέρη να τη δώσης στον κύριόν σου, σου την επιστρέφω. Πάρε τώρα δέκα λίρες και πιέ στην υγεία μου. Κάμε ότι σου λέγω ακριβώς, και θα ανταμειφθής γενναία.

Ο Γουλιέλμος έφυγε αμέσως. Την άλλη μέρα και η κ. Φέμπικ αναχωρούσε για το Λονδίνον. Έτσι και τον σκοπόν της εκτελούσε και προς την κ. Μπιρτών εφαίνετο ευάρεστη, ως υπηρετούσα προθήμως τα καταχθόνιά της σχέδια, και της έγραψε:

«Γνωρίζω ότι σας ευαρεστώ ακολουθούσα τον ανεψιόν σας εις Λονδίνον. Αι προς τους υπουργούς αιτήσεις σας είναι πιθανόν νακουσθούν ευνοϊκώτερα, όταν συνεργή προς τούτο και μία γυναίκα, που η φύση την έπλασε να αρέσκη. Η ελπίς πως θα σας γίνω χρήσιμη με κάμνει να παραβλέψω και τας παρεξηγήσεις που ενδέχεται να προκύψουν οπωσδήποτε από την τοιαύτην διαγωγήν μου.

Ησθάνετο η τετραπέρατη γυναίκα, ότι για να εκδικηθή τη Μαλβίνα ήταν ικανή να διαπράξη τα πάντα.

Έφθασε στο Λονδίνον τρεις ημέρας μετά τον Έδμον και πήγε στο ίδιο ξενοδοχείο. Εκείνος έλειπε· της είπαν ότι θα γυρίση αργά το βράδι. Χάρηκε πολύ· έπιασε ένα δωμάτιο κοντά στο δικό του και παρήγειλε, άμα επιστρέψη να της τον στείλουν.

Ο Έδμον μόλις είχε φθάσει, έσπευσε να ζητήση τον λόρδον Χέριντεν, αλλά δεν τον ηύρε· είχε φύγει την προτεραίαν και κανείς δεν ήξαιρε πού επήγε. Δεν τολμούσε να γράψη στη Μαλβίνα, γιατί θα τον έψεγε μέσα της, ότι απέτυχε του ταξιδιού του τον σκοπόν ένεκα της βραδύτητός του παρά τη λαίδη Ντόρσετ.

Κάθε μέρα επήγαινε και κάθε μέρα δεν τον εύρισκε. Έλεγε καθ' εαυτόν επιστρέφων εκείνο το βράδι στο ξενοδοχείον να καθίση και να της τα γράψη όλα. Να της ανοίξη την καρδιά του κεκείνη ας μην τον συγχωρήση, αν ήθελε.

Μόλις ανέβηκε στο δωμάτιόν του, του είπαν ότι μία κυρία που ήλθε εκείνην την ημέραν ζητεί να τον ιδή. Αυτός προκατειλημμένος από την εικόνα της Μαλβίνας υποθέτει ότι εκείνη είναι και τρέχει στο δωμάτιο που του έδειξαν. Εμβήκε με λαχτάρα. Το δωμάτιον μόλις φωτίζεται. Μία γυναίκα ξαπλωμένη στην κλίνη. Ορμά και την σφίγγει στην αγκαλιά του. Αλλά . . . δεν ήτο η Μαλβίνα.

Μόλις αναγνωρίσας την κ. Φέμπικ:

— Α δαίμονα! φωνάζει και τραβιέται, σαν να τον εδάγκασε έχινδα.

Εκείνη δεν θυμώνει. Κλαίει.

— Έχει λοιπόν καμιά άλλη περισσότερα δικαιώματα επί του έρωτός σου από εμένα; Αχάριστε!. . . . Κεγώ περιφρόνησα την κοινή γνώμη, την οργή του ανδρός μου, τη λύσσα της θείας σου, άμα το μάθη, και ήρθα μόνο και μόνο, γιατί σαγαπώ . . .

— Αλλού να τα λες αυτά, Κίττη. Ξαίρω τι σε φέρνει εδώ. . . Μόνον η αγάπη δεν σε φέρνει. Ξέχασέ με. Κίττη. Μίσησέ με, όπως εγώ σε μισώ.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ MB'.

ΟΛΕΘΡΙΑ ΕΙΔΗΣΙΣ

Η Μαλβίνα μαζί με την κ. Κλάρα και τη Φανή επέστρεψε πάλιν εις το άσυλόν της.

Είναι νύχτα. Η Κλάρα διαβάζει ένα βιβλίον εις επήκοον. Αίφνης παρουσιάζεται ο Γουλιέλμος. Η Κλάρα πετάχτηκε όρθια.

— Έρχεται μαζί και ο κύριος σου;

— Όχι, κυρία, εγώ τον άφισα στης λαίδης Ντόρσετ· και χαμογελά σατανικώς.

— Πώς! Δεν πήγε λοιπόν στο Λονδίνον;

— Ναι εκεί είχε σκοπόν να πάη, αλλά . . .

— Τι αλλά; . . . Μήπως ησθένησε στο δρόμο;

— Όχι δόξα το Θεό. Αλλά νά, πώς να σας το πω . . .

