Μαλβίνα: Ρωμαντικό Μυθιστόρημα του 18ου αιώνος

Part 16

Chapter 161 wordsPublic domain

— Καμιά από τις γυναίκες που με αγάπησαν δεν έλαβε ποτέ αιτία να παραπονεθεί για αθυροστομία μου ή ελαφρότητά μου. Αποκρίθηκα εγώ με φιλαυτίαν.

— Αδερφή μου! φώναξε κλαίουσα η τρυφερά Λουίζα, ο κ. Έδμον είναι άγγελος. Χάριν της ευτυχίας μου παρητήθη από τα εκατομμύρια του λόρδου Δέρβυ.

— Ναι, η ψυχή του σερ Έδμον είναι κατά τινας περιστάσεις υπέροχος. Αυτές οι αρετές του είναι που δελεάζουν και καταστρέφουν τας δυστυχισμένας γυναίκας . . . Είμεθα σύμφωνοι λοιπόν, σερ Έδμον· δεν είν' έτσι;

— Σύμφωνοι, είπα, και τας απεχαιρέτισα.

Το πρωί απεχαιρέτισα επίσης και τους κυρίους Τράνσβλεϋ και Δέρβυ και ανεχώρησα εις Λονδίνον. Εκεί εν μέσω λαμπροτάτων ομηγύρεων ευνοούμενος από τας ερασμιωτέρας γυναίκας ελησμόνησα σχεδόν την Λουίζαν. Αλλά φαίνεται, ότι κάποιος ολέθριος δαίμων την κατεδίωκε.

Τέλος του φθινοπώρου η θεία μου με πήρε μαζί της στα λουτρά του Βαθ. Την εποχήν αυτήν συναθροίζονται εκεί οι περιφανέστεροι κάτοικοι της Μεγ. Βρετανίας. Εκεί κατά κακή σύμπτωση ήταν και ο λόρδος Δέρβυ με την νεαράν σύζυγόν του. Θυμήθηκα την υπόσχεση που είχα δώσει στην κ. Κλάρα — και είχα όλη τη διάθεση να την τηρήσω — και στενοχωρέθηκα. Απεφάσισα να μην ιδώ τη Λουίζα, αν μπορέσω, χωρίς να παραβώ τους όρους της ευπρεπείας.

Εν τούτοις είπαμε, κακός δαίμων την εκυνηγούσε.

Η κ. Μπιρτών χωρίς να ξαίρη τίποτε από τα προηγούμενα, μου επρότεινε μια μέρα να πάμε να επισκεφθούμε το συγγενή μας λόρδον Δέρβυ. Εγώ εθορυβήθηκα, αλλά δε είχα ευλογοφανή αιτία να αποφύγω την επίσκεψιν. Δε ήθελα δε να υποτεθή ότι έχω τίποτε με τον λόρδον, για να μην το εκλάβουν, ότι του βαστώ κάκια που με το γάμο του μου εστέρησε τα εκατομμύριά του. Μία τοιαύτη υποψία μου έγγιζε φοβερά την φιλοτιμία μου. Για τούτο ηναγκάσθην να ακολουθήσω την θείαν μου.

Η Λουίζα, όταν με είδε, τα έχασε. Η σύγχυσις που την κατέλαβε, το ερύθημα που διεχύ0η στο πρόσωπόν της, η ευστροφία και η χάρη της με κατεγοήτευσαν. Η εγκυμοσύνη της ακόμη έρριπτε εις όλον το σώμα της κάποιο θελκτήριον προκλητικώτατον, που δεν μπόρεσα ναντισταθώ στον πειρασμόν του.

Την απαντούσα πάντοτε στους χορούς και στας συναναστροφάς, που την επευφημούσαν όλοι και την εθαύμαζαν. Την έβλεπα συχνά στα κατάλυμά της. Πολλές φορές δε και μόνην. Δεν επιχειρώ να σου εκθέσω ανωφελώς τα περιστατικά που συνέργησαν να μας ενώσουν και πάλιν. Η Λουίζα είχε γίνει πια μαλακή ναι πιο καλόβολη, λησμόνησε τα συζυγικά της καθήκοντα και μου παρέδωκε κάθε δικαίωμα, που μου είχε στερήσει ο γάμος της.

Σε κάθε άλλον ήταν ψυχρά και σώφρων, ενώ κατείχε το αριστείον της καλλονής και όλες την εζήλευαν εις το Βαθ, των δε ανδρών έτρεχαν τα σάλια τους. Όχι λοιπόν από έρωτα, αλλά από ματαιότητα, για να φανώ σόλους αυτούς τους ηλιθίους ότι εγώ είμαι ο νικητής κάθε σωφροσύνης των γυναικών, μηδ' αυτής της ακαταμάχητης Λουίζας εξαιρουμένης, ελησμόνησα την υπόσχεσιν μου και παρέβην τον λόγον μου.

