Μαλβίνα: Ρωμαντικό Μυθιστόρημα του 18ου αιώνος

Part 15

Chapter 151 wordsPublic domain

Η γραία ηναγκάσθη να του ομιλήση περί της άλλης νοσοκόμου, η οποία έγραφε το γράμμα εκείνο και η οποία βέβαια ήτο μάγισσα διότι την είδαν να . . .

Ο σερ Έδμον την διέκοψε με αδημονίαν και την ερώτησε πού ευρίσκεται τώρα η νοσοκόμος εκείνη;

Η γραία αγνοούσα να απαντήσει άρχισε πάλιν να φλυαρή περί μάγων και των καταγωγίων αυτών.

— Μα ποιος σας τη σύστησε τέλος πάντων αυτήν την νοσοκόμον, γραία μου;

— Η κυρά-Μουδ.

— Τρέξε, σε παρακαλώ, να πης αμέσως της κυρά-Μούδης ότι την ζητεί ο κ. Έδμον.

Η κυρά Μουδ ήλθε κληθείσα. Και νομίζουσα ότι είναι η εκ των απορρήτων της κ. Σορκή δεν έκρινε ούτε καν να την ειδοποιήση, και είπε εις τον σερ Έδμον με το δικό της κεφάλι, ότι έχασε τα ίχνη της γυναίκας εκείνης.

Τότε ο σερ Έδμον απεφάσισε να μάθη μόνος του τι γίνεται η Μαλβίνα και ποία ήταν τα αίτια της σιωπής της.

Ένα πρωί λοιπόν κατέβη εις της κ. Μπιρτών. Της εζήτησε τυπικώς συγγνώμην διά τας ενοχλήσεις που της έδωσε με την ασθένειά του, και της ανήγγειλε, ότι μελετά να περάση μερικές ημέρες σένα αγροκήπιον φίλου του κοντά στο Έδιμπουργκ, διότι έχει ανάγκη καθαρού αέρος.

Η δύσπιστος κ. Μπιρτών υποψιαζομένη πάντοτε προσεπάθησε να τον αποτρέψη, αλλά ματαίως.

Την επιούσαν ετράβηξε κατ' ευθείαν εις Άβερνεθ, χωρίον πλησίον του πύργου της κ. Κλάρας.

Εκεί επληροφορήθη παρά του διευθυντού του ταχυδρομείου, ότι η κ. Σορκή ευρίσκετο εις τον πύργον.

Άνευ πολλών δισταγμών έσπευσεν εκεί συλλογιζόμενος, ότι εκείνη ησύχαζεν εκεί αμέριμνη, ενώ αυτός . . .

Όταν έφθασεν εκεί, κατέδη από τον ίππον και δέσας αυτόν έξω του περιβόλου επροχώρησε και έσκυψεν εις τον κήπον· από τα κάγγελα είδεν· όχι· τα μάτια του δεν τον απατούν, είναι η Φανή, το κοριτσάκι το θετό της Μαλβίνας, το γνωρίζει από τη φωνή του. Εδώ λοιπόν βέβαια θα είναι και η μητέρα του. Κάθεται επάνω σε μίαν πέτρα και περιμένει την τύχη.

Έξαφνα ακούει μια φωνή που απευθύνεται στο κοριτσάκι και συνταράζεται ολάκερος. Η φωνή είναι του κ. Πρίορ.

— Εδώ τον έχουν λοιπόν! ψιθυρίζει με αγανάκτησιν.

Διευθύνεται προς τον κήπον και βλέπει μίαν γυναίκα λευκοφόρον ανάμεσα από τα δένδρα, η οποία ήρχετο προς τα εδώ. Του εφάνη ότι ανεγνώρισε την Μαλβίναν.

Η μικρή Φανή μόλις την είδε, έσπευσε προς αυτήν, εκείνη δε έσκυψε και την επήρε στην αγκαλιά της και στηριχθείσα στον βραχίονα του κληρικού επέστρεφε σιγά σιγά εις τον πύργον.

Ρίγος θανατηφόρον διαχύνεται στες φλέβες του. Φεύγει προς το χωριό Άβερνεθ, σκοτισμένος, χαμένος.

Στο δρόμο λιγοθυμά και τον φέρνουν εις ένα ξενοδοχείον του χωρίου, τον περιποιούνται και συνέρχεται.

Όταν τον άφισαν, μόνον, αντί να ησυχάση εσηκώθη και ήλθεν εις το ανοικτόν παράθυρον.

Εν τω μεταξύ σφοδρά καταιγίς ήρχισε έξω να εκσπά. Βαρεία η θύελλα πλήττει τα σπίτια του χωριού. Αυτός εν τούτοις έμενεν εις το παράθυρον.

Αίφνης ακούει έξω την φωνήν του κ. Πρίορ. Είχεν έλθει να παραλάβει το ταχυδρομείον των κυριών και κατελήφθη υπό της κατεγίδος. Ο ξενοδόχος τον αναβιβάζει εις υψηλόν τι δωμάτιον άνωθεν του δωματίου, του Έδμον, ενώ αυτός εσκέπτετο ότι ίσως ο μισητός αυτός άνθρωπος κρατεί εις χείρας του την επιστολήν εκείνην που της έστειλε, όταν ήτο άρρωστος.