— Λέγε λοιπόν!

— Στης λαίδης, που λέτε, ηύρε διασκέδαση, καλή συναναστροφή, ωραίες γυναίκες.

— Η Μαλβίνα, ωχρίασε, αλλά δεν κατεδέχθη να εκτεθή προς τον υπηρέτην.

— Έχεις κανένα γράμμα του για μένα:

— Ναι βέβαια, έχω.

Και της ενεχείρισε την επιστολήν.

— Αν υπάρχη ανάγκη απαντήσεως, να μου την δώσετε απόψε, διότι ο κύριος περιμένει.

— Πώς: Περιμένει στης λαίδης Ντρόσετ:

— Ναι, και μου είπε να κάνω γρήγορα, διότι βιάζεται ναναχωρήσει . . . αλλά δεν πιστεύω να τον αφίση η κ. Φέμπικ . . . θα τον κρατήση, για να ταξιδέψουνε μαζί στο Λονδίνον.

Στο πρόσωπο της Μαλβίνας εζωγραφήθη φρικτή αλλοίωσις.

Για όνομα Θεού! είπεν η Κλάρα, εσείς πάσχετε, έχετε ανάγκην βοηθείας.

— Μόνον εδώ θα την εύρω, είπε η Μαλβίνα με τρέμουσαν φωνήν, δείχνοντας την επιστολήν του Έδμον. Άφισέ με να την διαβάσω.

Την διάβασε ανεκουφίσθη ολίγον. Της έλεγε ότι έμενε ακουσίως του και οι λόγοι που παρουσίαζε της εφάνησαν αρκετά πειστικοί. Όταν σηκώθηκε είδε κάτου ένα κομμάτι χαρτί. Το πήρε ήτο το γράψιμον εκείνου. Το ανέγνωσε και πάγωσε.

— Διάβασε! είπε στην Κλάρα.

Εκείνη το διάβασε και έφριξε. Εκάλεσε τον Γουλιέλμον.

— Τι είν' αυτό; ρώτησε η Κλάρα.

— Α! έπεσε από μένα. Ο κύριος ήταν για να φύγη και μου έδωσε αυτήν την σημείωσιν να την δώσω της κ. Φέμπικ, αλλά εν τω μεταξύ έτρεξεν εκείνη προς αυτόν και τον έπεισε να μη φύγη, κέτσι έμεινεν άχρηστο αυτό το γραμματάκι, εγώ το ελησμόνησα στην τσέπη μου.

— Και έκρινες καλόν να το φέρης και να το ρίψης εδώ, αι;

— Κυρία. . . .

— Καλά, πήγαινε, του είπεν η Κλάρα με περιφρόνησιν άκραν. Εκείνος εξήλθε θορυβημένος.

Η Μαλβίνα εν τω μεταξύ θέτουσα το χέρι στην καρδιά της επροσπαθούσε να κρατήση τους παλμούς της.

— Το χτύπημα έγινε, είπε. Η Μοίρα με πλήρωσε όπως μου έπρεπε . . . Παν οι όρκοι του . . . πάει η αγάπη του.....πάω κεγώ! . . . «Κίττη! . . .με κάνεις να ξεχνώ τα πάντα . . . » ναι. . . . τα πάντα. . . κιάρχισε να κλαίη απαρηγόρητα.

Από την θύραν έσκυψεν η Τομκίνα.

— Ο Γουλιέλμος ερωτά, αν η απάντησις της κυρίας είναι έτοιμη.

— Αμέσως αμέσως, απήντησε η Μαλβίνα σφογγίζουσα τα δάκρυά της, ας περιμένη λίγο ακόμα.

Πήρε χαρτί και πέννα κέγραψε τα εξής:

Έδμον!

Ελησμόνησες τους όρκους σου . . . με ηπάτησες. Χάνεται ο κόσμος από μένα, αφού δεν χρεωστώ πλέον να σε αγαπώ. Όταν εσύ ζης δι' άλλην, η Μαλβίνα δεν ημπορεί να υπάρχη εις την ζωήν. Η καρδιά της, από την οποίαν θα επιχειρήση να σε αποσπάση, θα θραυσθή εις μύρια τεμάχια.

Έδμον! Τι σέκαμα και μέφερες στη φρικτήν αυτήν άβυσσο; Ο έρως που με ενέπνευσες μου εθόλωσε τον νουν και μέκαμε να λησμονήσω το χρέος μου και την υπόσχεσίν μου προς την νεκράν φίλην μου. Συ δε μόνος, που μόνο για σένα εζούσα πλέον, είχες καταστή η μόνη πηγή των αισθημάτων μου, και η ευδαιμονία σου το μόνον μου χρέος.

Και όμως με απάτησες. . . .

Ω Έδμον, Έδμον! . . .τουλάχιστον να μη σε εύρη αδιάφορο η αγγελία του θανάτου μου . . . . και μην πεις και τότε

«Κίττη με κάμνεις να ξεχάσω τα πάντα»

Έχε υγείαν, Έδμον . . . Έχε υγείαν . . . » Μαλβίνα.

Η πέννα έπεσε από τα χέρια της.