Αι σχέσεις μας διήρκεσαν πολύ. Η ανυποψία του λόρδου Δέρβυ έκαμνε τας συνετεύξεις μας ελευθέρας, και τίποτε δεν μας εμπόδιζε. Άρχισα δα να βαρύνωμαι τας συνεντεύξεις αυτάς, που άλλοι θα έδιδαν τα πάντα και διά ημίσειαν μόνην. Τέλος ένας κακώς διωγμένος από την Λουίζαν αντεραστής μου, μαντεύσας τα καθέκαστα έσπευσε να φωτίση τον σύζυγον. Και επειδή η άκρα άχρι τούδε εμπιστοσύνη του μας είχε κάμει απροσέκτους, εύκολα μας έπιασε στα πράσα . . . Όποιος γνωρίζει την ιδιοτροπίαν και την ευθύτητα του λόρδου Δέρβυ φαντάζεται τον θυμόν και την λύσσαν που τον κατέλαβε.

Ήθελε να εκδικηθή δημοσία. Η οργή του δεν εστράφη κατ' εμού, αλλά κατά της γυναικός του.

Εγώ ηθέλησα να την υπερασπισθώ και να στρέψω όλον τον θυμόν του εναντίον μου λέγων ότι η Λουίζα ήθελε μείνει μέχρι τούδε αθώα, αν διά να την νικήσω δεν μετηρχόμην βίαν σχεδόν. Αλλ' αυτός εφρύαξε και είπε:

— Εσύ είχες μαζί της σχέσεις πολύ πριν γίνει σύζυγός μου. Το παιδί της είναι δικό σου. Τώρα ανοίγουν τα μάτια μου και καταλαβαίνω τι συμβαίνει. Τώρα εξηγώ, γιατί με βίασες να την πάρω θυσιάζων τα κληρονομικά σου δικαιώματα επί της περιουσίας μου.

Έπειτα δε κρύπτων την οργήν του με επήρε ιδιαιτέρως και μου είπε:

— Όλα σου τα συγχωρώ και σε κάμνω εκ νέου κληρονόμον μου, αν ομολογήσης επί δικαστηρίου τας αθεμίτους μετά της Λουίζας σχέσεις σας.

— Αν μου επρότεινεν άλλος κανείς τέτοια πράγματα, του λέγω, ήθελα του αποκριθή με το σπαθί μου.

— Δεν σου τα ξαναλέω, είπε σκυθρωπός γενόμενος. Μεσένα τελείωσα. Για την μιαράν συνένοχόν σου μένε ήσυχος. Αφού δεν μπορώ να την καταδιώξω δημοσία, μια που δεν έχω μάρτυρας, σε λίγο δεν θάχεις πλέον τίποτε να φοβηθής γιαυτήν.

Τι σκοπεύεις να κάμης, για όνομα του Θεού!

— Δεν έχω να δώσω λόγο σε κανένα. Πολύ λιγώτερο σε σένα.

Απεχωρίσθημεν. Την άλλη μέρα ανεχώρησε κρυφά με τη γυναίκα του σένα μακρυνό κτήμα του στη Νόρθυμπρυ.

Η λύπη για τα γεγονότα με είχε ταράξει πολύ. Η θεία μου νόμιζε ότι η λύπη μου προήρχετο διότι εστερήθηκα την συναναστροφήν της λαίδης Δέρβυ. Για να με διασκεδάση λοιπόν, μου επρότεινε να επιστρέψωμε στα Λονδίνο. Εκεί ανανέωσα τας παλαιάς μου σχέσεις, και συνέδεσα άλλας νέας, δεν ηθέλησα δε νακολουθήσω την κ. Μπιρτών επιστρέφουσαν εις Έδιμπουργκ. Αισθάνθηκα μάλιστα κρυφή χαρά για την αναχώρηση της. Παραδόθηκα σαν τρελός εις όλας τας ακαθέκτους ορμάς της νεότητος.

Προσεκλήθην εις μεγαλοπρεπή εορτήν της δουκίσσης του Πέτερσμπουργκ. Αυτή δε η περίφημη και ωραιοτάτη γυναίκα δεν άργησε να μου ανάψη νέα αισθήματα. Τόσο ήμουν επιπόλαιος· οσάκις έβλεπα νέα κάλλη ησθανόμην και νέας επιθυμίας. Το εσπέρας στα δείπνο καθήμενος κοντά της τής ωμιλούσα σιγά κεκείνη μου έκαμνε την ερωτευμένην. Η φιλαυτία της κολακευομένη έμελλε να την κάμη να μου παραδοθή. Έξαφνα κάποιος πλησίον μου ωμίλησε διά την λαίδη Δέρβυ. Άκουσα να λέγει ότι απέθανε υπό φρικαλέας περιστάσεις . . Αι λεπτομέρειαι τας οποίας διηγείτο περί του λυπηρού τούτου συμβάντος δεν άφισαν στα πνεύμα μου καμίαν αμφιβολίαν. Εμελαγχόλησα. Έγινα αναίσθητος εις τας φιλοφρονήσεις της ζωηράς και αβρόφρονος Δουκίσσης του Πετερσβούργου.