Μετ' ολίγον κρότος δαιμονιώδης ακούεται. Κεραυνός έπεσε επί του ξενοδοχείου και το άναψε. Η στέγη φλέγετε ήδη.

Ο κ. Πρίορ ευρίσκεται εις κίνδυνον· καίεται η κάμαρη του· ο καπνός τον πνίγει.

— Ένας άνθρωπος κινδυνεύει! ακούονται από έξω φωναί.

Ο Έδμον πετάχτηκε έξω ως από ένστικτον κινούμενος.

— Ποιος κινδυνεύει και πού είναι;

— Εκεί επάνω στο υπερώον! είναι ο ιερεύς κ. Πρίορ. . . .

— Ο κ. Πρίορ! έστω — λέγει και σπεύδει εις το υπερώον.

Διατί έσπευσε; Από φιλανθρωπίαν διά να σώση τον κ. Πρίορ· ή από εγωισμόν, για να μη χαθή η επιστολή του, αλλά να δοθή ασφαλώς στα χέρια εκείνης; Αυτό ούτε ο ίδιος δεν θα ημπορούσε να το εξηγήση στον εαυτόν του.

Μόλις ανέβη την κλίμακα, η φλόγα μετεδόθη εις αυτήν, αλλά ουδέ ίχνος μικροψυχίας δεν αισθάνεται μέσα του. Σπεύδει στο δωμάτιον του κληρικού μέσα στον πυκνόν καπνόν που τον πνίγει, αρπάζει τον κ. Πρίορ στον ώμον του και τρέχει προς το παράθυρο.

Τίποτε δεν είναι ωραιότερο από το συναίσθημα ότι σώζεις ψυχήν εκ θανάτου.

Από κάτω φωνάζουν. Του απλώνουν στρώματα να πέση. Γύρο του τα πάντα, σείονται, τα πάντα καταρρέουν εις φλογώδη χείμαρον. Επί τέλους αποφασίζει· ρήχνει τον αναίσθητον κληρικόν εντός του στρώματος, το οποίον εκρατούσαν κάτωθεν. Ετοιμάζουν άλλο διά τον ίδιον· πηδά και αυτός και αμέσως τρέχει προς τον κ. Πρίορ. Τον είδε να συνέρχεται και σπεύδει τότε να φύγη, διά να μη μάθη εκείνος, ότι αυτός είναι ο σωτήρας του.

Το βράδι της άλλης ημέρας ο σερ Έδμον ήτο εις της κ. Μπιρτών. Όταν εισήλθε εις την αίθουσαν, ήταν εκεί μαζεμένη μεγάλη ομήγυρις, όλα τα περιβόητα κάλλη του Έδιμπουργκ· ωραιοτέρα από όλας ήτο η λαίδη Σούμεριλ, σύμμετρη και μεγαλοπρεπής. Η κ. Φέμπικ απουσίαζεν εις Ιρλανδίαν ακολουθούσα τον σύζυγόν της, μεταβάντα εκεί δι' υποθέσεις του.

Όλοι υπεδέχθησαν τον κ. Σέυμουρ με μεγάλην διάχυσιν. Αυτός ενθυμήθη τα παλαιά του συνήθια και άρχισε να ρήχνει ηδυπαθή βλέμματα προς όλας τας γυναίκας. Ωρκίζετο μέσα του να εκδικηθή την Μαλβίνα καθιστών θύμα του πάσαν γυναίκα, την οποίαν θα συναντούσε εμπρός του.

Έτσι λοιπόν εις κάθε μίαν από τας εκεί ευρισκομένας προσπαθούσε να εμπνέει την ελπίδα, ότι αυτήν και μόνην προτιμά. Εις τα τοιαύτα ήτο αριστοτέχνης ο κ. Σέυμουρ.

Η λαίδη Σούμεριλ ήτο όλο κρυφή χαρά, ότι τον έφερε πάλιν στα πόδια της, αν και υπέδειχνε προσποιητήν σοβαρότητα. Αλλά ο σερ Έδμον ούτε πρόσεξε σαυτό της το τέχνασμα, αν και εκείνη έδιδε πολλήν σημασίαν εις αυτό.

Έτσι κάθε μία ενόμιζε, ότι τον είχε κατακτήσει πλέον τελειωτικά, ενώ πράγματι ποτέ δεν ήτο τόσο αδιάφορος προς εκάστην, όπως αυτήν την φοράν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΘ'.

ΑΠΟΦΑΣΙΖΟΥΝ Ο ΚΑΘΕΙΣ ΧΩΡΙΣΤΑ

Η Μαλβίνα διέμενεν εις το Έδιμπουργκ στο σπίτι της Μούδης. Έμαθε λοιπόν όλα τα κινήματα του κ. Έδμον, ότι απεδήμησε επ' ολίγον από το Έδιμπουργκ, ότι επανήλθε γρήγορα και ότι διάγει βίον ελαφρόν και άσωτον κατά τας παλαιάς του συνηθείας.

Έμαθεν ακόμα ότι η κ. Μπιρτών ετοιμάζει τους γάμους του με την λαίδη Σούμεριλ. Αυτό το τελευταίον ήτο δεινόν κτύπημα διά την και άλλως αιμάσσουσαν καρδίαν της. Εν τούτοις δεν μέμφεται κανένα. Αυτή ήτο ήδη αποφασισμένη να τηρήση την αρχικήν της απόφασιν και τους όρκους προς την μακαρίτισσαν φίλην της. Ιδού τώρα και ο Έδμον, που ενίκησε το προς αυτήν πάθος του, διατί τάχα ανωφελώς να επιχειρήση ναναρριπίση τον έρωτά του, πράγμα το οποίον θα τον καταστήση δυστυχή. Άλλωστε, καθώς εννόησε, ο σερ Έδμον ήτο γεμάτος από ορμήν ακάθεκτον, αλλ' όχι και επιδεκτικός διαρκούς αφοσιώσεως, διά τούτο δεν ημπορούσε να του εμπιστευθή το μέλλον της, την ευτυχίαν της. Απεφάσισε λοιπόν να αποσυρθή από τον κόσμον εις ερημικήν τινα γωνίαν, και ναφιερώση την ζωήν της εις την ανατροφήν της Φανής. Αρνουμένη δε τον σερ Έδμον είχε αμετάκλητον απόφασιν να μην ιδή ξανά τον κ. Πρίορ, μόνον και μόνον για να δείξη εις τον Έδμον, ότι μόνον χάριν του ευρίσκετο εις επικοινωνίαν και με τους άλλους ανθρώπους, και ότι ήδη αποσπασθείσα από αυτόν ουδένα είχε λόγον να επικοινωνή με οιονδήποτε άλλον. Έγραψεν αμέσως προς την Κλάραν:

«Φεύγω αύριο από το Έδιμπουργκ. Θα περάσω από σας να λάβω την κόρη μου, που τόσον καιρό την άφισα μακράν μου, χωρίς να το θέλω. Θα σας ανοίξω την καρδιά μου, για να γνωρίσετε τον πόνον μου. Θα σας πω και την αμετάτρεπτη απόφαση που έχω λάβει για τη ζωή μου στο εξής, για να με βοηθήσετε και σεις προς τούτο.

Αλλά σας παρακαλώ, σας εξορκίζω στη φιλία που μου δείξατε ως τώρα, να είσθε μόνη ολότελα μόνη, όταν θάρθω στο σπίτι σας.»

Ωστόσο σαυτό το μεταξύ το σπίτι της κ. Μπιρτών ήτο όλο διασκεδάσεις και χαροκόπια. Όλο βοή και θόρυβο. Ύστερα από ένα μεγάλο γεύμα και περίλαμπρο, που ήταν προσκαλεσμένο όλο τα άιλαϊφ του Έδιμπουργκ κατέβησαν εις τον κήπον, ο οποίος ήτο φωταγωγημένος μεγαλοπρεπώς. Η ομήγυρις διεσκορπίσθη ανά τους δενδρώνας. Εις ένα απόκεντρον ο Έδμον επεριπατούσε με τη λαίδη Σούμεριλ. Έξαφνα θυμήθηκε ότι στο μέρος εκείνο κατά πρώτον η Μαλβίνα του εξωμολογήθη τον προς αυτόν έρωτά της. Αφήκε λοιπόν έξαφνα την συνοδόν του και εστηρίχθη κατηφής εις ένα δένδρον.

Αυτό έθιξε την υπερηφάνειαν της Λαίδης. Διηυθύνθη προς τον γνωστόν μας ιατρόν τον κ. Πότβελ, ο οποίος περιπατούσε λίγο πιο πέρα και του είπε με κάποια χολή.

— Δεν πάτε, γιατρέ μου, να δήτε τον άρρωστό σας. Πώς του επιτρέπετε να γυρίζει έτσι ελεύθερα:

Ο κ. Πότβελ έσπευσεν αμέσως προς τον σερ Έδμον.

— Μα την αλήθεια, του είπε, είναι μεγάλη σου αφέλεια να είσαι άρρωστος, ενώ εδώ όλος ο θηλυκός κόσμος είναι ξετρελαμένος μαζί σου.

— Μήτε άρρωστος είμαι πια, μήτε είναι κανένας ξετρελαμένος μαζί μου.

— Όχι δα! Η λαίδη λόγου χάρη που ήταν προ ολίγου μαζί σου! Πώς την άφισες κέφυγε έτσι παραπονεμένη;

— Κάποιαν άλλη θυμήθηκα έξαφνα.

— Στοιχηματίζω, ότι θυμήθηκες την χαρίεσσαν εκείνην νοσοκόμον σου.

— Να ζης, γιατρέ μου, δε μου δίνεις μερικές πληροφορίες για κείνη τη γυναίκα; είπε με προφανή συγκίνησιν ο Έδμον.

— Η κ. Μπιρτών μου το απαγορεύει.