Ελυπούμουν από τύψιν του συνειδότος, διότι το τρυφερό εκείνο άνθος, η δυστυχής Λουίζα, εμαράνθη τόσον προώρως· και η ιδέα, ότι εις τον μαρασμόν τούτον ήμουν εγώ ο αρχικός και τελικός αίτιος, με έκαμνε ανήσυχον. Ήθελα να μάθω. Το Λονδίνον δεν είχε πλέον κανένα θέλγητρο για μένα. Απεφάσισα ναναχωρήσω επιστρέφων εις Σκωτίαν, επέρασα από την Νόρθυμπρυ, κοντά από το κτήμα του λόρδου Δέρβυ. Άφισα το αμάξι εις Δύρχαμ και τράβηξα μόνος και πεζός προς τον πύργον του λόρδου. Ο δρόμος ήταν δύσβατος. Επερπατούσα ελικοειδώς διά μέσου θάμνων ακάρπου μυρίκης. Ομίχλη πυκνή ηύξανε τας δυσκολίας του δρόμου και τον έχασα. Επεριπλανήθηκα. Μόλις προς το βράδυ αραιώθηκε η ομίχλη.

Τότε διέκρινα από μακράν μίαν γυναίκα, η οποία ανέβαινεν επιπόνως προς μοναχικήν καλύβαν, που μόλις κανείς την ξάνοιγε από κει που ευρισκόμουνα. Μου φάνηκε πώς ήταν η κ. Κλάρα. Έτρεξα κατόπι της και την έφθασα. Ήταν εκείνη τωόντι. Έφριξε όταν με είδε.

— Σεις εδώ! ανέκραξε κατάχλωμη.

— Κυρία, της λέγω. Επήγαινα να κλαύσω στον τάφο της Λουίζας. Επεριπλανήθηκα και έχασα τον δρόμο. Ευτύχημα που σας ευρίσκω. Πέστε μου έναν καλό λόγο, μίαν παρηγορία . . .Τι σημαίνει η καλύβη εκείνη, προς την οποίαν μου φαίνεται ότι διευθύνεσθε;

— Τι ερωτάτε; Θέλετε λοιπόν να την παραδώσετε εκ νέου στην εξουσία του ολεθρίου εκείνου τυράννου, που της εδώσατε για σύζυγον!

— Για όνομα του Θεού, τι είν' αυτά που λέτε, κυρία Κλάρα;

— Τότε λοιπόν πώς ευρίσκεσθε εδώ;

Ηναγκάσθην να της εξηγήσω τον λόγον και να την καθησυχάσω. Ο λόρδος Δέρβυ με είχε συκοφαντήσει, ότι για να επανακτήσω τα κληρονομικά μου δικαιώματα επί της περιουσίας του ωμολόγησα δήθεν τους προηγουμένους μου αθεμίτους έρωτας με την Λουίζαν.

Έφριξα διά την κακοήθειαν του λόρδου και εχρειάσθη πολύ πειθώ εκ μέρους μου διά να απαλείψω την συκοφαντίαν ταύτην. Αλλά το μίσος της Κλάρας προς εμέ δεν έγινε διά τούτο ολιγώτερον. Ωστόσο την παρεκάλεσα να μου διηγηθή, με τι τρόπον έσωσε την Λουίζαν, υποσχόμενος ποτέ να μη θελήσω να την ιδώ.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΓ'.

ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΚΑΙ ΤΕΛΟΣ

Η κ. Κλάρα άρχισε ως εξής:

— Άμα ο λόρδος Δέρβυ έφερε εδώ την δυστυχισμένην αδελφήν μου, την έκλεισε εις πύργον μοναχικόν και της είπε ότι επί ζωής της δεν έχει πια να βγη από εκεί μέσα, ότι δεν θα ιδεί ποτέ το τέκνον, το οποίον θα γεννήση, και ότι δεν θα λάβη ποτέ καμίαν είδησιν από τους συγγενείς της.

Η Λουίζα απελπίσθη. Τρόπος δεν υπήρχε να γλυτώση από την φυλακήν της. Να συνενοηθή μαζί μου δι' επιστολής της ήτο αδύνατον. Εν τούτοις εγώ εξακολουθούσα να της γράφω εις Βαθ, αλλά καμίαν δεν ελάμβανα απάντησιν. Μετά πολλάς ερεύνας και επιμόνους ζητήσεις κατώρθωσα να μάθω, ότι ήτο εις Νόρθυμπρυ και έσπευσα εκεί.

Όταν με είδε ο λόρδος, επάγωσε. Με υπεδέχθη πολύ άσχημα. Εγώ δεν επρόσεξα εις τας ύβρεις του, ήθελα μόνο να ιδώ τη Λουίζα. Δεν έδωσα σημασία στας απειλάς του. Επέμεινα ισχυρώς, και τέλος θέλοντας και μη μου επέτρεψε να εισαχθώ κοντά εις την Λουίζαν λέγων μου:

— Συγκατανεύω να σε αφίσω να πας κοντά της, για να μην την αφίσης να πεθάνη. Θέλω να ζη και να βασανίζεται, διότι το αμάρτημά της ήτο μέγα και ανάλογη πρέπει να είναι η τιμωρία. Μείνε κοντά της έως ότου γεννήσει. Εγώ θαπομακρυνθώ από εδώ έως τότε.

Όταν εμβήκα μέσα στον πύργο, η θύρα του εκλείσθη οπίσω μου βαρεία. Κατάλαβα ότι συνεφυλακίσθην μετά της αδελφής μου. Τότε ερρίχτηκα στην αγκαλιά της και ενώσαμε μαζί τα δάκρυά μας, αλλά αυτά κανέν πρακτικόν αποτέλεσμα δεν έχουν. Άρχισα να σκέπτωμαι, ποία μέσα πρέπει να μεταχειρισθώ, για να την σώσω. Να καταφύγω στον πατέρα μου θα ήτο ανωφελές, αν εμάνθανε την ολεθρίαν αφροσύνην της αδελφής μου, θα ήτο αυστηρότερος προς αυτήν και από τον σύζυγόν της· εγνώριζα τας αρχάς του. Με τους έξω ανθρώπους δεν μας επετρέπετο καμία συγκοινωνία. Τέλος πάντων η τύχη μας εβοήθησε καλύτερα από κάθε άλλο. Μετ' ολίγας ημέρας η αδελφή μου ησθάνθη τας ωδίνας του τοκετού. Οι φύλακες αν και μας εφύλατταν ως κέρβεροι μακράν από τον άλλον κόσμον, δεν ημπόρεσαν να μου αρνηθούν την χάρη, να μας φέρουν τέλος πάντων ένα γιατρό.

Ο γιατρός ήταν άνθρωπος πονόψυχος, συνεκινήθη από την συμφοράν που μας ηύρε, και επείσθη να μας υπηρετήση. Εν πρώτοις εκοινολόγησε, ότι η λαίδη Δέρβυ διέτρεχε μεγάλον κίνδυνον. Οι φύλακες εφοβήθησαν μήπως, αν αποθάνη, τους τιμωρήση ο κύριός των, και εχαλάρωσαν ολίγον τον περιορισμόν μας. Έλαβα την άδεια να πηγαινοέρχομαι στο χωριό, κέτσι προετοίμασα ότι εχρειάζετο, για να εκτελέσω το σχέδιον, που είχαμε συμφωνήσει με τον ιατρόν.

Επρομηθεύθην μίαν χωρικήν ως νοσοκόμον, και κατώρθωσα να την πείσω να γίνη συνεργός μου. Η καλύβα που βλέπεις εκεί κάτω είναι δική της.

Η Λουίζα γέννησε καλά ένα αγοράκι χαριτωμένο, και γρήγορα ανέρρωσε. Όταν πλέον ήταν εις κατάσταση να περιπατή, ο φίλος μας ιατρός εκοινολόγησε, ότι η κυρία ήταν πολύ άρρωστη και ότι θαπέθνησκεν ίσως. Διά τούτο ήτο ανάγκη να μείνη την νύκτα πλησίον της. Έμεινε λοιπόν· με την βοήθειαν δε και της νοσοκόμου εκαταφέραμε εκείνην την νύκτα να την αποφυλακίσωμεν μαζί με το βρέφος επιβιβάσαντές την εις όχημα, που μας έφερε ο ιατρός και το είχε τοποθετήσει έξω από τα τείχη του περιβόλου.

Έτσι εκείνη την εστείλαμε στην καλύβα και μένει ακόμη εκεί. Εμείς με τα ενδύματά της εσχηματίσαμε το ομοίωμά της, είδος κούκλας, και το ετοποθετήσαμε στην κλίνη της, διεδώκαμεν δε ότι απέθανε. Ο ιατρός έκαμε το πιστοποιητικόν του θανάτου και εγώ είπα ότι θέλω να τη βάλω μόνη μου στο φέρετρο.

Ετύλιξα το ομοίωμα σένα σάβανο και το βάλαμε στο νεκροκρέββατο, χωρίς να καταλάβη κανείς τον δόλον, που δεν μπορούσαν βέβαια ποτέ να τον υποψιασθούν. Έπειτα εκάμαμε την κηδείαν με όλην την ευπρέπειαν και παράταξιν.

Αφού δε ετελείωσεν η κηδεία, έφυγα από τον πύργον και έσπευσα να εύρω την αγαπητήν μου αδελφήν στην καλύβα, που απέχει περί τα έξ μίλια από την φυλακήν της. Τρεις εβδομάδες τώρα την έχω εκεί, διότι πάσχει και δεν μπορώ να την μετακομίσω. Ελπίζω να γίνη καλά και να την φέρω εις ένα καταφύγιον απόκρυφον, μακράν από τα βάσκανα βλέμματα του κόσμου, μαζί με το παιδί της, που είναι και παιδί σας.