— Με τι δικαίωμα η κυρία θεία μου ανακατώνεται στις υποθέσεις μου;

— Λοιπόν φίλε μου υποθέτω, ότι η νέα εκείνη θα ήτο κανέν από τα θύματα σου. Αλλά ήτο ωραία, πολύ ωραία και καθ' υπερβολήν συμπαθητική.

— Και δεν έμαθες το όνομά της;

— Όχι, αφού δεν μου το είπε. Με παρεκάλεσε να μην επιμένω να μάθω ποία είναι και να μην ειπώ τίποτε σε κανένα γιαυτήν. Έκλαιε διότι έπασχες και έτρεμε μήπως αποθάνης, γιαυτό καθ' όλον το διάστημα της ασθενείας σου δεν άφισε κανένα ναγρυπνήση κοντά σου.

— Περίεργα τωόντι πράγματα, είπεν ο Έδμον ταραγμένος. Και δεν ξαίρετε τι απέγινε;

— Όχι μα το Θεό. Μόλις επείσθη ότι είσαι εκτός κινδύνου, ανελήφθη χωρίς να ειδοποιήση κανένα και χωρίς να ζητήση τον μισθόν της.

— Πρέπει ωστόσο να διασαφίσω αυτά το μυστήριον, είπε ο Έδμον και έμεινε αφηρημένος και μονολογών. Μήπως ήτο εκείνη; . . . αλλά πώς; δεν την είδα τάχα με τα μάτια μου λευκοφορούσαν και αμέριμνον στον κήπο της Κλάρας μαζί μεκείνο τον Παπά;

— Όταν μάλιστα υπαγόρευες το γράμμα σου προς μίαν άλλην, που την ωνόμασες Μαλβίνα, αυτή το έγραφε και έκλαιε απαρηγόρητα διά την προς εκείνην αγάπην σου

— Δεν ήτο λοιπόν εκείνη, όχι, τι ανόητος που ήμουν να το υποψιασθώ. Αλλά πρέπει να διαλευκανθή τέλος πάντων τα μυστήριον, αν και μου είναι λίαν αδιάφορον, αφού δεν ήτο εκείνη . . .

Εμβήκε στην αίθουσα του χορού, αι γυναίκες τον περικύκλωσαν. Η κ. Μπιρτών ωστόσο τον επλησίασε και του υπενθύμισεν ότι η λαίδη Σούμεριλ ελπίζει να τον έχει καβαλλιέρον της για το χορό.

— Προσφέρετέ της τα σεβάσματά μου, χαριεστάτη θεία, είπε ο Έδμον και πέστε της ότι είμαι στας διαταγάς της. Εν τούτοις εγύρισε και εβγήκε από την αίθουσαν.

Πριν περάσουν πέντε λεπτά της ώρας ήτο στο σπίτι της κυρά- Μούδης.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Μ΄.

ΟΛΙΓΗ Η ΧΑΡΑ

Μία υπηρέτρια τάνοιξε.

— Θέλω να δω αμέσως την κυρά-Μούδη.

— Πάω να την ειδοποιήσω, μιλόρδε. Θέλετε να μπήτε στο σαλόνι;

— Θα βρω εκεί την κυρά-Μούδη;

— Όχι, μιλόρδε, είναι επάνω.

— Τότες πάω και τη βρίσκω μόνος μου, είπε ανυπόμονος ο κ. Έδμον και τραβά ίσια απάνω.

Ανοίγει την θύραν. Σκότος βαθύ· μόνο από τα φως του φαναριού της σκάλας διακρίνει μίαν γυναίκα, η οποία βλέπει έξω από το παράθυρον.

— Εδώ είναι η κυρά-Μούδη; ρώτησε ο Έδμον.

— Α! φώναξε η γυναίκα, εκείνος εδώ!

Από τη φωνή της και από τους λόγους της ο Έδμον ανεγνώρισε την Μαλβίνα, την αρπάζει και την σφίγγει εις το στήθος του περιπαθώς επαναλαμβάνων μυριάκις.

— Μαλβίνα μου, καλή μου Μαλβίνα! πολυαγαπημένη μου, γλυκιά μου, χρυσή μου, χαριτωμένη μου Μαλβίνα!

Εκείνη του ανταποδίδει τας περιπτύξεις. Μέσα στην ευτυχία τους αυτήν δίδουν συντόμους αμοιβαίας εξηγήσεις διά τα διατρέξαντα. Λύπες, υποψίες, μνησικακίες, όλα ελησμονήθησαν. Δεν ομιλούν, και συνεννοούνται άριστα. Τους φθάνει η βεβαιότης της αμοιβαίας αγάπης. Τα δάκρυά των αναμιγνύονται. Ο έρως τους περισκεπάζει, η τρυφή της ολβιότητος τους μεθά, όλος ο κόσμος διά τον καθ' ένα τους είναι ο έτερος, τι τους μέλει διά τους άλλους;

Η χαρά δεν έχει ανάγκην λόγων διά να εκφρασθή, δεν ευρίσκει μάλιστα λέξεις διά τούτο. Η ευτυχία που εγγίζει τους ουρανούς σιωπά. Δεν εχόρταινε ο σερ Έδμον να θεωρή την αγαπημένην γυναίκα, που ετόλμησε να έμβη στο σπίτι που την εδίωξαν, και να περιφρονήση τον θάνατον, διά να τον επαναφέρη εις την ζωήν.