Η διήγησις αυτή με συνεκίνησε πολύ και είπα στην κ. Κλάρα, ότι εννοώ ναναλάβω την συντήρησίν των εγώ δι' εξόδων μου, εμβάζων προς αυτήν κάθε χρόνο κρυφίως το απαιτούμενον ποσόν, αλλά αυτή δεν το εδέχθη. Τότε της επρότεινα να καταθέτω χρήματα εις μίαν τράπεζαν χάριν του παιδιού. Αυτό έγινε δεκτόν και απεχωρίσθημεν με αμοιβαίαν υπόσχεσιν κανείς άλλος να μη μάθη τίποτε περί της Λουίζας.

Εγώ γύρισα στο Έδιμπουργκ. Μετ' ολίγους μήνας η δυστυχής Κλάρα έχασε τον σύζυγόν της, αυτή δε έμεινε πτωχή και το κτήμα χρεωμένο. Ο πατέρας της όμως την εβοήθησε και εξηγόρασε το κτήμα από τους δανειστάς, διότι το αγαπά πολύ και αυτού απεφάσισε να περάση το υπόλοιπον του βίου της.

Όσες φορές της έστειλα γράμμα για να μάθω περί της Λουίζας, απάντησιν δεν έλαβα καμίαν, ούτε τον λόρδον Δέρβυ είδα από τότε. Είχε αποτραβηχθή σένα απόμακρον κτήμα του.

Πέντε χρόνια πέρασαν από τότε και όλα ήρχισαν να λησμονούνται. Αλλά η τελευταία σχέσις η δική σου με την κ. Κλάραν ανέξεσε τας παλαιάς πληγάς

Τα άλλα τα γνωρίζεις, Μαλβίνα. Τώρα κρίνε και πράξε.

Μαλβίνα! συ με γλύτωσες από το θάνατο. Αλλά θα λυπούμαι που δεν μάφισες να πεθάνω, αν τώρα που άκουσες αυτήν την ιστορία, κρίνης ότι δεν είμαι άξιος διά την αγάπη τη δική σου.

— Έδμον, ότι και να έκαμες, δεν μπορώ να μη σαγαπώ. Εσύ είσαι η μοίρα μου. Μόνος ο θάνατος μπορεί να σβήση την αγάπη μου σε σένα, οποιαδήποτε και αν είναι τα φταιξίματα τα δικά σου, ή τα καθήκοντα τα δικά μου.

Τότε την έσφιξε στο στήθος του γεμάτος από κατάνυξη, εκείνη δε εις την απόλαυσιν της τοιαύτης διαχύσεως εσυγχώρησε όλα του τα παρελθόντα και ελησμόνησε όλους της τους φόβους.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΔ'.

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΣ

Η Μαλβίνα επήρε το γράμμα από την κ. Κλάρα. Το γράμμα αυτό την έφερε στην πραγματικότητα. Θυμήθηκε ότι εκτός του κ. Έδμον είχε και άλλο πλάσμα στον κόσμο, το οποίον ώφειλε να αγαπά, και ήτο πλέον καιρός να το θυμηθή.

Η κ. Μπιρτών άρχισε νανησυχή για τον ανιψιόν της, που τον έχανε κατά συνεχή διαλείμματα κέβαλε την κ. Φέμπικ να τον ρωτήση, πού χάνεται; Εκείνος της είπε πώς περνούσε τις μέρες του στης κυρά- Μούδης. Τότε διέταξε την Τάπα να πάη εκεί και να μάθη με τρόπο: ποιος και ποιος ευρίσκεται στης κυρά-Μούδης.

Αυτή η έρευνα εφόβισε την Μαλβίναν. Καιρός ήτο πλέον να αναχωρήση.

Άμα ήλθεν ο κ. Έδμον, του τα είπε όλα.

— Αγαπημένη μου, πώς βαστά η καρδιά σου να μαφίσης; δεν είμαστε και οι δύο ελεύθεροι; ποιος μας εμποδίζει να ενωθούμε;

— Φίλτατέ μου, μου είναι αδύνατον ναντισταθώ πλέον σε ότι εσύ θέλεις. Αλλά ο ερωτάς σου μέκαμε να λησμονήσω τους όρκους μου, προσφεύγω στη γενναιοφροσύνη σου. Μην καταχρασθής την δύναμιν που έχεις επάνω μου, αλλά στήριξέ με στο καθήκον μου.

— Λοιπόν μάθε ότι ο λόρδος Χέριντεν έδωσε εις την κ. Μπιρτών έγγραφον, δυνάμει του οποίου έχει το δικαίωμα να σου αφαιρέση την Φανήν μόλις νυμφευθείς.

— Α! καλύτερα θα ήτο να με σκότωνες, παρά να μου φέρεις τέτοια είδηση.

— Τίποτε απ' αυτά. Και ο γάμος μας θα γίνη και τη Φανή θα έχεις κοντά σου. Θα σε βοηθώ μάλιστα και στην ανατροφήν της, αν το επιτρέπης.

— Με μαγεύεις! Και πώς θα το καταφέρουμε αυτό;

— Άκουσε λοιπόν. Αύριο την αυγή, μόλις γλυκοχαράξη, πας εσύ στο παραθαλάσσιο εξωκκλήσι των βασιλέων της Σκωτίας, κτήμα καθολικών ιερέων. Εκεί θα σε περιμένω. Τελούμεν τους γάμους μας μυστικώς. Αφού δε εξέλθωμεν του ναού, σε φέρνω σένα κτήμα, που ένας φίλος μου συγκατανεύει να μου το πουλήση κρυφά. Εγώ τότε αναχωρώ διά το Λονδίνον, γνωρίζομαι με τον λόρδον Χέριντεν, τον κάμνω να με εκτιμήση, και αυτός ευσπαχνιζόμενος τον έρωτά μας ενδίδει στας παρακλήσεις μου και μας αφίνει την κόρη του. Παίρνω απ' το χέρι του έγγραφον, το βάζω στον κόρφο μου και σου το φέρνω πετώντας σαν τα πουλί. Η Φανή τότε μένει δική σου, και συ πάντα δική μου. Σύμφωνοι;

Η Μαλβίνα γεμάτη χάρη, χαμηλοβλεπούσα, με κόκκινα τα μάγουλα από αιδώ:

— Έδμον, του λέγει, μόνον όταν επιστρέψης θριαμβευτής από το Λονδίνον συγκατανεύω να με στεφανωθείς.

— Όχι! δεν φεύγω πια από κοντά σου, πριν γίνης δική μου και κατά νόμον. Σου ορκίζομαι δεν τα κουνώ από δω, ο κόσμος να χαλάση.

— Μην παραφέρεσαι, Έδμον. Μην ελπίζεις, πως θα υποχωρήσω από φόβον εγώ, που δεν υποχωρώ ουδέ από αγάπη.

— Μη μου ομιλείς για αγάπη! Ποτέ δεν με αγάπησες, Μαλβίνα.

— Τολμάς και λες πως δεν σαγάπησα! Πως δεν σαγαπώ! είπε εκείνη με μεγάλο άλγος ψυχής. Ως τόσο βασιλεύεις ως τύραννος μέσ' στην ψυχή μου.

— Με λόγια μάλιστα, αλλ' όταν ζητήσω έμπρακτον απόδειξιν των λόγων σου, μου φέρνεις τον κατακλυσμόν.

Η Μαλβίνα τον επλησίασε και τον εχάιδευσε.

— Αν εγνώριζες πόση λύπη μου προξενούν τα λόγια σου! Ακούς εκεί ναμφιβάλλης για την αγάπη μου . . .

Ο Έδμον την έσφιξε στην αγκαλιά του με περιπάθεια πρωτοφανή.

— Άγγελε μου, Μαλβίνα μου, γιατί μαφίνεις και βασανίζομαι; . . . Τα μάγουλά του άναψαν, τα μάτια του μισοκλεισμένα μαχμούρικα. Την έσφιγγε και άσθμαινε.

Η Μαλβίνα φοβήθηκε και κατέβαλλε κόπους ναποσπασθή από τα χέρια του. Εκείνος την κρατούσε γερά.

— Για όνομα του Θεού τι σκοπεύεις να κάμης; θέλεις να στερήσεις μόνος σου την αρετήν της συζύγου σου . . .

— Είσαι δική μου . . . κανείς δεν θα σαποσπάση . . .

— Και πώς θα δεχθής αύριο το χέρι μου, όταν μαζί μαυτό δε θα μπορώ να σου προσφέρω και την αρετήν μου;

— Αρετή σου μου είναι η αγάπη σου η ανεπιφύλαχτη. Η απόλαυσις είναι της αγάπης η επισφράγισις.

Η Μαλβίνα ερριγούσε από ηδονή στην αγκαλιά του. Ωστόσο κατέβαλε υπεράνθρωπον προσπάθειαν να συγκρατηθή.

— Άφισέ με! εφώναξεν έκφρων.

Κατάπληκτος εκείνος χαλαρώνει τους βραχίονας του και πετιέται η Μαλβίνα από την αγκαλιά του. Εκείνος τρέχει και γονατίζει στα πόδια της.

— Πήγαινε, του λέγει, και εκτέλεσε ό,τι μου υπεσχέθης.

Ο Έδμον σηκώνεται.

— Πηγαίνω, Μαλβίνα. Δεν θα με ξαναϊδείς πλέον.

Και γίνεται άφαντος, πριν εκείνη προφθάση να συνέλθη.

Άμα έφθασε στο σπίτι του ο Έδμον, έπεσε στο κρεββάτι του με πυρετόν. Όταν το έμαθεν η Μαλβίνα έχυσε πύρινα δάκρυα. Φοβήθηκε να μην πάθη πάλιν τα ίδια εξ αιτίας της. Μετενόησε διότι του εφέρθη τόσον σκληρά και εκάθισε και του έγραψε.

— Αγαπητέ μου Έδμον.

Ζήσε για τη Μαλβίνα σου. Εγώ δεν θέλω τη ζωή χωρίς εσένα, ώρισέ μου την ώρα και τον τόπο που θα στεφανωθούμε και είμαι πρόθυμη να πετάξω για να εκπληρώσω τη θέλησή σου. Μαλβίνα.

Η επιστολή αυτή εθαυματούργησε.