Αφού κατεπραΰνθη η πρώτη εκδήλωσις της χαράς των, ήρχισαν να ανακουφίζουν τας καρδίας των ευχαρίστως ανακαλούντες εις την μνήμην τας στιγμάς, που ο Έδμον λίγο έλειψε νανακαλύψη την ωραίαν και τόσον επιφυλακτικήν νοσοκόμον. Τίποτε δε είχαν να μεφθούν ο ένας τον άλλον. Όλα εφαίνοντο καλά και εις τους δύο. Ήσαν ευτυχείς, ευτυχείς! Αυτό τους ήτο αρκετόν. Τίποτε άλλο δεν εζητούσαν.

Εν τούτοις απεχωρίσθησαν με σκοπόν να ξανασυναντηθώσι και πάλιν. Χωρίς να το ανακοινώσουν προς αλλήλους συνησθάνοντο ότι δεν ημπορούσαν να ζήσουν πλέον εις το εξής αποχωρισμένοι. Άπειρα εμπόδια αντετάσσοντο εις την ένωσίν των, αλλά ησθάνοντο την δύναμιν να τα αποκρούσουν. Τίποτε άλλο δεν εθεωρούσαν πλέον αδύνατον, παρά το να ζουν αποχωρισμένοι.

Όταν ο σερ Έδμον επέστρεψε εις την οικίαν της θείας του, η ομήγυρις ήτο ανάστατος δι' αυτόν.

Η κ. Μπιρτών ήτο έξω φρενών. Η λαίδη Σούμεριλ κατείχετο υπό υπερηφάνου οργής, και εσιώπα. Αι άλλαι γυναίκες του παρεπονούντο με ακκισμούς, αυτός δεν έδιδε πεντάρα διά τίποτε από όσα συνέβαιναν γύρο του. Όλα αυτά του εφαίνοντο ως ξένα. Τίποτε δεν είχε στο νου του, παρά πότε να ξημερώσει η άλλη μέρα που θα ξαναέβλεπε τη Μαλβίνα.

Εσύχναζε πλησίον της κάθε μέρα. Το θέλγητρον των συννεντεύξεών των ήτο υπέροχον ένεκα των παρελθόντων δεινών. Τίποτε δεν συλλογίζονται παρά πώς να εντρυφήση ο καθένας τους εις την συναναστροφήν του άλλου. Θεωρούν ως άκρον αγαθόν να βλέπουν αλλήλους, να αγαπούν ο ένας τον άλλον και να το λέγουν ανεπιφύλακτα. Έτσι περνούν τον καιρόν των ευχάριστα και δεν καταλαβαίνουν πώς περνά. Ευρισκόμενοι εις πλήρη ολβιότητα δεν συλλογίζονται τουλάχιστον, πώς να την καταστήσουν μόνιμον.

Ωστόσο η Μαλβίνα μέσα στην ευτυχίαν της εσκέπτετο και την υπόθεσιν της Λουίζας, και πολλές φορές η αλγεινή εκείνη ενθύμησις εφαρμάκωνε την απόλαυσιν της μετά του Έδμον συναναστροφής.

Επί τέλους δεν εβάσταξε και μίαν από αυτάς τας ημέρας του έκαμε λόγον δι' εκείνην την υπόθεσιν.

Ο Έδμον εκοκκίνισε. Κάμποση ώρα έμεινε σιωπηλός. Έπειτα έλαβε και τα δύο χέρια της και τα έβαλε επάνω στο στήθος του.

— Όλα τα λέγω σε σένα, είπε, και τίποτε δεν σου κρύβω. Μη βλέπεις τι ήμουν άλλοτε! Λάβε υπόψιν τι είμαι τώρα, που εσύ με εξάγνισες και με ανεβάπτισες. Μη λησμονείς, ότι υπό την επίδρασιν της επιρροής σου επάνω μου δεν είμαι πλέον ο ασυνείδητος εκείνος αστός, που ήμουν πριν σε γνωρίσω. Και έσο επιεικής δι' όσα σφάλματα μέλλεις νακούσης, και από τα οποία συ με απήλλαξες τόσον θαυματουργά.

— Αγνοείς λοιπόν, τι αδυναμία έχει σεσένα η ψυχή μου, Έδμον, και μου κάμεις τέτοιους προλόγους! Μπορώ να λυπηθώ βέβαια για τα περασμένα, μα όχι και να παύσω για τούτο να σαγαπώ άπειρα.

— Η υπόληψίς σου, Μαλβίνα, μου είναι η μόνη που ψηφώ στον κόσμο. Και τώρα σεβόμενος την αλήθεια για να γίνω πιο άξιος της υπολήψεώς σου, ίσως ριψοκινδυνεύω να την χάσω όλως διόλου.

— Μη ζητείς να δελεάσης με λόγια τον δικαστήν σου· Άφισε στην αγάπην μου τη φροντίδα να σε υπερασπισθή. Αυτή έχει την δύναμη υπέρ πάσαν άλλην ευγλωττίαν να δικαιολογήση τα πταίσματά σου και να συγχωρήση τας πλάνας σου. Ποιός άλλος είναι αξιώτερος να επινοήση επιχειρήματα προς αθώωσίν σου;

Τότε ο Έδμον βέβαιος εκ των προτέρων περί της ισχύος, την οποίαν ασκούσε επί του πνεύματος της εξομολόγου του, εκάθισε στα πόδια της και ατενίζων αυτήν κατάματα, για να παρατηρή και τας λεπτοτέρας εκφάνσεις της εντυπώσεως, την οποίαν θα της επροξενούσε η διήγησίς του, ήρχισε να εξομολογήται ούτω:

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΑ'.

ΤΑ ΚΑΤΑ TΗN ΛΟΥΙΖΑΝ

— Προ επτά ετών και πλέον η κ. Μπιρτών έλαβε ανάγκην να ταξιδεύση στο Λονδίνον. Ήμουν τότε δεκαεννέα ετών και δεν ήθελε να μαφίση μόνον. Εγώ συγκατένευσα, διότι μου ήρεσκε η αλλαγή. Αλλά ένας από τους φίλους μου με έπεισε να μείνω στο Έδιμπουργκ, για να διασκεδάσω στο γάμο του, που θα εγίνετο την Κυριακή.

Η νύμφη ήτο ομήλική μου, στην λαμπράν ακμήν της ωραιότητος. Αυτή ήτο η φίλη σου η Κλάρα.

— Α! η Κλάρα! . . . έκαμεν ακουσίως η Μαλβίνα.

— Ναι, ευθύς διενοήθην να ελκύσω την συμπάθειάν της . . . Μη με κατηγορείς διά τούτο. Οι γυναίκες του κόσμου είναι μόδα να έχουν ένα το ολιγώτερον εραστήν, μου εφάνη λοιπόν, ότι θα ήτο αδιάφορον ως προς τον φίλον μου, αν ήμουν εγώ ή ένας οιοσδήποτε άλλος ο εραστής της συζύγου του. Αυτή αντεστάθη με όλην την δύναμιν της ψυχής της, και τούτο με έκαμε να αγωνίζομαι με κάποιο πείσμα, διά να την κατακτήσω, διότι αλλέως καθόλου δεν την αγαπούσα.

Εν τούτοις εν τω μεταξύ άλλο πρόσωπο προτιμότερο για μένα παρενετέθη μεταξύ εμού και της Κλάρας. Είχε έλθει εκεί η αδελφή της, η δεσπινίς Λουίζα, κόρη αθώα έως δεκαέξ ετών, Τα μεγάλα και γαλανά μάτια της έδειχναν διάθεσιν προς ηδυπάθειαν, της οποίας δεν είχε συνείδησιν. Με λίγες λέξεις απέκτησα αμέσως τον έρωτά της. Αλλά η κ. Κλάρα έχουσα πικράν πείραν των ερωτικών μου επιθέσεων και φοβουμένη ήδη διά την αδελφήν της, της απηγόρευσε κάθε σχέσιν μαζί μου.

Τότε εγώ επείσμωσα και το έκαμα δουλειά μου, να την αποκτήσω, και παρά τας επιβλέψεις και προφυλάξεις της κ. Κλάρας η Λουίζα μου παρεδόθη.

Μετά τας πρώτας διαχύσεις μου επήλθε ο κόρος, διότι ουδέποτε ησθάνθην αληθινόν έρωτα και διά την Λουίζαν, όπως και διά την Κλάραν. Τότε άρχισα να την επισκέπτωμαι όσον ημπορούσα πιο σπάνια. Αυτή άρχισε να μου παραπονείται, κεγώ άρχισα να την βαρύνωμαι, — πράγματα δα συνηθέστατα εις τους τοιούτους έρωτας — Και τέλος έπαυσα πλέον να την βλέπω.

Τότε απελπίσθη και ωμολόγησε στην αδελφήν της το πταίσμα της και την ατυχή συνέπειαν του πταίσματός της, του οποίου ησθάνετο ήδη τα συμπτώματα.

Άμα η Κλάρα έμαθε τα καθέκαστα, μου έγραψε με μεγάλην αγανάκτησιν, την οποίαν της ενέπνεε η προς την αδελφήν της στοργή και η καθυβρισθείσα τιμή της οικογενείας της. Μου προσδιόριζε δε το μόνον υπολειπόμενον μέσον προς επανόρθωσιν του γενομένου κακού. Δεν μπορούσα βέβαια να συζευχθώ σπουδαία με το μωρόν εκείνο και' επιπόλαιον κοριτσάκι, αλλά για να το σώσω, εσκέφθηκα να το νυμφεύσω με κάποιον άλλον.

Το γράμμα εκείνο το είχα λάβει στο κτήμα του λόρδου Δέρβυ. Ήταν αυτός συγγενής μου, γεροντοπαλλήκαρο, πλουσιώτατος. Εγώ ήμουν ο μόνος κληρονόμος του.