Την άλλη μέρα ο Έδμων εσηκώθηκε καλά και έτρεξε προς την Μαλβίναν χαρά γεμάτος.

Η Μαλβίνα απαυδήσασα πλέον από την διαρκή εσωτερικήν πάλην των συναισθημάτων της απεφάσισε να ενδώση εις τας δικαίας αξιώσεις του Έδμον και ότι ήθελε ας εγίνετο, ο έρως ανελάμβανε τα κυριαρχικά του δικαιώτατα.

— Ότι και αν μέλλει να προκύψη, είπε, τετέλεσται πλέον, δεν αναιρώ την υπόσχεσίν μου.

— Παρήγγειλα στον φίλον μου Κάρολον Βέυμαρ να εύρη ένα καθολικόν ιερέα, ο οποίος να ευλογήση τον γάμον μας. Αυτός και η κ. Μούδη θα μας χρησιμεύσουν ως μάρτυρες. Κανείς άλλος δεν θα μάθη τίποτε. Το αγροκήπιον που θα καταφύγωμεν είναι κτήμα του Καρόλου και μου το επώλησεν επ' ονόματί σου. Εν πάση εναντία περιπτώσει θα ζήσης εκεί ήσυχα με την θυγατέρα σου, μακράν από τον κόσμον, το οποίον άριστα συμβιβάζεται με τον χαρακτήρα σου.

Αν λοιπόν κατορθώσω να πείσω τον λόρδον Χέριντεν, κοινολογώ ευθύς τον γάμον μας και θριαμβευτικώς σε φέρνω στο κτήμα μου κοντά στο Γκλάσκωου.

Αν πάλιν ο λόρδος δεν πεισθή, τότε δεν λέμε τίποτε εις κανένα διά την ένωσίν μας και συ μεν διαμένεις στο κτήμα που είπαμε, εγώ δε όταν έρχωμαι, λαμβάνω τα μέτρα μου και ανεβαίνω από κρυφό παραπόρτι του περιβόλου, χωρίς να μας παίρνει κανένας είδησιν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΕ'.

ΓΑΜΟΣ

Την άλλην ημέραν η Μαλβίνα ενεδύθη με απλό φόρεμα, εφόρεσεν ψάθινο καπέλλο με άσπρο τούλι πυκνό, ανέβη εις την άμαξαν μαζί με την κυρά-Μούδη και τράβηξε για το προσδιωρισμένο εξωκκλήσι.

Ο Έδμον την επερίμενε εκεί. Έτρεξε να την βοηθήση να κατέβη. Το χέρι της έτρεμε στη φούχτα του Έδμον.

— Θάρρος, αγάπη μου. της λέγει με τρυφερότητα. Είναι αυτή η ώρα η ευλογημένη, που θέτει τέρμα εις όλα μας τα δεινά. Έλα, το θυσιαστήριο είναι έτοιμον να δεχθή τους όρκους μας. Εμένα επροτίμησες υπέρ πάντα άλλον. Εγώ θα σε προστατεύω εις το εξής και μη φοβείσαι.

Και την ωδήγησε μέσα στην Εκκλησία. Προχωρούσε σιγά στηριζομένη στο μπράτσο του. Προσήλθε ο φίλος του κ. Βέυμαρ και την εχαιρέτισε υποκλινώς.

— Όλα έτοιμα, είπε. Ο ιερεύς σας περιμένει.

Η Μαλβίνα δεν επρόφερε λέξιν.

— Γιατί είναι τρομαγμένη η ψυχή σου; της είπεν ο Έδμον Φοβείσαι λοιπόν μήπως με ιδής ευτυχισμένον;

— Όχι δα! είπεν εκείνη με ιλαρόν μειδίαμα. Η ταραχή μου είναι πολύ ευλογοφανής και δεν πρέπει να σε εκπλήττει.

Όταν επλησίασαν εις το θυσιαστήριον, ο ιερεύς εστέκετο εστολισμένος με τα ιερά άμφια κρατών ανά χείρας το ιερόν ευχολόγιον.

— Α! έκαμεν ο Έδμον, άμα τον είδε. Σεις εδώ, κύριε Πρίορ!

Ρίγος θανατηφόρον διεχύθη στην καρδιά του ιερέως, άμα ανεγνώρισε τους ενώπιον του ισταμένους, και το βιβλίον έπεσε από τα χέρια του.

Η Μαλβίνα μέσα στην κατάπληξιν, όπου εδοκίμαζε διά το απρόοπτον της συναντήσεως, εσκέφθη ότι της παρουσιάζετο ευκαιρία εξαισία ναποκαταστήση περιφανώς την άλλοτε διασαλευθείσαν εμπιστοσύνην του Έδμον, ως προς τα αισθήματά της προς τον κ. Πρίορ. Ενίκησε την ταραχήν της και επροχώρησε προς τον ιερέα.

— Αιδεσιμώτατε, του λέγει, αναμφιβόλως η αγαθότης της Προνοίας σας έστειλεν εδώ, για να μου δώσετε με τα χέρια σας την ευτυχίαν μου.

— Και πιστεύετε, κυρία, ότι εγώ θα . . .

— Ναι είμαι βεβαία, ότι σεις θα ευλογήσετε τον γάμον αυτόν, διότι ο Θεός το ηθέλησε. Εγώ ποτέ δεν έπαυσα να σας υπολήπτωμαι. Φαίνεται δε ότι και ο Θεός θέλει τον εξαγνισμόν σας.

— Αλλά, κυρία . .,

— Δεν έχει αλλά. Ιδού ενώπιόν σας ο άνθρωπος, του οποίου εχύσατε το αίμα. Διά της ιεροπραξίας ταύτης τον ικανοποιείτε και εξιλεώνετε τον Ύψιστον διά το αμάρτημά σας.

— «Πάτερ, ει δυνατόν, παρελθέτω απ' εμού το ποτήριον τούτο,» είπε μετά κατανύξεως ο κ. Πρίορ ατενίζων προς τον ουρανόν.

Και μετά τινά σκέψιν, καθ' ήν επεκράτησε απόλυτος σιγή, ρίψας το βλέμμα εις την γην είπε με αναστεναγμόν.

— «Πλην ουχ ως εγώ θέλω, αλλ' ως συ»! . . .

Έπειτα, ως να έλαβε υπεράνθρωπον απόφασιν, εστράφη προς τους μελλονύμφους.

— Έδμον Σέυμουρ. Μαλβίνα Σορκή, είπε, συνάψατε τας χείρας σας. Πλησιάσατε.

Εγονάτισαν εμπρός στην Αγία Τράπεζα και ο κ. Πρίορ ήρχισε την Ιεροτελεστείαν. Τέλος με φωνήν γεμάτην από ιεράν συγκίνησιν τους απέτεινε τον λόγον.

— Ορκίζεσαι, είπε προς τον Έδμον, ναγαπάς και να προστατεύεις αυτήν την γυναίκα παντού και πάντοτε; Εκείνος κατένευσε.

Όταν όμως έμελλε να ομιλήση προς την Μαλβίναν ο ιερεύς, δεν ημπόρεσε να συγκρατήση την ταραχήν του και η φωνή του έτρεμε. Είπε:

— Ορκίζεσαι ναγαπάς τον άνδρα τούτον εν όλη τη ζωή σου;

Όταν η Μαλβίνα απήντησε; «το ορκίζομαι», ρομφαία διεπέρασε την καρδίαν του ιερέως. Ωστόσο έσφιξε την ψυχή του και κατέστειλε την ταραχήν του. Και επρόσθεσε μετά συγκινήσεως.

— Ευτυχήσατε! . . — Δάκρυα εγέμισαν τα μάτια του και κατέβρεξαν τας παρειάς του — . Ευτυχήσατε ενωμένοι. Ο Θεός του ελέους να σας διατηρή ευτυχείς και να αυξάνη την αγάπην σας. Ιδού νυν είσθε ενωμένοι εις αιώνα τον άπαντα. Απέρχεσθε εν ειρήνη. Αμήν. Και κατέβη από το θυσιαστήριον.

— Λαμπρέ άνθρωπε! είπεν ο Έδμον, και έσφιξε το χέρι του με ειλικρίνειαν. Συγχώρησέ με. Σου δίδω την φιλίαν μου και την φιλίαν της γυναικός μου διά το ευτύχημα που μας αξίωσες.

— Κύριε Πρίορ, είπε και η Μαλβίνα, πόσες φορές μου είπατε, πως ηθέλατε να με ιδήτε ευτυχή. Ιδού λοιπόν, ότι με τα χέρια σας μου εδώσατε την ευτυχίαν μου. Σας ευχαριστώ, περισπούδαστε και αξιότιμε φίλε.

— Είθε η φαιδρότης να λάμπη πάντοτε επί του προσώπου σου, όπως η αρετή ζη εντός της καρδίας σου, της είπε και έφυγε χωρίς να περιμείνη περισσότερον.

— Γυναικούλα μου, αγάπη μου! είπεν ο Έδμον, τον οποίον κατέκλυζεν η συγκίνησις από την συναίσθησιν του όλβου του, και έσκυψε και την εφίλησε στο μέτωπο.

Η Μαλβίνα εγέμισεν από δώρα και ευχαριστίες την κυρά Μούδη και την προέπεμψε με την παραγγελία να κρατήση μυστικά τα όσα είδε και άκουσε.

Κατόπιν ο Έδμον και η Μαλβίνα ανέβησαν εις την άμαξαν, εις την οποίαν τους επερίμενεν ο κ. Κάρολος Βέυμαρ και τράβηξαν στο αγροκήπιον.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΣΤ.

ΣΥΖΥΓΙΚΗ ΕΥΤΥΧΙΑ

Το νέο σπίτι της Μαλβίνας ήταν κομψό και κόμοδο, ανάμεσα σένα μεγάλο δάσος, που σχεδόν το έκρυβε. Περικυκλωμένο από συρματοπλέγματα και γύρο από ευρύχωρα χαντάκια