Αυτόν λοιπόν διενοήθην να δώσω στη Λουίζα. Άρχισα να του την εκθειάζω, παριστών αυτήν τέτοιαν, που θα εφαίνετο αρεστή εις εκείνον, όπως τον ήξαιρα. Του εζωγράφισα την ευδαιμονίαν που έμελλε να διαχυθή εις τον βίον του από αυτόν τον γάμον, ώστε τον εγοήτευσα, διότι έβλεπε την αφιλοκέρδειάν μου και την φιλίαν μου, αφού με τον γάμον εκείνον εγώ θα εστερούμην την εις εμέ ήδη κληρωθείσαν μεγάλην περιουσίαν του. Η φαινομενική αυτή γεναιοφροσύνη μου ίσχυσε να τον πείσει, ότι πράγματι θα ήτο εύρημα η νύμφη εκείνη.

Με εβίασε λοιπόν να πάμε στο Έδιμπουργκ, για να γνωρίση την δεσποινίδα Τράνσβλεϋ. Εγώ έσπευσα να εκπληρώσω τον πόθον του και ήρθαμε στο Έδιμπουργκ. Επήγα στης κ. Κλάρας. Η Λουίζα έλειπε στο κτήμα του πατέρα της.

Όταν έμαθε τον σκοπόν της μεταβάσεώς μου, έφριξε η τιμία γυναίκα, και αφού με ήλεγξε πολλαχώς και πολυτρόπως, ηρνήθη ολότελα να συγκατανεύση να ιδή την αδελφήν της, να νυμφευθή ένα άλλον αθώον, ενώ έφερεν εις την γαστέρα της τα τεκμήρια της επιβουλής της ιδικής μου.

Αυτά μου φάνηκαν παραμύθια και αεροφιλοσοφίες — κατά τας τότε ιδέας μου — και άφισα την κ. Κλάρα να τις χαίρεται. Επέστρεψα στον λόρδον Δέβυ και τον έπεισα ναναχωρήσωμεν ευθύς διά το κτήμα του κ. Τράνσβλεϋ. Όταν εφθάσαμε η Λουίζα ήτο στον κοιτώνα της. Ωμίλησα ιδιαιτέρως τον πατέρα της περί του σκοπού της επισκέψεώς μας. Αυτός έμεινε κατάπληκτος αναλογιζόμενος τα πλούτη και το λαμπρόν γένος του λόρδου Δέρβυ, με τον οποίον του εφαίνετο ως μυθώδες να συγγενεύση.

Όταν μετά τινας ώρας κατέβη η Λουίζα, θορυβηθείσα από την παρουσίαν μου δεν ετολμούσε να υψώση τα μάτια της προς εμέ και έμενε σχεδόν άφωνη. Ταύτα ο λόρδος Δέρβυ εθεώρησε ως συστολήν από σωφροσύνην. Το δε ένοχον ερύθημά της το εθεώρησε ως εξ αιδημοσύνης αθώας προερχόμενον, και η προς εμέ ψυχρότης της του εφάνη ως εξ άκρας ηθικότητος, όθεν κατεγοητεύθη, και αν δεν εκρατείτο από την ανάγκην της ευπρεπείας, θα εζήτει γάμον την ιδίαν ημέραν.

Για να πεισθή η Λουίζα να συγκατανεύση, δεν ήτο βέβαια εύκολον, και μόνον εγώ θα ημπορούσα να της επιβληθώ και να την πείσω. Έβαλα επιδέξια στα χέρι της ένα μπιλετάκι, που της έγραφα, ότι για καλό και των δύο μας ήταν ανάγκη να την ιδώ εκείνο το βράδι. Όταν δε έλαβε γνώσιν του περιεχομένου, μου ένευσε καταφατικά.

Τα μεσάνυχτα πήγα και την ηύρα στην κάμαρή της. Την εφίλησα με περιπάθεια, και με λίγα λόγια της εξήγησα, ότι μου ήταν αδύνατον να την νυμφευθώ διά λόγους κοινωνικούς, που η θεία μου θα επροκαλούσε σκάνδαλον, ακόμη δε και θα με απεκλήρωνε, ώστε προτιμότερον και γιαυτήν και για μένα ήτο να πάρη τον υπέρπλουτον λόρδον Δέρβυ, άλλως τε εγώ τότε θα ευρίσκω καιρόν να την βλέπω συχνότερα. Αυτό το τελευταίον την παρηγόρησεν ολίγον, έπαυσε να κλαίει και εγώ με τας παρακλήσεις μου και με την επανάληψιν της υποσχέσεως αυτής επήρα την συγκατάθεσίν της.

Όταν ο πατέρας της την άλλη μέρα την επροσκάλεσε και της ανακοίνωσε την πρότασιν του λόρδου Δέρβυ, την ηύρε αρκετά πρόθυμον. Αλλά ο γέρων ήθελε να συνεννοηθή και με την μεγαλυτέραν του κόρην και μου είπε ότι πρέπει να περιμείνωμεν και τον ερχομόν της κ. Κλάρας.

Εγώ όμως φοβούμενος την αρετήν της Κλάρας μήπως ανατρέψη το άχρι τούδε κατορθωθέν, εβίασα κρυφά τον λόρδον να γρηγορεύση την εκτέλεσιν του γάμου, πράγμα που αυτός περισσότερον επιθυμούσε.

Και για να τον ευκολύνω περισσότερον, ωμίλησα ιδιαιτέρως προς τον κ. Τράνσβλεϋ, ότι δεν πρέπει ναφίσωμεν τον λόρδον Δέρβυ περισσότερον ελεύθερον να σκεφθή, διότι πιθανόν αύριο να μη θελήση, ότι διακαώς ποθεί σήμερα, διότι είναι γνωστόν ότι εξ ιδιοτροπίας έμενεν άγαμος άχρι της ώρας. Και ακόμη για να του δείξω ότι μόνον από ενδιαφέρον προς αυτόν και την οικογένειάν του κάμνω ό,τι κάμνω, του υπενθύμισα, ότι εγώ ήμουν ο μόνος κληρονόμος της περιουσίας του μιλόρδου, πράγμα το οποίον στερούμαι πλέον με τον γάμον εκείνον, λίαν εκουσίως εν τούτοις και οικειοθελώς.

Ο κ Τράνσβλεϋ κατεπείσθη και ενέδωσε. Εκλήθη λοιπόν ο συμβολαιογράφος και την εσπέραν εκείνην υπεγράφη το συμβόλαιον του γάμου. Το δε πρωί ευλογήθη ο γάμος του Δέρβυ και της Λουίζας εις το παρεκκλήσιον του πύργου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΒ'.

ΣΥΝΕΧΕΙΑ

Το βράδι βράδι έφθασε και η κ. Κλάρα. Φαντάζεσαι την έκπληξιν και την λύπην της. Μου έρριψε φοβερόν βλέμμα. Κατάλαβα πόσο έπασχε ψυχικώς. Ωστόσο ευρεθείσα προ τετελεσμένου γεγονότος εκρατήθη και έδειξε όλην την ημέραν αρκετήν αταραξίαν.

Το βράδι ανέβηκε στον κοιτώνα της με τη Λουίζα. Αφού ωμίλησαν μαζί πολλήν ώραν, μου εμήνυσε να πάγω κεγώ. Ηύρα τη Λουίζα χλωμή και μαραμένη. Τα μάτια της ήσαν νεκρωμένα. Ωμοίαζε με άνθρωπον που έχει χάσει και την τελευταίαν του ελπίδα.

Η κ. Κλάρα με άρπαξε από το χέρι, με κάθισε μπρος στην Λουίζα και μου είπε:

— Νά το θύμα σας! Κοιτάξατέ το, πώς αγωνιά μεταξύ καθήκοντος και έρωτος. Εσείς είσθε ο αίτιος των δεινών της, και όμως μένετε αναίσθητος. Η κόρη αυτή ήτο αθώα και σεις την απατήσατε. Ήτο απλή και φιλαλήθης, και τώρα την εδιδάξατε να απατά τον άνδρα της όσο ζη και είναι. Και δεν σας φθάνει αυτό, αλλά καταχρώμενος την προς εσάς αδυναμίαν της θέλετε να φαρμακεύσετε και το υπόλοιπον της ζωής της με αθεμίτους σχέσεις. Και όμως την παρασύρετε προς την αμαρτίαν, χωρίς τουλάχιστον να την αγαπάτε, καθώς μου το ωμολογήσατε. Εγώ την εφώτισα προ ολίγου και είδε το βάθος του κρημνού, εις τον οποίον την ωθείτε. Είναι αποφασισμένη να μη πέση· αλλά σεις έχετε τόσην δύναμιν και τόσην ασυνειδησίαν, ώστε δύνασθε, άμα θελήσετε, να την παρασύρετε προς την άβυσσον και να την καταστρέψετε. Σερ Έδμον Σέυμουρ, σας καθικετεύω, σας το ζητώ ως χάριν, λυπηθήτε την αδελφήν μου. Μη την ταπεινώσετε περισσότερον. Κάμνω έκκλησιν εις την γενναιοφροσύνην σας.

Αυτά λέγουσα η κ. Κλάρα σχεδόν εγονάτισε στα πόδια μου. Την εσήκωσα ολίγον στενοχωρημένος από τας ηθικολογίας της. Και λέγω προς την Λουίζαν.

— Θελκτική μου φίλη, σας είπα, νομίζω, τους λόγους, που μου είναι αδύνατον να σας νυμφευθώ. Νυμφευομένη τον λόρδον Δέρβυ θα απολαύσετε όλα του κόσμου τα αγαθά. Ιδού αναχωρώ αύριο. Έχει η κ. Κλάρα να απαιτήση τίποτ' άλλο;

— Ναι, απεκρίθη εκείνη. Θέλω ναποφύγετε να συναντηθήτε ποτέ με την Λουίζαν. Ούτε με λόγον σας ή με βλέμμα να δώσετε να ενοήση τις τας τέως ολεθρίας σχέσεις σας.